Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδίτσας Δ. Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδίτσας Δ. Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

«Ποιήματα Ι (1941-1963)» Ποιητική Συλλογή του Δ.Π.Παπαδίτσα (εκδόσεις Πρώτη Ύλη)



                             Το 1964 λαμβάνει το Α΄Κρατικό Βραβείο 

Το δέντρο
Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών
Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι
Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών
Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους
Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Δυοειδής λόγος: Ποιητική Συλλογή του Δ. Π. Παπαδίτσα που το 1981 έλαβε το Α΄ Βραβείο Ποίησης (Εκδόσεις των Φίλων)





Απέχω λίγο απ' το να γίνω τόξο

το "που" και το "τι" ομοιώματά μου
πεταμένα στους δρόμους
ούτε τ' ανaγνωρίζω και ουδέ μ' αναγνωρίζουν
επειδή μόνο σαν φυτό λιγνό εξηγώ τις δυσκολίες
να δω τον κόσμο απλά
ν' ακούσω και μες στο θάνατό μου ακόμα τη συγχορδία του
το σκίρτημα της αρχής του

η τρυφερότης όμως είναι τρυφερότης
κι απ' τα λόγια σου θερίζω χορτάρι
κι όπως με κοιτάς λέω να μην ξαναπώ τίποτα
να μην ξαναπώ ποτέ πια ότι είμαι ένας θνητός
που άρχισε απ' τα χαμομήλια κι όπου κοιτάξει
φυτρώνει μια λύρα.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

«Ποιήματα Ι (1941-1963)» Ποιητική Συλλογή του Δ.Π.Παπαδίτσα (εκδόσεις Πρώτη Ύλη)

                             Το 1964 λαμβάνει το Α΄Κρατικό Βραβείο 

Το δέντρο
Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών
Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι
Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών
Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους
Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Δυοειδής λόγος: Ποιητική Συλλογή του Δ. Π. Παπαδίτσα που το 1981 έλαβε το Α΄ Βραβείο Ποίησης (Εκδόσεις των Φίλων)




Απέχω λίγο απ' το να γίνω τόξο

το "που" και το "τι" ομοιώματά μου
πεταμένα στους δρόμους
ούτε τ' ανaγνωρίζω και ουδέ μ' αναγνωρίζουν
επειδή μόνο σαν φυτό λιγνό εξηγώ τις δυσκολίες
να δω τον κόσμο απλά
ν' ακούσω και μες στο θάνατό μου ακόμα τη συγχορδία του
το σκίρτημα της αρχής του

η τρυφερότης όμως είναι τρυφερότης
κι απ' τα λόγια σου θερίζω χορτάρι
κι όπως με κοιτάς λέω να μην ξαναπώ τίποτα
να μην ξαναπώ ποτέ πια ότι είμαι ένας θνητός
που άρχισε απ' τα χαμομήλια κι όπου κοιτάξει 
φυτρώνει μια λύρα.

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Βλαδίμηρε* από την Ποιητική Συλλογη: Εντός Παρενθέσεως (1945) του Δ.Π. Παπαδίτσα


Εδώ υπάρχουν πολλά πράγματα έτοιμα που μπορείς να δεις
μέσα τους την ιστορία τους σε πολύ απλή γλώσσα
Ξημερώνει απ' όλες τις μεριές Βλαδίμηρε
Όταν με δεις ν' ανασαίνω κάθε χιλιόμετρο την ανθρώπινη
προστασία σου
Φαντάσου ένα εκατομμύριο γυναικόπαιδα να φωνάζουν:
δικαιοσύνη
5Ή ένα εκατομμύριο άστρα που τα ψάχνουν άπιστα δάχτυλα
Ή μια χρυσοκίτρινη κοίτη που τελειώνει μέσα μου
Έφτασα
Να μου δώσεις λίγα χτυποκάρδια που δεν έγιναν έφηβοι
Τώρα το καλοκαίρι μού τα ζητιανεύει μια δροσούλα του
Ιλισού
10Επίσης κι ένα δέντρο που έχασε την καρποφορία του
Όταν κοιμηθεί το φεγγάρι μες στο Ρήνο φαντάσου την ψυχή μου
Σα δωμάτιο εξοχικού σπιτιού που περιμένει τον ύπνο σου
για παραθέρισμα
Αν ήσουν εδώ το πρωί θ' άκουγες τα κοκόρια και τους γαλατάδες
μέσα στ' αγουροξυπνημένα αυτιά της γειτονιάς
Ύστερα τις εφημερίδες και τα χέρια να τις παίρνουν από τα
μισόκλειστα παράθυρα
15Πολλές φορές γελώ με τη συνήθεια π.χ. χτες το πρωί
Είχαμε στο τραπέζι ένα φλιτζάνι τσάι παραπανίσιο
Τότε βούτηξα το ψωμί μου στην απέραντη πίκρα του
Κι έτρωγα χωρίς να μπορώ να χορτάσω. Σκέψου τη ζωή μου
Αυτό το βερίκοκο στα δόντια της απουσίας.

