Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αϊναλής Ζ. Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αϊναλής Ζ. Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Ηλεκτρογραφία (απόσπασμα)

Να γινόταν να ξεφύγουμε από την άπειρη έρημο
τα χείλη μας φρυγμένα
τα πόδια μας πρησμένα
τα μάτια κόκκινα από τον άνεμο και την άμμο
μέρες και νύχτες πεζοπορίας
άσκοπη περιπλάνηση
κι ούτε μια στάλα νερό να σβήσομε τη δίψα μας
να γινόταν να ξεφύγουμε απ' αυτήν την άνυδρη έρημο
αδύνατο
σκοντάφτοντας όλο σε σκελετούς πανάρχαιους καραβανιών
ξεχάσαμε τη ζωή μας
κατ' απ' τους δρόμους του ήλιου
οστά να ξασπρίζουν
περιπλανιώμενοι άσκοπα
τη νύχτα οι φλέβες μας σκλήρυναν
το τελευταίο αίμα
πάγωσε
έτσι
πεθάναμε
διψασμένοι

νιώθοντας
πρώτη φορά
να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάσταχτα
η ευθύνη

Αποσπάσματα ..(απόσπασμα)

Νύχτα Αύγουστος 
 
 ...αγαπώ το άρωμα που αναδίνει το ιδρωμένο κορμί σου μετά τον έρωτα να σε μυρίζω έτσι μ` ολάνοιχτα τα ρουθούνια αχόρταγα άπληστα στο λαιμό στις μασχάλες ακόμα ακόμα το πέος σου το χέρι της κινήθηκε χαμηλά τρυφερά επάνω στο γυμνό πέος του πεσμένο τώρα μετά τη συνουσία να στάζει γενετήσια υγρά πιο πολύ τις μασχάλες σου όμως απ` το παράθυρο έμπαινε μέσα πλημμύριζε το δωμάτιο η νύχτα αδιάκριτη καλοκαίρι πρωτεύουσα όλα τα παντζούρι` ανοιχτά κίτρινα κόκκινα φώτα περαστικά ατέρμονη περιδίνηση σ` ένα λαβύρινθο μπλε κόκκινα κίτρινα φώτα εφήμερα βιαστικά εκκωφαντικοί θόρυβοι εκρήξεις του λιμανιού ήχοι γνώριμοι μιας πόλης που κάποτε λες δεν κοιμάται ποτέ της χάιδεψε τα μαλλιά το μυαλό του την συμπαγή ολότητα της νύχτας κάτι πλημμυρισμένο κι αυτό είναι πάλι αλλού ε σου μιλώ του ψιθυρίζει αμήχανο χαμόγελο στο αυτί τα δάχτυλα του διέτρεχαν μηχανικά την πλάτη της γυμνή την ακούμπησε απαλά στο μαξιλάρι και σηκώθηκ` απ` το κρεβάτι ξεχαρβαλωμένο σιωπηλός κατευθύνθηκε έτσι γυμνός προς την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ακούμπησε με τον ώμο στον τοίχο το πορτοκαλί φως του δημόσιου φαναριού του προσέδιδε κείνη τη στιγμή μια γοητεία μυστική που ίσως και να μην είχε καθόλου περιέφερε στο δωμάτιο ένα γύρω το βλέμμα ακινητοποιήθηκε τελικά  στο αντικείμενο που φαίνεται ασυνείδητα ζητούσε ο νους με μικρά βήματ` αργά κατευθύνθηκε προς το τραπεζάκι με το πρόστυχο τραπεζομάντιλο και τα μπαγιάτικα στο ανθοδοχείο λουλούδια πήρε το πακέτο τα τσιγάρα στα χέρια του το κούνησε μηχανικά ήξερε από τα πριν πως είχε τσιγάρα σήκωσε με τον αντίχειρα το καπάκι έβγαλε αργά ένα τσιγάρο και τον αναπτήρα από μέσα έφερε το τσιγάρο στο στόμα και το άναψε προστατεύοντας απ` τ` αυγουστιάτικο μελτέμι  τη φλόγα με το αριστερό του χέρι κατευθύνθηκε με τα ίδια σίγουρα σταθερά βήματα προς την μπαλκονόπορτα ακούμπησε πάλι με τον δεξί ώμο στον τοίχο αφήνοντας ελεύθερο το αριστερό χέρι να ανεβοκατεβάζει το τσιγάρο κι εκείνη υπνωτισμένη να κοιτά το κόκκινο σημάδι ν` ανεβοκατεβαίνει μες το σκοτάδι μηχανικά πλάι στους γυμνούς γλουτούς μαρμάρινους