Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

το σπιτάκι στο λιβάδι

Δεν είχε μείνει πλέον ούτε τόσον νερόν εις την μικράν λίμνην, όσον διά να καραβίσουν ο Παντελής ο Φάντης και ο Χαράλαμπος ο Σανταβελής τα καραβάκια τους, όταν εδραπέτευον κάθε δειλινόν από το σχολείον, με τους «φύλακας» κρεμαστούς υπό μάλης, και τρέχοντες ανεσήκωναν τας περισκελίδας των μακρόθεν, ούτε τόση μούργα, όσον διά να γεμίζει κάθε πρωί και βράδυ την μικράν φιάλην της η γρια-Παναγιού η Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα από βούρκον εις βούρκον, και ξεχωρίζουσα με τον πήχυν της και με το τενεκεδένιο πενηνταράκι της το κατακάθισμα του λαδιού από το νερόν και από την λάσπην. Ο Κύριος εισήκουσε τας δεήσεις των πτωχών και τους στεναγμούς των πενήτων, και εσώρευσε τόσας νεφέλας εις τον αιθέρα, και ήστραψε και εβρόντησε τόσον τρομακτικά εις το στερέωμα, και έρριψε τόσον άφθονον νερόν εις το παραθαλάσσιον χωρίον, ώστε να εξαλειφθεί πάσα ακαθαρσία εις την γειτονιάν και να γίνει έν η γη και ο ουρανός και η θάλασσα.
Ήτο ώρα δειλινού και από πρωίας ο αιθήρ ήτο θολωμένος και σκότος επεκρέματο και συννεφιά μεγάλη. «Ορώρει δ’ ουρανόθεν νυξ». Τέλος οι καταρράκται του ουρανού ηνοίγησαν και έγινε βροχή, θάλασσα, καταποντισμός. Το κατώγειον της γρια-Ραγιάδαινας εγέμισε νερόν ως δύο πήχεις. Το ελαιοτριβείον του Λαυκιώτη επατήθη μέχρις αναστήματος και πλέον από το νερόν και οι κοπάνες εγέμισαν, αι ελαίαι παρεσύρθησαν από τον χαμηλόν σοφάν, το άλογον εσταμάτησε, και ο Γιάννης ο Αρμαμέντος έμεινε με το πτυάριον εις την χείρα. Η θεια-Μαριώ η Κατσικάκαινα εβγήκεν έξω εις το χαγιάτι και συνέπλεκε τας χείρας εις προσευχήν αγωνίας.
Ο σταύλος του γερο-Κουμενή είχε πλημμυρήσει και το γαϊδούρι έπλεεν εις το νερόν. Ο κύριός του άλλο μέσον δεν εύρε, παρά να τραβήξη την τριχιάν από την κλαβανήν επάνω εις το πάτωμα, ώστε το ζώον να πλέει το σώμα κάτω και την κεφαλήν ν’ ανατείνει επάνω, με κίνδυνον να πνιγεί από το σχοινίον πριν γλυτώσει από το νερόν. Πέραν εις τον κήπον του Σαραφιανού, η πλημμύρα είχε ρίψει κάτω τους τοίχους, και το νερόν εξέσπασε μέσα εις τον κήπον, παρασύρον καλύβας, σταύλους, φυτείας και δένδρα. Ο Σαραφιανός με τον κηρωτόν επενδύτην του, με τα υποδήματα μέχρι των μηρών, επροσπάθει να εμβαλώσει εκ των ενόντων το ρήγμα του τοίχου, κουβαλών χονδρά ξύλα και κούτσουρα και σωρεύων ταύτα διά να φράξει την ρωγμήν. Η γρια-Χιόνω από το παράθυρον εφώναζε:
— Κάψε τα, γυιέ μου, κάψε τα!
Ίσως εφαντάζετο ότι ο υιός της εσώρευε τα ξύλα διά να ανάψει φωτιάν.
Κάτω εις το ποτόκι όλα ήσαν θάλασσα.
Τα κατώγεια των οικιών είχον πλημμυρήσει όλα. Το βαρελάδικον του μαστρο-Στεφανή είχε γεμίσει νερόν ως δύο μπόια· ο βρόχινος ποταμός είχε ρίψει κάτω, πρώτον το τσαρδάκι ή το μικρόν παράπηγμα του Στεφανή, είτα παρέσυρε τα βαρέλια εις χορόν όλα, όσα ήσαν αποκάτω εις το τσαρδάκι, είτα εισώρμησεν εις το εργαστήριον του καλού χειρώνακτος και το έκαμε να πλέει. Αλλ’ η πλημμύρα ήτο εις όλα τα ισόγεια και όπου τα πατώματα ήσαν χαμηλά εκινδύνευε να τα φθάσει. Η γρια-Ραγιάδαινα, εφώναζεν απ’ αντικρύ να πάγουν να την γλυτώσουν.
Θα εχρειάζετο βάρκα, διά να της κάμουν την χάριν. Αλλά βάρκα δεν υπήρχεν άλλη ειμή τα βαρέλια του μαστρο-Στεφανή, οπού έπλεαν όλα εις την σειράν με γραφική νωθρότητα. Ο υιός του βαρελά, ο μικρός, είχε καβαλικεύσει το έν τούτων, και εύρε μεγάλην διασκέδασιν, αλλά δεν κατώρθωσε ν’ ανακαλύψει το πηδάλιον του αυτοσχεδίου πλοιαρίου. Έκλινε πότε με τον ένα πόδα, πότε με τον άλλον κατά το ρεύμα και ήτο έτοιμος κάθε στιγμήν να δώσει βουτιάν.
Επάνω εις το υψηλότερον μέρος της συνοικίας, το ανατολικόν, δεν ήτο φόβος να φθάση το νερόν εις τας οικίας. Εκεί ήσαν τα Κοτρώνια, υψηλοί βράχοι, καμωμένοι επίτηδες διά να κτίζουν φωλεάς τα νυχτοπούλια και διά να αναβαίνουν τα παιδιά να παίζουν με τους χαρτίνους αετούς, διά να κάμουν τρέλας και να φωνάζουν. Η γρια-Σακαβάραινα είχεν εξέλθει εις τον εξώστην και ετραβούσε τα μαλλιά της και εφώναζε:
    Τ’ είν’ αυτό, Θε μου, τ’ είν’ αυτό! Αμαρτωλοί είναι και θα τους βουλιάξει;
Και η θεια-Καρπέταινα, σύζυγος πλοιάρχου, ενθυμουμένη τον άνδρα της και τους υιούς της, οπού εταξίδευαν με το καράβι, έκραζε:
    Παναγιά μ’, στο πέλαγο! Παναγιά μ’, στο πέλαγο!
