Και βαθιά, κάτω από τα επιχρίσματα του χρόνου το γλέντι να κρατάει καλά ακοίμητο σε φωτεινά μερόνυχτα κι άφεγγες βδομάδες, ανεξήγητο σαν θαύμα ή αυτό που λέμε επεμβάσεις του αόρατου, επειδή και το φεγγαρόφωτο σήκωνε σε σκοτεινά κύματα το 'να σπίτι και τ' ακουμπούσε απαλά πάνω στο άλλο ξανά και ξανά, ωσότου όλο το χωριό γέμιζε Μαύρη Θάλασσα με τα δελφίνια να γλιστρούν δοξαριές στις χορδές της λύρας. Και να προβάλλουν τότε ένας ένας στη σειρά οι γλεντοκόποι και ν' ανεβαίνουν με τους ατμούς της νοσταλγίας τους
στον ουρανό,
αμίλητοι αγναντεύοντας μέσ' απ' τα κλωνάρια τουτην ομίχλη του μούστου σ' όλο το μήκος των ακτών. Κι ύστερα να πέφτουν με αργές κινήσεις τυλιγμένοι σε σύννεφα, που μπορεί να 'ταν σεντόνια κατάλευκα ονείρου, κι εκεί να βυθίζονται στον ύπνο, τύφλα στο μεθύσι, όχι απ' το γλυκό κρασί, μα απ' το άλλο το πιο βαρύ που το 'χει αναμείξει μ' αγιάτρευτο μαράζι το τραγούδι.
Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"
της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου και το αναδημοσιεύουμε
|
Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016
Το γλέντι : Ποίημα από την Ποιητική Συλλογή: Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα (1998) του Νίκου Γρηγοριάδη
Δευτέρα 27 Μαΐου 2013
[Αρχή τής ύπαρξής μου η περιδίνηση..]
και τα πρώτα φιλιά. Και ιδού εγώ
ήλιος μικρός και γύρω μου
η αείροη νεφέλη.
Αχνίζει το νεόκοπο σώμα,
απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα,
με τους ατμούς τού θόλου μου
και της ψυχής μου τους κοχλασμούς,
για να πληρωθούν οι μασχάλες μου ύδατα,
γεωγέννητος
και τώρα
γεωφόρος.
Αποβάλλω στους πράσινους δρόμους
το κέλυφος το ασπιδοφόρο.
Και οι μέσα δαγκάνες με ανυψώνουν
στο μαλακό χώμα τής γόησσας γης
κι οι πατούσες αποτυπώνουν
τα πρώτα ίχνη
της περιδιάβασης.
Θαλπωρή ωαρίου το σώμα το Άχραντο
που με περιείχε
και βύζαινα την Αμάλθεια
με τα μαστάρια ξέχειλα ζωής
και τα χείλη ηδονικά στις ρώγες.
Έσκυψα και ντύθηκα μαζί σας το σαρκίο μου
κι άπλωσα στους καρπούς χέρια πολύκλαδα,
και στο χώμα ριζίδια χλωρά και
πορφυρές βύθισα ρίζες
και ευφραινόμουν την ευφροσύνη την πλούσια,
συνδαιτυμόνες μου,
αδέλφια τής κοινής Μητέρας
και του πατέρα τού άγνωστου.
Κι έπαιζα κύκλους και κλωθο-
γύριζα, μεθυσμένος που άγγιξα τη ζεστή -
μες στο αίμα τού τάραντου
και των ψαριών το σπαρτάρισμα,
καθώς μέσα σε φλόγες -
καρδιά σας.
Φως και φτερό στ' ανάλαφρα γόνατα,
κύκλιοι χοροί και κραυγές τερψιλαρύγγιες
στις άγριες ρεματιές και στα δασιά μουστάκια
ή
τα σείστρα των γοφών
και το φεγγάρι τής παρθένας μήτρας
σε έκσταση.
Κυκλοδίωκτο σπέρμα στις ζεστές λαγόνες των γυναικών
τους ομοίους μου γέννησα αδελφούς κι αδελφές μου.
Και πορεύτηκα τη χλόη με τον ήλιο παραμάσχαλα
και καβάλα στον τράχηλο τον κοινό μας απόγονο τον αντίμαχο
που θα γευόταν
τη σάρκα και το αίμα
του αδελφού του.
Κι έσκυψα κι είδα τα παγόβουνα μέσα μου
και τη λάβα που πέτρωσε το κόκκινο αίμα.
Κι η μητέρα Γη δεν είχε να μου στρώσει τραπέζι
και το πρώτο μαχαίρι ανήμπορο
να μοιράσει βολβούς.
Δεινόσαυρων πτώματα και βροντόσαυρων ρόγχοι
κι ένα βράδυ κόκκινο ατέρμονου πυρετού
κι άγριο το μάτι τής Άβυσσος
στις πρώτες εκλείψεις τής μέρας.
Κι ήρθε και στάθηκε πάνω μου
αμείλικτο το πνεύμα τής Ανάγκης.
