Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπακωνσταντίνου Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπακωνσταντίνου Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ / Παπακωνσταντίνου Δημήτρης

 


Στρογγυλοπρόσωπα λουλούδια κατακίτρινα
ένα προς ένα τρεμοπαίζανε τα μάτια
σηκώναν τα κεφάλια συλλαβίζανε
της μέρας τα ονόματα με γέλια.

Κι εκείνη γκρέμιζε, η τρελή, όλους τους φράχτες της
να μπαινοβγαίνουνε αηδόνια και τραγούδια
κι ούτε που έβαζε στον νου την καταχνιά
με τόσους ήλιους που φυτρώνανε τριγύρω.

Μήτε το φίδι που τρυπώνει στους παράδεισους
κι ακάλεστο τις νύχτες τραγουδάει.

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑ / Παπακωνσταντίνου Δημήτρης

 


Στην άλλη όχθη του καημού μονάχος βρέθηκα
δίχως σκαρί με δυο κουπιά πάνω στην άμμο
να ‘χα τουλάχιστον χαρτί και μια φιάλη
αδειανή,
να ‘χα τουλάχιστον δυο-τρεις στάλες μελάνι.

Με αίμα μόνο πορφυρά βάφω τα βότσαλα
και λίγο πριν να φτάσει η νύχτα ανεβαίνει
λαμπρή η καρδιά μου κατακόκκινη στα σύννεφα
σε χίλια-δυο μικρά φωτάκια χωρισμένη,
σαν πυροτέχνημα που γράφει «είμαι εδώ»,

μα το «εκεί» και το «εδώ» κανείς δεν ξέρει.

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Μ` αγάπη


Εγώ είμαι ο μικρός και τόσο ασήμαντος
κάτω απ `το φως των αστεριών που νύχτα ανοίγω
την αγκαλιά και κλείνω μέσα μακρινά
φεγγάρια αθέατα χλωμά κόσμους ωραίους.

Ναι είμαι εγώ που τόσο άτεχνα τη θλίψη μου
την τραγουδώ και περιπαίζω τις πληγές μου
που τον Θεό καλώ να `ρθεί να ξαναπαίξουμε
στο χώμα το παλιό γνωστό παιχνίδι.

Μ` αγάπη φτιάχνεται η ζωή κι έτσι πορεύεται
κι αν είναι εύθραυστη η χαρά ούτε με νοιάζει
την ξαναπλάθω απ` την αρχή στα δυο μου γόνατα

όσες φορές τα κύματα κι αν έρθουν.

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Στοές του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου


Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ΄την άβυσσο
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Το ταξίδι / Παπακωνσταντίνου Δημήτρης



“Δικό μου το ταξίδι – έλεγε ξανάλεγε-
δικό μου επίσης το μακρύ λευκό καράβι
κι όπου μ` αρέσει πάω κόντρα στον καιρό
κι όπου μ’ αρέσει ρίχνω άγκυρα κι αράζω”.
Δεν ήταν δα κανένας ναυτικός παλιός
δεν είχε αλάτι στα μαλλιά ρόζους στα χέρια
κι όσο κι αν θέριευε η καρδιά βαθιά στα στήθια του
δε φανταζόταν τον αχό το ανεμοβρόχι
δεν είχε δει το μαύρο-μωβ όμοιο με σύννεφο
ή κάποιας μοίρας αλγεινής το βαρύ χέρι
νύχτα να δέρνει το σκαρί και μεσοπέλαγα
όλα πικρές φωνές αφρός κι απελπισία.
Ήταν δικό του το σκαρί και το καμάρωνε
σε όλους έλεγε τα ίδια και τα ίδια
όμως δε θα ‘τανε ποτέ δική του η θάλασσα
μήτε κι ο άνεμος που σαλαγάει ψηλά τα νέφη.

Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος: Ποιητική Συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου (Εκδόσεις Πηγή, 2016)

Προφητικό
“Οδόν απωλείας πορευθήσονται οι πεπλανημένοι
ότι πολύ εμίσησαν τους κατοικούντας την γην.
Ιδού, ως λύκοι, υιοί του Κάιν εσυνάχθησαν
και λόγος αληθείας ουκ ευρέθη
επι τα στόματα αυτών εις τον αιώνα'.
Μην τις ακούς τις προφητείες τις δυσοίωνες
τα λόγια της πικρής Κασσάνδρας που επιμένει
πως θα`ρθει φτώχεια μεγαλύτερη, πως τα παιδιά
θα φύγουνε ξυπόλυτα στα ξένα,
μ`ένα σακίδιο μοναχά πάνω στους ώμους τους,
πως θα ζητούν ψωμί οι μανάδες στα σκουπίδια,
πως τα κοπάδια των φτωχών μ`άγρια κραυγή,
με μάτια κόκκινα από τα δακρυγόνα και τη θλίψη,
θα συνωστίζονται μες στις πλατείες της πρωτεύουσας
και πως θα πέφτουνε στα γόνατα όλη νύχτα,
ξεμαλλιασμένες οι γριούλες στα εικονίσματα,
μήπως και φύγει το κακό να λυτρωθούμε.
Μην τους ακούς τους ειδικούς, δεν ξέρουν τίποτα.
Γιατί χειρότερα θα`ρθουν, μήπως κι αλλάξει
η άγρια φύση μας και μάθουμε τι πάει να πει
-έστω κι αργά, μετά από δυο χιλιάδες τόσα χρόνια-
“αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν'
και πως ανάσταση δεν έχει πριν πεθάνεις…