του δυο τέλεια σκιασμένα ημισέληνα στο ημίφως χαμογέλασε αθώα νιώθοντας μια πληρότητα ακέρια και ξαναγύρισε στο φτενό μαξιλάρι κοχύλι αντηχώντας τα χιλιάδες κεφάλια που υπηρέτησε απολαμβάνοντας το ευχάριστο αεράκι που από καιρού εις καιρόν εφορμούσε στη γύμνια της να νιώθει το δέρμα της απαλό ν` ανατριχιάζει ηδονικά τις ρώγες της να σκληραίνουν και πάλι ο κόλπος της να γεμίζει υγρά αποζητώντας πάλι και πάλι ξανά τον άντρα ατέρμονα μέσα της εκείνος όμως τώρα κορέστηκε στηρίχτηκε στον αγκώνα της του χαμογέλασε πισώπλατα τελευταία φορά τα βλέφαρα σφάλισε γύρισε μπρούμυτα αγκαλιάζοντας και με τα δυο τα χέρια το μαξιλάρι σφιχτά και λυγίζοντας το δεξί γόνατο βέλος την κατεύθυνση να δείχνει όπου εκείνος τόσην ώρα κοιτούσε αφηρημένος το γερανό φόρτωνε ξεφόρτωνε εμπορεύματα πλοίο αποβάθρ` αποβάθρα πλοίο ξανά και ξανά όλη την νύχτα χιλιάδες νύχτες πόσες φορές τον φαντάστηκε προς στιγμήν να σπάει να πέφτουν τεράστια σαν σπίτια κιβώτια ξύλινα να καταπλακώνουνε τους εργάτες αισθάνθηκε έντονα πως βρισκόταν ο ίδιος εκεί έτσι γυμνός καθώς ήταν και τώρα ακουμπισμένος στον τοίχο και κάπνιζε κοιτώντας από μακριά ξαφνικά ν` ακούγεται το αποτρόπαιο τρίξιμο του ατσαλιού που σπάζει χωρίζει στα δυο κομμάτια η αλυσίδα ο εκκωφαντικός βόγκος του ξύλου π` ανοίγει πάνω στις πλάκες εκατοντάδες κομμάτια πολτοποιημένες οι σάρκες ανάκατα πάνω στην αποβάθρα τα ξύλα οι σάρκες το αίμα λεπτή γραμμή κυλά με βεβαιότητα προς την θάλασσα κραυγές στο βάθος σφυρίζει κάποιο μεταγωγικό άθελα του ανατρίχιασε σκέψου να ζήσεις λέει μετά τι ζωή μέσα στον πόνο τέτοιο που ν` ακυρώνει το ίδιο το νόημα της ζωής όχι χιλιάδες όχι φορές πάραυτα να πεθάνεις να πάρεις το μακρύ το χωρίς επιστροφή δρόμο μια και καλή και πίσω να μην γυρίσεις να κοιτάξεις ποτέ πίσω να μην γυρίσεις ή να μην είχες έρθει ποτέ το τσιγάρο έπεσ' αφηρημένος από τα χέρια του δίπλα από το πέλμα του έσκυψε και το μάζεψε δεν του ‘κανε κέφι να το καπνίσει άλλο το πέταξε κάτω απ` το στενόχωρο μπαλκονάκι το φαντάστηκε να προσγειώνεται στα μαλλιά κάποιου ανυποψίαστου περαστικού να λαμπαδιάζει ευθύς το κεφάλι του κι ύστερα ολόκληρος αρχίζει να τρέχει να τρέχει υστερικά οι φλόγες κατατρώγουν τις σάρκες του τ` αυτοκίνητα φρενάρουν απότομα συγκρούσεις  κόρνες φωνές η μυρουδιά του καμένου λάστιχου σηκώνεται απ` την άσφαλτο αναμειγνύεται με την αποφορά της καμένης σάρκας τον ορίζοντα να πληρώνει τελευταία ελπίδα οδεύει προς τη θάλασσα τρέχει βουτά στο νερό πυροσβεστική ασθενοφόρα περιπολικά κορδέλες κίτρινες ο θαλάσσιος του λιμενικού γερανός ανασύρει έν` απανθρακωμένο μαύρο κορμί έτοιμο να περάσει στην αιωνιότητα μ` ένα στόμα της αγωνίας στραβό τα δόντια λευκά να εξέχουνε αποτρόπαια άχρηστα γύρισε προς το μέρος της κατευθύνθηκε στα πόδια του κρεβατιού κάθισε πλάι στα πόδια της ακούμπησε στην κνήμη της την παλάμη του και πήρε να ανεβαίνει αργά εκείνη μες τον ύπνο της χαμογέλασε ευχαριστημένη ένα ρίγος της διαπέρασε το κορμί στάθηκε η παλάμη του στην