Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεραλής Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεραλής Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

Ἐκεῖνο τὸ Ἄστρο / Γεραλής Γιώργος


Ἐκεῖνο τὸ ἄστρο, τόσες νύχτες καρφωμένο
πάνω ἀπ’ τὰ νέα βουνὰ καὶ τόσο ἀπόμακρο,
σὰν τὴν πατρίδα τοῦ πόνου μας, σὰν κάθε πατρίδα.
Νὰ ’τανε κὰν ἕνα ὄνειρο νὰ μᾶς τυλίξει
μιὰ θαμπὴ περιπλάνηση, κι ἀπὸ κορφὴ σὲ κορφὴ
κι ἀπὸ πλαγιὰ σὲ πλαγιά, νὰ θυμηθοῦμε.
Κάπου ἡ πηγὴ ἀναβρύζει, κάποτε κινήσαμε,
κάπου χαθήκανε τὰ βήματά μας.
Εἶδα
τὸ χέρι της νὰ ὑψώνεται μὲς στὴν ὁμίχλη,
κόκκινο, μὲ τὴ βούλα τῆς πληγῆς, τρεμουλιαστό,
στὴ σύσπαση ποὺ ξέρει ὁ θάνατος
γυρεύοντας τὴ γῆ,
στὴ σύσπαση ποὺ ξέρει ὁ ἔρωτας
ψάχνοντας γιὰ ἕνα δρόμο πρὸς τὰ ἄστρα.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

«Αίθουσα αναμονής»: Ποιητική Συλλογή του Γεωργίου Γεραλή που έλαβε το 1958 το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης / Εστία.




Σκοτεινό ποτάμι
Είχε νυχτώσει όταν εδιάβηκα τη θύρα
κι η ψυχή μου στο φόβο είχε βουλιάξει.
Όμως οι αισθήσεις μου όλες, καθώς πάλι
στου άχρονου εζύγωναν το χώρο,
τεντωμένες μέ κράτησαν κοντά σου,
— νύχτα, μες στη σκληρή ερημιά της πέτρας,
νύχτα, στη σιωπηλή φρίκη του τέλους,
στο τίποτα και στο ποτέ.
Εκεί σ' αφήσαμε το πρωί... Ένα αλλοιώτικο,
κατάξερο κοιμητήρι· ούτε ίσκιος
κυπαρισσιού, να δροσιστή ο καιρός,
που εδώ ξεπέζεψε, ούτε χλόη
για των πουλιών το καλωσόρισμα. Στεγνό
χώμα και πέτρα, και χώμα και πέτρα,
σάμπως να χτίζονται οι νεκροί στο λόφο επάνω
απ’ την τρελή καλόγρια, που περνώντας
με το τσαπί και με το φτυάρι ανάμεσά τους
πετάει στον άσπρο κουρνιαχτό το φριχτό γέλιο.
Εκεί σ’ αφήσαμε το πρωί, κουνώντας
τα χέρια, όταν χτιζόσουν στην πλαγιά τού λόφου.
Ωστόσο, πάλι εδιάβηκα τη θύρα,
νύχτα κι ο φόβος κάθονταν μολύβι,
στο στήθος μου.
                                   Μα ως έτριξεν η θύρα
— τόσο οί αισθήσεις ήταν τεντωμένες —
ήταν σα να ’τριξεν ό χρόνος και με πήρε
του άχρονου το σύνορο, εκεί που η νύχτα,
νύχτα δεν είναι πιά, το φως φως δεν το κράζουν
κι ο τάφος ίσως λέγεται φωνή, η θύμηση άστρο,
η δυστυχία χαμόγελο, η καρδιά λιθάρι.
Κι αυτό που υπάρχει ή δεν υπάρχει είναι μια λέξη,
κι οι λέξεις είναι τα όνειρα μιας άλλης ζωής,
κι η άλλη ζωή, αν ήταν ή αν δέν ήταν,
κανείς δέν ξέρει.
Παράμερα απ’ το σύνορο στάθηκα. Η λάμψη
ενός αθέατου φεγγαριού πλημμύριζε όλη
την ερημιά σου. Και καθώς σε αναζητούσα
με την καρδιά να δέρνεσαι, σε είδα, σκυμμένος
να περπατάς, κατηφορώντας τά τραχιά χαλίκια
όπως και τότε — δε θυμάμαι — με το αδέξιο βήμα
του λαβωμένου πουλιού. Σε είδα και σου είπα,
απλώνοντας το χέρι μου έντρομο: «Πατέρα...»
Με κοίταξες, σαν να μην ήμουνα κοντά σου,
σα να μην είχες ξαναδεί το πρόσωπό μου,
σα να μην είχες ξανακούσει τή φωνή μου.
Τόσο η ματιά σου ήταν απόμακρη και ξένη,
κι από το φως της έλειπα.
Μόνο μουρμούρισες ακατανόητα λόγια
από μια γλώσσα αλλόκοτη, καί προσπερνώντας,
έκρουες κάθε τόσο τούς σταυρούς, καθώς χτυπούμε
εμείς στη «ζωή» μια πόρτα για να βγει ένας φίλος.
Πλήθαιναν γύρω σου οι μορφές, τ’ άγνωστα πρόσωπα
κι όλοι με κοίταζαν καθώς να μην υπήρχα,
κι εσύ με κοίταζες σα να μην είχα υπάρξει, 
ξένος για πάντα και τα χέρια μας λυμένα
για πάντα, — στό τίποτα καί στό ποτέ...
Με πήρε εκεί ένα κλάμα σα βουερό ποτάμι,
με πήρε εκεί ένας ύπνος σα γλυκούλι ρυάκι.
Χαράματα, καθώς ανέβαινε η τρελή καλόγρια,
μέ ξύπνησε χτυπώντας πλάι μου τό τσαπί της:
«Ο κύριος», είπε, «θα χτιστεί, ή θα χτίσει;».
Και τράβηξε, βροντογελώντας, το τραχύ ανηφόρι.

