Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμπάνης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμπάνης Σωτήρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Σωτήρης Μιχ. Σαμπάνης (Βιογραφικό σημείωμα)





Ο Σωτήρης Μιχ. Σαμπάνης γεννήθηκε στις Καμάρες Αιγιαλείας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσιο Δίκαιο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στο χώρο της Λογοτεχνίας το όνομά του συνδέεται με τα μυθιστορήματα: «Θέλω να μείνω με τον μπαμπά» (2000), και «Κόκκινος χορός» (2003), από τις εκδόσεις “Ελληνικά Γράμματα”. Το 2007 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Οι Δίδυμες» από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, και «Σκανταλόπετρα» (2015) από τις εκδόσεις Διόπτρα. Εντός του φθινοπώρου (2019) θα εκδοθεί το νέο του μυθιστόρημα «Η αγάπη μεγαλώνει στο σκοτάδι», από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα”.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Μεσίστιοι Πόθοι», (2008) από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη (Γ΄ Βραβείο στον Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό «Κούρος Ευρωπού») και πρόσφατα (2017) την ποιητική συλλογή με τίτλο «Ρωγμή στο απροσπέλαστο» από τις Εκδόσεις Σκόλη.
Η παρουσία του στο χώρο του Θεάτρου συνδέεται με τα έργα του:
«Ευγενείς Αγωνίες» (γυναικείος μονόλογος), το οποίο απέσπασε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Συγγραφής Θεατρικού Έργου για το έτος 2009 στον διαγωνισμό του Υπουργείου Πολιτισμού. Το έργο παρουσιάστηκε επί σκηνής το 2012 από την εταιρία «ΣΥΝ-ΕΠΙ» στο «Από Μηχανής Θέατρο».
«Ηλιθιότητας Εγκώμιο» Διασκευή, εμπνευσμένη από το θεατρικό έργο του Νηλ Σάιμον «Οι Ηλίθιοι». Το έργο παρουσιάστηκε επί σκηνής από το Θεατρικό Εργαστήρι “Εν Δράσει” του Δήμου Ταύρου στο 3ο Διαδημοτικό Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου Δήμων Αττικής (καλοκαίρι 2010).
«Το σώμα του χρόνου» (ανδρικός μονόλογος). Το έργο παρουσιάστηκε το 2013 από την Εταιρεία Θεάτρου «Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ» στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης».

ΡΩΓΜΗ ΣΤΟ ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΟ: Ποιητική Συλλογή του Σωτήρη Σαμπάνη (απόσπασμα) ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ (2017)


Όριο

Δυο λέξεις λοιδορούν την αιωνιότητα
δυο λέξεις διακόπτουν
της αθανασίας την ψευδαίσθηση:
«Ποτέ» και «Πάντα»


**


Αναμονή

Εκείνα τα άδεια παπούτσια
Στου πεζοδρόμιου την άκρη
Σώμα που φιλοξένησαν
Θερμοκρασία, ανάσες, χρόνο
Ποιον περιμένουν τώρα
Να φορέσουν;


**


Αίσθημα αντιστροφής

Όχι πια λέξεις.
Με εξαπάτησαν γι’ αυτό και τις γνωρίζω.
Γι’ αυτό και θέλω τη σιωπή
το Άλφα και το Ωμέγα κάθε λόγου.

Αν άλλαζα τον κόσμο θα τον μίκραινα
τόσο που να χωρά στη σκέψη.
Να εποπτεύεται το άπειρο.

Μια αυλακιά από θάλασσα όλη κι όλη
κι ένα κομμάτι ουρανού ως το ταβάνι
τα αστέρια του ν’ αλλάζω όταν καίγονται.
Και ένα δέντρο να μοιράζει το οξυγόνο σε μερίδες.

Τον έρωτα θ’ άφηνα  αψαλίδιστο.
Να γονιμοποιούν ακόμα οι χαρές του
και να γεννούν οι λύπες του.



**


Θρόισμα νοσταλγίας

Κάτι περνάει στο σκοτάδι.
Το κάνει ένα τόνο ανοιχτότερο.
Η ανταύγεια σου θα ΄ναι
Να δεις που την επόμενη στιγμή
θ’ ακούσω την ανάσα σου
Όπως παλιά,
που σ’ άκουγα να σέρνεις
τα πόδια στο διάδρομο
κι η προσμονή μου
άρπαζε σαν το ξερόκλαδο φωτιά.