Βλαδίμηρος: Αδελφός του ποιητή που τον έπιασαν οι Γερμανοί και τον έστειλαν ως όμηρο στη Γερμανία, τον Αύγουστο του 1944.

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Τα παραμιλητά του Τιθώνου [3]




Ψάξε το σώμα σου, άκουσα από μέσα να μου λέει
ο αντίλαλος που χάθηκε απ' το μάτι του Πανός
τα γερασμένα χέρια και τα πόδια σου τα καίει
χωρίς να τ' αφανίζει η αργή φωτιά του μηδενός.
Πίσω απ' την αίσθηση μονιάζει ο χρόνος πλάι στο χέρι
που και στον τάφο φλέγεται από χάδι ερωτικό
σώμα μου αστράφτεις το ίδιο κάθε νύχτα ή μεσημέρι
στης Ηώς τα μάτια ως ξαναλάμπεις νεανικό.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Νυχτερινά (απόσπασμα)

Ι
Ν’ ακούς πάντα
Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας
Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας απ’ τον τοίχο
Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της νύχτας στο δέρμα
Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα
Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του νερού το φως
Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα γυρίζουν
Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα
Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο
Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο
Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας
Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα
Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε κι έγινε περιβόλι
Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας
Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον καρφώνουμε στον τοίχο
Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους
Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται
Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια ζεστές και τρέμουν
Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει στα δυο τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει
Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να πεταχτεί ο Θεός
Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα
Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί
Την καρδιά ν’ ακούς
Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο
Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα φεγγάρια
Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την πληγή του νερού
Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα
Ν’ ακούς πάντα.

το δένδρο

Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών
Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι
Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών
Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους
Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.