***

Ο Κύριος των Ονείρων 



***


Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ' ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν' έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ' ένα μειδίαμα,
"Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε", βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη 
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
"Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε".

από τις σελίδες του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

«Η ελληνική νύχτα και τέσσαρες ακόμη ποιητικές ενότητες»


Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Γεραλή που το 1975 έλαβε το 
Α΄ Βραβείο Ποίησης

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

«Η ελληνική νύχτα και τέσσαρες ακόμη ποιητικές ενότητες»

  





«Η ελληνική νύχτα και τέσσαρες ακόμη ποιητικές ενότητες» 
Ποιητική Συλλογή 
του Γιώργου Γεραλή που έλαβε το 1975 
το Α΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης. 

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

«Αίθουσα αναμονής»: Ποιητική Συλλογή του Γεωργίου Γεραλή που έλαβε το 1958 το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης / Εστία.


Σκοτεινό ποτάμι
Είχε νυχτώσει όταν εδιάβηκα τη θύρα
κι η ψυχή μου στο φόβο είχε βουλιάξει.
Όμως οι αισθήσεις μου όλες, καθώς πάλι
στου άχρονου εζύγωναν το χώρο,
τεντωμένες μέ κράτησαν κοντά σου,
— νύχτα, μες στη σκληρή ερημιά της πέτρας,
νύχτα, στη σιωπηλή φρίκη του τέλους,
στο τίποτα και στο ποτέ.
Εκεί σ' αφήσαμε το πρωί... Ένα αλλοιώτικο,
κατάξερο κοιμητήρι· ούτε ίσκιος
κυπαρισσιού, να δροσιστή ο καιρός,
που εδώ ξεπέζεψε, ούτε χλόη
για των πουλιών το καλωσόρισμα. Στεγνό
χώμα και πέτρα, και χώμα και πέτρα,
σάμπως να χτίζονται οι νεκροί στο λόφο επάνω
απ’ την τρελή καλόγρια, που περνώντας
με το τσαπί και με το φτυάρι ανάμεσά τους
πετάει στον άσπρο κουρνιαχτό το φριχτό γέλιο.
Εκεί σ’ αφήσαμε το πρωί, κουνώντας
τα χέρια, όταν χτιζόσουν στην πλαγιά τού λόφου.
Ωστόσο, πάλι εδιάβηκα τη θύρα,
νύχτα κι ο φόβος κάθονταν μολύβι,
στο στήθος μου.
                                   Μα ως έτριξεν η θύρα
— τόσο οί αισθήσεις ήταν τεντωμένες —
ήταν σα να ’τριξεν ό χρόνος και με πήρε
του άχρονου το σύνορο, εκεί που η νύχτα,
νύχτα δεν είναι πιά, το φως φως δεν το κράζουν
κι ο τάφος ίσως λέγεται φωνή, η θύμηση άστρο,
η δυστυχία χαμόγελο, η καρδιά λιθάρι.
Κι αυτό που υπάρχει ή δεν υπάρχει είναι μια λέξη,
κι οι λέξεις είναι τα όνειρα μιας άλλης ζωής,
κι η άλλη ζωή, αν ήταν ή αν δέν ήταν,
κανείς δέν ξέρει.
Παράμερα απ’ το σύνορο στάθηκα. Η λάμψη
ενός αθέατου φεγγαριού πλημμύριζε όλη
την ερημιά σου. Και καθώς σε αναζητούσα
με την καρδιά να δέρνεσαι, σε είδα, σκυμμένος
να περπατάς, κατηφορώντας τά τραχιά χαλίκια
όπως και τότε — δε θυμάμαι — με το αδέξιο βήμα