Τράβηξε με το μαύρο της δάχτυλο
βουτηγμένο στη λάβα
τη γραμμή που χώριζε τον κύκλο στα δυο.
Κι είδα πως άλλος ήμουν εγώ
κι είδα πως άλλος ήταν ο διπλανός
και τον ξεχώρισα.
Κι ευθύς ο σπαραγμός στα σωθικά
κι ευθύς το μαχαίρι στον καινούργιο μας στόχο,
Άβελ, Άβελ -ή όπως αλλιώς-
καιρός να λιγοστέψουμε,
καιρός να πολλαπλασιάσουμε τα πράγματα.
Και είναι Δέντρο αυτό
και Στάχυς το άλλο
και Βότρυς.
Και είναι η κόρη αυτή
που πλαγιάζει το σπέρμα μου
στην καινούργια τροχιά τής δικής μου καλύβας.
Ο Ζυγός κάπου θα κλίνει
και ψηλά ανεβάζοντας το πελώριο το τάσι,
Σελήνη και Ήλιος,
τη σπορά των θεών θα επικαλεστώ
και κάτω χαμηλά
των ολιγόζωων βροτών οι σπόνδυλοι
θα υψώσουν πυραμίδες, ναούς και μαυσωλεία
στο ύψος τού ελεύθερου μετώπου.
Και θα βάλω φτερά
ότι με γοητεύει η πτώση μου,
και θα βάλω αλυσίδες στον σκλάβο μου αδελφό,
τι πώς αλλιώς θα τον ελευθερώσω;
Ο δούλος εγώ
που έγινα αφέντης
σε δούλους
που θα γίνουν
αφέντες μου.
Το Τόξο η εξουσία μου κι ο Πέλεκυς,
τα πρώτα ιερογλυφικά
και οι χρησμοί
μαζί με την εξ ύψους παρηγοριά.
Και σκιάζω τους υποτακτικούς μου και τους δίνω
τα όπλα που στεριώνουν
τα καλά και συμφέροντα.
Κι ο τροχός γυρίζει μέσα στα χέρια μου.
Χτυπώ με το πόδι το τύμπανο το πελώριο της γης
και κρατώ στα δόντια το μαχαίρι τού πυρρίχιου
και στις μετόπες ψηλά τις οπλές των αλόγων.
Και ρυθμός της Ανάγκης
πολυσήμαντος παλίντονος αρμονία τής καιομένης βάτου,
άσμα χορευτικό τής πυρκαγιάς,
που σέρνει και βλασταίνει το Ρόδο
στο κέρας το μοναδικό τής εξουσίας.
Και μέσ' απ' το χορό ανεβαίνω απελεύθερος
με κρασί τού Διόνυσου
και το ζεστό το αίμα των Μαινάδων.
Με τους θύρσους στο χέρι
και παρέα τους Κορύβαντες
πάνω χύνομαι στις ροές των κυμάτων
κι ο κηρόδετος αυλός συνταιριάζει
το ρυθμό των ελάτινων κουπιών.
Γεμίζουν φτερά τα πελάγη
και σωρεύω τα πλούτη
που κινούν τους τροχούς
των μεγάλων αλλαγών.
Το κορμί μου στη φάμπρικα
κι η γυναίκα
κι η πρώτη μου τρυφερή σπορά στον αφέντη μου.
Δικό μου τίποτα.
Μονάχα η πίστη στη βουλή τού Ουράνιου Πατέρα
κι ο παραδείσιος ο τόπος ο χλοερός.
Βρίζω το αρχοντολόι
κι αναδεύουν γερακίσια φτερά
τα δασιά μου μουστάκια.
Οι αντένες στα μπράτσα μου
κι οι τροχαλίες
που αναποδογυρίζουν
τ' απάνω κάτω
το χώμα τού κόσμου.
Και στύβω στις μηχανές τον ιδρώτα
και πλάθω
ιδέες και μονέδα
να ξαγοράσω ακίνδυνα
την υποταγή,
ο πριν δουλοπάροικος
και νυν αφέντης.
Τα ίσαλα της Αργώς ή η ποίηση
Ροές των κυμάτων
και βλέπω να στάζουν στην αλμύρα
πυκνά τα γένια σου
κι η σοφία πλέκει λόγια φωταγωγά.
Καμαρώνεις θαλασσινοί που γεννηθήκαμε
κι είχαμε βαθιά στο στέρνο
αχούς τού ωκεανού
κι οσμή ευωδερής Κολχίδας
κουβέρτα κι άλμπουρα.
Και συγχρόνως την πένα ονειρεύεσαι,
πες μου τι καμαρώνεις βλέποντας να τη βαστώ
και να ραμφίζω ψίχουλα στο χαρτί
αντί να καταστρώνω φωτεινά ταξίδια
γεμάτα μουσικές τού ωκεανού
κι από την Τραπεζούντα
καρσί να βγω στη μυθική την Αία
και πάλι το άτι κάθιδρο να κατευθύνω
στ' ατίθασα νερά τής Προποντίδας
παραβγαίνοντας το πέταγμα περιστεριών
και των δελφινιών
το ηχηρό παιχνίδισμα.