εσωτερική των μηρών της πλευρά εκεί λίγο πιο χαμηλά από το φούσκωμα των χειλιών της κατεύθυνε τα δάκτυλα του απαλά ανάμεσα στα ζεστά της χείλη υγρά και το πέρασε σταδιακά στα μεριά χαϊδεύοντας γύρω γύρω τη πανάρχαια χαραμάδα ιερή κι ακόμη πιο μέσα τον απ` τα πριν ήδη ερεθισμένο πρωκτό κι έπειτα ακόμα ψηλότερα στη μέση χαμηλά κι έτσι ως ήτανε γυρισμένη πλακώνοντας τ` αριστερό με το σώμα της στήθος χάιδεψε με ευλάβεια τον δεξιό της μαστό αμίλητος την γύρισε με το πρόσωπο προς το μέρος του εκείνη μισάνοιξε του ύπνου τα μάτια ένα χαμόγελο άδολο έκανε την εμφάνιση του στα χείλια της τα χέρια του ανεβαίνουν όλο ψηλότερα στο λαιμό της τον υπέροχο χυτό της λαιμό κι άλλο ψηλότερα ψηλαφούνε τα χείλη της πιέζουν τα δόντια της υπέροχα γερά πάλλευκα η υγρασία από μια γλωσσίτσα παιχνιδιάρα να τα πιπιλά και πίσω πάλι στο λαιμό ξανά τυλίγονται γύρω του σφίγγουν τον σφίγγουν ασφυκτικά ολοένα πιο δυνατά στα μάτια της ο τρόμος κι η απορία η αγωνία η γλώσσα της ξεπροβάλλει από το στόμα στην κάτω γνάθο κολλημένη σφιχτά δεν μπορεί ανάσα να πάρει σπασμοί συνταράσσουνε ολόκληρο το κορμί αλλεπάλληλα ξανά και ξανά τα πόδια της τινάσσονται με βία ορμητικά τα ούρα της απόκοσμος μαύρος λεκές στο ξεφτισμένο σεντόνι γαλάζιο την κοίταξε καθισμένος έτσι ώρα πολύ σηκώθηκε δίχως να παίρνει το βλέμμα του από πάνω της για μερικά δευτερόλεπτα έσκυψε και της έκλεισε τα μάτια τον ενοχλούσε ακίνητο έτσι το βλέμμα της έριξε ολόγυρα μια ματιά άδραξε απ` την καρέκλα το παντελόνι του και πήρε να ντύνεται δίχως βιασύνη αργά έριξε άλλη μια ματιά στο δωμάτιο και βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα αθόρυβα κατέβηκε ανόρεχτα τις σκάλες βαριά σταμάτησε στην είσοδο της πανσιόν είχε αρχίσει ήδη να χαράζει εκείνο το γαλάζιο ημίφως του σύθαμπου που βαραίνει τέτοιαν ώρα τη γη τώρα το καλοκαίρι ξημερώνει νωρίς έψαξε στην τσέπη για τα τσιγάρα αρχίδια τα ξέχασα πάνω γάμα τα δεν ξανανεβαίνω τώρα κινήθηκε προς την λεωφόρο ταχαίνοντας το βήμα ελαφρά τον προσπερνούσαν δαιμονισμένα τα πρώτ` αυτοκίνητα έντομα οχληρά μιας πόλης που ότι ξυπνούσε άλλαξε πεζοδρόμιο καθώς  το  βλέμμα του εντόπισε απέναντι ένα περίπτερο που ίσως και να `τανε τέτοια ώρ` ανοιχτό έσκυψε μέσα στο μικρό άνοιγμα ο χοντρός περιπτεράς με το αθλητικό φανελάκι μισοκοιμόταν στο γαλάζιο φως μιας τηλεόρασης μικρής φορητής μου δίνεις σε παρακαλώ ένα Chesterfield το σκούρο τριχωτό χέρι απόθεσε αμίλητα το πακέτο στο άνοιγμα συνέλεξε ψηλαφιστά τα κέρματα και αποτραβήχτηκε μέσα αθόρυβα εκείνος πήρε το πακέτο και συνέχισε μες την απέραντη ερημία της πόλης παρακάτω είδε μια στάση λεωφορείων κοίταξε το ρολόι του λογικά δεν αργεί να περάσει το πρώτο πρωινό λεωφορείο κάθισε στο παγκάκι ανέβασε το αριστερό πόδι του και το ακούμπησε στο δεξί σταυροπόδι έσκισ` απ` το πακέτο το σελοφάν το τσαλάκωσε μες τη παλάμη το πέταξε χάμου κι άναψε το πρώτο τσιγάρο της μέρας στο βάθος ίσα που διακρινόταν το λεωφορείο γύρω η μέρα είχε ξημερώσει για τα καλά.  