Ο γέρων πατήρ, ο καλός οικογενειάρχης, μιας πτωχής οικίας δίπλα εις το βαρελάδικον, είχεν οπλισθεί προχείρως με σκαπάνην και με κουβάν και είχε καταβεί εις το ισόγειον. Επροσπάθει να αδειάσει το νερόν από το κατώγι, επαιδεύετο να φράξει έως δύο πιθαμάς το κατώφλιον και επάσχιζε να δέσει το πιθάριον του ελαίου εις ένα κρίκον επί του τοίχου. Εγώ — ήμην κι εγώ εκεί — ιστάμην εις το παράθυρον, έβλεπα κι επροσπαθούσα να διώξω τον φόβον, να διασκεδάσω. Το είχα πάρει πονηρά, και δεν επήγα εις το σχολείον — άλλως πολύ αραιά επήγαινα. — Γυναίκες ανασκουμπωμέναι μέχρι γονάτων, πατούσαι εις τα νερά, ο βαρελάς κοπιάζων να εξασφαλίσει το εργαστήριόν του, να μαζώξει τα βαρέλια του, να βάλει στην άκρην τα κλαδιά και τα ξύλα από το χαλασμένον παράπηγμά του, όλα απετέλουν παιδικόν θέαμα. Η φουρνάρισσα εφώναζεν απ’ αντικρύ να πάγουν να γλυτώσουν τις κλάρες της, οπού τας είχε παρασύρει το ρεύμα. Δύο ή τρεις γέροντες της γειτονιάς ήσαν μέχριν βουβώνων εις το νερόν διά να γλυτώσουν ολίγες κουτσούρες και καυσόξυλα, οπού έπλεαν εις τον ποταμόν. Η γρια-Μερεγκλίνα, από το στενόν μέσα εφώναζε να της γλυτώσουν την σκαφίδα της, οπού την είχε πάρει το ρεύμα και την έσπρωχνε κάτω προς την θάλασσαν.
Τα παιδία από το σχολείον είχαν κάμει γενικήν έξοδον, καθώς εκόπασεν η βροχή και το ρεύμα της πλημμύρας εφούσκωνεν ακόμη. Εξήλθον δρομαίως με ατάκτους φωνάς και έτρεχαν, έτρεχαν εις την μεγάλην λίμνην του νερού κάτω προς τον αιγιαλόν, διά να προφθάσουν να χορτάσουν καράβισμα και παιγνίδι εις τα νερά μίαν φοράν, να βραχούν, να παίξουν με  το ρεύμα. Και δύο κοπάδια πάπιες, οπού έπεσαν εις τα νερά άμα εσταμάτησεν η βροχή, κι εβουτούσαν, ετράπησαν εις φυγήν έντρομοι.
Πτωχή χήρα, η Μαριώ η Λιβαδάκαινα, μαζί με την κόρην της την Ματώ, ευρίσκοντο εις τον μεμονωμένον οικίσκον των, εις το χαμηλότερον μέρος του Λιβαδιού, προς την εξοχήν, εις την άκρην του χωρίου. Άμα ήρχισεν η καταιγίς και τα θεμέλια της οικίας ταχέως κατεπλημμύρισαν. Αλλά η Μαριώ δεν επρόσεχε κατ’ αρχάς εις τούτο. Είχε το μάτι υψηλά κατά το βουνόν. Ήτον αφηρημένη.
    Μάννα, θα πλημμάρουμε, εφώναξεν η κόρη της.
Η μήτηρ εξηκολούθει να κοιτάζει υψηλά εις το βουνόν.
— Ας πα να πλημμάρουμε, εψιθύρισε.
    Μάννα, πλημμάραμε! επανέλαβε μετ’ ολίγον η Ματώ.
Η χήρα έστρεψε το βλέμμα προς τα παρά πόδας. Όλη η στεφάνη του εδάφους ολόγυρα είχε πλημμυρήσει και το ισόγειον της οικίας ήτο γεμάτο νερόν. Το χαμηλόν πάτωμα εκινδύνευε να το φθάσει. Θάλασσα, ποταμός, πέλαγος.
— Πω, πω, πω! έκαμεν η μήτηρ συμπλέκουσα τας χείρας.
Από την στέγην της οικίας είχαν ανοίξει δέκα έως δώδεκα σταλαγμοί. Τα φορέματα, η «τέμπλα» με τα στρώματα και τα σινδόνια, τα πενιχρά έπιπλα, όλα ήσαν καταβρεγμένα.
Η κόρη τα μετέφερε και τα εσώρευεν όλα μαζί, πότε εις την μίαν γωνίαν και πότε εις την άλλην· αλλά και εκεί ήνοιγε σταλαγμός. Τέλος τα εκουβάλησεν όλα εις την μέσην· αλλ’ εκεί ήνοιξε μέγας σταλαγμός εις τον «καβαλάρην» της στέγης.
Την προηγουμένην εβδομάδα είχαν ξανασύρει την σκεπήν. Να το ήξευραν να μη βάλουν μάστορην!
Αλλά και τι τον ήθελαν τον μάστορην; Μήπως ήτον ιδικόν τους σπίτι; Ο κυρ Αργυρός ο Ξυγκοχέρης, ο πιστωτής των, τους εφοβέριζε καθημερινώς να τους βγάλει από το σπίτι. Προ δύο ημερών ακόμη είχε περάσει απ’ εκεί και τους είπε ότι θα τους πάρει το ποτάμι… Ας χαρεί τώρα.
    Πω, πω! θα πνιγούμε, μάννα! ωλόλυξεν η κόρη συμπλέκουσα τας χείρας, κοιτάζουσα διά του παραθύρου κάτω και βλέπουσα όλον το Λιβάδι θάλασσαν. Δεν εφαίνετο πουθενά πάτημα διά να πατήση τις. Και η βροχή εξηκολούθει ακόμη.
    Θα πνιγούμε! εθρήνησε η μήτηρ, τραβούσα τα μαλλιά της, και ο αδερφός σου, ο αδερφός σου που λείπει απ’ το πρωί στο χωράφι, δεν θα πνιγεί;
Σπαρακτική ήτο η φωνή της μητρός.
٭٭٭٭٭
Απέναντι, προς το μεσημβρινόν μέρος, πεντακόσια βήματα μακράν εκατοικούσεν η Μαργαρώ η Μποστανού, εντός του λαχανοκήπου τον οποίον εκαλλιέργει ο σύζυγός της. Ο οικίσκος των υψηλά, επί λοφίσκου, αψηφούσε την πλημμύραν. Η γυνή είχεν ανοίξει το παράθυρον και εφώναξε προς την Μαριώ τη Λιβαδάκαινα:
    Θα πνιγείτε, χριστιανές!
Η Μαριώ ήτον αφωσιωμένη όλη εις τον στοχασμόν του υιού της, ήτον παραδομένη εις την ανησυχίαν της. Εκοίταζε το βουνόν με όμμα απλανές, ως να έβλεπεν οπτασίαν. Ο υιός της πού να είναι με αυτόν τον κατακλυσμόν;
— Πνιγήκατε, χριστιανές, εφώναξεν πάλιν η Μαργαρώ η Μποστανού.
Όλον το Λιβάδι πέλαγος. Και αν επροθυμείτο τις να υπάγει εις βοήθειαν των αγωνιώντων, δεν θα ηδύνατο πλέον.
Ο σύζυγος της Μαργαρώς ήτο κάτω εις το ισόγειον και διώρθωνε τα τσαπιά, και ετρόχιζε με οξύν τριγμόν μικρόν πριόνιον, το οποίον του εχρησίμευε διά το κλάδευμα των δένδρων. Το νερόν έπρεπε ν’ αναβεί δύο μπόια ακόμη διά να τους φθάσει. Διά της μικράς θυρίδος έβλεπε και αυτός την τεφράν, χωματόχρουν, κυματώδη θάλασσαν, την κατακλύζουσαν όλα τα αλώνια και τους κάμπους.
— Καλέ, δεν ακούς τι γίνεται, δεν βλέπεις! εφώναξεν άνωθεν διά της καταπακτής η σύζυγός του. Θα χαλάσει ο Θεός τον κόσμο.
Ο κηπουρός κάτωθεν απήντησεν εις την ερώτησιν δι’ άσματος, ψάλλων με την βραχνήν φωνήν του:
Βρέχει ουρανός και βρέχουμαι,
ξενάκ’ είμαι και ντρέπουμαι.