Άμποτε να 'ρθουν καιροί ηρωικοί
γεμάτοι κίνηση και χρώμα,
να τετραποδίζει φτερωτός ο εξάμετρος,
ποίημα, αψίδα θριάμβου,
λέξεις απ' ατσάλι αστραφτερές,
στίχοι χρυσάφι
και στροφές πλημμυρισμένες με αλκή,
στη μαύρη καταιγίδα τινάζοντας την κόμη
μεγαλειώδης άγγελος
ή μικρός ολύμπιος θεός.
Και δίνοντας χτυπήματα με τα φτερά,
όπως οι αετοί,
ή με τα νύχια,
όπως τα λιοντάρια,
τους ανάξιους βρίζοντας.
Σ΄ακολουθώ
κι εσύ αντί να προπορεύεσαι
μ' ακολουθείς νύχτα με φακόστις ποντικές ακτές τις απόκρημνες
κι η λάμψη μεγαλώνει τις σκιές
ως μέσα στον άγνωστο χρόνο,
τον διαχωριστικό και πειναλέο,
κι απ' τα κλωνάρια τ' ουρανού κατευθείαν
κρέμεται ο χειμώνας σέρνοντας το έλκηθρο,
κι οι λύκοι στο κατόπι του,
όπως δελφίνια στης Αργώς τα αφρισμένα ίσαλα.
Φυτρώνουν μεμιάς τα δενδρύλλια των πόλεων,
απλώνουν τα κλαδιά τους
και τινάζουν
Σινώπες και Τραπεζούντες και Αμισούς,
Όλβιες και Παντικάπαια και Γοργίππες,
μια νέα Ελλάδα θαλπωρή ερώτων
και παστάδα κατάλευκη ονείρων.
Και γεννιούνται, μεστώνουν και ταξιδεύουν
τα ρήματα τα φεγγερά τού πνεύματος,
ηρακλείτεια παλίντονα
κι αναξαγόρεια πλανητικά μυστηρίων.
Το άρρητο της παιδιάς σε αψίδες θαυμάτων
κι ο Λόγος που κοσμεί τα ισόρροπα τόξα.
Αιωρείται στο φως το λάβαρο της πρώτης ιστορίας
με λευκά ιστία εντελών κανόνων.
Και το τέθριππο του ήλιου τα φρένα πυρώνοντας
γεννά κι αθανατίζει
των ολιγόζωων θνητώντην άδηλη μοίρα.
Κι ολούθε γεννιέται
και φεγγοβολάει
μια νέα
ΕΛΛΑΔΑ
Ο αναποδογυρισμένος κόσμος. Η μοναξιά
Ανακατεύεις την τράπουλα της ιστορίας και μοιράζεις.
Γίνεσαι εσύ εγγονός κι εγώ παππούς σεβάσμιος.
Ανακαλύπτεις το ηλεκτρόνιο κι εγώ
τη λάμψη τής φωτιάς και τον τροχό τής μοίρας.Βυθίζομαι
κι έχω χαθεί
μέσα στην απεριόριστη περατότητα του είναι σου,
που πάλλεται, συσπάται, συστέλλεται και διαστέλλεται στο χρόνο.
Αιώνες τώρα αφουγκράζομαι τους χτύπους,
καθώς διασχίζουν το άπειρο
με μια επαναλαμβανόμενη αταξία,
που δεν μπορεί παρά να είναι η απόλυτη Τάξη.
Κι εσύ αρνιέσαι τη γοητεία τους
και αφήνεις να ξεχυθεί από μια τεράστια αρτηρία ποτάμι αίμα
που πλημμυρίζει τα κοίλα μεσοδιαστήματα των άτακτων χτύπων.
Γρασαρισμένα με λαμπερό αίμα
δεν αφήνουν χώρο για περιδιάβαση,
παρά μια απέραντη
μοναξιά ευταξίας.
Εσύ τα στοχάζεσαι
κι εγώ απελπίζομαι,
και το σοφό ασυνεχές τρέχει αενάως και ανοήτως
σε φανταστικούς
ή υποτιθέμενους κύκλους
αστρικών συστημάτων.
Τα κύτταρά μου αρνούνται
κάποια σημάδια λογικής στίξης,
που ν' απεικονίζουν, χωρίς περιττές παραμέτρους,
ένα ελάχιστο κύμα τρυφερότητας
ή τρόμου,
καθώς ο χρόνος περνά σαν σφουγγάρι κυκλικά
και εκμηδενίζει τα σημάδια
ή τα μετατρέπει σε φαντάσματα,
πολλαπλασιάζοντας τους χώρους τής μοναξιάς.
