Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στασινόπουλος Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στασινόπουλος Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Μαργαρίτα


Η μικρούλα η μικρή
Μαργαρίτα
να διαβάσει δεν μπορεί
άλφα βήτα.

Στα ματάκια της κυλά
ένα δάκρυ,
το βιβλίο της πετά
σε μιαν άκρη.

Το ποδάρι της χτυπά
και φωνάζει,
την κοιτάζουν τα παιδιά
κάνουν χάζι.

Να διαβάσει δεν μπορεί
άλφα βήτα,
αχ! τι άταχτο παιδί,
Μαργαρίτα!
Μιχάλης Στασινόπουλος

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Το ρολόι

Γυρνάς τόσον καιρό
και ποτέ δεν κοιμάσαι,
σε κοιτώ και θαρρώ
κουρασμένο πως θα 'σαι.
Τίκι-τακ, τίκι-τακ,
σε κοιτώ και θαρρώ
κουρασμένο πως θα 'σαι.

Τόσα χρόνια πιστό
μας χτυπούσες την ώρα,
στάσου κι ένα λεπτό
για ξεκούραση τώρα.
Τίκι-τακ, τίκι-τακ
στάσου κι ένα λεπτό
για ξεκούραση τώρα.

Να σταθώ! Τότε πια,
πες μου, ποιος θα σημαίνει
Πες μου, ποιος θα χτυπά
πως η ώρα διαβαίνει
Τίκι-τακ, τίκι-τακ,
πες μου, ποιος θα χτυπά
πως η ώρα διαβαίνει.

Τη δουλειά μου αγαπώ,
και στον τοίχο εδώ πάνω
θα μετρώ, θα χτυπώ,
όσο που να πεθάνω.
Τίκι-τακ, τίκι-τακ,
θα γυρνώ, θα χτυπώ
όσο που να πεθάνω.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ

Έφερες στην πρωτεύουσα τα παιδικά σου μάτια
Και τα κουμπιά και τα χρυσά σειρήτια του λυκείου.
Εν’ άρωμα από λεμονιές κλειστές σε περιβόλια
Κι απ’ τ’ άνθη, στης Επισκοπής που ανθίζανε τον κήπο.

Κι ακόμα έφερες μια δειλή ψυχούλα, πληγωμένη
Απ’ του διαβήτη τις γωνίες κι απ’ τους σκληρούς κανόνες.
Και τώρα, πες μου, που θα πας, κλεισμένος στα κουμπιά σου,
Να δώσεις την ψυχούλα αυτή, τη μαθηματική;

Τώρα φοβάσαι να κοιτάς απ’ τις γερμένες θύρες,
Που μια κρυμμένη υπόσχεση κρατούν μες στη σκιά τους.
Φοβάσαι ακόμα (και τα μαύρα μάτια σου βουρκώνουν)
Μη βρουν αστεία την άμαθη ψυχή σου και γελάσουν.

Μα εγώ το ξέρω. Κάποιαν ώρα ρόδινη του θέρους,
Περνώντας απ’ τη σκοτεινή μισογερμένη θύρα,
Στα φαγωμένα και παλιά σκαλιά θα ιδώ ριγμένο
(σαν πτώμα κάποιου που κρυφά σκοτώσανε τη νύχτα)
ένα χιτώνιο παιδικό, με τα χρυσά σειρήτια.

Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλος



Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος (Μεσσήνη, 27 Ιουλίου 1903- Αθήνα, 31 Οκτωβρίου 2002) ήταν ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά τη Μεταπολίτευση, ακαδημαϊκός και συγγραφέας.

