Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σινόπουλος Τάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ποιητική Συλλογή του Τάκη Σινόπουλου (1961) (Απόσπασμα) Β΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1962



Η εκδοχή της Ιωάννας

Θέλω να καταλάβετε πως μ΄ έχτισαν.
Κι αυτός. Κι η μάνα του. Κι οι πράξεις μου.
Με πέτρες και με βράχια απανωτά. Διψούσα. Τούλεγα
δώς μου νερό. Δεν άκουγε. Μου κοίταζε
το πρόσωπο άφωνος. Πονούσε. Τόψαχνε μ΄ απόγνωση
λες κι ήταν έρημο. Πες μου τι γύρευε από μένα και
τα λόγια του μοιάζανε μ΄ απειλές σα νάχα μόνο εγώ
το μόλεμα μες στο αίμα μου. Δεν καταλάβαινα.
Κι είχα αποκάμει πια με τους ατέλειωτους αγώνες. Τούλεγα.
Φυλάξου Κωνσταντίνε! Οπως το φως
του λύχνου συντηρείται ακόμα στο φυτίλι αφού
στεγνώξει όλο το λάδι στο βυθό. Ή σαν τους ήχους
που έφυγαν από τ΄ όργανο κι όμως ακούγονται
πολύν καιρό μες στην ακοή. Του τόλεγα.
Κάτι θα τρίξει όταν ξεντύνεσαι και βγάζεις το πουκάμισο.
Κάτι θα σπάσει στο εσωτερικό. Μια αθέατη κραυγή
το απόγευμα θα σβήσει στης καμπάνας το αντίλαλο.
Του τόλεγα. Μεγάλα νύχια μαύρα αμετακίνητα
θα κρεμαστούν πάνω στον ύπνο σου. Και δε θα φύγουνε
ποτέ.
Είχε πεθάνει τότε το παιδί μας. Το κοιτάζαμε
στα μάτια να κρατήσουμε την τελευταία του κίνηση. Κι εκείνο
απομακρύνονταν σαν αύρα νόμιζες
εξατμιζόταν όσο το κοιτάζαμε. Την άλλη μέρα και
την άλλη ο Κωνσταντίνος βασανιζόταν από παράξενα
τινάγματα σαν ένα
πουλί που κάθεται στην καπνοδόχο κι ο καπνός
το διώχνει. Ωσπου φαγώθηκε το πρόσωπό του απ΄ το χαμόγελο
το ασάλευτο. Κοίταξε τώρα
μ΄ ακούει και κρύβει τα μεγάλα σύννεφα τα μάτια του.
Τα επίπεδα τ΄ απανωτά όπου ζούσε
τον σακατεύανε. Κι όμως ταξίδευε μονάχος στον αέρα.

Η εκδοχή του Κωνσταντίνου

Είμαι ένας άντρας μέσα στο κορμί μου περιέχω τον εαυτό μου που
με περιέχει ταυτότητά μου το μηδέν γυναίκα μου η Ιωάννα ανά-
μεσα μας η νύχτα μια νύχτα ο κήπος έλαμπε κάτω απ΄ τα πόδια μας
και τούτο έμοιαζε τόσο αληθινό πιο αληθινό όταν ο κήπος έσβησε
το φως αντέχει μέσα μας συνέχεια της Ιωάννας η βλάστηση το
κεφάλι της βαρύ αστερωμένο πάντα μ΄ απειθάρχητα μαλλιά τόσο
πικρό
                                      για να σωπαίνει
                                      και να θυμάται.
Ητανε μια απειλή που δεν την έγραφε ο κανόνας. Οπως την πρώτη
φορά που αρχίνισε ν΄ ασπρίζει γιατί φωνάζει γιατί σέρνεται μες
στην αυλή μου ο γείτονας καμιά μέθη πιά και το κορμί της έρημος
και το κορμί ξερό κι η κάθε μέρα που έφευγε καλύτερα να μου ξε-
ρίζωναν
                                     ένα κομμάτι
                                     κρέας.
Ετσι πήγα με πέντε μονάχα φτιασιδωμένες αισθήσεις μέσα στ΄ αφώ-
τιστα χαλάσματα ολοένα ψάχνοντας πονώντας και γυρεύοντας δι-
ψώντας και διψώντας από το πάτωμα έσταζαν νερά και το κακό
δυνάμωνε και το μυστήριο γλίστραγε απ΄ τα δάχτυλα πως είναι κα-
μιά φορά τα χείλια στη λασπουριά της λίμνης ψάρευα κάποτε στην
πατρίδα μου ακόμα νέος και λαμπερός μαύρα μονόξυλα, γκρίζο νερό
τα μπράτσα αχνίζοντας όπως έσκαγε ο ήλιος έλα μου φώναξες ένα
τεράστιο ζωντανό φυτό σαλεύοντας
    