Η Σονάτα του Kreutzer


Μέρος πρώτο: Adagio sostenuto – Presto

βασισμένο σε μιαν ανάγνωση του Толсто́й

Ήρθες γυμνή να μ’ εξορύξεις από το πέλαγο του πάθους
Κι απόμεινα μπροστά σου
Γυμνός, ανυπεράσπιστος, υγρός μέχρι του λάθους
Κι απόμειν’ η σκιά σου

Ήρθα γυμνή για να σου φέρω θάλασσα
Με πότισες αλμύρα
Ήρθα γυμνή για να σου φέρω ουρανό
Με πότισες γαλάζιο

Ήρθες γυμνή και μ’ έριξες στη θάλασσα της νύχτας
Κι απόμειν’ η φωτιά σου
Να σιγοκαίει στα σκοτεινά τον πόνο της αγρύπνιας
Κι απόμειν’ η λαλιά σου

Ήρθα γυμνή βουλιάζοντας βαθιά στην αγκαλιά σου
Μου χάρισες τη λήθη
Ήρθα γυμνή ξεχνώντας κι εκείνο τ’ όνομα σου
Και δάγκασες τη μνήμη

Γυμνή από τα ένρινα ήρθες να με λυτρώσεις του θανάτου
Κι απόμεινα μπροστά σου
Σκελετισμένος, ακυβέρνητος, σκυφτός μες τη σκιά του
Κι απόμειν’ η ματιά σου