٭٭٭٭٭

Η θέσις των δύο γυναικών, εις το μοναχικόν σπιτάκι του Λιβαδιού, ήρχισε να γίνεται απελπιστική. Η κόρη έκφρων ωλόλυζεν. Εκοίταζε βλοσυρά το παράθυρον, τον εξώστην, την ξυλίνην σκάλαν, όλα απειλούμενα και σαλευόμενα από την πλημμύραν. Η μήτηρ είχε παύσει αρτίως να τραβά τα μαλλιά της. Έσχιζε τας παρειάς, εκόπτετο, κι εμοιρολογούσε. Δεν έκλαιε το σπίτι, δεν έκλαιε την κόρην της, ούτε τον εαυτόν της, έκλαιε τον υιόν της, όστις ήτο μακράν. Εκοίταζε κατά το βουνόν, αλλά δεν το διέκρινε πλέον. Ο πελώριος σίφων, στύλος φοβερός ενώνων τον ουρανόν με την γην, οπού διά πενθίμου ανταυγείας εφώτιζεν εκ διαλειμμάτων τα πέριξ και έκαμνε το βουνόν να ξεχωρίζη, εσχίσθη ήδη, διερράγη και διελύθη, και το βουνόν, μαύρος ατμός, έγινεν εν με τον αιθέρα.
Εφαντάζετο ήδη πνιγμένον τον υιόν της, πτώμα ελεεινόν, φοβερόν την θέαν, παρασυρόμενον από το ρεύμα, κτυπώντα την κεφαλήν από βράχου εις βράχον, αγκιστρούμενον και σφηνούμενον εις τους βάτους και τους θαμνώνας, από αιμασιάν εις αιμασιάν. Ηυτοσχεδίαζεν ακουσίως εν μοιρολόγιον:
Πώς θα σε φέρουν, γυιόκα μου, πνιμένον μες στο ρέμα!
Πώς θα σε ιδώ!...
Η Μαργαρώ η Μποστανού εφώναζε τον άνδρα της:
— Καλέ, έλα πάνω να ιδείς! Να μπορούσε κανείς να τις γλυτώσει!...
Ο άνθρωπος απήντησε με το βραχνόν τραγούδι του:
Έρχουμαι, κυρά μ’, δεν έρχουμαι,
όξω στην πόρτα στέκουμαι,
βρέχει ουρανός και βρέχουμαι.

٭٭٭٭٭

Η βροχή είχε παύσει, και η πλημμύρα δεν είχε καταπέσει. Είχαν κατέλθει όλα τα ανώνυμα ρεύματα του ποταμού, όλα των κοιλάδων τα θολά ποτάμια, όλα τα χειμέρια κατακαθίσματα των υπωρειών.
Το μικρόν σπιτάκι στο Λιβάδι έτριζεν, έτριζε, κατέρρεεν. Η βοή του καταποντισμού ανήρχετο εις τον αιθέρα, και εις την βοήν αυτήν δεν εχάνετο ο στεναγμός των πενήτων διά τους αγγέλους του Θεού.
Το σπιτάκι της πτωχής χήρας είχε καθίσει από το εν μέρος, και είχε λάβει στάσιν χωλού κλίνοντος προς τον ένα ώμον, πτωχού γέροντος στηριζομένου επί της ράβδου του. Δεν υπήρχεν ορατόν στήριγμα δι’ αυτό. Πλην αόρατος χειρ εφαίνετο να το κρατεί από το έν μέρος, διά να μη καταρρεύσει όλον.
Όταν εκόπασεν η βροχή, χωρικοί κατέβαινον τρέχοντες με τα υποζύγιά των. Επανήρχοντο από τους αγρούς μισοπνιγμένοι, βρεγμένοι ως το κόκκαλον. Διήρχοντο εις απόστασιν εκατοντάδων βημάτων. Η Μαριώ ίστατο εις το παράθυρον, παρακαλούσα εκθύμως την Παναγίαν, και ερωτώσα μεγαλοφώνως τους διαβαίνοντας μακράν:
    Μην είδατε τον Μανώλη, τον γυιό μου;
Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο καθείς έσπευδε διά να ίδει τι έγινε το σπίτι του, η φαμιλιά του, και δεν ήκουε τι τον ηρώτα η χήρα του Λιβαδιού.
Αλλ’ αύτη δεν απέκαμνε να ερωτά, ενόσω διέβλεπεν εις το σκότος.
Η δεκεμβριανή ημέρα είχε δύσει, η πλημμύρα κατέπιπτε και το σκότος απειλητικός επεκρέματο εις τα φωσφορίζοντα νερά.
— Μην είδατε πουθενά το γυιό μου, τον Μανώλη;
    Δεν τον είδαμε…. της εφάνη ότι ήκουσεν άπαξ, και η απάντησις ήτο σπαραγμός δι’ αυτήν. Ω, Παναγία μου!

    Μάννα, αφού γλυτώσαμε ως τώρα, πάμε να κατεβούμε, κι ας πλέψουμε στο ποτάμι. Το σπίτι θα πέσει, μπορεί να γλυτώσουμε!
    Πάμε να ιδούμε τι γίνηκε ο Μανώλης.

Η κόρη εμπρός, η μήτηρ οπίσω, εδοκίμασαν να καταβώσι την σαλευομένην και σειομένην σκάλαν.
Είχον κατέλθει δύο σκαλοπάτια και πλατάγισμα ηκούσθη μέσα εις το νερόν. Εφάνη κάτι τι μεγαλόσωμον, διπλούν το σχήμα, τεράστιον, κενταυρικόν, κατά το ήμισυ πλέον, κατά το ήμισυ πατούν, πηδών και παραδέρνον, μέσα εις το ρεύμα.
    Μάννα, είστε καλά; Γλυτώσατε;
Ήτο η φωνή του Μανώλη.
    Ω, γυιέ μου! Ω, παιδί μου, παιδάκι μου! Είσαι καλά; Ήρθες;
Ήτον ο Μανώλης, καβάλα εις το άλογόν του. Επήδησε κάτω, έως την μέσην εις το νερόν, και ηγκαλίσθη την μητέρα του.
٭٭٭٭٭
Την εσπέραν εκείνην η πτωχή οικογένεια επήγε και διενυκτέρευσεν εις της Μαργαρώς της Μποστανούς. Ο κηπουρός εσυμβούλευσε τον Μανώλην:
    Να κάμεις νόμο-τρόπο, λέω ’γω, ν’ αγοράσεις ένα σπιτότοπο απάνω στα Κοτρώνια, ή στα Γελαδάδικα, ή στον Απάνω Μαχαλά, να χτίσετε κανένα σπιτάκι, να μη σας πατεί το νερό.
Η χήρα έλαβε τον λόγον:
— Καλά το λες, γείτονα, μα κείνος ο νταβατζής μας ο Ξυγκάκιας, του χρωστούμε, λέει, δεν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιες δραχμές, όλο το διάφορο-κεφάλι, το διάφορο-κεφάλι… κι ας του πληρώναμε ταχτικά το διάφορο, μόνο δυο χρονιές δεν του πληρώσαμε… Θα μας έχει πάρει άλλα τόσα κι άλλα τόσα, κι ακόμα δώσ’ του, το διάφορο-κεφάλι του… κι εφοβέριζε να μας βγάλει από το σπίτι, να μας το πουλήσει στη δημοπρασία… και μας είπε τις προάλλες, θα πέσει, μας είπε, το σπίτι να μας πλακώσει…. Να που έπεσε τώρα, ας το χαρεί… Δεν έστελνε δα σήμερα κανένα κλήτορα ή κανένα ταχτικό να μας βγάλει απ’ το σπίτι, μεγάλη χάρη θα μας έκανε… όλοι μας δυο πήχες τόπο θα χρειαστούμε για να μας θάψουν…. Ας χορτάσουν πλια οι αναχόρταγοι…
Ο κηπουρός έσεισε τους ώμους, έπιε μίαν εις υγείαν της χήρας και των τέκνων της, και έψαλεν ευθύμως το βραχνόν άσμά του:

Έλα βαριά, σιγά και ταπεινά,
μην πάρουν τ’ άρματα φωτιά,
και κάψουνε τη γειτονιά.


Έρχουμαι, καλέ μ’, δεν έρχουμαι,
όξω στην πόρτα στέκουμαι,
ξενάκ’ είμαι και ντρέπουμαι.

Και η Μαργαρώ η γυναίκα του είπεν:
    Εγλύτωσεν ο κοσμάκης και τη φορά αυτή, δόξα να ’χει ο Θεός!

(1896)

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Πάσχα Ρωμέϊκο

Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς. 

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων. 

Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). 

Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα: 

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη 

πού εκρουβόταν για μας λευτεριά; 

Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει 

και σκορπιέται σε κάθε μεριά. 

Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους. 

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν. 

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ωςενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!» 

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου... 

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν. 

Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας. 

Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του. 

Και όμως ήτο... δυτικός! 

Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. 

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα. 

Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς. 

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. 

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον. 

Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως. 

-Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις... 

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην. 

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν. 

-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου. 

-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου! 

-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα; 

-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες. 

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. 

Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν. 

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα. 

Ο χωρικός εκάγχασε. 

-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι; 

-Απ' την Αθήνα. 

-Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση; 

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης. 

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε. 

-Να φχαριστάς, καϋμένε... 

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του. 

-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα! 

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν. 

-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά. 

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε... 

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος. 

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. 

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. 

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα. 

Παιδική Πασχαλιά



Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.

Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη!

Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.

Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!

Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:

― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!

* * *

Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.

Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»

Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.

―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.

―Ὄχι, ἡ δική μου.

―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.

―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.

― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;

―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!

― Τέτοια παλιολαμπάδα!

― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…

― Νά κ᾽ ἐσύ!

― Νά κι ἄλλη μιά!

Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»

(1891)

Ο νατουραλισμός στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη

Ο νατουραλισμός στη λογοτεχνία κάνει την εμφάνισή του περί τα μέσα του 19ου αιώνα, ως επακόλουθο της μεγάλης και ταχύτατης προόδου των φυσικών επιστημών. Συνοψίζοντας τους παράγοντες που διαμόρφωσαν το νατουραλισμό, διακρίνουμε τους εξής τρεις: α) την εκβιομηχάνιση, που μαζί της φέρνει και τις όποιες κοινωνικές αλλαγές (ταξικές ανισότητες, ευμάρεια ανώτερων τάξεων, εξαθλίωση εργατικού και αγροτικού πληθυσμού κτλ.), ανοίγοντας έτσι νέα πεδία προβληματισμού για τους συγγραφείς, β) την εξέλιξη της βιολογίας και περισσότερο τις δαρβινικές θεωρίες περί της καταγωγής και εξέλιξης του ανθρώπου, οδηγώντας τους νατουραλιστές σε ερμηνείες και περιγραφές για την κτηνώδη φύση του ανθρώπου, και γ) την επιστημονική μεθοδολογία, κυρίως της ιατρικής, η οποία μεταφέρεται στην λογοτεχνία μέσω της πειραματικής μεθόδου, προκαλώντας τον συγγραφέα να ασχοληθεί με το υλικό του, να πειραματιστεί με αυτό και να παρακολουθεί αμέτοχος τους ήρωές του πώς αντιδρούν και πώς συμπεριφέρονται ανάλογα με την εξέλιξη του έργου. Τις αρχές αυτές, καθώς και άλλα επιμέρους ζητήματα, όπως αυτά της κληρονομικότητας και της επιβίωσης του πιο ισχυρού, που πραγματεύεται ο νατουραλισμός, θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη[1].

Η σχέση της Φόνισσας με τον νατουραλισμό

Η εικόνα της φτώχειας του αγροτικού πληθυσμού της Σκιάθου περιγράφεται στη Φόνισσα με κάθε λεπτομέρεια και το ίδιο παραστατικά με αυτήν της ευμάρειας και του πλούτου των αρχόντων του νησιού. Οι ανισότητες μεταξύ των κατοίκων είναι εμφανέστατες: η πεθερά του Λυρίγκου μοιράζεται το μικρό της καλύβι μαζί με την μια της κόρη και τα εγγόνια της Ήτο το μικρόν καλυβάκι της γραίας,(…) Εκεί βέβαια θα εκοιμώντο, μαζί με την μικράν θείαν τους την άγαμον, τα άλλα κοράσια του Λυρίγκου], ενώ η εύπορη Μαρούσα έχει τη πολυτέλεια να ζει μόνη σε ένα μεγάλο και όμορφο σπίτι [Η οικία εφαίνετο ευπορούσης οικογενείας, και είχε πολλά χωρίσματα, κ’ επίπλωσιν ευπρεπή]. [Για τις ταξικές αυτές ανισότητες, οι νατουραλιστές ανησυχούν, προβληματίζονται και τελικώς προβάλλουν ένα σοσιαλιστικό στοιχείο ηθικής αγανάκτησης για την αθλιότητα των φτωχών[2]. Ο Παπαδιαμάντης με τη σειρά του, για παράδειγμα, δείχνει να μην υπολογίζει[3] τον υποστηριζόμενο από το επίσημο κράτος θεσμό της προίκας, δημιουργώντας έναν ήρωα, τη Χαδούλα, η οποία διαρκώς κατακρίνει την "αστική αξία"[4] της χρηματικής προίκας (Το “μέτρημα” εκείνον, το οποίον εις Κωνσταντινούπολιν ωνομάζετο “τράχωμα”, συνήθεια την οποίαν, αν δεν απατώμαι, είχεν αφορίσει η Μεγάλη Εκκλησία. Ώφειλεν έκαστος να δώσει και μετρητήν προίκα).

Παράλληλα, θίγει τις διάφορες άλλες αλλαγές που έχουν επιφέρει η ανάπτυξη και η πρόοδος των συγκοινωνιών και του εμπορίου στη δομή και λειτουργία της μικρής κοινωνίας του νησιού (Κατ’ εκείνον τον καιρόν, μαζί με την ανάπτυξιν του εμπορίου και της συγκοινωνίας, είχαν αρχίσει να ξανοίγουν κάπως και τα ήθη εις τον μικρόν, απόκεντρον τόπον. Ξένοι ερχόμενοι από τα άλλα μέρη της Ελλάδος, τα «πλέον πολιτισμένα», είτε υπάλληλοι της κυβερνήσεως, είτε εμπόροι, εκόμιζον νέας, ελευθέρας θεωρίας περί όλων των πραγμάτων). Στιγματίζεται ο τρόπος που συμπεριφέρονταν και δρούσαν κυρίως απέναντι στον γυναικείο πληθυσμό οι νεόφερτοι αυτοί κάτοικοι, οι «πλέον πολιτισμένοι» (Με τους τελευταίους τούτους ηναγκάζοντο να έρχονται συχνά εις επαφήν πολλαί γυναίκες, και σώφρονες άλλως, του τόπου, χάριν των άφευκτων και ατελειώτων οψωνισμάτων, από τα οποία αδύνατον ν’ απαλλαγή ποτέ ο γυναικείος κόσμος), με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της Μαρούσας (δεν ηδυνάθη να γλυτώση η Μαρούσα· μετ’ ολίγον καιρόν αυτή, εν απουσία του συζύγου, ευρέθη έγκυος). Η κοινωνία πάντως, μάλλον δείχνει να δέχεται ως φυσιολογικά τα νέα ήθη που έρχονται στο νησί του (την διαφθοράν και την λαγνείαν ωνόμαζον φυσικά πράγματα).

Η εξέλιξη της βιολογίας, οι θεωρίες της εξέλιξης και συγκεκριμένα η δαρβινική θεωρία δεν έμειναν αδιάφορες από τους νατουραλιστές. Οι άνθρωποι αντί για ένα ανώτερο των άλλων δημιούργημα της θείας βούλησης, θα έπρεπε πλέον να δεχτούν τον εαυτό τους στο επίπεδο, ή μάλλον ελάχιστα πιο πάνω, από αυτό του ζώου, και την ίδια τη ζωή τους σαν ένα συνεχή αγώνα. Οι νατουραλιστές, μάλιστα, προχωρούν ακόμα παραπέρα· παράγουν μια σειρά από τερατικούς ήρωες και τερατικά κοσμοείδωλα[5]. Αντιστρέφουν την πορεία της εξέλιξης δείχνοντας τον εκφυλισμό του ανθρώπου, ο οποίος επιστρέφει στην πρωτόγονη κτηνωδία σε περιπτώσεις κρίσης, καταστάσεις πίεσης, επήρεια οινοπνεύματος κτλ. Ο Μούτρος, γιος της Φραγκογιαννούς, εγκληματεί υπό την επήρεια αλκοόλ, σε στιγμές που δεν ελέγχει απόλυτα τον εαυτό του και δεν έχει συνείδηση του τι ακριβώς κάνει (επειδή δεν είχε ξεμεθύσει ακόμα, κατήντησε να κυνηγήση εις τον δρόμον και την ίδιαν μητέρα του, απειλών να την σφάξη.).

Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να ισχυριστούμε ότι και η Φραγκογιαννού εγκληματεί υπό παρόμοιες συνθήκες, δηλαδή σε κατάσταση κάποιας νευρικής κρίσης όπου δεν ελέγχει τον εαυτό της (Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νούς της». Είχε «παραλογίσει» επί τέλους.) Αλλά στη πραγματικότητα το έγκλημά της είναι διαφορετικό από του Μούτρου. Η Φραγκογιαννού, όπως και ο Ρασκόλνικωφ στο Έγκλημα και Τιμωρία, σκοτώνει για φιλοσοφικούς λόγους[6] (Επόμενον ήτο, διότιν είχεν εξαρθή εις ανώτερα ζητήματα). Εδώ παρατηρούμε ότι ο Παπαδιαμάντης δε μένει ψυχρός και απαθής, παντελώς αμέτοχος από την πλοκή του έργου, ως απλά ένας πιστός αντιγραφέας των γεγονότων, κάτι ως φωτογράφος που αντιγράφει το τοπίο στη φωτογραφική του πλάκα δίχως να εμπλακεί σε αυτό[7], αλλά συμμετέχει με δικές του σκέψεις (Επόμενον ήτο) ώστε να δικαιολογήσει τις πράξεις τις Φραγκογιαννούς. Γεγονός που κορυφώνεται με τη φράση «αν δεν απατώμαι», όπου ο συγγραφέας εμφανίζεται σε πρώτο πρόσωπο για να συνυπογράψει την αγανάκτηση της Φραγκογιαννούς για τον θεσμό της προίκας[8].

Αυτό βεβαίως δεν μηδενίζει την παρουσίαση των γεγονότων ως πείραμα, όπως είθισται στο νατουραλισμό, όσο κι αν κατά γενικό κανόνα οι συμβάσεις του ρεαλισμού αμφισβητούνται από τον Παπαδιαμάντη[9]. Δηλαδή μια απόλυτα ουδέτερη παρατήρηση των γεγονότων, μια περιγραφή και ανάλυση που γίνεται αμέτοχα και απρόσωπα, όπως οι επιστήμονες κάνουν στο πείραμά τους, δεν απαντάται απόλυτα στον Παπαδιαμάντη. Εξάλλου, οι όποιες παρεμβολές του συγγραφέα δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές λόγω της ιδιάζουσας παπαδιαμαντικής γλώσσας[10].

Πάντως, όσο κι αν γίνεται λεπτομερέστατος και ψυχρός στη περιγραφή του, από την αρχή ως το τέλος του έργου, ακόμα και στο σημείο πνιγμού της Φραγκογιαννούς (Ο Βράχος του αγίου Σώζοντος απείχε περί τας δώδεκα οργιάς από την ακτήν. Ο λαιμός της άμμου, το πέραμα, θα ήτο πλέον ή πεντήκοντα βημάτων το μήκος), όπως αυτός θα περιγράφονταν σε ένα αστυνομικό/δικαστικό μυθιστόρημα – λες και το όλο πρόβλημα και ανησυχία είναι σε ποιο σημείο επακριβώς της διαδρομής πνίγηκε η ηρωίδα –, ο συγγραφέας αποφεύγει να περιορίσει την αφήγησή του σε μια fabula nuda[11] που καταγράφει ψυχρά τα συμβάντα. Απεναντίας, το κύριο γνώρισμα του αφηγήματός του είναι πως μιλάει εξ ονόματος της ηρωίδας του, της Φραγκογιαννούς. Σε αντίθεση με τη fabula nuda, ο Παπαδιαμάντης καταφεύγει σε μια fabula ornata[12], κατά την οποία σημασία δεν έχουν τόσο τα γεγονότα όσο η ερμηνεία τους. Το ενδιαφέρον δε στρέφεται προς αυτό που έκανε η Φραγκογιαννού αλλά προς το γιατί το έκανε, θέτοντας παράλληλα το ηθικό πρόβλημα – ανεξαρτήτως του ότι δεν δίνει απάντηση σε αυτό – αν είναι ένοχη ή αθώα (κατά την πρώτην ανάκρισιν, (…) η Φραγκογιαννού εν αταραξία είχε καταθέσει τα γνωστά ήδη γεγονότα, άνευ της εσωτερικής ψυχολογίας των· ότι δηλ. αυτή, εκεί που έπλυνε, «σαν απέρασε το μεσημέρι, κ’ επείνασε, … Τότε αι δύο ομού ανεκάλυψαν τοσώμα της μικράς κόρης επιπλέον, ή μάλλον βυθισμένον ήδη εντός του ύδατος.)

Μολονότι η πειραματική μέθοδος δεν υιοθετείται πιστά στο διήγημα αυτό, δεν συμβαίνει το ίδιο με δυο άλλα ζητήματα που πραγματεύεται ο νατουραλισμός, την ιδέα της κληρονομικότητας και την επιβίωση του πιο ισχυρού. Η πρώτη παρουσιάζεται μέσα από δυο άξονες: την προκαθορισμένη μοίρα της γυναίκας, σαν μια παγιωμένη κατάσταση από την οποία αδυνατεί να ξεφύγει, καθώς και την ομοιότητα μάνας και κόρης. Από τη στιγμή της γέννησής της, η μοίρα της γυναίκας είναι καθορισμένη να είναι σκλάβα[13] (Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρετεί τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της (…) όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγονών της.), όπως λ.χ. σκλάβα είναι προκαθορισμένο και βέβαιο ότι θα γίνει η μητέρα της Ξενούλας (Ε! Θέ μου, και να ’πεφτες μέσα, Ξενούλα! Είπε με αλλόκοτον γέλωτα η Φραγκογιαννου. Τι λευθεριά θα ’κανες της μάνας σου!).

Σε πολλά σημεία του έργου ο συγγραφέας παρομοιάζει και ταυτίζει τη μάνα με τη κόρη, κάτι για το οποίο δε μπορούμε να έχουμε ασφαλή συμπεράσματα ότι εφαρμόζεται στους άνδρες (στη σχέση γιου και πατέρα), δεδομένης της χαρακτηριστικής απουσίας του πατέρα στο έργο. Όμως αυτό δεν δικαιώνει και τον ισχυρισμό του Ασλανίδη[14] ότι όλοι οι άντρες στο κείμενο της Φόνισσας αφανίζονται. Απεναντίας, αντιλαμβανόμαστε την ιδιαίτερη σχέση του Μούτρου με τη μητέρα του και την μεγάλη αδυναμία που του είχε, τόσο ώστε αυτή να «κάμη νόμο-τρόπο» για να αθωωθεί ο γιος της από το δικαστήριο. Μάνα και γιος βλέπουμε στο έργο να αλληλοσυμπληρώνουν τα χαρακτηρολογικά τους στοιχεία[15]: η Φραγκογιαννού είχε ήθος ανδρικόν, ενώ ο Μούτρος θηλυκόν νουν. Και οι δυο θα εφαρμόσουν τα φονικά τους ένστικτα σε συγγενικά πρόσωπα. Οι εγκληματικές τάσεις κληρονομούνται από την μάνα στον γιο, μόνο που η πρώτη εγκληματεί προσχεδιασμένα – για ανώτερα ζητήματα, όπως είδαμε – ενώ ο δεύτερος εν βρασμώ ψυχής (Αυτός είχεν ευρεθή εις «βρασμόν ψυχής).