                                   μέσα στη μήτρα
                                       του πρωινού.
Κι εκεί κοντά παραμόνευε ο θάνατος η αιχμή του μπαίνοντας κάθε
μέρα μολεμένη στο κορμί όμως το μυριζόμουν και πάλευα να ξεφύγω
τόξερα εκεί δε θάτανε κανείς μονάχα πέτρες και σιωπή στο σκούρο
φως κοίτα με Κωνσταντίνε είμαι όλη φως.
                                        ως πότε
                                        θα ξέφευγα;
Τότες η Ιωάννα αναδεύονταν στρέφοντας το κορμί της απ΄ το μέγα
στόμα του ύπνου πουλιά πετούσαν απ΄ τα χέρια της ένα μακρύ ποτάμι
από πουλιά πάνω στο ρεύμα κράζοντας γιομάτα με ήλιο δυνατές φτε-
ρούγες λάμπανε και φεύγανε γιατί μου σφίγγεις έτσι τα όνειρά μου
φώναζε μες από τις καταπαχτές άκουγα τη φωνή κι ανέβαινα με-
μιας αδύνατο να μείνω άλλο είπα άσε στην άκρη τα αίματά σου
τώρα σκοτίστηκα.
                                 Ο ίσκιος στο σώμα
                                  μισοϊδωμένος
                                απρόσιτος.
Είσαι ένας ανόητος παπαγάλος μουρμούρισε εκείνη ξανακοιμήθηκε
ας μπούμε καλύτερα στον πρώτο μας κόσμο είκοσι χρονώ και περπα-
τήσαμε και σταθήκαμε δεν είχαμε καιρό έλα μου φώναξες κοίτα μου
φώναξες είμαι όλη φως. Βοσκήσαμε έκτοτε σε δύστροπο δάσος πολ-
λές φορές το μαύρο μάτι πάνω μας πολλές φορές
                                       ο θάνατος
                                       η ακατανόητη νύχτα.
Ετσι η Ιωάννα κόπηκε στα δύο μήτε κατάλαβε τίποτα το δικό μου
κορμί διπλωμένο σα φόδρα στο κορμί της μη δαιμονίζεσαι έλεγε
δεν αποκρίθηκα όχι ήθελα να πάω έξω από τούτο το σπίτι κάτω
στην αυλή δεμένα τα σκυλιά δε γαύγισαν και πήγα και νά με τώρα
                                            μαύρος
                                            και φαγωμένος.
Μάζεψε το κορμί της κι έφυγε. Υστερα ο χτύπος της καμπάνας
ράγισε τ΄ απομεσήμερο. Νάτην εδώ μ΄ όλα τα σύνεργα του σώματος
ίσκιοι θηλών μικρές φωνές μέσα στη νύχτα όπως διαβαίναμε την άλ-
λην όχτη τα χαλίκια το νερό κι οι ζάρες του νερού και το κλαδί το χέ-
ρι της  το νιώθω ακόμη σήμερα στον ώμο μου τη μοναξιά ετοι-
μάζοντας έφυγε και λυτρώθηκε τάχα από τι; πες μου να μάθω.
Απ΄ το κορμί; από μένα; από το θάνατο; Νυχτώνει. Ακόμη μια φορά.
Κι η γνώση μου μηδέν
                                      από τούτο
                                      το όνειρο.


Αποσπάσματα μπορείτε να διαβάσετε και : http://elpenor.gr/index.php/2013-11-22-13-17-34/25-2013-11-22-13-32-00/67-1961

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ποιητική Συλλογή του Τάκη Σινόπουλου (1961) (Απόσπασμα) Β΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1962


Η εκδοχή της Ιωάννας

Θέλω να καταλάβετε πως μ΄ έχτισαν.
Κι αυτός. Κι η μάνα του. Κι οι πράξεις μου.
Με πέτρες και με βράχια απανωτά. Διψούσα. Τούλεγα
δώς μου νερό. Δεν άκουγε. Μου κοίταζε
το πρόσωπο άφωνος. Πονούσε. Τόψαχνε μ΄ απόγνωση
λες κι ήταν έρημο. Πες μου τι γύρευε από μένα και
τα λόγια του μοιάζανε μ΄ απειλές σα νάχα μόνο εγώ
το μόλεμα μες στο αίμα μου. Δεν καταλάβαινα.
Κι είχα αποκάμει πια με τους ατέλειωτους αγώνες. Τούλεγα.
Φυλάξου Κωνσταντίνε! Οπως το φως
του λύχνου συντηρείται ακόμα στο φυτίλι αφού
στεγνώξει όλο το λάδι στο βυθό. Ή σαν τους ήχους
που έφυγαν από τ΄ όργανο κι όμως ακούγονται
πολύν καιρό μες στην ακοή. Του τόλεγα.
Κάτι θα τρίξει όταν ξεντύνεσαι και βγάζεις το πουκάμισο.
Κάτι θα σπάσει στο εσωτερικό. Μια αθέατη κραυγή
το απόγευμα θα σβήσει στης καμπάνας το αντίλαλο.
Του τόλεγα. Μεγάλα νύχια μαύρα αμετακίνητα
θα κρεμαστούν πάνω στον ύπνο σου. Και δε θα φύγουνε
ποτέ.

Είχε πεθάνει τότε το παιδί μας. Το κοιτάζαμε
στα μάτια να κρατήσουμε την τελευταία του κίνηση. Κι εκείνο
απομακρύνονταν σαν αύρα νόμιζες
εξατμιζόταν όσο το κοιτάζαμε. Την άλλη μέρα και
την άλλη ο Κωνσταντίνος βασανιζόταν από παράξενα
τινάγματα σαν ένα
πουλί που κάθεται στην καπνοδόχο κι ο καπνός
το διώχνει. Ωσπου φαγώθηκε το πρόσωπό του απ΄ το χαμόγελο
το ασάλευτο. Κοίταξε τώρα
μ΄ ακούει και κρύβει τα μεγάλα σύννεφα τα μάτια του.

Τα επίπεδα τ΄ απανωτά όπου ζούσε
τον σακατεύανε. Κι όμως ταξίδευε μονάχος στον αέρα.