Μα ναι, το ίδιο λέμε
Θρόισμα νοσταλγίας
Εσύ το ντύνεις με άλλη λέξη
το λες απώλεια.



**


Κατάγματα

Πρόσεχε που πατάς.
Κρυμμένα δόκανα οι λέξεις
χώνονται ως το κόκαλο.
Κι η ποίηση γκρεμός
με στόμα ανοιχτό προσμένει
απ’ των ψυχών το πέσιμο
να ζήσει




**


Θαμπάδα

Κάθε νύχτα αισθάνομαι
ότι σβήνω το φως
για τελευταία φορά
ενώ οι ωροδείκτες
φωσφορίζουν τη συνέχεια.

Κάθε νύχτα ανάβω
το λαμπάκι της μνήμης
και πνίγω τη μέρα
σε μια αμυδρή
αβεβαιότητα φωτός.

Και ξαγρυπνώ.
Και αφαιρώ όλα εκείνα
που θα προσθέσω στην επόμενη.

Και λιγοστεύω.



**


Α-τύχημα

Θα ερχόμουν έγκαιρα κοντά σου
αν μια απελπισμένη θύμηση
δεν πεταγόταν ξαφνικά
στις ρόδες της αγάπης μου.
Αν άκουγες
πως έσκουξαν τα φρένα του ενστίκτου
Αν έβλεπες
πως χάραξαν την ύπαρξή μου
στην άσφαλτο της ψυχής
τα λάστιχα της αυτοσυντήρησης,
δέος θα σε κατέβαλε.
Ολάκερο ποίημα σκάρωσαν
με τις στριγκλιές τους.



**


Ρωγμή στο απροσπέλαστο

Μια κρούστα φόβου το σκαλοπάτι για ν’ ανέβεις.
Ρινίσματα οράματος στου σκοταδιού τη μέθη.
Φωνή συνείδησης
την αρμονία του ολόκληρου ταράζει.

Ρωγμή στο απροσπέλαστο.

Ρωγμή χαμόγελο φωτιάς γεννάνε άλλο κόσμο
σ’ ένα ταξίδι πέρα από εμάς.
Πιο κει κι απ’ την τραγική μας σύγχυση.
Κι είναι η πίκρα μας αρμός ανάμεσά τους.

Κουράζεται ο κρόταφος της νύχτας
στο κύμα του μαξιλαριού.
Κατρακυλάει απ’ το κεφάλι ως τα πόδια
μνήμη κι επιθυμία.

Δεινών πηγή η άγνοια κυοφορεί ελπίδα.
Ώσπου να ακουστεί το κλικ του μηδενός.



**


Αχ, Οχ!

Το τελευταίο μέρος της ζωής της
Το ξόδεψε στο νοσοκομείο
Βουβή και φοβισμένη
Τυχαία ανακαλύψαμε
Μία δική μας γλώσσα
Το «Αχ, Ωχ»
Θα έλεγε «Αχ, Ωχ»
Όταν χρειαζόταν μετακίνηση
ή την ανάγκη της.
Μια ένεση παυσίπονη
ή μια ελπίδα.

Τι τέλειο παιδί έδειχνε εκείνο τον καιρό.
Όχι το έρμαιο που ήταν ως έφηβη και νέα.
Όταν διαγράφαμε μια θυελλώδη
Συνήθως, καταχρηστική ζωή.


**


Σουγιάς

Η απουσία σου
είναι η μυρωδιά
φρεσκοκομμένου μήλου
κι ανήλιαγου απομεσήμερου.
Η μυρωδιά κερμάτων
δίπλα στην αλατιέρα.
Το τατουάζ της νικοτίνης
στα δυο σου δάχτυλα.
η εισπνοή του καπνού
που την απόλαυση κοσκίνιζε
για ηδονή του εαυτού σου.

Κι εκείνος ο βήχας ο επίμονος.


 **

Διαπίστωση

Αν δεν πεινάσει το ψωμί
πιότερο απ’ τον άνθρωπο
Αν δεν μικρύνουν
οι μερίδες απληστίας
Αν δεν στομώσει το μαχαίρι
από αγάπη για ζωή

δεν θα υπάρξουμε ποτέ.

**

Η βροχή δε μύρισε

Δεν σε λησμόνησα ποτέ
προορισμέ
Κι ας έχω τσιμεντώσει
την αυλή μου.