Επίπρόσθετα, η Χαδούλα παρουσιάζεται σαν να είναι ίδια η μάνα της «χάρις είς την φύσιν» αλλά και «εις τα μαθήματα της μητρός της, τα εκούσια και τα ακούσια». Η μητέρα της αναφέρεται ως μια κακιά στρίγγλα που ήξερε μάγια (Η μάνα της ήτο κακή, βλάσφημος και φθονερά. Ήτον μια από τας στρίγλας της εποχής της. Ηξεύρε μάγια), παρόμοια όπως χαρακτηρίζεται και η Φραγκογιαννού (η μικρή Στριγλίτσα, καθώς ονόμαζε συνήθως την κόρην της), η οποία γνωρίζει πολύ καλά πως να χειρίζεται τις ιδιότητες των βοτάνων που συλλέγει. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της καταδίωξής της από τους χωροφύλακες, η Χαδούλα κρύβεται στη Σκοτεινή Σπηλιά, η οποία περιγράφεται αναλογικά με τον πλάτανο όπου είχε κρυφτεί η μητέρα της διωκόμενη από τους κλέφτες. Εντούτοις, η φύση δεν την κρύβει και δεν τη προστατεύει (σιμά εις την Σκοτεινήν Σπηλιάν, οι λίθοι εχόρευον δαιμονικόν χορόν την νύχτα. Ανωρθούντο, ως έμψυχοι, και κατεδίωκον την Φραγκογιαννού, και την ελιθοβόλουν), όπως κάνει με τη μητέρα της (Αί Δρυάδες, αι νύμφαι των δασών, τας οποίας αυτή ίσως επεκαλείτο εις τάς μάγειας της, την επροστάτευσαν), προφανώς γιατί το έγκλημά τους δεν έχει την ίδια βαρύτητα και δεν είναι το ίδιο σοβαρό. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως ο συσχετισμός που γίνεται στο κείμενο της Φραγκογιαννούς με το γιό και τη μητέρα της, υπογραμμίζει πρωτίστως την κληρονομική διαδοχή του κακού.

Από την άλλη πλευρά, το κείμενο είναι στη κυριολεξία γεμάτο από επαναλαμβανόμενες εικόνες και λέξεις απ’ το ζωικό βασίλειο. Ο διαρκής ανταγωνισμός και η πάλη για την επιβίωση μέσω της επικράτησης του ισχυροτέρου έναντι του ασθενεστέρου είναι έκδηλος και περιστρέφεται γύρω από τη λέξη κυνήγι[16]. Επανερχόμαστε στη σκηνή όπου η μητέρα της Φραγκογιαννούς διώκεται (την είχαν κυνηγήσει δύο-τρεις φοράς οι κλέφταις) από τα «παλληκάρια» των οπλαρχηγών της Μακεδονίας. Στην προσπάθειά της να ξεφύγει και να σωθεί «από τους όνυχάς των», η Δελχάρω «έτρεξεν ως φοβισμένη τρυγών με το πτερύγισμα των λευκών πλατειών χειρίδων της» και αναπηδούσε «ως δορκάς από θάμνου εις θάμνον» μέσα στο δάσος. Το ίδιο σκηνικό παρατηρούμε κατά την αγωνιώδη προσπάθεια του Μούτρου να ξεφύγει από το κυνηγητό των χωροφυλάκων: «ταχύς ως αίλουρος ανερριχήθη εις την κλαβανήν». Το συγκλονιστικότερο[17] ίσως περιστατικό επικράτησης του ισχυρού το βλέπουμε όχι τόσο κατά τους φόνους της Φραγκογιαννούς – αποτέλεσμα επίσης μιας πάλης ανάμεσα στην ισχυρή φόνισσα και τα ανυπεράσπιστα βρέφη – αλλά κατά τη στιγμή της εξόντωσης της φώκιας από τον ψαρά μπροστά στο στόμιο της σπηλιάς (εκτύπηωσεν την φώκην μ’ έναν πέλεκυ, την αιμάτωσε, το κύμα εκοκκίνησεν επ’ ολίγον. Η φώκη ήσπαιρεν εν αγωνία. Ο νεαρός αλιεύς κατώρθωσε να σφίξη τον λαιμόν με μίαν θηλειάν και... ν’ ανασύρη επάνω την φώκην).

Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε πως στο διήγημα του Παπαδιαμάντη παρατηρούμε και το αντίστροφο· δηλαδή, το κυνήγι που γίνεται από τον αδύνατο προς τον πιο ισχυρό. Η Φραγκογιαννού, όπως και κάθε μητέρα της εποχής της, πρέπει να επιδοθεί στο κυνήγι του γαμπρού για τις κόρες της (Ως προξενήτρα, πρέπει να ανιχνεύση γαμβρόν, να τον κυνηγήση, να τον αλιεύση, να τον ζωγρήση). Ο γαμπρός, σαφώς και είναι ο ισχυρός, και είναι περιζήτητος λόγω της πληθώρας των ανύπανδρων γυναικών. Η εύρεσή του θα ήταν σωτήρια για την οικογένεια και στην ίδια τη νύφη θα απομάκρυνε το ενδεχόμενο τα προικιά της να μπούν «εις μεγάλην άκομψον κασσέλαν» όπου θα τα «έτρωγεν ο σκόρος και το σαράκι».

Οι αναδρομικές αφηγήσεις της Φραγκογιαννούς και της Αμέρσας

Ο πρώτος φόνος της Χαδούλας, και μάλιστα του ίδιου του εγγονιού της, αργεί να παρουσιαστεί στο έργο. Έρχεται τη στιγμή του τρίτου λαλήματος του πετεινού ως μια πράξη προδοσίας της Φραγκογιαννούς στο ίδιο της το όνομα (μην τύχη και χαθή τ’ όνομα!) και αίμα. Προηγείται μια σειρά από αφηγήσεις και αναφορές στο παρελθόν από την Χαδούλα και την Αμέρσα, οι οποίες δίνουν το ιστορικό της οικογένειας. Το λάλημα του πετεινού είναι αυτό που χρονικά τοποθετεί[18] στο έργο τις αφηγήσεις της Χαδούλας και της Αμέρσας και καθορίζει έτσι το κατάλληλο κλίμα και τη κατάλληλη στιγμή στην οποία θα τοποθετηθεί ο πρώτος φόνος. Ο αναγνώστης αδημονεί το άκουσμα του τρίτου λαλήματος ώστε να γίνει μάρτυρας μιας μεγάλης απάρνησης και απόρριψης. Σαν ένας σύγχρονος Πέτρος, η Φραγκογιαννού λησμονεί τα λαλήματα του πετεινού (Αυτό ήτο όλον. Η Φραγκογιαννού δεν είχεν ενθυμηθή την στιγμήν εκείνην το όνειρον της Αμέρσας, το οποίον αυτή ελθούσα προ μίας ώρας, μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου λαλήματος του πετεινού, είχε διηγηθεί εις την μητέρα της! Είχε «ψηλώσει» ο νούς της!), απορρίπτει το εγγόνι της και διαπράττει το αναμενόμενο μέγα φονικό.