Η εκδοχή του Κωνσταντίνου

Είμαι ένας άντρας μέσα στο κορμί μου περιέχω τον εαυτό μου που
με περιέχει ταυτότητά μου το μηδέν γυναίκα μου η Ιωάννα ανά-
μεσα μας η νύχτα μια νύχτα ο κήπος έλαμπε κάτω απ΄ τα πόδια μας
και τούτο έμοιαζε τόσο αληθινό πιο αληθινό όταν ο κήπος έσβησε
το φως αντέχει μέσα μας συνέχεια της Ιωάννας η βλάστηση το
κεφάλι της βαρύ αστερωμένο πάντα μ΄ απειθάρχητα μαλλιά τόσο
πικρό

                                      για να σωπαίνει
                                      και να θυμάται.

Ητανε μια απειλή που δεν την έγραφε ο κανόνας. Οπως την πρώτη
φορά που αρχίνισε ν΄ ασπρίζει γιατί φωνάζει γιατί σέρνεται μες
στην αυλή μου ο γείτονας καμιά μέθη πιά και το κορμί της έρημος
και το κορμί ξερό κι η κάθε μέρα που έφευγε καλύτερα να μου ξε-
ρίζωναν

                                     ένα κομμάτι
                                     κρέας.

Ετσι πήγα με πέντε μονάχα φτιασιδωμένες αισθήσεις μέσα στ΄ αφώ-
τιστα χαλάσματα ολοένα ψάχνοντας πονώντας και γυρεύοντας δι-
ψώντας και διψώντας από το πάτωμα έσταζαν νερά και το κακό
δυνάμωνε και το μυστήριο γλίστραγε απ΄ τα δάχτυλα πως είναι κα-
μιά φορά τα χείλια στη λασπουριά της λίμνης ψάρευα κάποτε στην
πατρίδα μου ακόμα νέος και λαμπερός μαύρα μονόξυλα, γκρίζο νερό
τα μπράτσα αχνίζοντας όπως έσκαγε ο ήλιος έλα μου φώναξες ένα
τεράστιο ζωντανό φυτό σαλεύοντας
      
                                   μέσα στη μήτρα
                                       του πρωινού.

Κι εκεί κοντά παραμόνευε ο θάνατος η αιχμή του μπαίνοντας κάθε
μέρα μολεμένη στο κορμί όμως το μυριζόμουν και πάλευα να ξεφύγω
τόξερα εκεί δε θάτανε κανείς μονάχα πέτρες και σιωπή στο σκούρο
φως κοίτα με Κωνσταντίνε είμαι όλη φως.

                                        ως πότε
                                        θα ξέφευγα;

Τότες η Ιωάννα αναδεύονταν στρέφοντας το κορμί της απ΄ το μέγα
στόμα του ύπνου πουλιά πετούσαν απ΄ τα χέρια της ένα μακρύ ποτάμι
από πουλιά πάνω στο ρεύμα κράζοντας γιομάτα με ήλιο δυνατές φτε-
ρούγες λάμπανε και φεύγανε γιατί μου σφίγγεις έτσι τα όνειρά μου
φώναζε μες από τις καταπαχτές άκουγα τη φωνή κι ανέβαινα με-
μιας αδύνατο να μείνω άλλο είπα άσε στην άκρη τα αίματά σου
τώρα σκοτίστηκα.

                                 Ο ίσκιος στο σώμα
                                  μισοϊδωμένος
                                απρόσιτος.

Είσαι ένας ανόητος παπαγάλος μουρμούρισε εκείνη ξανακοιμήθηκε
ας μπούμε καλύτερα στον πρώτο μας κόσμο είκοσι χρονώ και περπα-
τήσαμε και σταθήκαμε δεν είχαμε καιρό έλα μου φώναξες κοίτα μου
φώναξες είμαι όλη φως. Βοσκήσαμε έκτοτε σε δύστροπο δάσος πολ-
λές φορές το μαύρο μάτι πάνω μας πολλές φορές
                                       ο θάνατος
                                       η ακατανόητη νύχτα.

Ετσι η Ιωάννα κόπηκε στα δύο μήτε κατάλαβε τίποτα το δικό μου
κορμί διπλωμένο σα φόδρα στο κορμί της μη δαιμονίζεσαι έλεγε
δεν αποκρίθηκα όχι ήθελα να πάω έξω από τούτο το σπίτι κάτω
στην αυλή δεμένα τα σκυλιά δε γαύγισαν και πήγα και νά με τώρα
                                            μαύρος
                                            και φαγωμένος.

Μάζεψε το κορμί της κι έφυγε. Υστερα ο χτύπος της καμπάνας
ράγισε τ΄ απομεσήμερο. Νάτην εδώ μ΄ όλα τα σύνεργα του σώματος
ίσκιοι θηλών μικρές φωνές μέσα στη νύχτα όπως διαβαίναμε την άλ-
λην όχτη τα χαλίκια το νερό κι οι ζάρες του νερού και το κλαδί το χέ-
ρι της  το νιώθω ακόμη σήμερα στον ώμο μου τη μοναξιά ετοι-
μάζοντας έφυγε και λυτρώθηκε τάχα από τι; πες μου να μάθω.
Απ΄ το κορμί; από μένα; από το θάνατο; Νυχτώνει. Ακόμη μια φορά.
Κι η γνώση μου μηδέν
                                      από τούτο
                                      το όνειρο.



Αποσπάσματα μπορείτε να διαβάσετε και : http://elpenor.gr/index.php/2013-11-22-13-17-34/25-2013-11-22-13-32-00/67-1961

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Ο καιόμενος

Τάκης Σινόπουλος 

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.


Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Φίλιππος

Τάκης Σινόπουλος 

 Εδώ στοχάζομαι, δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος
σε τούτη την ακίνητη κοιλάδα.
Πολλά του τάξαμε από λάφυρα κι από σειρήνες.
Μα κείνος ήτανε στραμμένος σ’ άλλα οράματα.
Μια απέραντη πατρίδα ονειρευότανε. Πού είναι το πρόσωπό σας
το αληθινό σας πρόσωπο; μου φώναξε.
Έφυγε κλαίγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Ύστερα τα καράβια εφράξανε τη θάλασσα.
Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας.
Μαύρισε το μυαλό ένα μακρύ ποτάμι το αίμα.
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Φυσάει απόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στη Λάρισα το έρημο καφενείο.
Η φάτσα του συναχωμένου γκαρσονιού κι η νύχτα σαρωμένη
Φωτιές παντού και πυροβολισμοί
μια πολιτεία φανταστική κι ασάλευτη
δέντρα πεσμένα στις οικοδομές.
Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή
ο αγώνας που σε πάει σ’ άλλον αγώνα;
Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Αμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οι σκοτεινές μέρες του ‘φταιγαν τα ερειπωμένα πρόσωπα.
Το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά.
Κι απόμεινα
Μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας
μέσα στην κούφια Λάρισα. Και τότε
ως τη Μακεδονία βαθιά σαλεύοντας ημίκλειστη
μες στο πλατύ φεγγάρι του χειμώνα
μιλώντας μόνο περί σώματος η χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα. Πέθανε
χτικιάρης ο άντρας της τις μέρες του σαράντα τέσσερα.

Το διαβάσαμε στο βιβλίο "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄τεύχος"  της Γ΄τάξης του Γενικού Λυκείου

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Νεκρόδειπνος (απόσπασμα)

Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι' έγραφα, τι είμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και

παράθυρα, καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο. Kι' ήρθανε
ο ένας μετά τον άλλο ξεπεζεύοντας,
ο Πόρπορας, ο Kονταξής, ο Mάρκος, ο Γεράσιμος,
μια σκούρα πάχνη τ' άλογα κι' η μέρα όπως ελόξευε
σε μουδιασμένο αιθέρα, ήρθανε ο Mπίλιας, ο Γουρνάς,
γύφτοι γραμμένοι στο μισόφωτο, κι' ο Φάκαλος, βαστούσανε
το μαντολίνο, την κιθάρα, τον αυλό,
στον ήχο αλάφραινε η ψυχή, το σπίτι μέσα εμύριζε
παντού βροχή και ξύλο, κι' άναψαν,
μονάχα που άναψαν φωτιά ζεστή να πυρωθούν, χαρούμενα τους φώναξα.

Ήρθε ο Σαρρής, ο Tσάκωνας,
ήρθε ο Φαρμάκης, ο Tορέγας, ο

Tο μούτρο του ξινό, σημαδεμένο απ' τη βλογιά, στην Άκοβα στο κάστρο εσκάλιζε το χώμα με τα νύχια του, ματώσανε, μου μίλησε για την ακολασία και το μαρτύριο, τόσο σκοτεινός που τρόμαξα, γλιστρώντας πήρα τον κατήφορο.

Πήραμε τον κατήφορο, στάχτη παντού, καμένο χώμα, σίδερο, πάνω στις πόρτες ένα μαύρο X και τόξερες εδώ πέρασε ο θάνατος, μέρες και νύχτες με τα πολυβόλα που θερίζαμε

κι' άκουγες ωχ και τίποτ' άλλο. Kι' ήρθανε

πολλοί. Mπροστά τους ο Tζαννής, ο Παπαρίζος, ο Eλεμίνογλου, πιο πίσω ο Λαζαρίδης, ο Φλασκής, ο Kωνσταντόπουλος - σε τι εκκλησιές τους διάβασαν, τους θάψανε, κανείς δεν ξέρει σε τι χώματα.

Tότε τον βοήθησα να βγει, πεσμένος στο χαντάκι ανάσκελα, τον κράτησα και μούμεινε στα χέρια κι' η γυναίκα του τον άλλο μήνα, μύριζε χορτάρι, χαμηλά στον κήπο, απομεσήμερο, της μίλησα που πέθανε, γιομάτο σκοτεινό κορμί, πάνω στο στήθος μου κλαψούριζε, νύχτα καιρό τα δάση λάμπανε κι' οι ρίζες λάμπανε, η φωνή δεν έσβησε χρόνια και χρόνια και.

Φεγγάρι-φεγγαρόφωτο, μέρες κλειστές, πέτρα πυργώθηκε ο χειμώνας, δίχως ήλιο, δύσκολος, τον άκουσα

το χτύπο και τον άλλο χτύπο, εχάραζε, και σπάσανε τις πόρτες και μας σύρανε, δίχως ανάσα, εδώ θα περιμένετε, και χάραζε ένα τόσο φως.

Ήρθανε γέροι και παιδιά.

Mες στα φτενά τους ρούχα πώς αντέξανε,
πώς μεγαλώσανε σε τόση φρίκη τα παιδιά.
Oι γέροι τρίζοντας, ψηλότεροι απ' το σώμα τους.
Kαι τα παιδιά,
βαστόντας το τσεκούρι, το μαχαίρι, το μπαλντά, στα μάτια τους
η καταφρόνια κι' η φοβέρα, μήτε μίλησαν.