Και ιδού
οι γαλαξίες λιγοστεύουν μέρα τη μέρα,
αιωνιότητα την αιωνιότητα
και τη θέση τους παίρνει το μαύρο,
όχι του πένθους ή του κακού,
αλλά το μαύρο, υποκατάστατο
της χαμένης αίσθησης,
που περνά μέσα απ' το χρόνο
σε άλλο ακαθόριστο σημείο φωτισμένο,
μοναχικό, απέραντο, ακίνητο
και αενάως κινούμενο,
εξοπλισμένο με καρδιά αδιάφθορη και μυστική,
σαν ένα πεδίο
γιγάντιας και τρομαχτικής
μοναξιάς.
Η ύπαρξη, της μοίρας μας ουσία,
προσμένει της ψυχής σου τη θυσία.
Καβάλησε το άτι σαν Κοζάκος,
μη σ' εύρει η φυλλοξήρα ή και ο δάκος.
Στήσου στη γη σου Διγενής κι Ακρίτας,
κρατώντας τα ιερά τής αλφαβήτας.
Σκύψε την κεφαλή σου και στοχάσου.
Ύλη και πνεύμα η καρδιά σου.
Νόστος
Κι έστησα το κονάκι σου του Πόντου
στην Κορυφή Κιλκίς
και σ' έκλεισα μέσα, όπως σε παλάτι μνήμης,
ώσπου.
Και λίγο πιο πέρα
οι φούστες των κοριτσιών γεμάτες ψιθυρίσματα
κι αφουγκραζόμουν κρυφά τον μυστικό ρυθμό τους,
επειδή και κατείχα ακόμη μέσα μου
κάποιες χορδές κιθάρας
ή πλήκτρα από λεία βότσαλα ασίγαστου πόθου.
Και τα μάτια τους,
τρυφερές νύχτες μες στις ατέλειωτες αγρύπνιες μου,
άνοιγαν
μ' ένα μονάχα βλέμμα τους
ρωγμές στον ουρανό,
όπου γράφανε με χρυσή μελάνη
τους στίχους τής καρδιάς
αποκρυπτογραφώντας κρυφά
πάνω στο σταρί τής σάρκας τους
τα όνειρα τα μυστικά τής εφηβείας.
Και λάμπαν τα σκεβρά θρανία
και σαλεύαν τα φύλλα των βιβλίων
σαν των αγγέλων τις φτερούγες.
Κι επειδή νήστευα όλο το χρόνο το κορμί τους,
κάθε πρωί μεταλάβαινα την ομορφιά
μ' ένα αντίδωρο του πόθου μου
και τ' άμετρο ερωτικό κρασί.
Καμιά νύχτα δεν κλέβει το όνειρο,
το ψιχαλίζει από ψηλά στη διψασμένη μας ψυχή.
Σκάει κι ανοίγει το στέρνο
τρίζοντας και συντονίζοντας τον ήχο του
με τους ασίγαστους πόθους.
Έτσι μεθυσμένο μ' ανεβάζανε οι άγγελοι
στους κήπους τούς πρωτόγνωρους του παραδείσου.
Ανεμισμένες οι κόμες στο στροβίλισμα του χορού
και τα χέρια ξαναμμένα
γύρω απ' τις λιανές μεσούλες.
Ανάσες καυτές να καίνε τα χνουδάτα μάγουλα.
Πού πας
με την έξαψή σου να κρέμεται
στις φλεγόμενες φούστες
κι αρχίζεις να παραληρείς
στο Α κεφαλαίο τού κορμιού της
με τα χρυσά των δώδεκα και κάτι Ιουλίων
κι ανεβαίνεις όπως τα νερά
όλες τις αποχρώσεις τού πράσινου:
το λαχανί τού πρώτου σκιρτήματος,
το χλωρό πράσινο της ελπίδας,
το κυανοπράσινο του βραχνού πόθου
που μυρίζει θάλασσα,
και λάμπεις διάφανος βυθός
γλιστρώντας πάνω στους χρησμούς
των δίδυμων λοφίσκων των μαστών της;
Κάθιδρος και ο ύπνος να σαλεύει πλήρης φτερών,
σαν ένας Άγγελος
που ισορροπεί μετέωρος στο παράθυρό σου
και να τρικλίζεις πάνω στα μυστήρια
συλλαβίζοντας τα άνθη
ως τον πυρήνα τού καρπού τους.
Τα μέτρα και τα σταθμά
Ο Αγώνας
Όμως οι άντρες
και πιο πολύ οι γυναίκες,
που διακρίνουν ευκολότερα
τ' άφαντα στα σκοτάδια,
βάλανε κλειδωνιές τα δόντια να φυλάξουν τη ζωή
που έντρομη φώλιαζε στ' άσαρκα μέλη,
γιατί
πού να σε θάψουν, και μάλιστα
με τέτοια ακρίβεια κεριών και παπάδων.
Και μέρες πολλές ψάχναμε για δουλειά
αλλού ο πατέρας,
αλλού τ' αμούστακο τ' αγόρι κι η μητέρα
ώρες έξω απ' τις πόρτες σπιτιών και γραφείων
- πώς να τολμήσεις, έτσι μικρός,
κάτω απ' τις πελώριες
τις αυστηρές πολυκατοικίες
- ελκεσικέραυνα δονούμενα.
