Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Αρτεμις Βαζιργιαντζίκη (μικρή αναφορά)


Αρτεμις Βαζιργιαντζίκη  γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. 
Ποιήματα της, διήγηματα και παραμύθια έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά        
περιοδικά, ανθολογίες και    ιστοσελίδες. Εκτός από την ποίηση , έχει ασχοληθεί κατά καιρούς με διάφορα είδη τέχνης, όπως θέατρο, κινηματογράφο, ζωγραφική και κεραμεική.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Οι τσιγγάνοι




Ήρθαν απ’ το Τολέδο με το βοριά. Τους βλέπεις; Χορεύουν. Τα μαλλιά τους μαύρα φύκια. Τα
μάτια τους σίδερο καυτό, γίνονται ένα με τον πύρινο δρόμο. Τα κόκαλά τους λιώνουν στην καυτή
άσφαλτο, μ’ ένα ρυθμό που αδράχνει το ατσάλι.
Ακούς τα καμπανάκια που χτυπούν,  ραμμένα στις φούστες των γυναικών; Τα μωρά τους
βυζαίνουν αλάτι. Τα δάχτυλά τους φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Κάθε μακρινό μονοπάτι είναι
φτιαγμένο για τα βήματά τους.
Μην αμολήσεις τα σκυλιά. Όταν επιστρέψεις θά’ ναι ξανά εδώ. Θα δεις τις φωτιές ψηλά στον Αη-Γιώργη. Θα σε περιμένουν να σου δείξουν το δρόμο, με πόδια βρεγμένα απ’ του Σεπτέμβρη τις
βροχές. Οι τσιγγάνοι είναι ο άνεμος. Οι τσιγγάνοι είναι εσύ.

Ματίλντα




Πάλι κοιμάσαι στη μέση του δρόμου.
Το αυτί σου γίνεται ένα με τους ήχους της νύχτας. Το ένα σου μάτι ψάχνει κάποιο απειλητικό
φως.
Τ’ αστέρια αντανακλούν στο περιλαίμιό σου,  φτιαγμένο από φεγγαρόπετρες.
Αν ζήσεις σήμερα, δε θα πεθάνεις ποτέ.
Τρύγησες την ευτυχία του ύπνου μια μέρα με ήλιο, μια νύχτα με βροχή.
Τα κουνάβια ρουφούν τ’ απόνερα από τις λακούβες της ασφάλτου με λαιμαργία. Σε κοιτούν,
κουνάνε το κεφάλι και κρύβονται στις τρύπες τους.
Από μακριά το βαρύ βουητό του φορτηγού. Εσύ απλωμένη στα γατοχώραφα όπου φυτρώνουν
χιλιάδες σαρδέλες.
Θα ζήσεις; Σήμερα είναι τώρα.
Μάζεψε την ουρά σου, Ματίλντα.

Νεκρές θάλασσες: Ποιητική Συλλογή της Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη (Μανδραγόρας, 2010) (μικρό απόσπασμα)

Μέδουσα 

Σταθήκαμε απέναντί της
ελπίζοντας με μια ματιά
να μας πετρώσει∙
άλλο τρόπο δεν είχαμε
να μας θυμούνται.




Πηνελόπη

Ίσως
να τον περίμενα ακόμη.
Αν δεν είχα χαθεί
μέσα στους υγρούς λαβυρίνθους
του πόθου τους.

Μισό άγουρο δαμάσκηνο

Ναι. Σαγαπώ. Πάντα σ’ ονειρευόμουν.
Κυλούσε στις φλέβες μας το ίδιο άλικο αίμα. Των τσιγγάνων.
Μαύρα άλογα μεσ’ στην πυκνή ομίχλη.
Έκοψες μισό άγουρο δαμάσκηνο. Και μου το πρόσφερες.
Εγώ έγλειψα τις ρίζες των μαλλιών σου. Στα ριζά του βουνού που καθόμασταν.
Βρέχαμε στο ποτάμι τις πατούσες μας.
Το ποτάμι που κύλαγε βραχνά.
Κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει.

Πες μου κι’ εσύ.
Πως μ’ αγαπάς.
Πως με χρειάζεσαι.
Πως όταν με πάρει η γη δε θα κλάψεις.
Θα χορεύεις άγρια.
Μ’ ένα τριαντάφυλλο κόκκινο.
Στ’ αριστερό αυτί.


Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις

Ηριγόνη

Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις


Κοπάδια μαύρα άλογα καλπάζαν στην ομίχλη.
Μπλεχτήκανε στις φυλλωσιές τα πύρινα μαλλιά σου.
Ένα ξεφάντωμα φωτιάς, αίματος και δακρύων.

Ξεπέζεψες

Τά’κοψες σύρριζα μεμιάς, καταμεσής στον σβέρκο.
Χάιδεψες την ανάσα σου, πλεγμένη σε στεφάνι.
Τριχιά ξοπίσω σου έσερνες μακριά, στο μονοπάτι.