του λαβωμένου πουλιού. Σε είδα και σου είπα,
απλώνοντας το χέρι μου έντρομο: «Πατέρα...»
Με κοίταξες, σαν να μην ήμουνα κοντά σου,
σα να μην είχες ξαναδεί το πρόσωπό μου,
σα να μην είχες ξανακούσει τή φωνή μου.
Τόσο η ματιά σου ήταν απόμακρη και ξένη,
κι από το φως της έλειπα.
Μόνο μουρμούρισες ακατανόητα λόγια
από μια γλώσσα αλλόκοτη, καί προσπερνώντας,
έκρουες κάθε τόσο τούς σταυρούς, καθώς χτυπούμε
εμείς στη «ζωή» μια πόρτα για να βγει ένας φίλος.
Πλήθαιναν γύρω σου οι μορφές, τ’ άγνωστα πρόσωπα
κι όλοι με κοίταζαν καθώς να μην υπήρχα,
κι εσύ με κοίταζες σα να μην είχα υπάρξει, 
ξένος για πάντα και τα χέρια μας λυμένα
για πάντα, — στό τίποτα καί στό ποτέ...
Με πήρε εκεί ένα κλάμα σα βουερό ποτάμι,
με πήρε εκεί ένας ύπνος σα γλυκούλι ρυάκι.
Χαράματα, καθώς ανέβαινε η τρελή καλόγρια,
μέ ξύπνησε χτυπώντας πλάι μου τό τσαπί της:
«Ο κύριος», είπε, «θα χτιστεί, ή θα χτίσει;».
Και τράβηξε, βροντογελώντας, το τραχύ ανηφόρι.

***

Ο Κύριος των Ονείρων 



***


Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ' ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν' έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ' ένα μειδίαμα,
"Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε", βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη 
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
"Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε".


από τις σελίδες του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.


Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Αίθουσα Αναμονής (Απόσπασμα) : Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1958

του Γιώργου Γεραλή

Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ' ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν' έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ' ένα μειδίαμα,
"Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε", βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
"Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε".



από τις σελίδες του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Ποιητική

του Γιώργου Γεραλή 

Όπως στον έρωτα.
Απλά και με ένταση.
Τα άλλα, για τους δυστυχισμένους.

Η Αγέρινη

του Γιώργου Γεραλή

Την είδες; Φως νωπό την τραγουδούσε πέρα
καθώς εδιάβαινε αγκαλιά με τον αγέρα.

Ο τόπος νύσταξε γλυκά στην αντηλιά της
κι ένα μικρό βιολί χορεύει στα μαλλιά της.

Εκεί που σβήνει ο αχός, την ήπιανε οι ακτίδες
και φέξαν τα νερά του ονείρου. Δεν την είδες;

Γοργή σαν τη χαρά, κι όμως την είδε η πλάση.
Κλείσε τα μάτια σου, να σου χαμογελάσει.


Ποιητική Συλλογή: Τα μάτια της Κίρκης, 1961

Γεραλής Γιώργος (μικρή αναφορά)



Ποιητής. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1917, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όπου σπούδασε νομικά. Απεβίωσε το 1996.