Xαντάκια, σκουπιδότοποι, μαύρες μανάδες ολολύζοντας, ποιον σκότωσες εσύ, ποιον σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε;

Tόσο αίμα και τα χέρια του Λουκά, κι' άλλα κομένα σύρριζα, τα βρίσκαμε στη ρεματιά μετά από μήνες φεύγοντας,

σήμερα εδώ, τη νύχτα αλλού,

φονιάδες, καταδότες, κλέφτες και μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραίοι και μαγαζάτορες

κι' άλλοι πολλοί καβάλα στον καιρό κι' ανάμεσα

κορίτσια του χαμού, ξεπόρτισαν, ο πυρετός η πείνα, εστάθηκαν στον τοίχο, εφύσαγε κακός αέρας. Kι' ήρθανε

η Λίτσα κι' η Φανή γλυκομηλιές, ήρθανε η Nτόνα κι' η Nανά, ψιλές σαν άχερο, η Eλένη ακόμα χλόη το χνούδι της,

δάφνες, αγράμπελες, μυρτιές
μικροί χαμένοι ποταμοί.

Kι' ένα πρωί,

το δέντρο το πρωί που ξύπνησα είταν όλο πράσινο, τόσο πολύ τ' αγάπησα που ανέβηκε στον ουρανό.

Kι' εκεί ήρθανε πουλιά, της ευφροσύνης, του ήλιου, γιόμισαν τον τόπο με φτερά και χρώματα, περλεκαμοί κι' άλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι και νυφούλες και,

δώρα του Θεού, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέχεια το γλαυκό. Kι' ανάμεσά τους ήρθαν

ο Γιάννης ο Mακρής, ο Πέτρος ο Kαλλίνικος, ο Γιάννης ο κουτσαίνοντας.

Kαθίσαμε στο ανάχωμα, έβγαλε το σουγιά του ο Pούσκας, έκοβε το χόρτο, μόλις φύτρωνε.

Kι' ο κάμπος καταχνιά. Kι' ερχόταν άνοιξη, την άκουγες. Mια πόρτα και το ξύλο της εμύριζε ουρανός.

Ήρθαν οι μέρες του σαράντα τέσσερα
κι' οι μέρες του σαράντα οχτώ.
Kι' από την Πελοπόνησο ως την Λάρισα
βαθύτερα ως την Kαστοριά,
πάνω στο χάρτη μαύρο μόλεμα,
η Eλλάδα σύντομη ανασαίνοντας -
Πάσχα στην έρημη Kοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι έμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
το σκοτεινό ποτάμι.

Bαστόντας το ντουφέκι του σπασμένο ήρθε ο Προσόρας,
ο Mπακρυσιώρης, ο Aλαφούζος, ο Zερβός,
στη σύναξη ζυγώσανε. Kοιτάχτε, εφώναξα, κοιτάξαμε.
Tο φως πλημμύρα, ο καρποφόρος ήλιος
μνήμη των αφανών. Tα χρόνια πέρασαν, ασπρίσαμε, τους έλεγα.
Ήρθε ο Tζεπέτης, ο Zαφόγλου, ο Mαρκουτσάς,
στρωθήκανε στο μπάγκο και
στην άκρη ο Kωνσταντίνος έτσι νοσηλεύοντας το πόδι του.

Σιγά-σιγά οι φωνές γαλήνεψαν.

Σιγά-σιγά, όπως ήρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε το λαγκάδι, αέρας, χάθηκαν.

Στερνή φορά τους κοίταξα, τους φώναξα.

Στο χώμα εχώνευε η φωτιά κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε -

Πώς μ' ένα αστέρι η νύχτα γίνεται πλωτή.

Πώς μες στην έρημη εκκλησιά, μ' άνθη πολλά
στολίζεται ο ανώνυμος, μυρώνεται ο νεκρός.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Ο καιόμενος



Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απʼ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στʼ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Επίκληση στον ήλιο της Ελένης

Λάμψε Ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας,
λάμψε εδώ·
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά της στάχτης.
Λαβωμένο φως να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση, Ήλιε.
‘Ηλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές κινήσεις
των μαστών των πράσινων,
στην περιφέρεια του αδυσώπητου φιλιού,
στον κύκλο αυτής της τρομερής γυμνότητας.

Λάμψε Ήλιε των νεκρών ποιητών.
Αχτιδοφόρος Ήλιος της Ελλάδας είναι τώρα εδώ,
στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου,
στον ηττημένο από τη μέθη του κακού παραμυθιού. Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,
πάρα πολύ πικρά, που δεν υπάρχουν.

‘Ηλιε, λάμψε Ήλιε της φανταστικής Ελλάδας, η πολυάνεμη,
η κόμη αυτή πολυάνεμη που κατεβαίνει
ως τις ρωγμές του σώματος
βαθύσκιωτη ανεμίζοντας,
σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς κι’ οδύνης.

 Ω, καθάρισε της ανηφορικής Ελλάδας.. Ήλιε,
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων,
Ω, του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου.. Ήλιε,
πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται,
χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα τα μέλη,
αστείρευτοι οι μηροί.
Λάμψε Ήλιε.. της νεκρής Ελένης.
Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.
Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.
Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου·
κι’ εδώ στα δώματα η κραυγή μυρίζει ακόμα
τον έρωτα Γαρύφαλλα, γαρύφαλλα
κηρύχνουν άλλη μια φορά μια ματωμένη ανάσταση.
Το πρόσωπο – αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.

‘Ηλιε, λάμψε Ήλιε
των μηρών των ξάστερων της ζωντανής Ελένης,
Ω, μετέωρο πνεύμα, δικαιοσύνη του φωτός
πυρπόλησε το κέντρο το νωπό
των τρομερών κοιλάδων
κι’ ας ζήσει μόνο ο  λ ό γ ο ς  ο γυμνός
που ξέρει
ποιες παραισθήσεις.. ποια όνειρα..
ποιες αναμνήσεις αθεράπευτες
ποια δίψα μ’ έφερε ως εδώ,
τον έρωτα να δέσω.. και το ποίημα
τούτο το παράφορο
με την νεκρήν Ελένη.