Ξυπόλητη

Τ’ αγκάθια μπήγονταν βαθιά μεσ’ στις λευκές πατούσες.
Βελανιδιές, φτελιές, οξυές, έλατα και σημύδες.
Δέντρα που στις κουφάλες τους τα ξωτικά ξωμένουν.

Προχώραγες

Δάσος υγρό, πολύχρωμο, ο σύντροφος στον πόνο.
Πουλιά που σε κοιτάζανε με βελουδένια μάτια.
Κάποιοι αποκεφάλισαν χιλιάδες μανιτάρια.

Τους βρήκες

Λαιμοί τραχιοί, σε ξέφωτο ύπνο βαθύ εκοιμόνταν.
Ήτανε μάλλον το κρασί του Διόνυσου που ήπιαν.
Μία τριχιά από μαλλιά πυρόξανθα φορέσαν.

Την έπλεξες

Τους έσφιξε σα μέγγενη και τη λαλιά τους πήρε.
Μετά, τους έκοψες ευθύς σ’ ασύμμετρα κομμάτια.
Τα μοίρασες στα όρνεα που κατοπτεύαν πάνω.

Τα σκόρπισες

Ευθύς τα καταβρόχθισαν ̇  δεν έμειν’ ούτε ίχνος.
Κανείς να μην τους θυμηθεί, κανείς να μην τους θάψει.
Όπως αυτοί που πέταξαν το δόλιο τον πατέρα.

Έκλαψες

Σε ξεροπήγαδο βαθύ, μόνο με την σκιά του.
Τον κηπουρό, που άνθρωπο δεν έβλαψε κανένα.
Ένας κρατούσε το τσαπί, κι’ ο άλλος το δρεπάνι.

Έψαξες

Τον βρήκες και τον έθαψες ̇  ας ειν’ καλά η Μαίρα.
Που ήρθε και σου τράβαγε επίμονα τα ρούχα.
Άρχισες άγριο χορό, εκεί πάνω στον τάφο.

Σύρθηκες

Μία τριχιά από μαλλιά πυρόξανθα, την πήρες.
Την έπλυνες σε μια πηγή, κει δίπλα στο ποτάμι.
Αφού δεήθης στους θεούς, κρεμάστηκες στο δέντρο.

Αιωρείσαι

Άλλο δεν άντεξ’ η πνοή, σκόρπισε σαν αιθέρας.
Πουλί που πέταξε μακριά, στου ορίζοντα τα βάθη.
Ένα αστέρι μοναχό, το Άστρο της Παρθένου.

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Ελένη

Η καθαρότητα τ’ ουρανού αντιφεγγίζει το πρόσωπό σου, Ελένη.
Σιωπηλοί περιμένουμε το μεγάλο κύμα. Ήρθε· μας ρούφηξε με αδηφάγα ορμή· εγώ προσπάθησα να σε κρατήσω· σύρθηκες και τρίφτηκαν τα πετράδια του γιαλού στ’ απαλό σου δέρμα· δε μπόρεσες ν’ αντέξεις· στα χλωμά λιβάδια των ερώτων μας μου έμεινε μια τούφα*
μια τούφα από τα φιδίσια σου μαλλιά
που την κρατώ με προσμονή
με νοσταλγία
σ’ ένα συρτάρι
κάθε που προβάλλει\μου αναστατώνεται το σύμπαν.

Κάθε βράχο που συναντώ, κάθε καινούργια πατρίδα, ρωτώ για σένα.
Για σένα Ελένη
που δεν άντεξες
κλεισμένη σ’ ένα μοναδικό παλάτι, μ’ ένα μοναδικό βασιλιά για εραστή.

Ήθελες να σ’ αρπάξουν
ήθελες
ήθελες ν’ απογειωθείς προς τις ουράνιες σφαίρες,
προβάλλοντας τα πολλαπλά σου είδωλα.
Το είχα καταλάβει από τον τρόπο
που πετούσες την μπάλα
μικρή σαν ήσουν·
κι’ έκανες δήθεν πως θα τη ρίξεις αλλού μα την έριχνες προς τις πηγές·
εκεί, στη σκιερή σιγαλιά των σπηλαίων δεν άφηνα ούτε σταγόνα να πέσει κάτω στη γη
υγρά μονοπάτια των δακρύων που χάραξαν με όνειρα τους τοίχους, τις πέτρες, τα βρύα
μετά λουζόσουν λύνοντας την κορδέλλα απ’ τα μαλλιά
εγώ έπεφτα παραληρώντας γι’ αυτή τη στυγνή αποκάλυψη που μου θάμπωνε τα μάτια.

Χρόνια κλωθογυρίζω μέσα στις στάχτες σου Ελένη.
Στάχτες που σκόρπισαν τα πετεινά τ’ ουρανού, τα όρνεα με μυτερά τα ράμφη,
μη καταφέρνοντας να διασώσουν ούτε ένα από τα είδωλά σου.