Το 1920, εμφανίστηκε στη λογοτεχνική σκηνή με ποιήματα και μεταφράσεις Γάλλων ποιητών. Το 1924 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή. Το 1929 έγινε εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το 1934 αναγορεύτηκε διδάκτορας της Νομικής Σχολής. Το 1943 έγινε σύμβουλος Επικρατείας και τακτικός καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στην Πάντειο Σχολή. Το 1947 τοποθετήθηκε πολιτικός σύμβουλος της Στρατιωτικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου στο μεταβατικό στάδιο που μεσολάβησε έως την ενσωμάτωση των νησιών στην Ελλάδα. Το διάστημα 1948-1951 υπήρξε πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε τον υπαλληλικό κώδικα. Το 1952 ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητικό αξίωμα, ως υπουργός Προεδρίας και Εργασίας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του Δημητρίου Κιουσόπουλου. Διετέλεσε υπουργός Εργασίας (1952) και Προεδρίας (1958). Το 1966 έγινε πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας, όμως απομακρύνθηκε το 1969 όταν εξέδωσε απορριπτική απόφαση για την νομιμότητα του δικτατορικού καθεστώτος. Το 1968 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην τάξη των ηθικών και πολιτικών επιστημών. Το 1974, στις πρώτες μεταδικτατορικές εκλογές του Νοεμβρίου, εξελέγη πρώτος βουλευτής Επικρατείας, με το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας. Παραιτήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου, δέκα μέρες μετά το Δημοψήφισμα του 1974 με το οποίο καταργήθηκε η βασιλεία, όταν η νέα Βουλή τον εξέλεξε προσωρινό Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με 206 ψήφους. Η προεδρική του θητεία διήρκεσε ως τις 19 Ιουνίου 1975, οπότε το αξίωμα ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος.

Το 1975 αποκαταστάθηκε στο δικαστικό σώμα ως επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το διάστημα 1976-1978 υπήρξε δικαστής ad hoc στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης. Το 1978 εξελέγη πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1993 εξελέγη πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Τα τελευταία χρόνια διέθεσε περιουσιακά του στοιχεία και συνέστησε το Ίδρυμα Διοικητικού Δικαίου Μ. Στασινοπούλου με έδρα το Ψυχικό, με σκοπό τη χορήγηση υποτροφιών στο Δημόσιο Δίκαιο




                                        ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ
ΝΟΜΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΑΤΑ
Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων. 1951
Traite des Actes Adminisratifs. 1954
Αστική Ευθύνη του Κράτους.1950
Το Δικαίωμα της Υπερασπίσεως. 1974
Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. 1962
Μαθήματα Διοικητικού Δικαίου. 1954
Μαθήματα Δημοσιονομικού Δικαίου. 1966
Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών. 1943
Νομικαί Μελέται. 1972
Θεωρία της Ατομικής Διοικητικής Πράξεως. 1937
Υπαλληλικός Κώδιξ - Κείμενο και Σχόλια. 1951
Κώδιξ Καταστάσεως Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων. 1951
Ο Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας της Διοικήσεως. 1939
Περί Ανακλήσεως των Διοικητικών Πράξεων. 1936
Τα Κοινόχρηστα και Δημόσια Πράγματα κατά τον Αστικόν Κώδικα. 1950

ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
"ΑΡΜΟΝΙΑ" - Ποιήματα για τα παιδιά
Η Συντροφιά μας

ΠΟΙΗΣΗ
"Ποιήματα"
Ποιήματα - Δύο Εποχές

ΔΟΚΙΜΙΑ
Σκέψη και Ζωή
Το Πινάκιο Φακής και ο Νόμος των Λύκων
Με Ψήφους Τρείς Εναντίον Δύο
Μηνύματα από τις Δύο Οχθες
Ανθρώπινη Πορεία
Σταχασμοί και Παραλλαγές
Η Δίκη

ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Μορφές από τον Τέταρτο Αιώνα
Προσωπικό Αρχείο Νικολάου Ι. Σαριπόλου

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Η Χώρα με τις Γαλανές Λίμνες

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ
Οδοιπορία

Βράδυ

Οἱ γιαγιάδες, μπρὸς στὶς θύρες καθιστές,
μοιάζουν ἥσκιοι, ὅσο σιμώνει ἀργὰ τὸ βράδυ
τὰ παιδιὰ φωνάζουν μέσα στὶς αὐλὲς
καὶ τὸ μάγγανο ὅλο τρίζει στὸ πηγάδι.