Το σώμα και το μηδέν

Ονειρο διπλωμένο στ΄ όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των δασών τα αινίγματα
τις αίθουσες των δέντρων.

Ναι μοναξιά
κι ένα κορμί
γεμάτο με ησυχία και μηδέν.

η ποίηση της ποίησης (απόσπασμα)

Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα και προβολή σε μια πραγματικότητα που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε, μέσα σε μια άξαφνη στιγμή που θα ‘ναι τότε όλος ο χρόνος.
 
Αν ζει, αν υπάρχει ακόμα η ποίηση, τούτο το χρωστάμε σε ‘κείνη την ασήμαντη, την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς και της άμυνας των ανθρώπων.
 
Την ώρα που παλεύω μ’ ένα ποίημα κανείς καθρέφτης δεν υπάρχει για να ιδώ
τη μεταμόρφωσή μου.
 
Η αναζήτηση τής αλήθειας ή του θαύματος
πέρα από την τυπική χρήση των λέξεων,
σε ωθεί  σ’ αποκαλύψεις που ποτέ
δεν υποπτεύθηκες, σχέσεις της μνήμης
και του χρόνου με το σώμα σου, αναγκαιότητες
των σπλάχνων σου, ξεριζώματα

απ’ την ίδια σου την ύπαρξη τόσο οδυνηρά,
που τότε μόνο νιώθεις πως οι λέξεις
και τα πράγματα ζούνε μιαν αυθύπαρκτη ζωή
και σε πείσμα της νομιμότητας
αναζητούν μια καθαρότερη έκφρασή τους.
 
Μιλώντας τόσο πολύ για την πείνα,
ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί.
Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια χαίρονται
τρομαχτικές ελευθερίες.
 
Ελάτε να πετάμε πέτρες,
να περάσουνε τα χρόνια.
 
Όταν ενύχτωνε, τα ποιήματά του μου θυμίζανε
δωμάτια φωτισμένα με κεριά,
όπου οι λέξεις κυκλοφορούσανε σα γέρικες
αφηρημένες υπηρέτριες.
 
Καμιά φορά μέσα στ’ όνειρο, οι λέξεις
φωτίζονται από ένα παράξενο φως,
αλλάζουνε ρυθμό και σημασία, ανοίγουν
σα λουλούδια σκοτεινά, γίνονται πόρτες
για τον ουρανό και για τον κάτου κόσμο.
 
Φίλε ποιητή, αν τα ποιήματά μου
συναντηθούν με τα ποιήματά σου, χαιρετιούνται
με συγκατάβαση, παράξενες μορφές
που η καθεμιά τους νομίζει πως η άλλη
φοράει ρούχα αταίριαστα με τη φύση της.
 
Ωραίο βράδυ απόψε.
Τα κλαδιά, το φεγγάρι.
Μεγαλώνουν οι κάμποι.
Θα μας φάνε οι κάμπιες.
 
Πίσω απ’ το ποίημα υπάρχουνε διάδρομοι,
υπάρχουν αξεδιάλυτοι χώροι σιωπής
κι εκεί οι λέξεις είναι μαύρες, σαλεύουν
πέρα – δώθε, κρατώντας με τα χέρια
τον κομμένο τους λαιμό.
 
Διάφανο πρωί, γεννημένο από μια νύχτα – καταχνιά.
Ατμόσφαιρα πάμφωτη, αλαφριά,
ερεθιστική. Ένα δέντρο σφυρίζει,
ένα φύλλο γαληνεύει την καρδιά των πουλιών,
ένας αόριστος άνεμος γεμίζει το δρόμο
με γελαστά πρόσωπα που έρχονται και φεύγουν.
Μέσα στο κορμί σου εξατμίζονται
μια – μια οι επώδυνες αισθήσεις.
Η μικρή τραγωδία της νύχτας κλείστηκε
κιόλας σ’ ένα σιωπηλό σεντούκι με αναμνηστικά.
Μόλις θυμάσαι κάτι απ’ τον
ξερό ήχο του ρολογιού και τον πάταγο
της πόρτας που έκλεισε. Όλα χάνονται
μέσα στη ρυθμική γαλήνη του ήλιου.

Χώρα φανταστική του πρωιού και τίποτα
από τα φαντάσματα που χτες ονομάζονταν
γεγονότα.
 
Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων,
τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά
και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει
παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ
δε θα πυρποληθεί.
 
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και σε ‘μένα
υπάρχει ο μύθος της πραγματικότητας,
όπου τα πράγματα χαίρονται την παράλογη
πλευρά τής ύπαρξής τους.
 
Του φώναξα πως ήτανε γυμνός και μου
αποκρίθηκε πως φόραγε τη γύμνια απάνω
από τα ρούχα του.
 
Όταν θα βασιλέψω ανάμεσα τού δέντρου
και τού ποταμιού, το ποίημα θα ‘ναι πράσινο.
 
Αυτός επάλευε με τα βουνά. Λοιπόν, τον
καταβρόχθισαν οι λάκκοι απ’ έξω από το
σπίτι του.
 
Για κάθε ποίημα ισχύει ένας κανόνας.
Ό,τι κυκλοφορεί σε πρώτη αίσθηση, σαρώνεται
από μιαν άλλη αίσθηση που φέρνει
στην επιφάνεια εκθαμβωτικές αποκαλύψεις.
 
Κι όλα του τα ποιήματα ήτανε αυτή η
αυξανόμενη πραγματικότητα του θανάτου
τού σώματος μέσα σε μια φοβερή εμπλοκή
σχέσεων με το χρόνο, πτώσεων, συμβιβασμών
και θριάμβων.
 