Ώσπου να 'ρθουν στα μέτρα μας
ή να τα φέρουμε εμείς στα δικά μας τα μέτρα
και να γίνουν οι πέτρες
χαλίκι και σκυρόδεμα στις πλάτες
ή κασελάκι στιλβωτή
και σκάφη και σφουγγαρόπανο.
Για ν' αρχίσει σε λίγο ο άλλος ο πόλεμος,
της ντροπής∙
μολύναμε την πόλη,
κι είχανε, λέει, γεμίσει
οι υπόνομοι του Καραβάν Σαράι
εκτρώματα και φονικά,
εκεί που μόνο εμείς το ξέραμε
πόσο ευώδιαζε το βλέμμα
κι ο καθαρός χτύπος τής καρδιάς,
όταν η χάρη αιθρίαζε
και τρίζαν οι σίμβλοι τής χαράς
απ' την πνοή τού
εσώτερου μύρου.
Γιατί ο δικός μας ο έρωτας
φυσούσε πάνω στη χλόη
με ροδοκόκκινα μάγουλα και μελαψά μέλη
κι είχε το χρώμα το πορφυρό τής αγιότητας.
Ζεμένος κάτω απ' το γλυκό φορτίο
δε σήκωνε τα μάτια τα σεμνά της αφοσίωσης τα μοναδικά.
Εδώ λιμάζει η πόλη των αστών,
σε γδύνει με τα μάτια της.
Άπληστα ψαύουνε τα χέρια
και τα χείλη έχουν βεβηλωθεί
από κραυγές ξένες.
Σαπίζει ο καρπός τής αφοσίωσης,
ανεμίζουν φουστάνια
και σαλεύουν
φουσκωμένοι
λαίμαργοι μηροί.
Και γεννηθήκαμε πολλές φορές
κι έκθαμβοι ακούγαμε το νέο ανάβλυσμα της ψυχής
που ντύθηκε τον φωτεινό χιτώνα
να προστατεύσει απ' το κακό
και να ζεστάνει το δρόμο τής Αρετής.
Και λύθηκαν μεμιάς τα σκιώδη αινίγματα
κι άνοιξε η μελωδούσα πύλη τού καιρού
στο διφρήλατο ρόδο.
Ήρθαν χέρι με χέρι τα πρώτα εύγε και τα χαμόγελα
- ρόδινη αυγή των κοριτσιών τής γειτονιάς.
Φιλιώθηκε η ανάγκη με τη σεμνότητα
και τα όνειρα πορφύρωσαν τις αναζητήσεις.
Ύψωσε φωτολαμπείς πυρσούς ο ουρανίδης λογισμός
κι οι παρθένες μήτρες ανύμνησαν
των εφήβων το αγέρωχο κάλλος.
Καινούργιοι ξεκινάμε
αφήνοντας να κοιμούνται μες στη μνήμη μας
τιμάρια και ακίνητα
με τη σποδό των έργων
που σωριάστηκαν γύρω μας.
Ακόμη και τον φύλακα άγγελο
που αποκοιμήθηκε κι η συμφορά μάς βρήκε
απαρνηθήκαμε
και μάθαμε να προσκυνούμε τ' άξια τα χέρια
και το φτερωτό πνεύμα τής έμπνευσης.
Προσεκτικά ψηλαφήσαμε τ' ακριβά τής Τέχνης
που είχανε παραμελήσει οι κάτοχοί τους
χάρη των ηδονών∙
την άρπα με τη μουσική τού αρωματικού ξύλου,
το μουσαμά,
όπου νηστική πάλεψε η άγρια μέθη,
τις γλυφές τού μαρμάρου και του ορείχαλκου.
Υψώσαμε στοχαστικά το μέτωπο
στις αυστηρές βιβλιοθήκες
όπως παλιότερα στη δροσερή βροχή
και στο δαυλό τού ήλιου.
Νοσταλγία
Στο έμπα τού χωριού κάτω από τον πλάτανο
κάθισα λίγη ώρα να ξεκουραστώ.
Πάνω μου κλώνοι ήρεμοι ζυγιάζονταν,
αβρά μέσα στον ίσκιο τους με τύλιγαν.
Θρόιζαν, σουσουρίζαν τα φυλλώματα
και γύρω η φύση βούιζε απ' τα έντομα.
Σιγά σιγά αλλάζει ανεπαίσθητα,
μαζί κι εγώ σιγά σιγά μεταμορφώνομαι,
το παιδικό μου σώμα ξαναντύνομαι
και παίζω με τα χώματα αμέριμνος.
Βγάζω και καμαρώνω την κλειδίτσα μου
σουγιά κολοκοτρωνέικο, χριστουγεννιάτικο
λαμπρό κανίσκι, απ' τον πατέρα μου.
Στη ρίζα λουλουδιού καθώς τον βύθισα,
φυσά ζεστό αέρι και ξεχύνεται
βουή ανθοφορίας ανοιξιάτικης
κι η νεκρωμένη γη από τα σπλάχνα της
λουλούδια αμέτρητα ξεπέταξε πολύχρωμα.