Διακρίσεις:

·         Το 1944 τιμήθηκε με το Α’ Βραβείο του Ποιητικού διαγωνισμού του “Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών”,
·         το 1957 με το Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως για την ποιητική συλλογή του “Αίθουσα αναμονής”,
·          
·         το 1961 με το βραβείο Κ.Χατζηπατέρα για την ποιητική συλλογή του “Τα μάτια της Κίρκης”, και το 1976 πάλι με το Α’ Κρατικό Βραβείο ποίησης για την ποιητική συλλογή: “Ελληνική νύχτα”.


Ποιητικές Συλλογές:

·         Κύκνοι στο λυκόφως (1939)
·         Λυρικά τοπία (1950)
·         Αίθουσα αναμονής (1957)
·         Τα μάτια της Κίρκης (1961)
·         Είδωλα (1964)
·         Κλειστός κήπος (1966)
·         Η ελληνική νύχτα (1974)
·         Διάλογος με το Διονύσιο Σολωμό (1978)

·         Νέα ποιήματα (1984)

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Ενδυμίων



Στο βουνό του Λάτμου, σ’ ένα μυστικό σπήλαιο, κοιμάται ακόμα, από τα πανάρχαια χρόνια, ο ξανθός Ενδυμίων έναν ύπνο αξύπνητο.
Απόβραδο, γύριζε από τα χλοερά βοσκοτόπια με το κοπάδι του. Διαβαίνοντας τη βουνοπλαγιά, έγειρε στο έμπα της σπηλιάς να ξεκουραστεί.
Τότε, πρόβαλε ανάμεσα από μια σκοτεινή φυλλωσιά η θεά Σελήνη. Χαμογέλασε όταν τον είδε και θέλησε να παίξει μαζί του. Τον πλησίασε κι έριξε με δύναμη στα μάτια του μικρού βοσκού το χρυσό φως της.
Ο Ενδυμίων ένιωσε μια ζάλη από τη μαγική εκείνη λάμψη. Αποκοιμήθηκε ακούγοντας, σαν σε όνειρο, τα κουδούνια των αρνιών του, που ξεμάκραιναν ακολουθώντας το γνώριμο δρόμο. Αυτή ήταν η αρχή ενός ύπνου που δεν είχε τέλος.
Η Σελήνη κάθισε πλάι στον ωραίο βοσκό και τον κοίταξε με αγάπη. Ακούμπησε τα ασημένια της δάχτυλα στα κλειστά του βλέφαρα. Τίναξε στα μαλλιά του, από τα μαλλιά της, ένα κύμα δροσιάς.
― Δε θα ξυπνήσεις, ψιθύρισε.
Ήρθε πάλι την άλλη νύχτα η Σελήνη, τον ξανακοίταξε χαμογελώντας.
― Ωραία κοιμάσαι, είπε. Φυλάω για σένα μια θαυμαστή μοίρα. Αθάνατος θα υπάρχεις, σ’ ένα αιώνιο, ατελείωτο όνειρο. Είναι και τ’ όνειρο μια αλλιώτικη ζωή. Δε θα πεθάνεις ποτέ και ποτέ δε θα ξυπνήσεις.
Έφυγε αλαφροπατώντας η θεά.
Όθε διαβεί, μαγεύει τα πάντα με το χρυσό φέγγος: τους κάμπους, τις ακροθαλασσιές, τις στέγες των σπιτιών που προστατεύουν τον ειρηνικό ύπνο των ανθρώπων. Μα όταν αποτραβιέται, για ν’ ανέβει στον ουρανό η αδερφή της η Αυγή, λύνονται τα μάγια. Η πλάση ξυπνά ξαναπαίρνοντας, στο φως της μέρας, την αληθινή της μορφή.
Μονάχα ο Ενδυμίων δε θα ξυπνήσει ποτέ απ’ το μαγικό ύπνο. Κυλάει πάντα το αίμα στις φλέβες του, μα απομένει ασάλευτος, σαν να ’χει φύγει απ’ τον κόσμο. Ένα χαμόγελο αχνό έχει ζωγραφιστεί στα μισάνοιχτα χείλη του. Ίσως ονειρεύεται μια αθώα χαρά: ένα κοπάδι ασπρόμαλλα πρόβατα.


(από το βιβλίο: Γιώργος Γεραλής, Ελληνική μυθολογία Ι. Οι θεοί, Kαστανιώτης, 1999)

Αίθουσα Αναμονής




Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ' ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν' έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ' ένα μειδίαμα,
"Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε", βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
"Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε".