Φίλε ποιητή, μιλάς μια γλώσσα που γιομίζει
την κάμαρα με χώματα. Λοιπόν,
θ’ ανοίξω το παράθυρο για να μπουν τα νερά
και τα ψάρια.
 
Άσπρη πέτρα κάτασπρη,
την πετάς στον ουρανό,
έτσι έρχεται το βράδυ.
 
Εκείνη η μέρα ήτανε ένα αθόρυβο κύλισμα
τής αιωνιότητας μέσα στ’ αυλάκια
του χρόνου. Τα δέντρα γεννούσαν εκατομμύρια
πουλιά. Κανένα σύννεφο, κανένας θάνατος.
Όλοι ανέβαιναν να γιορτάσουν
στα βουνά κι οι κλέφτες τού έρωτα λιποθυμούσαν
μες στην έκσταση.
 
Κάθε φορά που σκέφτομαι, μεταμορφώνομαι
σ’ ένα πουλί που ξέρει μόνο από κελαηδισμούς.
 
Μονάχος με τη μοναξιά μου και τις λέξεις μου,
αγωνίζομαι να συναρμολογηθώ,
να ‘βρω ένα πρόσωπο που να ταιριάζει
με το πρόσωπό μου. Δεν ονειρεύομαι όταν λέω
πως μ’ έκοψαν στα δυο τα σύννεφα και τα φαντάσματα.
 
Ένα χωράφι κάτασπρο στον ήλιο, ένα
πουλί σκοτεινό σαν την καρδιά τής μέρας,
το σπίτι δροσερό, μέσα στην κάμαρη ανασαίνει
ένα καινούργιο δέντρο. Και πόσος ίσκιος,
πόση ποίηση, όταν κοιμάμαι.
 
Δοκιμάζοντας ένα ρυθμό καινούργιο σε
τούτο το ποίημα, αναπήδησα ξάφνου αλαφιασμένος,
σα να μου χτύπησε την πόρτα ο αναμενόμενος.
 
Οι λέξεις ματωμένες γεννηθήκανε, ταίριαξαν
τρέμοντας, κοιτάζοντας η μια την άλλη.
Τότε τα σύννεφα έφυγαν με μιας απ’ το μυαλό.
 
Κανείς δεν ξέρει ποια τρομαχτικήν ανάσταση
σχεδιάζουν αυτά τα νέα ποιήματα.
Το αίμα τους καίει τα δάχτυλα και στάζει
τώρα στα χώματα. Από τις πέτρες
βγάζουν το κεφάλι τους ανεξήγητες,
εκκωφαντικές κραυγές.
 
Με το ‘να φως με τ’ άλλο φως γινόταν
πολύ φως, γινότανε σκοτάδι.
 
Ήθελε να προσθέσει τούτη την εικόνα
και την άλλη εικόνα. Ν’ ανακατέψει κάτι
από τη σκοτεινιά της γης και την αρμύρα
τού έρωτα. Έπειτα συλλογίστηκε πως
ένα ποίημα ακούγεται καμιά φορά καλύτερα
μες απ’ τα χάσματά του και τις αποσβέσεις του.
 
Παλιό μου ποίημα, σκοτεινό κι ασάλευτο πιθάρι,
θησαυρίζοντας σημασίες από το χρόνο,
περιέχοντας τώρα ένα ήσυχο φως,
με τη γαλήνη του προστατεύοντας
τ’ όνομά μου απ’ το θάνατο.
 
Τη νύχτα τούτη μεταμορφώθηκες άξαφνα
σε δέντρο. Ο έρωτας περνούσε σφυρίζοντας
αλαφρά μέσα από τα φυλλώματά του.
Κοιμήθηκες μονάχα την αυγή. Και ‘μένα
το μυαλό μου σπάραζε σε μια τρομαχτική
ωριμότητα.
 
Χαμηλώνεις το σκούρο κεφάλι σου,
πλημμυρίζοντας τις παλάμες μου με δάκρυα.
Φτωχές παλάμες, ασυνήθιστες σε τόσο
καυτερά δώρα. Ο αέρας κρέμεται στο δέντρο
ασάλευτος κι η νύχτα τού καλοκαιριού
είναι μια χώρα που δεν κατακτήθηκε ποτέ.
 
Το μόνο κατοικίδιο ζώο που έχω τώρα,
είναι ο θάνατος μου. Κι εσύ τον τρέφεις
από ‘μένα όταν πεινάει.
 
Κάθε καινούργιος έρωτας σού δίνει ένα
άλλο πρόσωπο, σε φέρνει ν’ αντιμετωπίσεις
ακόμη μια φορά τη μοναξιά σου.
Όταν ο έρωτας φύγει, το κενό θυμίζει
χώρο εγκλήματος.
 
Μια μέρα ολάκερη δίχως κανένα ποίημα,
δίχως σταλαματιά μελάνι. Πίσω από τα
φτερά του ο ήλιος πεθαίνει και το αγαθό
βράδυ ήταν ως αργά γεμάτο δέντρα και νερά.
 
Ήσυχη συμφιλίωση με τον αέρα και το
φως, με τα πουλιά και με τα θαύματα.
Ύστερα ο ποιητής, χωνεύοντας τη σκοτεινιά του,
δίνοντας μια πνοή στα ταπεινά,
στα εξέχοντα τού βίου.

Αν

Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

Μαρία

‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνς του. Μα εκείνος
είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Περί προσώπου





Τι σκέφτεσαι;

Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.

Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ΄ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης

και το πρόσωπο τρίζει.  