**

Ακριβώς...
           
Ζήσε ήσυχα από τώρα και στο εξής.
Όπως το ποίημα. Αθόρυβα κι αιώνια.
Ζήσε σαν ποίημα.
Συγγνώμη! Όχι... σαν...
Δεν σε αγάπησα σαν... σε αγάπησα ακριβώς.
Ζήσε, ακριβώς, όπως το ποίημα!

Δεν εννοώ το ποίημα που σου έστειλα
μέσω του σύμπαντος.
Εκείνο ήταν άτυχο.
Το έλουζα, το έπλενα, το σιδέρωνα,
του άλλαζα λέξεις,
του μπάλωνα αμφιβολίες, κενά και τρύπες
μη δραπετεύσει κάποια συλλαβή
και ανατραπεί η ασφάλειά του .
Το καμάρωνα, το είχα ερωτευτεί.
Κι εσύ μήτε που άκουσες το κλάμα του.

Ώσπου μια μέρα το συνάντησε το φως,
τυχαία, στο κρεβάτι μου.
Και μια αχτίνα του απρόσεχτη,
αχτίνα φονική, το έκοψε στα δύο.

Μία θανάσιμη ρωγμή στο σώμα του ποιήματος!

Κι όπως το είχα αγκαλιά γλίστρησα μέσα του
Και γάντζωσα τα χέρια μου στα στήθη του.
Και με τα χέρια γαντζωμένα στα στήθη, εκατέρωθεν,
ικέτευσα για τελευταία φορά:
Ζήσε ακριβώς όπως το ποίημα!
Όπως επιθυμεί και ζει η αμετάκλητη αγάπη!




**

Τιμοκατάλογος

Θα είναι γιόμα Κυριακής όταν θα φύγω.
Την ώρα που θα πίνω τον καφέ στο καφενείο
θα γείρω το κεφάλι στην κολόνα
να ξεκουράσω μνήμες απ’ τη ζωή που χάθηκε
μέσα σε χρώματα παστέλ
στην υποδόρια υγρασία των προσώπων.

Θα εκραγώ αθόρυβα.
Οι μνήμες, σαν πίνακες ζωγραφικής
θα κρεμαστούν τριγύρω.

Αυτός ο πίνακας με τα ποδήλατα μ’ αρέσει,
θα πω στον σερβιτόρο.
Έχετε τιμοκατάλογο αναμνήσεων;

Εκείνος θ’ απαντήσει.
Ξέρω. Ένα σκέτο στη χόβολη, εννοείτε.

Όχι στη χόβολη, στην ψυχή τον θέλω!

Μια τέτοια μέρα θα ΄ναι όταν θα φύγω.
Κάποια στιγμή θ’ ακούσω μέσα μου
ν’ ανοιγοκλείνει της ζωής μου το διάφραγμα
για μια στερνή, ακήδευτη εικόνα.
Σαν τελευταία διευκρίνιση φωτός

Και θα φορώ κατάσαρκα ένα ζεστό απομεσήμερο.
Στις τσέπες του θα ψάξουν τ’ όνομά μου.



**

Χωρίς σκιά

Όπου θ’ αναζητήσω την αγάπη εκεί θα κλάψω.

Σμίγουν τα βλέμματα
Ο πόθος αγκαλιάζει λέξεις.
Τις στραγγίζει, τις θρυμματίζει, τις πετάει.
Κρατάει μόνο μία στη θαλάμη της υπόσχεσης.
Άγνωστη λέξη. Αγέννητη, μυτερή κι ευθεία.
Μ’ αυτή τον κρόταφο θα σημαδέψει
την ημέρα, την ώρα, τη στιγμή
που δεν θα φωτίσεις την ψυχή σου με ευγένεια.

Για την τιμή εκείνης της στιγμής
ο πόθος θα τραβήξει τη σκανδάλη.
Η άγνωστη λέξη θα βρει διάβαση.
Θασκοτώσει το δικό σου φόβο και του άλλου.
Δυο φόβοι θα σκοτωθούν από τη λέξη.

Ποτέ πάλι τα σώματα
δεν θα κινηθούν το ένα προς το άλλο.
Κανένα δεν θα καταπιεί το άλλο.
Θα είναι νεκρά, χωρίς σκιά.