Ἡ βοδάμαξα βογγᾶ κι ἀργοπερνᾶ
φορτωμένη ἕνα σωστὸ βουνὸ δεμάτια
καὶ παραπατοῦν τὰ βόδια της τὰ ὀκνὰ
μὲ τὰ ὁλόμαυρα τὰ κουρασμένα μάτια.

Τὰ φορτώματα, ἀπὸ ξύλα καὶ κλαριά,
ἕνα ὁλόκληρο, περνοῦνε, καραβάνι,
καὶ μιὰ βέργα ἀπὸ κομμένη λυγαριὰ
στῆς γιαγιᾶς τὸ μαῦρο σκάλωσε φουστάνι.

Πῆρε βράδυ. Λιγοστεύουν οἱ φωνὲς
καὶ τὸ μάγγανο σωπαίνει στὸ πηγάδι
κι οἱ γιαγιάδες πιὰ σηκώνονται σκυφτὲς
καὶ στὸ λύχνο πᾶν νὰ σιάξουνε τὸ λάδι.

Νάνι

Νάνι τὸ παιδάκι, νάνι,
στὰ ματάκια ὁ ὕπνος φτάνει
κι ἡ κατάλευκη σελήνη
στὴ λευκή του πέφτει κλίνη,
νάνι τὸ παιδάκι, νάνι,
στὰ ματάκια ὁ ὕπνος φτάνει.

Γέρνουν κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ν᾿ ἀποκοιμηθοῦν οἱ κρίνοι
καὶ κουράστηκαν τ᾿ ἀηδόνια
νὰ θρηνοῦνε μὲς τὰ κλώνια.
Νάνι τὰ πουλιὰ κι οἱ κρίνοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ λευκὴ σελήνη.

Νάνι τὸ παιδάκι, νάνι,
στὰ ματάκια ὁ ὕπνος φτάνει,
στὸ χιονάτο σου σεντόνι
φῶς λευκὸ ἡ σελήνη ἁπλώνει.
Νάνι τὰ πουλιὰ κι οἱ κρίνοι,
τὰ ματάκια ὁ ὕπνος κλείνει.

Τ᾿ ἄλογο τοῦ σκακιοῦ

Προσεκτικὸ κι ἀσάλευτο, βουβὸ κι ἀφαιρεμένο,
στὸ μαῦρο ἢ τ᾿ ἄσπρο, ὑπάκουο, πηδάει καὶ περιμένει.
Στὸ μαῦρο ἢ τ᾿ ἄσπρο, ἀσάλευτο, βαθειὰ συλλογισμένο,
τὸ σκυθρωπὸ κι ἀμίλητο παιχνίδι λογαριάζει.

Μιὰ κίνηση, ἄλλη κίνηση, μιὰ σκέψη, κι ἄλλη σκέψη.
Τριγύρω οἱ ξύλινοί του ἐχθροὶ κι οἱ ἐπίβουλοι σκοποί τους.
Τὶ νὰ σκεφτεῖ, νὰ σοφιστεῖ καὶ τί νὰ λογαριάσει;
Μὲς τὰ στενὰ τετράγωνα ἐσώθηκεν ἡ σκέψη
κι ἔγινε πιὰ μονότονη καὶ γνώριμη ἡ ζωή του.

Μιὰ κίνηση, ἄλλη κίνηση, μιὰ σκέψη, ἡ ἴδια σκέψη!
Τὸ σιωπηλὸ παιχνίδι του μετρᾶ καὶ λογαριάζει,
μὰ ὅμως τὸ ξέρει πὼς γραφτὸ σ᾿ ὅλη εἶναι τὴ ζωή του,
νὰ ὁρμᾶ μέσα στοὺς ξύλινους ἐχθρούς του καὶ νὰ πέφτει,
στὸ μαῦρο ἢ στ᾿ ἄσπρο, ἡρωικά, κοντὰ στὸ βασιλιά του.