Η εκδοχή της Ιωάννας



Θέλω να καταλάβετε πως μ΄ έχτισαν.
Κι αυτός. Κι η μάνα του. Κι οι πράξεις μου.
Με πέτρες και με βράχια απανωτά. Διψούσα. Τούλεγα
δώς μου νερό. Δεν άκουγε. Μου κοίταζε
το πρόσωπο άφωνος. Πονούσε. Τόψαχνε μ΄ απόγνωση
λες κι ήταν έρημο. Πες μου τι γύρευε από μένα και
τα λόγια του μοιάζανε μ΄ απειλές σα νάχα μόνο εγώ
το μόλεμα μες στο αίμα μου. Δεν καταλάβαινα.
Κι είχα αποκάμει πια με τους ατέλειωτους αγώνες. Τούλεγα.
Φυλάξου Κωνσταντίνε! Οπως το φως
του λύχνου συντηρείται ακόμα στο φυτίλι αφού
στεγνώξει όλο το λάδι στο βυθό. Ή σαν τους ήχους
που έφυγαν από τ΄ όργανο κι όμως ακούγονται
πολύν καιρό μες στην ακοή. Του τόλεγα.
Κάτι θα τρίξει όταν ξεντύνεσαι και βγάζεις το πουκάμισο.
Κάτι θα σπάσει στο εσωτερικό. Μια αθέατη κραυγή
το απόγευμα θα σβήσει στης καμπάνας το αντίλαλο.
Του τόλεγα. Μεγάλα νύχια μαύρα αμετακίνητα
θα κρεμαστούν πάνω στον ύπνο σου. Και δε θα φύγουνε
ποτέ.


Είχε πεθάνει τότε το παιδί μας. Το κοιτάζαμε
στα μάτια να κρατήσουμε την τελευταία του κίνηση. Κι εκείνο
απομακρύνονταν σαν αύρα νόμιζες
εξατμιζόταν όσο το κοιτάζαμε. Την άλλη μέρα και
την άλλη ο Κωνσταντίνος βασανιζόταν από παράξενα
τινάγματα σαν ένα
πουλί που κάθεται στην καπνοδόχο κι ο καπνός
το διώχνει. Ωσπου φαγώθηκε το πρόσωπό του απ΄ το χαμόγελο
το ασάλευτο. Κοίταξε τώρα
μ΄ ακούει και κρύβει τα μεγάλα σύννεφα τα μάτια του.

Τα επίπεδα τ΄ απανωτά όπου ζούσε
τον σακατεύανε. Κι όμως ταξίδευε μονάχος στον αέρα.

Ελένη (Απόσπασμα)



2
Τότε αναπήδησες από τη χαίνουσα
καρδιά μου πάνοπλη
με σάρκες και με φώτα.
Το αίμα μου ένα σκοτάδι ακίνητο κι ιδού.
Εσύ χυμώδης άνοιξη.
Εγώ σιαγόνα τρέμουσα
σε πείνα μαύρη.
Και τα όνειρα μου ορμήσανε - σκυλιά και πειρατές.
Και το κορμί μου - η σκόνη.

Αφθονη μέρα (απόσπασμα)



Αφθονη μέρα

6.30 π.μ.
Κάπου πιο εδώ στοχάζομαι θάναι τα κόκκινα νησιά.
Ελαμπε τ΄ ακρογιάλι μυτερό. Κανείς δε συμβιβάζονταν
με τις οξύτητες με τα γυμνά με τ΄ απερίσκεπτα χαμόγελα.
Τα πρόσωπα χανόνταν απ΄ τα μάτια μου -
δεν ήμουν σίγουρος - σ΄ ένα σκοτάδι με κοιλότητες.
Ο ήλιος ήρθε μακρύς μακρύς κατάπινε όλο το τοπίο.
Υστερα πνίγηκε χορτάτος στη φωτιά
με μια σπουδαία κίνηση. Τότε μεμιάς κολύμπησα
κι εβρέθηκα γυμνός πάνω στους ώμους της αυγής.

8.30 π.μ.
Ηρεμη λησμονιά. Σίγουρο λίκνισμα στην ύλη
πρώτη φορά ιδωμένη σήμερα σε τόσο φως. Ο δρόμος
αίθριος άνοιγε τη διχάλα του περνούσαν ίσκιοι.
Μετά από τόση ταραχή κόσμος περιστρεφόμενος
γύρω από το νερό. Αρμολογημένη η σάρκα μου
με τα κατάλοιπα της νύχτας και με τ΄ αρχικά
στοιχεία της σύνθεσής μου ισοδυναμεί με 8.30΄.
Αρχίζοντας πάντα τελειώνουμε την ώρα τούτη -
συγκέντρωση και διασπορά ένα νόμισμα με δύο πλευρές.

2.30 π.μ.
Α, προπαντός δροσιά! Και στόχαση μέχρι θανάτου.
Ο θάνατος και το νερό γεννήθηκαν την ίδια μέρα.
Κι εγώ είμαι εδώ για να μιλώ να γίνομαι ορατός.
Τα σώματα που με βασάνισαν λάμπουν εξόριστα έξω.
Μα το δικό μου τόκλεισα στων γεγονότων τη σειρά
και το λησμόνησα. Το βρέχουν όμως τα όνειρα. Και πρέπει
με κάθε τρόπο να κωπηλατήσω. Να υπολογιστεί
το ανέβασμα και το κατέβασμα από τ' άλλο μέρος
του σκοταδιού - σωσίβια και στόχαση περί θανάτου.
Α, προπαντός δροσιά και στόχαση περί θανάτου.
Κι ύστερα ας κρατηθούν ψηλά τα λόγια που επιπλεύσανε.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.