Γυμνή από τα ένρινα ήρθα να σε λυτρώσω απ’ τα δεσμά σου
Κι απόμεινα μπροστά μου
Υπνοβατώντας ακυβέρνητη την ένοχη ματιά σου
Και κόρωσ’ η μεταμέλεια μου

Ήρθες γυμνή να μ’ εξορύξεις από το κάτεργο του πάθους
Κι ουρλιάζαν στα τοιχώματα μαύρες φωνές μπροστά σου
Και τρέχανε κατάδικοι της κόλασης φωτιές κυκλότερα κοντά σου
Κι ήμουν κι εγώ γυμνός συσπώμενος το σερπετό του δάσους

Ήρθα γυμνή για να σου φέρω θάλασσα με πότισες πλημμύρα
Ανοίγαν μαύροι ουρανοί στους κύκλους της καρδιάς μου
Και βούλιαζαν κατάσαρκα τα πλοία της αγκαλιάς μου
Κι ήσουν κι εσύ γυμνός ακέραιος ολόρθος μες το κύμα

Ήρθες γυμνή και μ’ έριξες στο κάτεργο της νύχτας
Μαύρα τα νύχια σκάβοντας βουβά της σάρκας τείχη μαύρα
Και κόρων’ η φλόγα στο κορμί να καίει σαν την αύρα
Κι έφερνε φως δειλό αυγερινό το χάραμα της μοίρας

Ήρθα γυμνή βουλιάζοντας βουβά στην αγκαλιά σου
Και στέγνωσα τα δάκρυα υδαρή στην έρημο του πάθους
Να πίνει άνυδρη αξεδίψαστα χρυσή η θάλασσα της άμμους
Υγρή τα χείλη δάγκωνα να μη πνιγώ μες τη λαβωματιά σου

Γυμνή από τα ένρινα ήρθες με σκέπασες μ’ ανασασμό θανάτου
Γυμνή από τα ένρινα ήρθα με σκέπασες το λήθαργο του πάθους
Κρυφτήκαμε κι οι δυο γυμνοί παιδιά στο βάλσαμο του λάθους
Κι έκαψε ο ουρανός φωτιά σάρκα το άρωμα του

Γυμνή από τα ένρινα ήρθες με τύλιξες τη χαραυγή της νέας μέρας
Γυμνή από τα ένρινα ήρθα με τύλιξες της χαραυγής το νέο δέρας
Αναφλεγόμασταν φωνήεντα στον οργασμό πυριφλεγή του γέλιου
Κι έκαιγ’ η άνοιξη φωτιά μες τη μεσημβρινή χαρά του ήλιου

Bitches Brew



à la manière de Miles Davis

Φόοβος φωωτιά η φρίικη μαύρη
Μαύρη κραυγή βροχήη ουρλιάζει
Μαύρα σκυλιά οι τύψεις μου σε κίτρινο ουρανό αλυχτάτε
Σπάνιες οι φορές π’ αναμετρήθηκα την ανυποταξία των δολοκτόνων
Τα κόκαλα μου τρίζανε μιαν εγγαστρίμυθη σιωπή
Και το κορμί μου πόνο
Σιώπησα τ’ άβατο ουρλιαχτό Φρικτές φωνές εντός μου
Και δεν υπήρχες πουθενά μέσα στο χάραμα του τρόμου
Στραμπούλιξα τη μνήμη μου μες τα καλειδοσκόπια σου Κρόνος
Κρίνα και νούφαρα και μιξοβάρβαρη ανυποταγή ο φθόνος
Τώρα δαγκώνω το φύλο μου
Και στάζει καύλα Άνοιξη δέντρα και φρούτα ανθηρά υγρά
Και τα χειμερινά ανάκτορα κορώνουν
Φωτιά φαφούτα κάρβουνα δόντια αραιά