Κι εγώ, άγνωστο πώς, αμέσως βρέθηκα
πάνω στο αλωνάκι ρόδου εκατόφυλλου
κι ύπνο ευωδιαστό γλυκοκοιμήθηκα.
Κι όταν σε λίγο ξύπνησα από το όνειρο,
αντίκρισα πουλιά με μάτι πονηρό
να έχουνε κατεβεί στο γύρω πράσινο
και να τσιμπολογούνε τιτιβίζοντας
σπυρί σπυρί καημούς τής νοσταλγίας μου.
Στρεβλή ρίμα
Ώρες καθηλωμένος στην καινούργια πολυθρόνα,
με βλέμμα απλανές ρεμβάζεις τον παλιό ανθώνα
κι απορείς πώς βγήκε από τέτοια στρεβλή ρίμα
κι ακαθόριστη διάθεση ταξίδι με τ' αγέρι πρίμα,
αναίτια πάντως, μια περιπέτεια
ξεχασμένη - τι θέλει τώρα πια και επιμένει;
Εσύ να κάθεσαι στις φτέρνες με την κλαρωτή
φούστα σου στα φωτεινά σου γόνατα, καμαρωτή
στη σιωπή τής ώρας -καλοκαίρι-,
απλώνοντας τελετουργικά τ' αβρό σου χέρι
ν' αγγίξεις της μοίρας τ' ανοιχτό λουλούδι
λεπτό και τρυφερό σαν το δικό σου χνούδι,
κι εκείνο να γίνεται ρυθμός και μουσική
άσμα ερωτικό, να πεταρίζει γύρω σου - εδεμική.
Έφυγες κι αδειάζει ο κόσμος, σβήνει,
σε παίρνει ο χρόνος στα φτερά του, αφήνει
στη θέση σου το απόλυτο κενό
για να σε βλέπω και αιώνια να θρηνώ.
Στ' απύθμενα βάθη έχω απομείνει,
τώρα που έφυγες εσύ απ' τη σκηνή.
Ήταν για μένα η βαρύτερη ποινή,
η πιο επιτυχής αποτυχία
δίχως αποδείξεις και στοιχεία
παρά μόνο ότι ο ουρανός είναι πια μακαρίτης
κι έχουν σβήσει τ' άστρα κι ο αποσπερίτης
κι έμεινα ξεσκέπαστος μες στα κρύα χάη
όπου μόνο ένα σκυλί γρούζει κι αλυχτάει.
Και βέβαια ήθελα κι εγώ να σου πω
τον καημό μου,
όμως κανένας στίχος δεν εκφράζει
το ρυθμό μου.
Ανελκυστήρες
Οι ποιητές δε θα μάθουν ποτέ
τη χρήση ανελκυστήρων -
προτιμούν κάτι άλογα παλιάς τεχνολογίας.
Κάποιες προσπάθειες προσαρμογής
οι αυτοσχεδιασμοί σε τίποτα δεν ωφέλησαν∙ ακόμα
αγνοούν τους βασικούς μηχανισμούς:
πώς ξεκινάς ή σταματάς και πότε
απροειδοποίητα σε τυλίγει το σκοτάδι∙
τι αντηχήσεις παίρνουν μέσα στο φρέαρ οι κραυγές
και σε ποια υπόγεια σωρεύονται και αβγαταίνουν
όταν αγωνιάς εγκλωβισμένος.
Το μόνο που καλά γνωρίζουν είναι
ο άνεμος στα δάση και στα ρετιρέ των βουνών
κι η ανάερη διαδρομή, ανοιχτή και ευοίωνη,
χωρίς λαμπτήρες και φώτα τεχνητά,
φυλακισμένο φωτισμό και συναισθήματα,
έγκλειστα και περιγεγραμμένα.
Γνωρίζουν ακόμη κάτι συχνές εναλλαγές,
μια συμβολική αραίωση και πύκνωση φωτοσκιάσεων
ανάμεσα σε σκότος αμιγές και φως κίβδηλο,
το μέσο ευνοϊκό πάντα και πρόθυμο κρατώντας.
Ως το τέρμα
Οι καθήμενοι προσεύχονται
οι όρθιοι τους ευλογούν.
Σαν θυμιατήρια κουδουνάνε οι χειρολαβές.
Ένας τρελάθηκε∙
πιέζει το κουμπί, μες στο μυαλό του
ανάβει ένα φωτάκι. Οι άλλοι
δεν πρόλαβαν - μείναν μισότρελοι
με το χέρι μετέωρο.
Έβαψε τα μάτια τους η ώχρα.
Εγώ, είπε ο ποιητής,
δε θα συμβιβαστώ με ενδιάμεσα.
Θα φτάσω την τρέλα μου ως το τέρμα.
Η χρησμολογία τού φωτός
Προβάλλει κρυφή υποψία η νυφίτσα απ' το λαγούμι της
κι η ουρά τού σκίουρου διαγράφει μες στα φυλλώματα
το είδωλο του καιρού.