Χαρά



Λευκοὶ θεοὶ κατέβηκαν κι ἔσμιξαν τὴν καρδιά τους
μὲ τὴ γαλήνη τῶν δεντρῶν ποὺ ὑπνώσανε νωρίς.
Λιπόθυμη αὔρα ἀγάπησε τοὺς ὕπνους των, χωρὶς
τὸ μεθυσμένο ρίγος της ν’ ἀγγίσει τὰ ὄνειρά τους…
Λευκοὶ θεοὶ κατέβηκαν κι ἔσμιξαν τὴν καρδιά τους…
Σὲ ἀσημωμένο πέλαγος φεύγουν γαλάζια πλοῖα,
παίρνοντας τὸ τραγούδι μου στοῦ Ἀμίλητου τὴ γῆ…
Ἡ μνήμη ἀποκοιμήθη πιά, κι ὁ στοχασμὸς ποὺ ἀργεῖ
μὲ κάθε ρόδο ποὺ μαδῶ πλάθει καὶ μιὰ ἱστορία…
Σὲ ἀσημωμένο πέλαγος φεύγουν γαλάζια πλοῖα…
Τ’ ἄστρα δροσιὲς ἐγίνανε καὶ μοῦ κυλοῦν στὰ χείλη
ποὺ Ἔρωτας θεῖος ἐπλήγωσε. Πανάλαφρα φτερὰ
νιώθω νὰ μοῦ κινοῦν σμιχτὰ τὰ χέρια, τρυφερὰ
τὸ ἀσύλληπτο νὰ πιάσουνε… Τὸ βῆμα μου, καμπύλη…
Τ’ ἄστρα δροσιὲς ἐγίνανε καὶ μοῦ κυλοῦν στὰ χείλη…

Τὸ Σπίτι μας εἶναι Θαμπὸ



Τὸ σπίτι μας εἶναι θαμπό. Γυρίζω κουβαλώντας
νεκρὰ φτερά, παγωμένα μάτια.
Κι ἐκεῖνο τὸν ἴσκιο ποὺ ἄφησε ὁ πατέρας
τὴν ὥρα ποὺ μάκραινε γιὰ νὰ ’ναι πάντα κοντά μας,
καὶ μὲ φορεῖ καὶ τὸν φορῶ.
Τὸ σπίτι μας εἶναι θαμπὸ ἀπ’ τὸν ἴσκιο μου.
Μοῦ ἀνοίγουνε καὶ μὲ καλωσορίζουν. Ποτὲ
δὲν κοιτᾶνε τὰ χέρια μου. Τόσον καιρὸ
περπατώντας, δὲ σύναξα τίποτα:
ἕνα κλωνάρι μυγδαλιᾶς μέσα ἀπ’ τὰ χιόνια,
τὸν πάγο ναί· μιὰ λάμψη ἀπ’ τὴν ἀστροφεγγιά,
τὸ ρίγος μόνο· ἕνα πουλὶ ἀπ’ τὴν ποίηση·
μοναχὰ τὰ φτερά, νεκρὰ φτερὰ καὶ βλέφαρα κρύ-
σταλλωμένα.
Τὸ σπίτι μας εἶναι θαμπὸ ἀπ’ τὰ βήματά μου.
Κάποιος κρύβει τὸ γέλιο μου πίσω ἀπ’ τὴ θύρα.
Τὸ γέλιο εἶναι μιὰ λάμψη· τὴ φοβοῦμαι.
Κάποιος γνέφει νὰ σταματήσει ἡ μουσική.
Ἡ μουσικὴ εἶναι σὰν τὰ χιόνια καὶ σὰν τὰ πουλιά·
μοῦ θυμίζει τὴν ἄσκοπη περιπλάνηση
μέσα στὸ φῶς καὶ μέσα στὴν ἀγάπη.
Δὲν τὴν ἀντέχει ὁ ἴσκιος μου τὴ μουσική.
Τὸ σπίτι μας ἦταν θαμπὸ πρὶν νὰ τὸ χτίσουμε.