θέμα

Τὰ κύματα σὲ γύμνωσαν καὶ σ’ ἔχουν φέρει
Κατάντικρυ στὰ διάφανα τοπία καὶ φύκια
Μέσα σου ἀκόμη ἀχνίζει τὸ νωπὸ μαντήλι
Τοῦ γυρισμοῦ σου, ποὺ βοσκάει τὸ μεσημέρι
Τὸ ρίγος πέρασε ἀπ’ τὴ σάρκα ὡς τὰ σκουλήκια
Ἀπὸ τὸν ὥριμο οὐρανὸ πέφτουν τ’ ἀστέρια
Τὰ μέτωπα χτυποῦν κι ἀπὸ τὸν κάθε χτύπο
Κορυδαλλοὶ πετοῦν στῶν κοριτσιῶν τὰ βρύα
Στὴν παχυλὴ γαλήνη ψάχνονται τὰ χέρια
M’ ἀντὶ νὰ βροῦν αὐγὴ γυρνοῦν στὸν κῆπο
Μιὰ γούρνα ὑμνολογοῦν κι ἐνὸς καρποῦ τὸ μέλι
Ἀπὸ τὶς ρίζες μιὰ ζητωκραυγὴ ἀνεβαίνει
Χρώματα μύρια κρέμασε τὸ συντριβάνι
Τὴ μέλισσά του ἕνας ἀνθὸς ἄσπρος τὴ θέλει
Μὲ κάτι μέσα μου ἕνας τζίτζικας μὲ δένει
Ξανὰ θ’ ἀστράψει ἡ σκέψη ἀπὸ γδυτὴ γαλήνη
Ζητώντας ἄλλα χώματα ’λαφριά στ’ ἀστέρια
Τὰ δάχτυλα νὰ γίνουνε μουσικὰ ράμφη
Χαρά μου! νὰ μὲ στάζεις ὕδωρ γλυκειὰ κρήνη
Καὶ γύρω μου νὰ φέρνεις ἀγριοπεριστέρια
Ὢ πιὸ μακριὰ ἀπ’ τὸ πέλαγο πετρώνουν ὕπνοι
Ὕπνοι πετρώνουν σὲ νησάκια ἀπὸ κοράλια
Σὲ μιὰ ὑακίνθινη μεριὰ τῆς γῆς χορταίνουν
Ἀνθοὶ μὲ μάτια παιδικά· τὸ πρωτοΰπνι
Στὰ νέφη στέλνουνε δροσιὲς τὰ πορτοκάλια
Τί κύματα τί λίμνες τί πλωτὰ ποτάμια
Τί θημωνιὲς ἀέρινες στοῦ ἥλιου τὴ μάχη
Μὲς στὰ νερὰ τὰ πρόσχαρα κυκλοφοροῦνε
Ματιὲς ἀπ’ τῶν παραθυριῶν τὰ θαμπὰ τζάμια
Φωνὲς ἀπὸ τὰ βήματα κι ἀπὸ τὸ στάχυ
Φεγγάρια ἀπογευματινὰ στὰ μονοπάτια
Στ’ αὐτιὰ τῶν θάμνων κρεμασμένα σκουλαρίκια
Καὶ κάπου ἐκεῖ φεγγοβολὲς φυγῆς κρυμμένες
Ποὺ τὶς τσιμποῦν ράμφη πουλιῶν καὶ μάτια
Χιλιάδες φεύγουν ἀπὸ μέσα μου καΐκια
Τί κύματα τί λίμνες τί πλωτὰ ποτάμια
Γράφουν στῆς γῆς τὴν πίκρα τοῦ καιροῦ τὸ χάρτη
Ὅσο κι ἂν σπέρνονται στὴ σκέψη δροσεράνθια
Κι ὅσο κι ἂν φτιάνει αὐλοὺς ἡ μοίρα ἀπὸ καλάμια
Πάντα θὰ κρύβεται ἀπό μᾶς ἕνα κατάρτι.