Κάηκα μες την απώλεια του λόγου
Ένα-ένα ξεδιαλέγω από την τέφρα φτύνω
Τα οστά μου Γιατί πάντα ήθελα να γίνω ποιητής
Να εκδίδω έδικτα να υπογράφω αστέρες
Ν’ αλλάζω διαστάσεις
Τώρα μέσα από πρίσμα πρόσταγμα
Το αίμα
Όχι σιωπή
Όσο εφιάλτης
Δεν κοιμάται

Βαθιά μέσα στον άνθρωπο του κτήνους η ανάσα
Ανάαασα πνοή κοφτή

Πανδέκτης
Και βρώμαγε ξινά ξεθυμασμένο όναρ ξερατά
Στο χάραμα του δρόμου η ροδοδάκτυλος Ηώς
Όταν ο ήλιος ξεγεννά κλωσούνε τα ποντίκια
Έι αλέκτορα σε ποιο κρεβάτι Απόψε ξημερώνεις
Παράκτιος μεταγωγός σπάζω τον αστρολάβο
Δεν κοιμάται Άχρηστος ξεναγός σαν ν’ αυτοσχεδιάζω
Της τρικυμίας εξατμισθείς ποτέ να μην κουρνιάζω

Τώρα εκκινώ απ’ το σημείο βρασμού κρουνός
Γυμνός πως γίνεται να μην κρυώνω
Περνούν τα τρένα ίλιγγος συρμός
Κυκλόθυμος κυματισμός νυχτερινό ποτάμι παγωμένο
Το παπάκι βρε το παπάκι πάει στη ποταμιά
Ιδού ιδρώνω αγχώνομαι αγκομαχώ και κλαίγω
Και τρέχω και κλαίγω Και κλαίγω και τρέχω
Μην μ’ ακουμπάς παλιόπουστα στεγνά θα σε γαμήσω
Θα σ’ ανοίξω μια τρύπα βαθιά μες το κεφάλι σου μια τρύπα θα σ’ ανοίξω
Θα σου δαγκώσω τη μύτη
Θα σου βγάλω τα μάτια Θα τα ρουφήξω
Θα σου ξεσκίσω τη σάρκα
Μη μ’ ακουμπάς υποφέρω
Οι φωνές στο κρανίο σκουλήκι
Θα σε γαμήσω δεν φταίω Υποφέρω
Μη μ’ ακουμπάς υποφέρω

Γυμνός ανυπεράσπιστος στο κονικλοτροφείο του χρόνου
Ερήμην τρεις εις θάνατον δικαιοσύνη ασπαίρω
Λησμονημένος κι από μένα
Μία φούντωση μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά
Μες τους λειμώνες πεταλούδιζα πεταλούδιζε
Μια μικρή εωθινή υποψία που με ζαχάρωνε πρόστυχα
Την καρατόμησ’ ανερυθρίαστος Οι κορύβαντες στο κεφάλι μου
Και σ’ άλλες κωλοφωτιές εκέλευσα
Την υδαρή πυρίτιδα του ψώλου
Ο καιρός γαρ κονδός
Συνεπώς
Πως δεν υπήρχε όχι χρόνος
Καταστρατηγημένος πάραυτα μέσα στην ινδικτίωνα φορά του

Νεκρός σχεδόν κυκλότερα εκλαίρω τη ζωή μου
Εννιά χιλιάδες τέρμινα που να μη φτάνοντας στ’ αυτιά μου η φωνή μου
Κι αν ακόμα κι η σκιά μου μιλά κουτρουβαλά
Λόγια πικρά ψιθυριστά
Είναι που δεν αγάπησα κανέναν
Θα ‘ρθω να σε ανταμώσω κάτω στην ακρογιαλιά
Ήρθες να επουλώσεις τις πληγές και τώρα σε κλωτσάνε
Κανείς μη δει μειδίαμα εδώ δε σ’ αγαπάνε
Στέκω ορθός φιλέρημος
Φορώ καινούργιο πείσμα
Σιωπή τριγύρω ο ζόφος