Ασφαλώς μέχρι να γίνουμε μάρτυρες μιας τόσο μεγάλης προδοσίας, όσο κι αν ο τίτλος Φόνισσα από μόνος του μας προϊδεάζει στο τι θα αντιμετωπίσουμε, χρειάζεται μια προετοιμασία. Η προετοιμασία αυτή γίνεται μέσω των αναδρομικών αφηγήσεων της Χαδούλας και της δεύτερης κόρης της, Αμέρσας. Η Χαδούλα κάθε άλλο παρά αδικημένη βγαίνει από αυτές τις αφηγήσεις. Οι αναδρομές αυτές προκαλούν τη συμπάθεια[19] του αναγνώστη απέναντι στην ηρωίδα. Βασικές πληροφορίες για τη μέχρι τότε δράση της Φραγκογιαννούς δεν μας γίνονται γνωστές πριν γίνει ο πρώτος φόνος. Για παράδειγμα, τονίζεται διαρκώς η επιδεξιότητά της στο να μαζεύει βότανα για να θεραπεύει ασθενείς, μια εργασία παράλληλη με της υφάντριας και της μαμής (ούτω και μια καλή υφάντρια, οποία ήτο η Φραγκογιαννού, ουδέν εκώλυε να κάμνη συγχρόνως και την μαμμήν ή την ψευδογιάτρισσαν), και αρκετά αργότερα, μετά το πρώτο φόνο, ο συγγραφέας μας αποκαλύπτει πως έκανε και άλλες δουλειές, όπως εκτρώσεις (κατώρθωσεν εντός ολίγων ημερών να επιφέρη την έκτρωσιν). Ακόμα και οι λέξεις-προσδιορισμοί για την Χαδούλα, όπως υπηρετώ/δούλα/σκλάβα/δουλεύτρα, αρχικώς κατανοούνται[20], πείθουν και συμβάλουν ως προς τη συμπάθεια που αναφέρουμε, δεδομένης φυσικά και της μειονεκτικής θέσης της γυναίκας εκείνη την εποχή.

Η κύρια όμως λειτουργία των αφηγήσεων δεν είναι τόσο στο να δημιουργήσουν αυτό το ευνοϊκό και συμπαθητικό προφίλ της φόνισσας, όσο το να δικαιολογηθούν έμμεσα τα εγκλήματα που θα ακολουθήσουν, δηλαδή να δοθεί εκ των προτέρων ένα επειδή. Μας δείχνουν ακριβώς τρεις παράγοντες που οδηγούν στη πράξη του φόνου και κατ’ επέκταση στον εκφυλισμό του ανθρώπου σε ζώο, όπως διακήρυτταν οι νατουραλιστές.

Το πρώτο είναι η κληρονομικότητα. Η αδιαφορία της μάνας η σκληρότητα (εξήσκησε τυραννικήν επιτήρησιν επί της κόρης /Δεν έχω… να μου σκαρώση κανένα πρωιμάδι…αυτή η Στριγλίτσα! /Ε! μωρή Στριγλίτσα! υπεψιθύρισε μέσα της. Έννοια σου!...κ’ εγώ σε σιάζω.) και η παντελής έλλειψη μητρικής αγάπης στα κορίτσια, κληρονομείται από την μάνα στη Χαδούλα.

Το δεύτερο σχετίζεται με την κοινωνική θέση των γυναικών στις φτωχές οικογένειες. Το θέμα της προίκας των κοριτσιών ήταν πραγματικά ένα μεγάλο βάσανο για τους γονείς. Από μια απλή γονική προσφορά μεταβάλλεται και παρουσιάζεται στο έργο σαν κοινωνικός θεσμός[21]. Ο εύκολος αυτός τρόπος πλουτισμού των αντρών, λειτουργούσε ψυχαναγκαστικά έως και εκβιαστικά στις οικογένειες των κοριτσιών και είχε άμεση εξάρτηση στο κατά πόσο είναι πιθανό να παντρευτεί ή όχι μια γυναίκα (Ώφειλεν έκαστος να δώση και μετρητήν προίκα. Δισχιλίας, χιλίας, πεντακοσίας, αδιάφορον. Άλλως, ας είχε τας κόρας του να τας καμαρώνη. Ας τας έβαζε στο ράφι. Ας τα έκλειε στο δουλάπι. Ας τας έστελνε στο Μουσείον.). Από την στιγμή της γεννήσεως ενός κοριτσιού, οι γονείς έπρεπε να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τον τρόπο που θα αποκτήσουν την απαραίτητη προίκα για το παιδί τους. Υπό αυτή τη μορφή, η προίκα είχε και μια άλλη κοινωνική επίπτωση: διέλυε και αποσάθρωνε τις μικρές αγροτικές οικογένειες. Ήταν επομένως ανεπιθύμητη η γέννηση θηλυκών από τους φτωχούς γονείς (Τι δούλεψη να κάμη κανείς στη φτώχεια!... Η μεγαλύτερη καλωσύνη που μπορούσε να τους κάμη θα ήταν να είχε κανείς στερφοβότανο να τους δώση -θε μ’ σχώρεσέ με!-. Ας ήτο και παλληκαροβότανο).

Ο τρίτος παράγοντας είναι οι πιέσεις της στιγμής, οι οποίες εν προκειμένω εντοπίζονται στην πολυήμερη αϋπνία της Χαδούλας. Όλες αυτές οι σκέψεις και αναφορές στο παρελθόν έρχονται σε στιγμές μεγάλης κούρασης και αγρυπνίας δίπλα στο άρρωστο βρέφος (Κατά τας προλαβούσας νύκτας, πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ' αυτά τα πάθη της εις το πεζόν. Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς). Σε πολλά σημεία του έργου γίνεται αναφορά στη κούραση της Χαδούλας και το ξέσπασμά της εξαιτίας αυτής (Η γραία ήνοιξε βλοσυρά όμματα, κ' έκαμε χειρονομίαν ανυπομονησίας και απειλής.— Ε! θα σκάσης; είπε). Με αυτές τις λεπτομέρειες εξάλλου ξεκινά το έργο, την ταλαιπωρία της από την θυσία του ύπνου της δίπλα στο εγγονάκι της (δεν εκοιμάτο, αλλ' εθυσίαζε τον ύπνο πλησίον εις το λίκνον της ασθενούσης μικράς εγγονής της./ Επί πολλάς νύκτας, η Φραγκογιαννού δεν είχε δώσει ύπνον εις του οφθαλμούς της, ουδέ εις τα βλέφαρά της νυσταγμόν,).

Με την αναδρομική αφήγηση της Αμέρσας απλά αναπληρώνεται[22] μια έλλειψη των αφηγήσεων της μητέρας της. Κατά κάποιο τρόπο, συμπληρώνει το ιστορικό της οικογενείας με την παρουσίαση του αδελφού της και παραλίγο θύματός της, του Μούτρου, ο οποίος απουσιάζει διαρκώς από τις αναφορές της μητέρας του. Μαθαίνουμε για το βεβαρυμμένο παρελθόν του και τις εγκληματικές του επιθέσεις σε αδελφή και μάνα. Μάλιστα ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο Μούτρος βρίσκεται πλέον στη φυλακή (όστις ευρίσκετο, τώρα εις το δεσμωτήριον της Χαλκίδος), δίδει μονολεκτικά το λόγο που είναι φυλακισμένος (Ευτυχώς, είχεν αλλού εξασκήσει τας φονικάς ορμάς του) και αφήνει τη περιγραφή του φόνου αφότου πρώτα έχει παρουσιαστεί το πρώτο έγκλημα της Φραγκογιαννούς. Η δεύτερη φορά που αναφέρει κάτι η Αμέρσα είναι το κυριακάτικο όνειρό της[23], κατά το οποίο βλέπει το θάνατο του βρέφους και τη μητέρα της ως μια ύποπτη παρουσία στο σκηνικό αυτό (Ήθελες, τάχα, να σαβανώσης το κορίτσι. Και την ώρα που το σαβάνωνες, μαύρισε το χέρι σου...).