Εναντιοδρομία

Ὅλα ν’ ἀλλάξουν ὄνομα καὶ μόνο τ’ οὐρανοῦ νὰ μείνει τὸ ἴδιο
Τὴν ψυχὴ νὰ τὴν ποῦμε ἴλιγγο καὶ μέθη, ρουφήχτρα σκοταδιοῦ καὶ ἥλιου
Τὸν ἥλιο νὰ τὸν ποῦμε πολλαπλασιασμένο δάσος
Τὸ δάσος ἔκρηξη σ’ ἄγγιγμα σύννεφου
Τὸ σύννεφο κομμένη κραυγὴ σκοτωμένου
Τὸν σκοτωμένο ὀμορφιὰ ποὺ τῆς ἔβγαλαν τὰ μάτια
Τὰ μάτια κομμάτια οὐρανοῦ ποὺ σφυροκοπᾶνε τοὺς πόθους
Τὴ νύχτα νὰ τὴν ποῦμε μυρμηγκιὰ ποὺ ἐξιλεώνει τὴ σκέψη
Τὴ σκέψη ἀφαίρεση ὅλων τῶν ἀριθμῶν ἀπ’ τὸ ἔξαλλο ἄθροισμα τῆς πέτρας καὶ τῆς πετριᾶς
Τὴ γυναίκα πυράκανθα, τὸν ἄντρα καὶ τὸ παιδὶ αὐλὸ ἀπὸ μυρωδάτο ξύλο
Τὴν πυράκανθα πετριὰ στὸ πετρωμένο τοῦ νοῦ
Τὸν αὐλὸ αὖρες ποὺ φυσοῦν παντοῦ ὡς καὶ στὰ λόγια ποὺ τὰ πίνει ἡ αὐγὴ
Τὴν αὐγὴ νὰ τὴν ποῦμε μάτι ὀρθάνοιχτο στὰ θηρία ἢ στὸ δίκηο τοῦ θεοῦ
Τὸ θεὸ διαδρομὴ τοῦ ἄστρου καὶ τοῦ ζωυφιοῦ στὴν ἴδια ἀγριάδα
Ὅπου ἕνας λύκος ἕνα βρέφος κι’ ἕνα ἀηδόνι σκιρτοῦν στὴ λέξη «ἀεί»
Τότε καθὼς θὰ ’χω πλαγιάσει σ’ ἕνα λειβάδι θὰ ’μαι τὸ ἀδολοφόνητο κορμὶ ἀντάμα μ’ ὅλες τὶς καμπύλες
Καὶ μ’ ὅλα τ’ ἄγρια πουλιὰ ποὺ ’χε γεννήσει ἡ ἄμωμη καρδιὰ
Καὶ θὰ ’μαι τὸ ἄστρο ποὺ φέγγει μὲς στὸ μεσημέρι ἴδιο ἀπριλιάτικη περπατησιὰ
Ὁ ψίθυρος «κουράγιο φίλε» στὸ αὐτὶ τοῦ κοκκαλιάρη ἀφρικανοῦ
Μαγνήτης ποὺ ἠλεκτροθυμίζει, χωάνη κυκλοέλικτη αἰσθημάτων
Ἀνάποδος στροβιλισμὸς ὅλων μαζὶ τῶν ζωντανῶν μέσα στὸ βόγγο τῆς θαλάσσης, ὅπως καθρεφτίζει
Ἄστρο τὸν κάτοικο τοῦ ψαροκάλυβου ποὺ λείπει:
Ἐμένα ποὺ δὲ ζῶ καὶ μὲς στ’ αὐτί μου ξαγρυπνάω
Αἰῶνες.

εγενόμην


I
Ἡ μικρὰ σκέψις ὡς κρῶζον πτηνὸ
Ἐκ τοῦ ὕψους σκοπεύει τὴ σάρκα
Τὸ ξηρὸ δέντρο
Ἡ σκληρὴ πέτρα ποὺ ἐλαξεύθη
Ἀπ’ τὸ ἀκαταμάχητο ὄνειρο
Καὶ στὴν Πάτμο ἀνεστράφη ἡ καρδία
Καὶ μαράθηκε τὸ ἄνθος τὸ πικρὸ
Ὢ ξηρὸ δέντρο διάφανο
Διὰ νὰ βλέπομεν ἄστρα
Διὰ νὰ βλέπομε πίδακες κίτρων
Καὶ εἰς κόπρον ἀλόγων
Σπόρους δασῶν
Διὰ νὰ βλέπομε σύννεφα
Καὶ ρομφαῖες ψιθύρων
Ἡ στενωπὸς ἐκ τῆς καρδίας κατέβαινε
Κι ἀνέβαιναν αὖρες
Ὡς διάφανα ὄνειρα
Κι ἀπὸ τῶν παραθύρων τὰ ὁλάνοιχτα βλέφαρα
Ἔχυναν μέσα
Γλυκεῖς στεναγμοὺς τῶν ἁγίων
Γραῖες ἐβάδιζαν, παιδὶα
Ἐπὶ τοῦ λιθοστρώτου ἔγραφαν τοὺς ἤχους
Τοῦ μέλλοντος
Οἱ ὄρχεις των λάμποντα νούφαρα
Ἔπιναν τὰ λιμνάζοντα ὕδατα
Ἐνῶ τὰ φύλλα ἐδρόσιζαν
Τὰ γόνατα τῶν ἀπομάχων
Καὶ ἡ μικρὰ σκέψις
Μὴ ὁμοιάζουσα πλέον μὲ πτηνὸ
Ἀπέκτησεν ἰριδισμοὺς ποὺ ἔφεγγαν
Καὶ οὕτω αἱ καρδίαι τοῦ πλήθους
Ὠμοίαζαν μὲ κατοικίες ἁλιέων
Τὴ νύχτα
Καὶ ὅπως τοῦ φοίνικος
Ὁ χρόνος ἀφαιρεῖ τοὺς κλάδους
Καὶ ἀνέρχεται ὁ κορμός του
Ἐν μέσῳ ἡλίου καὶ ἀνέμων
Τῆς διανοίας παρομοίως
Συνέβη ἡ ἄνοδος