Ήσουν η αρπαγμένη και η άρπαγας ταυτόχρονα.
‘Ηπιες τόσο αίμα
τόσο δάκρυ
τόσος ποταμός,
δε σού’φτασε να κλείσεις
την αυθύπαρκτη πληγή της θεϊκής σποράς;

Γυρίζω πάλι στα ίδια λιμάνια
ρωτώ σε σταθμούς
τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες
που νά’σαι
αν θυμάσαι
ένα βλέμμα ερωτικό
ένα χνούδι
που αμυδρά
άγγιξες με την ελαφριά σου
πατούσα
αν θυμάσαι πόσους
περιγέλασες
πόσους
εξαπάτησες
πόσους καγχασμούς εξανέμισες
προς τους πόθους όλων μας,
όλων όσων σ’ αρπάζουμε
νομίζοντας
πως θα σε υποτάξουμε.

Γελαστήκαμε όλοι, Ελένη.
Κάθε φορά, για κάθε προσπάθεια
στη θέση σου παρουσιαζόταν
το αντίγραφο, η εικόνα, η ψεύτικη μνεία των χαδιών σου, μια Ελένη ολόιδια,
μα όχι Εσύ.

Κάθε νύχτα, μόλις προβάλλει
το σκοτάδι που κρύβει και απαλύνει τις πληγές
Σαν το λιοντάρι που βρυχάται από μακριά
σε ψάχνω με το βλέμμα.

Σ’ αναζητώ Ελένη
στα λουλούδια που μάζευες σκυφτή
για μένα τάχα
και εγώ σου γράπωνα τον κατάλευκο λαιμό και τον γέμιζα γρατζουνιές με ό,τι έβρισκα· βάτα, αγκάθια, κάκτους, μικρές πέτρες.
Εσύ καταματωμένη σερνόσουν λυσσασμένα να μου ανταποδώσεις το αίμα, να μου ξεπληρώσεις τη γνώση
των κοινών μας μυστικών.

Είκοσι χρόνια τώρα
σε ρωτώ Ελένη
που να πήγες
που να χάθηκες
στην ερημιά.



Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις

Χώμα στα Τζάμια

Κορίτσια γυμνά τρέχουν κατά μήκος της θαλάσσιας ακτής.
Όλοι τα αγαπούν και θέλουν να τ’ αγγίξουν.
Η σάρκα τους άγριο ροδάκινο, ικανό να κατασπαράξει τον οποιονδήποτε.
Μα αυτές δε σε κοιτούν.
Ό,τι αγγίξουν γίνεται χρυσάφι.
Ο ήλιος αντανακλά πάνω στα πανάκριβα γυαλιά τους.
Εσύ κοιτάς σκαλίζοντας στην άμμο το όνομά σου
πολλαπλασιασμένο.
Να φτάσει για όλες.
Παίζουν τώρα μ’ ένα δελφίνι, δήθεν τυχαία.
Τις παίρνει και φεύγει, χοροπηδώντας πάνω στα κύματα.
Σε χαιρετάνε από μακριά με χαχανητά.
Εσύ κλείνεις την ομπρέλλα.
Διπλώνεις την πετσέτα.
Φεύγεις υποκλινόμενος
στα μυστήρια που απλόχερα χαρίζει η φύση
στους αδικημένους, τους εγκαταλειμμένους.
Σ’ αυτούς που παρά λίγο να πάρουν κάτι
μα δεν το γεύτηκαν ποτέ.
Αποχωρείς
φορώντας το πλεχτό μαγιώ που σου έπλεξε με φροντίδα η μαμά σου.
Που μουσκεύει και δε στεγνώνει ποτέ.
Όπως και τα δάκρυά σου.
Σε φρόντισε καλά η μαμά σου. Τηλεγράφησέ της.
Εγώ τουλάχιστον θα’ρθώ στη δική σου κηδεία
για να εκφωνήσω βροντερά:
Ο θάνατος μετέχει
στη μέθεξη του απόλυτου.
Θα βροντοφωνάξω
θα φωνάξω με τις τελευταίες μου δυνάμεις:
Κλέφτες! Μας κλέψατε τις ζωές!
Δώστε τις τώρα πίσω!
Οι κλέφτες τότε ακροποδητί θα παρελάσουν.
Η μαμά σου, ο τροχονόμος, ο διευθυντής,
ο έφορος, ο δικαστής, ο πεινασμένος νεκροθάφτης.
Μη στενοχωριέσαι
όλοι αυτοί θα βρουν
θα σκύψουν να μαζέψουν λίγο χώμα
την κατάλληλη στιγμή.
Ως την αιωνιότητα θα θυμάσαι
αυτό τον καταραμένο ήχο
που κάνει το χώμα
όταν χτυπάει τα τζάμια
της τελευταίας σου κατοικίας.
Μου λερώσατε τα τζάμια παιδιά
μια στιγμή να τα καθαρίσω
πως κάνετε έτσι
μια στιγμή παιδιά
δεν είναι καθόλου ευγενικό αυτό που κάνετε
δεν το περίμενα ποτέ από σας.
Μα αυτοί
όλο και πετάνε και πετάνε
μέχρι να σε εξαφανίσουν.
Να μη θυμάσαι
ότι κάποτε υπήρξες
και τόλμησες να κοιτάξεις εκείνη τη μέρα τα κορίτσια.




Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.