Ψαράς

Μὲς τοῦ λιμανιοῦ ἀραγμένη
τὰ γαλήνια τὰ νερά,
μιὰ ψαρόβαρκα προσμένει
τὴν αὐγούλα τὸν ψαρά.
Κι ὁ ψαρὰς ἀπ᾿ τὸ καλύβι
ποὺ προβάλλει ἐκεῖ μακριὰ
καὶ στοὺς κλάδους της τὸ κρύβει
μιὰ πυκνόφυλλη μουριά,

ὅπου νἆναι θὰ κινήσει
πρὶν ὁ ἥλιος νὰ φανεῖ,
τὴ βαρκούλα του θὰ λύσει
καὶ θ᾿ ἁπλώσει τὸ πανί.
Ἀρμενίζει ὅλη τὴ μέρα
μὲ τὴ βάρκα στ᾿ ἀνοιχτὰ
κι ὅλο ὁ νοῦς του ἐκεῖ πέρα,
στὸ καλύβι θὰ πετᾶ.

Βράδυ-βράδυ θὰ γυρίσει
-ὦ χαρούμενη στιγμή!
καὶ τὰ ψάρια θὰ πουλήσει
-τῶν παιδιῶν του τὸ ψωμί.

Χειμωνιά

Στὸ χωριὸ μὲ τ᾿ ἄσπρα σπίτια
ἦρθε ἡ χειμωνιά,
μαζευτῆκαν τὰ σπουργίτια
καὶ ζητᾶν ζεστὴ γωνιά,
ἔξω ἀπ᾿ τοῦ χωριοῦ τὰ σπίτια
ἦρθε ἡ παγωνιά.

Τὰ κλαριὰ δὲν ἔχουν φύλλα,
σπόρος πουθενά,
μὲς τὸ τζάκι ἀνάψαν ξύλα
κι ἔξω τὸ πουλὶ πεινᾶ.
Τὰ κλαριὰ γυμνὰ ἀπὸ φύλλα,
σπόρος πουθενά.

Τὸ καλὸ παιδὶ θ᾿ ἀνοίξει,
τότε τί χαρά!
Καὶ τὰ ψίχουλα θὰ ρίξει
στὰ πουλάκια τὰ μικρά.
Τὸ θολὸ τζάμι θ᾿ ἀνοίξει,
τότε τί χαρά!

Μιὰ καὶ δυὸ θὰ φτερουγίσουν
μέσα στὴν αὐλή,
τὴν κοιλιά τους νὰ γεμίσουν
ποὖταν ἄδεια ὥρα πολλὴ
καὶ γι᾿ ἀλλοῦ θὰ ξεκινήσουν,
ὥρα τους καλή.

Βραδινὴ προσευχή

Πρὶν πέσω νὰ πλαγιάσω,
Θέ μου, Σὲ παρακαλῶ
νὰ δώσεις νὰ περάσω
τὴ νύχτα μὲ καλό.

Τὸν ἄγγελό Σου πάλι
στεῖλε μου ἀπὸ ψηλά,
νἄρθει στὸ προσκεφάλι
πιστὰ νὰ μὲ φυλᾶ.

Ὅταν ἐγὼ κοιμᾶμαι,
στὸ πλάι μου ν᾿ ἀγρυπνᾶ
κι ἔτσι νὰ μὴ φοβᾶμαι
τὰ σκότη τὰ πυκνά.

Καὶ σ᾿ ὅλη Σου τὴν πλάση
κι ὅπου καλὸ παιδί,
στεῖλε νὰ τὸ σκεπάσει
τὴ στοργική Σου εὐχή.

Πρωινὴ προσευχή

Μὲ τὴ γλυκειὰν αὐγούλα
χαρούμενα ξυπνῶ
νὰ στέλνω προσευχούλα
θερμὴ στὸν οὐρανό.

Ἀξίωσέ με, Θέ μου,
νἆμαι καλὸ παιδὶ
καὶ πάντα χάριζέ μου
χαρὰ καὶ προκοπή.

Θέ μου σὰν τὰ πουλάκια
χαρούμενα νὰ ζῶ,
καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ παιδάκια
πολὺ νὰ τ᾿ ἀγαπῶ.

Καὶ στέλνε μου ἀπὸ πάνω
τὴ χάρη σου κι εὐχὴ
νὰ σ᾿ ἔχω σ᾿ ὅ,τι κάνω
προστάτη καὶ σκεπή.