Οι κορύβαντες στο κεφάλι μου και να προσκτώμαι το σκότος
Κηριτρεφής και σπέρνων σκάβων
Ότι είχα ασελγήσει στη σκέψη του σκάμματος
Και πια δεν κοιμάμαι
Προσπαθούσα ν’ αρνηθώ πως υπάρχω
Δεν χόρταινα κώλο
Τις πεταλούδες δεν τις πιάνεις με απόχη
Τις σκοτώνεις Απόψε ξημερώνεις
Κατασκευάζω συλλέγω βαλσαμώνω
Το αίμα φωτιστικό οινόπνευμα Κι
Ο θώρακας εφιάλτης
Τις πεταλούδες δεν τις πιάνεις
Μπούκωσ’ η κόρην οφθαλμό τραγέλαφη γητεύτρα

Και να πληθαίνουνε στην αγορά οι άλογες μύιγες μαύρες
Μαύρα σκυλιά οι μεταμέλειες σε κίτρινο ουρανό κοάζουν
Σπάνιες οι φορές π’ αναμετρήθηκα την ανυποταξία των δολοκτόνων
Τα κόκαλα μου τρίζανε μιαν εγγαστρίμυθη σιωπή
Και το κορμί μου πόνο
Σιώπησα τ’ άδυτο ουρλιαχτό Φρικτές φωνές εντός μου
Και δεν υπήρχες πουθενά μέσα στο χάραμα του τρόμου
Μέσα σε διόπτρες στούμπωσα τη μνήμη μου αγκυλομήτης Κρόνος
Κρίνα και νούφαρα και μιξοβάρβαρη ανυποταγή ο φθόνος
Είχα ασελγήσει στη σκέψη του σκώμματος και δε σηκωνόμουν
Ουκ εξ ααιδοίου τ’ αλλότρια
Θέλησα να κρύψω τη θλίψη μου μέσα στα καρνιβόρα κέρατα της ηδονής
Μάταια Τώρα δαγκώνω το φύλο μου
Και στάζει μουνόχυμ’ Άνοιξη δέντρα και φρούτα ανθηρά υγρά
Και τα χειμερινά ανάκτορα σουφρώνουν
Φωτιά φαφούτα κάρβουνα τέρατα δόντια μαλλιαρά φυτρώνουν

Πώς να υδατογραφήσεις το τεφλόν της προσδοκίας ασύλητον;
Φόοβος φωωτιάα η φρίικη
Τρίιζανε

Φωνές
Μαύρη κραυγή βροχήη ουρλιάζει
-όντας

Voice off
End of recording

(Κι εγώ αναρωτιόμουνα μα τι μαλάκες είστε σεις έτσι στα σοβαρά να με ακούτε τόσην ώρα;)

η σιωπή της Σίβας

Άπειρο



Και τώρα
μπορούμε
να κλείσουμε τα μάτια
επιτέλους
να κοιμηθούμε
κάτω απ’ την άδολη επιφάνεια της σιωπής
με μονάχη σκεπή
έναν ουρανό ξυρισμένο 
και μυριάδες κλαδιά δέντρων γυμνά
μέσα στο ψύχος αύξων
ενός λευκού πρωινού

ελάχιστος
χάνομαι σύσσωμος μέσα σ’ έναν μαρμάρινο ήλιο

Συμπληγάδες



Βεβαίως  
απ’ την άλλη 
υπήρχε πάντα η προσμονή της παρένθεσης
μες σε αγκύλες
τα λάφυρα
φωταγωγημένα
από καύτρες τσιγάρων σκοπών 
νυχτερινών 
ολόγυρα
το ίδιο γαλάζιο φως
η ίδια μαύρη νύχτα

Μαινόμενος



Κάθετα
διασχίζω την πολιτεία μαινόμενος
ομφάλιος δρόμος
την ανάσα
μου πνίγει 
τριγύρω μου στάχτες
μέσα μου
πουλί
με το σπασμένο αυτί
πουλί κραυγή
μες το σπασμένο κλουβί
πουλάκι