***



Το σπίτι
Ι.
Ψίθυρος για το ποίημα που δε γινόταν να γραφτεί….
Απ`τη γωνιά του δρόμου κοίταζα το σπίτι μου
το πατρικό μου σπίτι ρημαγμένο
με κλειδωμένη πόρτα, σφαλιστά παράθυρα
χωρίς ζωή, βουβό και γερασμένο
και φανταζόμουν σκόνη του καιρού στους διαδρόμους του
στρώμα λευκό σαν χιόνι στα κρεβάτια
και το φτωχό χαρτί μου μούσκευε στα δάκρυα
κι η ποίηση μ`αρνιόταν πεισμωμένα.
Γιατί μια λέξη έψαχνα να βρω μα δεν ερχότανε
μέσα στο νου, στα πικραμένα χείλη,
μέχρι που βάδισα αποστρέφοντας το βλέμμα μου
μακριά σαν ξένος κι ήρθε μόνη της η λέξη
για να γραφτεί εκατό φορές στ`άδειο χαρτί
κι εγώ τη διάβασα σκυφτός, βαθιά θλιμμένος
τη λέξη “λεηλατημένος', που ώρα γύρευα.
`
ΙΙ.
Πλύναμε με ιδρώτα τα ντουβάρια του
κλείσαμε στις σκιές του μυστικά
ποτίσαμε μ`αγάπη τα λουλούδια του
τόσο που ξεχειλίζοντας, κυλούσε στο δρομάκι.
Δε βλέπαμε αν ήταν φτωχικό.
Κομμάτι ήταν απ`το ίδιο το κορμί μας
ή μάλλον, το κορμί μας ήτανε κομμάτι του.
Ξέραμε πια τις αποστάσεις στα τυφλά.
Όλες τους μετρημένες με τα χέρια.
Όλες τους μετρημένες με τα γόνατα
απ`τα μικρά-μικρά μας χρόνια, τα αθώα.
Το`χαμε εικόνισμα ιερό μες στην καρδιά
το`χαμε στολισμένο δάκρυα και γέλια,
εκείνο το σπιτάκι μας που ρήμαξε.
***

Κεντρικό δελτίο
Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ`άφησε,
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.