Ένας λαγός σκιρτώντας στον ανήφορο εισχωρεί στο σύνορο του γλαυκού
και το λαγωνικό να κρεμάει μάταια γλώσσα νικητήριας σημαίας.
Αίγες ντυμένες στο μαύρο σαλεύουν τις κάπες τους
σείοντας τις φουντωτές κορφές των θάμνων στην πλαγιά,
όπου σκάζουν ένα ένα τα μυρωδικά τους τα λουλούδια
και βομβούν γύρω σε μικρούς παραδείσους τα εφήμερα.
Κι ανάμεσα σε μυριστικά μονοπάτια ρέουν σταγόνες διάφανης χαράς.
Πάμφωτη η ρώγα σφύζει από θεϊκό χυμό
με στάλες δροσιάς στο κίτρινο ράμφος τού κότσυφα
κι ο αμπελουργός άδει το τερπνό του άσμα
στις παρυφές των πιτσιλωτών αβγών τής διαιώνισής του.
Μέσα μας τρεμουλιάζουν χωρίς ίχνος αέρα
τα φύλλα τής λεύκας
μια αχνοπράσινα, μια γλαυκά λευκάζοντας τον ύπνο μας.
Διαφωνώ ριζικά με το σκίουρο της Μοίρας. Πάντα
μέσ' απ' τη σκοτεινιά χρησμολογεί με τις μικρές εκρήξεις του το φως.
το μυστικό άνθος
μάλλον κάποιο μυστικό άνθος
άρχισε να ωριμάζει
στη σιωπή σου.
Δεν έχει ήττα ή νίκη
Στον έρωτα δεν έχει ήττα ή νίκη·
χαρίζονται το ’να στ’ άλλο τα κορμιά.
Όταν σε σμίγω μες στο φεγγαρόφωτο,
γεμίζει ο κήπος μυστικές φωνές·
ειρήνη βασιλεύει γύρω μας και μέσα.
Γρηγοριάδης Νίκος (βιογραφικό)
| (2007) | Ποιήματα, Γαβριηλίδης |
| (2002) | Ανάβαση, Κώδικας |
| (2000) | Το δημιουργικό γράψιμο: Η τέχνη και η τεχνική του: Εκθέσεις, Κώδικας |
| (2000) | Το δημιουργικό γράψιμο: Η τέχνη και η τεχνική του: Η παράγραφος, Κώδικας |
| (2000) | Το δημιουργικό γράψιμο: Η τέχνη και η τεχνική του: Το βιβλίο του καθηγητή, Κώδικας |
| (1998) | Η φωτογραφία μαζί με το τελευταίο μήνυμα, Κώδικας |
| (1992) | Δοκίμια προβληματισμού: Το δημιουργικό γράψιμο: Η τέχνη και η τεχνική του, Γρηγόρη |
Η ταβέρνα
Απόμερη μέσα στη σκοτεινιά της εξοχής
άνοιξε μεμιάς τα παράθυρα της νύχτας
δωροδοκώντας την μ' ένα ποτήρι κρασί
γεμάτο αντιλαμπές και μνήμες.
Μπήκε
η παρέα που ερχότανε απ' τους ουρανούς
αδειάζοντας το στέρνο από τραγούδια.
Έτσι πιωμένοι βγήκανε απ' το μπουκάλι
χορεύοντας ρυθμούς που έπαιζαν στον άνεμο
τα δέντρα.
Χαράματα
περνώντας απ' τη ρεματιά ξυπνήσανε τ' αηδόνια
κι ήπιαν και πάλι μουσική
απ' το λαγούτο του μικροσκοπικού τους στέρνου.
Όταν ξαπλώσανε να κοιμηθούν
ανάβλυζε κιόλας φως
απ' το κορμί τους.
Καλεσμένος του έρωτα
Κι όμως το 'νιωσα αμέσως, το κατάλαβα
ξανά πως καλεσμένος ήμουν του έρωτα,
αφότου μια τυχαία λάγνα σου ματιά
στάθηκε λίγο εντός μου, με κυρίεψε
στέλνοντάς μου το νεύμα, μια υπόσχεση.
Ξέρει η καρδιά από τέτοια, δε γελάστηκε
ποτέ σε συναντήσεις τόσο κρίσιμες.
Βάζω φτερά στα πόδια για το σπίτι μου,
παίρνω και το λουτρό μου, αρωματίζομαι,
φρεσκοπλυμένα βάζω ρούχα καθαρά,
πανέτοιμο το σώμα να 'ναι και ζεστό,
χαρά να σου προσφέρω, πόθο κι ηδονή.
Πού κατοικείς δεν ξέρω, όμως θα σε βρω∙
η ευωδιά που αφήκες όλα πότισε,
δρόμους, πάρκα και σπίτια και τον ουρανό.
Μες στα λουλούδια σ' ήβρα που περπάταγες
κι ευώδιαζε η ανάσα σου στα πέρατα.