Χωρίς Γαλήνη



il songe, l’hameçon au cœur, à la paix,
Vers la Sérénité, Henri Michaux
                                                        
Κάρβουνο του λογισμού
πυρρό και μαύρο
αυτά μονάχα χρώματα
πυρρό και μαύρο κάρβουνο
στου νου
το κέντρο
τήκεται
πυρί παραδομένο
ευφρόσυνη στιγμή ανάπαυση
καμιά
παρηγοριά
μολύβδινη πελεκητή και σφαίρα
φυτεμένη 
Κωκυτός Αχέρων Περιφλεγεθών
φυλακισμένοι

Άκμων



Στον Άη Μπλάνα

 
Και κολυμπώ και κολυμπώ
σαν αστερόψαρο χρυσό γυρνώ στον ουρανό
διάττοντα πόνο αντανακλώ φολιδωτόν
μία στιγμή μονάχα λάμποντας τον μέλανα ουρανό
ποιο φως να παιχνιδίζοντας βυθό θλιμμένο Γαλαξία
βαθιά ποια θάλασσα κομήτες ουρανία
μες σε ποια μάτια πάναστρα κοράλλια
ποια φύκια αγάλματα νεκρά ποια βράχια

και κολυμπώ και κολυμπώ
σαν αστερόψαρο χρυσό γυρνώ στον ουρανό
τα μάτια να γυαλίζοντας ποιον άγνωστο βυθό
μέσα σε ποια καρδιάν ανάσταση
ποια στίλβη ασθενική λοχμίζοντας τη φλόγα

και κολυμπώ και κολυμπώ
σαν αστερόψαρο χρυσό γυρνώ στον ουρανό
ποια θάλασσα ζωή γυμνός που να στιλβώσω 

πού σου το νίκος θάνατος
πού σου το κέντρον βίτα

άκμων 

(Για χάρη των χειμερινών κοιμητηρίων...)

Για χάρη των χειμερινών κοιμητηρίων
που τώρα αναπαύομαι τα φεγγάρια μου
επανεφευρίσκω τη γλώσσα μου
που όταν φυσάω γεννιέται ο θάνατος
η ανάσα μου
αναφλέγομαι τα φωνήεντα
που πλάθω πυρίτιδα
στα δάκτυλα πλαστελίνη τα οράματα
κι όλα τα δράματα μαριονέτες στα δάκρυα
διάφανα
πέτρα στη πέτρα πορεύομαι
δημιουργώ κατακλύζω
ένας κόσμος ολόκληρος
μέσα στη γη που βουλιάζω ξανά
να περάσω στο φως
ονειρεύομαι
κι έτσι γυμνός στην πόρτα σας
να φλέγω
τα όνειρα σας

(Σας έχω γραμμένες...)

Σας έχω γραμμένες τσούλες μικρές παραφθαρμένες
ψυχές
όλη μου η τρυφερότητα στα σκατά
που δεν γεννήθηκα για να δω
ν’ ανθίζουν οι κλώνοι
να μοιραστώ
το δάκρυ μου στο κενό
σας σιχαίνομαι σας μισώ
κι όταν φωνάζουνε
έξω απ’ την πόρτα μου οι φωνές
χορεύω απελπισμένα ευελπιστώ
δεν είμαι εγώ

(Είναι...)

Είναι
που έχω φυλάξει λίγα φύλλα για φέτος την άνοιξη
κάτω από το μακρύ ποτάμι
κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης κυλάει φωτιά
αρθρώνοντας εξαρθρώνοντας
σπόνδυλους εφαπτόμεν’ αγγεία οστά
σφαδάζοντας
κάθε μέρα που χάνομαι
ολοένα πιο σκοτεινά
στο βάθος που στενεύοντας κουκίδα στην κόρη
μαύρο το φως

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.