***

Ο χρόνος
(Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)
Ι.
“Ο χρόνος είναι αληθινός', είπε και σιώπασε
μ`αυτό το τελευταίο σίγμα μες στα δόντια
μ`αυτή την έγνοια στα σμιγμένα φρύδια του
μ`αυτά τα μάτια τα σκοτεινιασμένα.
Κι ήτανε τόσο αλλόκοτο κι απίστευτο
κι ήτανε τραγικά φαιδρό, μα την αλήθεια,
πως μου`φερνε λιγάκι στη μορφή
και πως μιλούσε με την ίδια τη φωνή μου
ο λυπημένος ξένος στον καθρέφτη μου.
`
ΙΙ.
Με παγωμένη τη φωνή, με μάτια διάπλατα
βρήκα ξανά τα γνώριμα σημάδια
αυλάκια να κυλά ο καιρός να σιγοσώνεται
κι άλλα που κέρδισα μικρούλης στο παιχνίδι
στον πετροπόλεμο σα νύχτωνε κι η μάνα μου
έβγαινε σαν τρελή να με γυρέψει
κι όλο με ψευτομάλωνε χαϊδεύοντας,
κι όλο με σκούπιζε απαλά με την ποδιά της.
Ο χρόνος είναι αληθινός, είπα και σιώπασα.
`
ΙΙΙ.
Κι αν βρήκα τα σημάδια μου κι αν άγγιξα
τον τύπο των ήλων με τα δάχτυλά μου,
γελώ και φεύγω και ξεχνώ και αποστρέφομαι
την κάθε θλίψη σιγοτραγουδώντας
και πια δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι
μην πεις ξανά πως τάχα με γνωρίζεις.
Άναψε μέσα μου εξαίσια φωτιά
που μου ζεσταίνει την καρδιά και με φωτίζει
και διόλου δε μ`αγγίζει ο καιρός.
Δεν είναι αληθινός, είπα χλευάζοντας.
`
IV.
Σαν λα μινόρε στη σιωπή,
σκόνη παιχνίδισε θαμπή στο πέρασμά της
απ`τις κουρτίνες πρώτα κι έπειτα ξεχάστηκε
στον άδειο τοίχο σα φωτιά ξετρελαμένη,
η πρώτη-πρώτη ακτίδα στο σκοτάδι μου.
Κι ήταν μετά απ`την αρχή λόφοι, βουνά,
άσπρα σπιτάκια χαμηλά, στενά δρομάκια
λουσμένα φως και κλείνοντας τα βλέφαρα,
απόμεινα να βλέπω μαγεμένος.
(Ανέγγιχτα στο χρόνο όσα αγάπησα!)
`
V.
Σ`άκουγα πίσω μου με βήματα βαριά
να`ρχεσαι κι έλεγα θα κάνουμε το δρόμο
μαζί μέχρι το τέλος, μα πού χάθηκες,
στα σταυροδρόμια όταν λάθεψες, αχ να μη νιώσω,
κι απελπισμένος τώρα κοντοστέκομαι
ν`ακούω τη σιωπή και την ανάσα μου
ν`ακούω την καρδιά μου που ραγίζει.
Μα το θεό, θα`ρχόμουν να σε βρω, όμως δε γίνεται
κανείς να στρέψει στην αρχή, μα είναι ανάγκη
πάντα το δρόμο να τραβά μπροστά κι ασθμαίνοντας,
με τι καρδιά, με τι καρδιά να προχωρήσω;
Μα τόσο βιάστηκες κι εσύ, μπορούσες άραγε
λίγο καιρό να κρατηθείς, λίγα χρονάκια
κάμποσους μήνες, έστω, να`βρισκες τη δύναμη
μα βιάστηκες πολύ να ξεμακρύνεις
βιάστηκες, μάνα, στο σκοτάδι να χαθείς
προτού να μάθω μοναχός να περπατάω,
πριν να προλάβω καληνύχτα να σου πω
πριν να προλάβω να σου πω πως σ`αγαπάω.
(Ο χρόνος στέρεψε μεμιάς, είπα και δάκρυσα).
`
VI.
Το κάθε κύτταρο κρατάει τις μνήμες του νερού
της άγριας πέτρας την οσμή, τη γεύση
κάτι από την αφή φωτιάς βαθιά στα έγκατα
απ`την ανάσα του Θεού που με τα χέρια
πήρε να πλάσει κάμπους και βουνά
γονατιστός σαν το παιδάκι στο παιχνίδι.
“Είμαστε φύτρα θεϊκή, σαν τη φωτιά
αρχαίοι όσο το νερό, όσο το χώμα
έξω απ`του χρόνου τη φθορά', είπα και σήκωσα
ψηλά τα μάτια μου, βαθιά γαληνεμένος.
***
Μες στη σιωπή
Με ψίθυρους αχνούς, στο φως στο έρεβος
αθόρυβα περπάτησα στον κόσμο
μακριά απ`τις κραυγές που με πληγώνανε
μα τώρα δες, μες στη σιωπή πόσο μερώνω
σαν παίζει μουσική γλυκιά και νιώθω έτοιμος
να βγω στα γνώριμά μου μονοπάτια
σαν το παιδί που αλητεύει και ξεχάστηκε
ολημερίς στο γέλιο, στο παιχνίδι.

Μικρή περιήγηση: Ποιητική Συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου (Εντύποις, 2017)


Πέσε βροχή, πέσε απαλή πάνω απ' τις έγνοιες μου
Πέσε απαλή, σαν μουσική που ξεμακραίνει
Αγνή και άγια σαν εικόνα μυστική, απόμακρη
Φίλων που χάθηκαν στο χθες, φίλων που θα 'ρθουν.
Πέσε βροχή σαν δάκρυ που κυλά
Ζεστό στο τζάμι στα κλειστά πορτόφυλλα
Μέσα στα διάπλατα ματάκια των παιδιών, μες στα μικρά
Χεράκια π' αγκαλιάζουν το παιχνίδι.
Σίμωσε λίγο ακόμη, σίμωσε
Φανάρι τ' ουρανού, γλυκό φεγγάρι
Πάνω απ' τα δέντρα, τα νερά που πρασινίζουνε
Βαθιά κι ακίνητα, γαλήνια μαγεμένα.

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου ( βιογραφικό)

Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στη Λάρισα. Εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Γράφει ποίηση, πεζογραφία και κριτικές πάνω σε έργα άλλων δημιουργών. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Έργα του έχουν αποσπάσει βραβεία σε πανελλήνιους διαγωνισμούς.

Έργα του:


1. "Μικρή Περιήγηση", ποίηση. Α΄έκδοση το 1996 από τις εκδόσεις "Νέα Πορεία" και Β΄ έκδοση το 2017 από τις εκδόσεις "Εντύποις".
2. "Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος", ποίηση. Εκδόσεις "Πηγή" 2016.
3. "Νυχτοπερπατήματα", νουβέλα σε ψηφιακή μορφή (e-book) από τα "24γράμματα", 2016.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.