Κι ως έφτασα κοντά σου τ' αβρό γέλιο σου
άνθισε στη θωριά σου ρόδο κόκκινο.
Το χέρι μου απλώνω τρεμουλιάζοντας,
πειθήνια συντονίζεσαι στο βήμα μου
ως του σπιτιού την πόρτα που από μόνη της
διάπλατα ανοίγει και σε δέχεται.
Στο πλάι καρτερεί ο ορθός ο έρωτας
που οδηγεί τους δυο μας ως την κάμαρα,
πλημμυρισμένη ρόδα και αρώματα.
Τρέμοντας σε ξεντύνω στο σκιόφωτο,
στην κλίνη ανθούν τα μέλη, λάμπει η σάρκα σου,
σέλας με φως αιώνιο και ανέσπερο.
Και πια δεν έχω έγνοια για παράδεισο,
αφού μαζί σου είμαι σε γλυκιά άβυσσο.
Από τη συλλογή Και στρεβλές ρίμες (2006)
Γεντί Κουλέ
Πώς γίνεται και γιατί δεν ξέρει,
όμως όταν η νύχτα απλώνει το μαντίλι της
πάνω Γεντί Κουλέ και Εφταπύργιο
ζώνοντας με τ' ασημιά κεντίδια της τη Σαλονίκη,
τον βλέπουν, ακόμη κι όσοι τον έχουν εντελώς ξεχάσει,
να κάθεται Προφήτης εν νεφέλαις
στο πιο ψηλό μπεντένι του σιωπώντας.
Κι όπως δε διακρίνουν τη μορφή του
«Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος που περιπαίζει
τα κάστρα μας και παριστάνει
τον πολιούχο που όλοι μας τιμούμε;»
μέμφονται και αφρίζουν οργισμένοι.
Άσ' τους, ουκ οίδασι, δεν ξέρουν
που τόση μοναξιά τον κατατρώει.
Δε βλέπουν, δεν ακούν τα παρακάλια
στον καβαλάρη μας τον Μυροβλήτη
να' ρθει και με το δόρυ του να ξεκοιλιάσει
το δράκο που τον πνίγει αλυσοδεμένο.
Ο ποιητής
Δώσ' μου την αγάπη σου
(αν μου δώσεις την αγάπη σου, λέει ο ποιητής).
Δώσ' μου τη ματιά σου (αν μου δώσεις τη ματιά σου, λέει ο ποιητής),
θα σε κάνω πουλί, θα σε κάνω αστέρι.
Και θα 'σαι πουλί και θα 'σαι αστέρι,
γιατί το στέρνο μου είναι ένας πολλαπλασιαστής
κι ό,τι του δίνεις σ' το επιστρέφει μεταστοιχειωμένο,
γιατί το στέρνο μου είναι ένας πρωτόγονος μάγος
και ό,τι αγγίζει το μεταμορφώνει,
γιατί είναι πουλί
κι ό,τι αντικρίζει το κάνει τραγούδι.
Δώσ' μου την αγάπη σου, λέει ο ποιητής,
να σου δώσω το σπέρμα μου,
να σου δώσω το λόγο μου.
Και θα 'σαι η χλόη και θα 'σαι το νερό
και το παράθυρο, η γλάστρα και το ποίημα.
Δώσ' μου τη ματιά σου, λέει ο ποιητής,
να τη διαθλάσω σε μαρμαρυγές,
να φωτίζεις τα σκότη,
να φέγγεις μυριστικά
τον άνθρωπο.
Το κρασί
Μπαίνω στο πατρικό μου σπίτι, τρίζει το πάτωμα.
Δεν αντηχούν σαν άλλοτε τραγούδια,
βήματα δεν βροντούν σέρτικου χορού.
Προχωρώ λίγο
κι εκεί στο κέντρο υποχωρεί το σανίδωμα.
Τα βάθη με καλούνε, συλλογίζομαι.
Είναι οι τρεις αντάρτες που τα γένια τους
τυλίγουν τα βαρέλια, τα δοκάρια και τις κάνουλες.
Στάζουν ακόμη μπρούσικο, κατακόκκινο κρασί
της μνήμης.
Ήρθες, μου λένε μ' ένα στόμα∙
πιάσε ποτήρι, μην πάει εντελώς χαμένο το αίμα μας,
να δοκιμάσεις το κρασί που μας μεθούσε.
Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012
Θεσσαλονίκη
Και μπρος,
στην ίδια κατεύθυνση με τη ματιά τους, μπορείς,
αν είσαι εξασκημένος, να διακρίνεις
ολόστρωτο το δρόμο που νοερά οδηγεί
στην πόλη των ονείρων τους∙
τη Σαλονίκη
με τα πανύψηλα και τρουλωτά της μέγαρα,
τη θάλασσα και τα πολύχρωμά της φώτα, όπου
μόνο εγώ ευδόκησα να ζήσω. Το άλλο
μένει για πάντα καθηλωμένο στη φωτογραφία
όπως μες στην ασώπαστη καρδιά μου.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.