Τα τελευταία λόγια της Φραγκογιαννούς

Την ώρα που η Χαδούλα αντιλαμβάνεται πως η ζωή της χάνεται, και με το βλέμμα στραμμένο προς το Μποστάνι, αναφωνεί: «Ω! Να το προικιό μου!». Μοιάζει περισσότερο να της βγαίνει ένα επιφώνημα τρόμου και αιφνιδιασμού (Ω!). Τρομάζει στη θέα της προίκας της (η οποία δεν είναι βεβαίως το Μποστάνι) και δείχνει ανέτοιμη να την παραλάβει. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιεί το θάνατό της. Αντιλαμβάνεται ότι με τους φόνους που έκανε δε μπόρεσε να ξεφύγει[24] από την μοίρα που της είχε προσδιορίσει η μητέρα της (το βλέμμα της Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι), αλλά ήταν η στιγμή που ακριβώς την πραγματοποιούσε. Ο θάνατός της ήταν η πραγματική της προίκα. Δεν θα μπορούσε κιόλας να είναι κάτι διαφορετικό από τον θάνατο. Η γριά Χαδούλα είχε ταυτίσει τον θάνατο με τη λέξη προίκα. Θεωρούσε τη διαδικασία της προικοδότησης έναν αργό θάνατο τόσο για τα κορίτσια, που αν δεν την έχουν εξασφαλίσει θα μείνουν ανύπαντρες, όσο και για τους γονείς ως μια αναπόφευκτη κοινωνική τους υποχρέωση, την οποία πολύ δύσκολα θα πραγματοποιήσουν.

Η Φραγκογιαννού τελικώς πνίγεται εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης. Το πραγματικά ευρηματικό τέλος που δίνει ο συγγραφέας στην ηρωίδα του έχει κατά καιρούς ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως. Ο Δ. Τζιόβας[25] θεωρεί τον πνιγμό ως ένα είδος απορρόφησης της Χαδούλας στη φύση. Θεωρεί αλληγορικά πως ο πνιγμός έχει καθαρτικό χαρακτήρα, ότι η πρωταγωνίστρια επιστρέφει στη φύση και τιμωρείται από τη φύση που συμβολίζει την ελευθερία και τη λύτρωση. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα της υπερίσχυσης ενός ακραίου αμοραλισμού. Δεν ισχύει συνεπώς κανένας ηθικός κανόνας, σύμφωνα με τα νατουραλιστικά πρότυπα: Η Φόνισσα ταυτίζεται με τη φύση, και δεν μπορεί ούτε ο Θεός αλλά ούτε ο άνθρωπος να την κρίνουν. Μια δεύτερη, κάπως πιο τολμηρή, ερμηνεία δίνει ο Βελούδης[26]. Ισχυρίζεται ότι το τέλος αυτό προσφέρει ένα τεκμήριο για την αυτοψυχογραφική ταύτιση του συγγραφέα με την ηρωίδα του. Για αυτό και δεν τη καταδικάζει (Να καταδικάσει ποιον; τον εαυτό; του για εγκλήματα που δεν έκανε;).

Οι δυο παραπάνω ερμηνείες δύσκολα μπορούν μα μας πείσουν. Στην Φόνισσα πράγματι δεν υπήρχε κανένας λόγος η πρωταγωνίστρια να απολογηθεί ούτε στην Θεία ούτε στην ανθρώπινη δικαιοσύνη, όχι όμως για τους λόγους που εξηγεί ο Τζιόβας, αλλά επειδή την ευκαιρία να εξομολογηθεί η Φραγγογιαννού την είχε πολύ νωρίτερα: τόσο κατά την ανάκρισή της στους ανθρώπινους νόμους όσο και κατά την συνάντησή της με τον μοναχό στους νόμους του Θεού. «Κατά την πρώτην ανάκρισιν», η Χαδούλα προτίμησε να πει ψέματα στον ειρηνοδίκη (ανεκάλυψαν το σώμα της μικράς κόρης επιπλέον, ή μάλλον βυθισμένον ήδη εντός του ύδατος). Στον μοναχό επίσης δεν είναι ειλικρινής και παρουσιάζει τα αποτελέσματα (Έχω βάσανα και πάθια) αποκρύπτοντας τις πραγματικές τους αιτίες[27]. Δεν αναφέρει τους φόνους, αλλά θεωρεί υπεύθυνες για τα βάσανά της την κακία και την κακογλωσσιά του κόσμου. Στη περίπτωση της ερμηνείας του Βελούδη, όπου ο συγγραφέας ταυτίζεται με την ηρωίδα, δεν λαμβάνεται υπόψη το χαρακτηριστικό της αμφισημίας, της συνύπαρξης του καλού με το κακό. Στη Φόνισσα γινόμαστε μάρτυρες μιας λεπτής ισορροπίας[28] αισθημάτων, συμπάθειας για τον δράστη και αποτροπιασμού για τις πράξεις του. Κατ' ακολουθίαν να προκαλέσει ο συγγραφέας αποτροπιασμό για ποιόν; Τον εαυτό του; Για πράξεις που δεν έκανε;

Η Φραγκογιαννού πνίγεται «στο ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης» για τον απλό λόγο ότι τίποτε διαφορετικό δε θα μπορούσε να συμβεί στη γυναίκα αυτή. Δεν πεθαίνει αμίλητη και αναπολόγητη στους δυο "δικαστές". Όπως είπαμε, η ευκαιρία αυτή της δόθηκε και προτίμησε να πει ψέματα και στους δύο. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε να διαφύγει, όπως συνέβη με τον γιό της τον Μούτρο, και να συνεχίσει τα πάθια[29] της, την άγριαν χαράν να σκοτώνει κάπου αλλού. Ένας τρόπος υπήρχε να τελειώσει το έργο· ο πρωταγωνιστής να πεθάνει απαρνούμενος και αδιαφορώντας το ίδιο (εις το ήμισυ) για τη θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Και αυτό έγινε όπως ακριβώς σκότωνε, με πνιγμό.

Επίλογος

Είναι πραγματικά δύσκολο και ίσως παρακινδυνευμένο, λόγω της προβληματικής[30] που συνοδεύει τον όρο νατουραλισμός, να χαρακτηρίσουμε άμεσα ένα λογοτεχνικό έργο, όπως τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, ως νατουραλιστικό. Ακόμα και με τη λέξη ηθογραφία, όπως συχνά τιτλοφορείται, θα έπρεπε να είμαστε ιδιαιτέρα προσεκτικοί, απ’ τη στιγμή που υποστηρίζεται[31] ότι ο όρος αυτός προκαλεί συγχύσεις και γι’ αυτό πρέπει να πάψει να χρησιμοποιείται στη φιλολογία μας. Σημασία έχει ότι ο ίδιος ο συγγραφέας τιτλοφορεί το έργο του ως «κοινωνικόν μυθιστόρημα»[32] και σ’ αυτόν το χαρακτηρισμό θα πρέπει να σταθούμε. Θα μπορούσε κανείς να πει, ότι το έργο έχει στοιχεία του κινήματος του ευρωπαϊκού νατουραλισμού, αλλά μάλλον όχι αρκετά, ώστε να χαρακτηριστεί ως νατουραλιστικό καθαυτό. Εξάλλου, πόσο άνετα και εύκολα μπορεί κανείς να μιλήσει για νατουραλισμό, όταν η όποια επιτυχία της σχολής αυτής αποδίδεται στη μη πιστή εφαρμογή των αρχών που την διέπουν από τους ίδιους της τους εκπροσώπους.

Η ηρωίδα του έργου, η Φραγκογιαννού, δεν είναι ή, καλύτερα, δεν παρουσιάζεται ως η κακιά γυναίκα του χωριού. Θα μπορούσαμε να πούμε είναι τόσο κακιά όσο και οι υπόλοιπες γυναίκες του έργου οι οποίες πρώτες από αυτήν προσπάθησαν να αποτρέψουν τη γέννηση του παιδιού της Μαρούσας. Είναι όμως αυτή που διαπράττει το ριζικό και μέγα κακό, το ασυγχώρητο από Θεό και άνθρωπο, δηλαδή τον φόνο. Ο συγγραφέας στο τέλος, μάλλον δείχνει αμήχανος, σαν να μην ξέρει τι ακριβώς πρέπει να κάνει με αυτήν την γυναίκα και πως να κλείσει το έργο του. Αποφασίζει μάλλον να της δώσει ένα τέλος, έναν πνιγμό, παρόμοιο δηλαδή με αυτό των θυμάτων της.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.