**

Από παντού

Μιλούσε σιγανά και λίγο,
έως καθόλου.
Έστρεφε το κορμί της προς την δύση
κι από την ανατολή φωτιζόταν η μνήμη της.
Γλιστρούσαν τα εβένινα ακροδάχτυλά της
σε τεντωμένο ψίθυρο
όπως η παρατεταμένη φλυαρία ανατριχίλας.
Ισορροπούσε την ανάσα της
σ’ ένα αέρινο σχοινί δροσοσταλίδων.
Είχε την ομορφιά της εξαΰλωσης
Κι ένα ναυάγιο απορίας
αγκιστρωμένο στη δαντέλα της ψυχής της.
Είχε και μια καρφίτσα σύμπαντος στο πέτο.
Που δεν την κοίταζε ποτέ




**


ΜΕΣΙΣΤΙΟΙ ΠΟΘΟΙ: Ποιητική Συλλογή του Σωτήρη Σαμπάνη (απόσπασμα) ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ (2008)





Αποχρωματισμός


Να παίρνω μαζί μου
κάθε απρόσιτη και γρήγορη ματιά,
που κινδυνεύει
απ' το ναυάγιο του απόλυτου
και τα συντρίμμια της υπόσχεσης.
Να κατακτώ από απόσταση
ό,τι τυλίγει ο πόθος της ψυχής
και μ' ένα χάδι σιωπής να το ματώνω.




**


Θρύμματα Μεγαλείου


Πρόσχημα της συνάντησης
ένα βιβλίο σπάνιο που ζήτησες
να βρω και να σ’ το φέρω.
Δεν γνώριζα τι έγραφε.
Πρόλαβε ο βιβλιοπώλης και το τύλιξε,
μ’ ένα χαρτί συνεσταλμένης απομόνωσης
δίχως να το ζητήσω.
Ούτε υποψιάστηκα ότι εκεί μέσα λούφαζε
μια πρώτη ανάγνωση του έρωτα.

Θυμάμαι πως
έριξες πρώτα μια ματιά στο οπισθόφυλλο
έπειτα το ξεφύλλισες γοργά
σαν να περνούσες από γνωστά σου κατατόπια.
Δώρο για ΄σένα, είπες
και το απίθωσες στο πάτωμα. 
Κι έπειτα έσκυψες πάνω μου
μ’ ένα χαμόγελο υψηλού κινδύνου
που φώτισε μέχρι την άκρη της ψυχής σου.

Δεν άντεξα.
Με το φιλί μου αποκεφάλισα το σώμα σου.


**


Σφυγμός Απομεσήμερου


Δεν σηκώθηκα όταν έφυγες.
Είχε μια ζεστασιά το σκέπασμα υπήνεμη.
Κυοφορούσε πάλι παρουσία
συναρθρώνοντας
ό,τι είχε μείνει απ’ του κορμιού σου τη μετάληψη.
Στρώθηκε χόβολη αναπόλησης
και  με καθήλωσε δυo ώρες παραπάνω.
Να συνδαυλίζω μέσα της το πάθος
σαν επιδόρπιο πλούσιου γεύματος
πασπαλισμένο με μια γλυκάδα ανάγκης
κι όχι αυτή του χορτασμού ή της επίδειξης.

Σηκώθηκα στις έξι παρά τέταρτο
και με το κόστος πληρωμένο
βγήκα από το στέκι της ψυχής μου ασυνόδευτος.



**


Με άρτυμα μία γουλιά συνέχειας


Επιστρέφω απ’ τη μοναδική στιγμή της ηδονής.
Όλοι ευχαριστημένοι.
Οι τοίχοι που άκουσαν φωνές, ψιθύρους, ομιλίες.
Το σπινωμένο φως που γλίτωσε την καύση του.
Οι μπεζ κουρτίνες που έκρυψαν μισή ντροπή από μέσα.
Το στρώμα, που εξάσκησε τα ελατήριά του.
Το πάτωμα, που ένιωσε σαν θαλπωρή,
το βάρος μας ξυπόλυτο.
Η βρύση που ξεσκούριασε τα σπλάγχνα της.
Και ο καθρέφτης μάς έκανε τη χάρη
να ευπρεπίσει τις ατέλειες
και εις διπλούν να αποδώσει το παράφορο.