Χαμηλοφώνως

Διότι εἶσαι τὸ πρῶτο ἐφετινὸ χελιδόνι ποὺ μπῆκε ἀπ’ τὸ φεγγίτη ἔκαμε τρεῖς γύρους στὸ ταβάνι καὶ ἤσουν κατόπιν ὅλα μαζὶ τὰ χελιδόνια
Διότι εἶσαι μιὰ μεριὰ ἤρεμη τῆς θάλασσας ὅπου τὸ κύμα
Κόβει κομμάτια τὸ φεγγάρι καὶ τὸ ρίχνει στὴν ψιλὴ ἄμμο
Διότι τὰ χέρια μου εἶναι ἄδεια σὰν καρύδια ποὺ ἡ ψίχα τους φαγώθηκε ἀπὸ παράσιτα
Κι ἐσὺ τὰ γέμισες μὲ τὰ μαλλιά σου καὶ τὸ μέτωπό σου
Διότι στὰ μαλλιά σου περνῶ τὰ δάχτυλά μου ὅπως περνάει ὁ ἀγέρας ἀπὸ φύλλα κυπαρισσιοῦ
Διότι εἶμαι ἕνα σπίτι ἐξοχικὸ κι ἔρχεσαι μόνη τὸ καλοκαίρι καὶ κοιμᾶσαι
Καὶ ξυπνᾶς πότε-πότε τὰ μεσάνυχτα ἀνάβεις τὴ λάμπα καὶ θυμᾶσαι
Διότι θυμᾶσαι
Γι’ αὐτὸ σ’ ἀγαπῶ κι ἀνάμεσα στὰ τελευταῖα πουλιὰ εἴμαστε μαζὶ
Κι ἀπέναντί μας ἡ θάλασσα φθείρεται ν’ ἀνεβοκατεβαίνει τὰ δέντρα
Ὅπως πηγαίναμε σὲ μιὰ κατηφοριὰ τῆς Βάρκιζας
Κι ἕνα γύρω οἱ χρωματιστὲς πέτρες μας ἀκολουθοῦσαν
Γιατί ὅταν σκύβω πάνω ἀπὸ πηγάδια βλέπω τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ καὶ λέω: νὰ τὸ ριζικὸ κι ἡ ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζὶ τρεῖς τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες ἀπ’ τὸ κόκκινο –σὰν τὰ μάτια τοῦ μπεκρὴ– λυκόφως
Καὶ εἴπαμε νὰ τὸ ριζικὸ νὰ οἱ ἀγάπες βγῆκαν στοὺς δρόμους γιὰ τὸν ἐπιούσιο
Γιατί βλέπαμε μαζὶ τὶς τρεῖς τσιγγάνες
Νὰ ’ρχονται καὶ νὰ χάνονται
Γι’ αὐτὸ σ’ ἀγαπῶ
Κι ἀνάμεσα στὰ τελευταῖα πουλιὰ
Εἶσαι κεῖνο ποὺ γλίτωσε ἀπ’ τὰ σκάγια
Γιατί εἶμαι γεμάτος ἀπὸ σένα καὶ μπρὸς ἀπὸ κάθε τί ἀπὸ σκέψη ἀπὸ αἴσθηση κι ἀπὸ φωνὴ
Εἶναι κάτι δικό σου ποὺ σὰν ἀθλητὴς τερματίζει πρῶτο
Γιατί τὰ βλέφαρά σου εἶναι βρύα σὲ σχισμάδες βράχων
Γι’ αὐτὸ σ’ ἀγαπῶ.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.