Ὡραία σὰν Λύπη



Δὲ θὰ τὴν πῶ ρόδο ἢ αὐγή, κρίνο ἢ χαλάζι.
Ἦταν ὡραῖα σὰν λύπη σὲ ἀλλαξοκαιριά,
σὰ βλέμμα ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ ἀφέθηκε στὸ χέρι σου.
Πάντα κοιμότανε ὅταν τὴν ἀγκάλιαζα.
Μιὰ φορᾶ μόνο, ποὺ ἔπαιξαν τὰ μάτια της,
ἦταν γιὰ νὰ μοῦ πεῖ πὼς ταξιδεύει.
Ὅταν γελοῦσε, στὸ βαρὺ καλοκαίρι,
πάντα κοίταζε ἀλλοῦ. Κάποτε μοῦ ’φέρε
ἕνα πρόσωπο ἀλλιώτικο, ἀπ’ τὴν πρώτη ζωή μου.
Θὰ τὴ θυμοῦμαι ὡς τὸ στερνὸ βασίλεμα.
Ἔπειτα, ὅπως βαθιὰ θὰ μὲ κοιτάζει,
θὰ τὴν ξεχάσω.

Θαλασσινὴ Φαντασία



Αὐτὴ ποὺ ἐκοίταξε βαθιὰ
στὰ μάτια μου τὸ γκρίζο ἀντίο
τὴν ὥρα ποὺ ἔφριττε τὸ πλοῖο
σὲ μιὰν ἀκρογιαλιὰ ξανθιά,
μὲ βρῆκε ἀνάξιο καὶ δειλὸ
γιὰ τὸ περίφημο ὅραμά της.
Ἡ ἀγάπη μου ἤτανε σιμά της
νὰ γέρνω, νὰ μελαγχολῶ.
Γῆ πεθαμένη τὴν καλεῖ
στὸ σκοτεινὸ διαλογισμό της.
Θρηνεῖ, τοῦ ὀνείρου της δεσμώτις,
μιὰ βουλιαγμένη ἀνατολή.
Μὰ ἐκείνη εἶναι στὴν πλώρη ὀρθή,
σὰ μιὰ ψυχὴ ποὺ εἶδε πιὸ πέρα
ἀπ’ τὸν τυφλὸ καὶ μαῦρο ἀγέρα
τὸν ἔρωτα τὸν πιὸ βαθύ.
Λυγάει κυκλώνας τὰ βουνὰ
τῶν ἄστρων ποὺ βογκοῦν σιμά της
κι αὐτὴ διαβάζει τὸ αἴνιγμά της
στὴν ἀστραπὴ ποὺ τὰ περνᾶ.
Δέεται στὰ ξάρτια ἀναμπλεγμένη
ἡ μυθικὴ κόμη· ἡ φωνὴ
σκίζει τὸ πέλαο, νὰ φανεῖ
τὸ φίλημα ποὺ ὅλο προσμένει.
Κι ὅταν πιὰ ἁπλώσει τὰ βαριὰ
χέρια στὴ νέα ποὺ γνέφει ἐλπίδα,
μιὰ χρυσαφένια καταιγίδα
θὰ τῆς ποντίσει τὴν καρδιά.
Κι ἐγώ, σκυφτὸς στὸ ἄφωνο βράδυ,
νὰ κλαίω γλυκὰ στὴ σκέψη αὐτή.
Πώς ἴσως μὲ συλλογιστεῖ
πρὶν μετρηθεῖ μὲ ταὸ σκοτάδι.

Ἀπὸ ταὴν συλλογὴ «Λυρικὰ τοπία» (1950)

Οι πολυάνθρωπες οι πολιτείες (απόσπασμα)



Οι πολυάνθρωπες οι πολιτείες
ωραίες το βράδυ,
μέσα σε λάμψεις πολύχρωμες
κανένα φως,
στο βουητό το αδιάκοπο
ήχος κανένας,
σε αναρίθμητα πρόσωπα
μορφή καμιά.
Ωραίες το βράδυ,
με την απέραντη μοναξιά
στο κινούμενο πλήθος,
πόση ξεκούραση,
μιλάς δε σ' ακούνε,
γνέφεις κι εκείνοι ονειρεύονται,
το ποτάμι κυλά
καθρεφτίζοντας άστρα διαλυμένα,
προσωπεία από τη μια
κι από την άλλην όχθη.
..............................................
Χέρια που δέρνονται μεθυσμένα,
μάτια ανεξερεύνητα, δεν τα προφταίνεις
κι οι συναντήσεις συμπτωματικές και δίχως
μιαν οποιαδήποτε συνέχεια, όπως
οι γνωριμίες στις κλινικές.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.