Και τα θηρία μας δαμάστηκαν.
Ημιλιπόθυμα ευχαρίστησης τα άφησε
εκείνη η πρωτόγονη ικανότητα που έχουμε
να τα πραΰνουμε όταν αγριεύουν.
Τα ηρεμεί η σάρκα όταν γυμνή παλεύει
κι οι μονομάχοι γονατίζουν ηττημένοι.

Από τη μοναδική στιγμή της ηδονής,
κομμάτι αδιευκρίνιστο του κόσμου, επιστρέφω.
Με άρτυμα μια γουλιά συνέχειας στο στόμα.



**


Μεσίστιοι Πόθοι


Κουράστηκα να οδηγώ το πλοίο διαρκώς.
Αυτή η πλοήγηση
μοναδικών διαδρομών
τις απολαύσεις φθείρει
στο όνομα επιβατών που με προτίμησαν.
Βέβαια, να ιδώ πολλά δεν θέλω,
μήπως της φαντασίας το διάφανο
θαμπώσει.
Με περισσή χαρά μπορείτε
να αναλίσκεστε πολυτελώς,
στην ασφαλή πορεία και προσάραξη
αφημένοι.

Όλα τα κύματα για μένα έρχονται.
Για μένα του θανάτου η αγωνία.
Για σας φροντίδες αυταρέσκειας.
Για σας η νηνεμία.
Μεσίστια σημαία θα υψώσω
χαμένων πόθων τη σημαία.
Να αναπάλλει, να γλυφαίνει
στον άγριο αέρα.
Σαν κυματώδης κίνηση ερωτική,
που πήρε αυτό που ήθελε
και άφησε τα ξέφτια,
για της αξίας το ελλιπές
και το ψευδές του υπερτιμημένου κόστους.

Αλλιώς εγώ ενσωματώνω το ταξίδι.
Άλλη η απόλαυση που διαθλά
η οπτική γωνία.



**


Ενσωμάτωση


Έτσι όπως έκανα να φύγω
το πρόσωπό μου έμεινε στην πόρτα σου.
Βορά του αέρα τα μαλλιά μου
χάιδεψαν μυστικά τ΄ αφτιά σου.
Απαλά, σαν βαθιά προσευχή.

**


Αταραξία


Κοιμήθηκα απόψε.
Ούτε μια ζαβολιά δεν έκανε το όνειρό μου.
Όλα τ’ αγαπημένα πρόσωπα στη θέση τους
Κανένας δε σήκωσε φτερό να αλαργέψει.
Κι έμεινε η ψυχή μου απαίδευτη όλη νύχτα.



**


Άρρυθμη Μνήμη


Η μάνα μου
είναι μια γραμμή δροσερού ιδρώτα
που κυλάει κάθε τόσο στο λαιμό μου.
Μια υποδόρια κηλίδα αίματος
κάτω απ’ το ρολόι του χεριού μου.

Η λεκιασμένη ανοιχτόχρωμη ποδιά της,
ελάχιστη αντίσταση στο πένθος,
κοιμάται διπλωμένη στο συρτάρι μου.
Τα άδεια της παπούτσια
σ’ ένα ανήλιαγο ψυχρό δωμάτιο.

Μια τούφα αδύνατα μαλλιά
στης χτένας της τα δόντια σκαλωμένα
και το φθαρμένο λαστιχάκι που τα έδενε
πάνω στην εταζέρα του καθρέφτη
καλημερίζουν την ορφανή καρδιά μου.


**


Έξοδος


Να θυμηθείς λοιπόν
να μπεις κρυφά στην κάμαρά μου,
τα λιγοστά μου πράγματα να πάρεις.
Κάτω απ’ το λευκό μου μαξιλάρι
Θα βρεις το κλάμα μου
και το χαμόγελό σου.
Στο πάτωμα
είναι κοντόγιομη του άγνωστου η φιάλη.
Παρ’ τη κι αυτή,
μη πουν ότι δεν ήπιαμε πολύ.
Και μην αργήσεις ψάχνοντας τα φιλιά μου,
μες στο συρτάρι της ψυχής
τα έχω κρυμμένα.

Φεύγοντας να ξεδιπλώσεις το σεντόνι μου
φρεσκοπλυμένο με σαπούνι και σταχτόνερο.
Δεν λησμόνησα ποτέ το άγγιγμά του.
Είχε μια ελαφράδα σιωπής και ανακούφισης



Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.