Ἐκκλησάκι

Μὲς τὸ στρατὶ ποὺ περπατῶ
τὸ κάθε βράδυ-βράδυ,
ἕνα ἐκκλησάκι συναντῶ
μὲς τὸ καντήλι του ἀναφτό
μὲς τὸ σκοτάδι.

Μέσ᾿ ἀπ᾿ τῶν δέντρων τὰ κλαριὰ
ποὖναι γερμένα ἐμπρός του,
μὰ συννεφιά, μὰ ξαστεριὰ
γὼ τ᾿ ἀγναντεύω ἀπὸ μακριὰ
τὸ δειλὸ φῶς του.

Καὶ κάθε βράδυ, ποὺ περνῶ,
τὸ φῶς αὐτὸ μοῦ μοιάζει
σὰν ἕνα βλέμμα φωτεινὸ
βαλμένο ἐκεῖ ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ
νὰ μᾶς κοιτάζει.

Κι ἔτσι, μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ κλαριά,
ποὖναι γερμένα ἐμπρός του,
τὸ βλέπω πάντα ἀπὸ μακριὰ
καὶ μοὖναι σὰν παρηγοριὰ
τὸ δειλὸ φῶς του.

Προσευχὴ γιὰ τ᾿ ἄστεγα παιδιά

Στὸ μαλακὸ κρεβάτι μου,
λευκό μου προσκεφάλι,
τί ὄμορφα πού ῾ναι ἀπάνω σου
νὰ γέρνω τὸ κεφάλι,

τὴν ὥρα ποὺ ἔξω ἡ βροχὴ
λυσσᾷ κι ὅλοι οἱ ἄνεμοι
Κι ἄχ! πῶς φοβᾶται ἡ μικρὴ
καρδούλα μου καὶ τρέμει!

Μὰ ξέρω, Θεέ μου, πὼς ἀλλοῦ
κι ἄλλα παιδάκια θά ῾ναι,
ποὺ πεινασμένα καὶ γδυτὰ
κι ἔρημα θ᾿ ἀγρυπνᾶνε

καὶ ποὺ δὲν θά ῾χουν μαλακὸ
κι ὀλάσπρο προσκεφάλι,
τὸ νυσταγμένο καὶ βαρὺ
νὰ γείρουνε κεφάλι.

Ἄχ! κάνε, Θεέ μου, στὸ ἑξῆς
σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη
παιδὶ ὀρφανὸ κι ἀστέγαστο
κανένα νὰ μὴ μένει.

Κι ὅπου δὲν ἔχουν τὰ φτωχὰ
νὰ γείρουν τὸ κεφάλι,
στέλνε μὲ τ᾿ ἀγγελούδι σου
κι ἀπό ῾να προσκεφάλι.

Ὁ στρατηγὸς καὶ τὰ ζαχαρωτά

Τοῦ Τάκη κάναμε γιὰ δῶρο
ἕνα σπαθὶ κι ἕνα τουφέκι
καὶ σὰ στρατάρχης τώρα στέκει
κι ὅλο τὸν κόσμο ἀπειλεῖ.

Φορεῖ στὸν ὦμο τὸ τουφέκι
καὶ τὸ σπαθὶ στὴ μέση ζώνει,
τὰ γειτονόπουλα μαζώνει
καὶ τὰ γυμνάζει στὴν αὐλή.

Μὲ τὸ σπαθὶ γυμνὸ στὸ χέρι
προστάγματα ἄγρια τοὺς δίνει...
Μὰ ἄξαφνα κάποιον διακρίνει
σοκολατάκια νὰ κρατᾶ.

-Ἔ, ψίτ! στρατιώτη, τοῦ φωνάζει,
πλησίασέ μας ἕνα βῆμα
(μπρός μου νὰ κάνεις καὶ τὸ σχῆμα)
καὶ δῶσ᾿ μου τὰ μισὰ ἀπὸ αὐτά!

-Θὰ σ᾿ τά ῾δινα, μά, στρατηγέ μου,
φορᾶς σπαθὶ...γιὰ συλλογίσου!
ταιριάζει στὴν ὑπόληψή σου
νὰ τρῶς κι ἐσὺ ζαχαρωτά;

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.