Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012
Ηλεκτρογραφία (απόσπασμα)
Αποσπάσματα ..(απόσπασμα)
Η Σονάτα του Kreutzer
Μέρος πρώτο: Adagio sostenuto – Presto
βασισμένο σε μιαν ανάγνωση του Толсто́й
Ήρθες γυμνή να μ’ εξορύξεις από το πέλαγο του πάθους
Κι απόμεινα μπροστά σου
Γυμνός, ανυπεράσπιστος, υγρός μέχρι του λάθους
Κι απόμειν’ η σκιά σου
Ήρθα γυμνή για να σου φέρω θάλασσα
Με πότισες αλμύρα
Ήρθα γυμνή για να σου φέρω ουρανό
Με πότισες γαλάζιο
Ήρθες γυμνή και μ’ έριξες στη θάλασσα της νύχτας
Κι απόμειν’ η φωτιά σου
Να σιγοκαίει στα σκοτεινά τον πόνο της αγρύπνιας
Κι απόμειν’ η λαλιά σου
Ήρθα γυμνή βουλιάζοντας βαθιά στην αγκαλιά σου
Μου χάρισες τη λήθη
Ήρθα γυμνή ξεχνώντας κι εκείνο τ’ όνομα σου
Και δάγκασες τη μνήμη
Γυμνή από τα ένρινα ήρθες να με λυτρώσεις του θανάτου
Κι απόμεινα μπροστά σου
Σκελετισμένος, ακυβέρνητος, σκυφτός μες τη σκιά του
Κι απόμειν’ η ματιά σου
Γυμνή από τα ένρινα ήρθα να σε λυτρώσω απ’ τα δεσμά σου
Κι απόμεινα μπροστά μου
Υπνοβατώντας ακυβέρνητη την ένοχη ματιά σου
Και κόρωσ’ η μεταμέλεια μου
Ήρθες γυμνή να μ’ εξορύξεις από το κάτεργο του πάθους
Κι ουρλιάζαν στα τοιχώματα μαύρες φωνές μπροστά σου
Και τρέχανε κατάδικοι της κόλασης φωτιές κυκλότερα κοντά σου
Κι ήμουν κι εγώ γυμνός συσπώμενος το σερπετό του δάσους
Ήρθα γυμνή για να σου φέρω θάλασσα με πότισες πλημμύρα
Ανοίγαν μαύροι ουρανοί στους κύκλους της καρδιάς μου
Και βούλιαζαν κατάσαρκα τα πλοία της αγκαλιάς μου
Κι ήσουν κι εσύ γυμνός ακέραιος ολόρθος μες το κύμα
Ήρθες γυμνή και μ’ έριξες στο κάτεργο της νύχτας
Μαύρα τα νύχια σκάβοντας βουβά της σάρκας τείχη μαύρα
Και κόρων’ η φλόγα στο κορμί να καίει σαν την αύρα
Κι έφερνε φως δειλό αυγερινό το χάραμα της μοίρας
Ήρθα γυμνή βουλιάζοντας βουβά στην αγκαλιά σου
Και στέγνωσα τα δάκρυα υδαρή στην έρημο του πάθους
Να πίνει άνυδρη αξεδίψαστα χρυσή η θάλασσα της άμμους
Υγρή τα χείλη δάγκωνα να μη πνιγώ μες τη λαβωματιά σου
Γυμνή από τα ένρινα ήρθες με σκέπασες μ’ ανασασμό θανάτου
Γυμνή από τα ένρινα ήρθα με σκέπασες το λήθαργο του πάθους
Κρυφτήκαμε κι οι δυο γυμνοί παιδιά στο βάλσαμο του λάθους
Κι έκαψε ο ουρανός φωτιά σάρκα το άρωμα του
Γυμνή από τα ένρινα ήρθες με τύλιξες τη χαραυγή της νέας μέρας
Γυμνή από τα ένρινα ήρθα με τύλιξες της χαραυγής το νέο δέρας
Αναφλεγόμασταν φωνήεντα στον οργασμό πυριφλεγή του γέλιου
Κι έκαιγ’ η άνοιξη φωτιά μες τη μεσημβρινή χαρά του ήλιου
Bitches Brew
à la manière de Miles Davis
Φόοβος φωωτιά η φρίικη μαύρη
Μαύρη κραυγή βροχήη ουρλιάζει
Μαύρα σκυλιά οι τύψεις μου σε κίτρινο ουρανό αλυχτάτε
Σπάνιες οι φορές π’ αναμετρήθηκα την ανυποταξία των δολοκτόνων
Τα κόκαλα μου τρίζανε μιαν εγγαστρίμυθη σιωπή
Και το κορμί μου πόνο
Σιώπησα τ’ άβατο ουρλιαχτό Φρικτές φωνές εντός μου
Και δεν υπήρχες πουθενά μέσα στο χάραμα του τρόμου
Στραμπούλιξα τη μνήμη μου μες τα καλειδοσκόπια σου Κρόνος
Κρίνα και νούφαρα και μιξοβάρβαρη ανυποταγή ο φθόνος
Τώρα δαγκώνω το φύλο μου
Και στάζει καύλα Άνοιξη δέντρα και φρούτα ανθηρά υγρά
Και τα χειμερινά ανάκτορα κορώνουν
Φωτιά φαφούτα κάρβουνα δόντια αραιά
Κάηκα μες την απώλεια του λόγου
Ένα-ένα ξεδιαλέγω από την τέφρα φτύνω
Τα οστά μου Γιατί πάντα ήθελα να γίνω ποιητής
Να εκδίδω έδικτα να υπογράφω αστέρες
Ν’ αλλάζω διαστάσεις
Τώρα μέσα από πρίσμα πρόσταγμα
Το αίμα
Όχι σιωπή
Όσο εφιάλτης
Δεν κοιμάται
Βαθιά μέσα στον άνθρωπο του κτήνους η ανάσα
Ανάαασα πνοή κοφτή
Πανδέκτης
Και βρώμαγε ξινά ξεθυμασμένο όναρ ξερατά
Στο χάραμα του δρόμου η ροδοδάκτυλος Ηώς
Όταν ο ήλιος ξεγεννά κλωσούνε τα ποντίκια
Έι αλέκτορα σε ποιο κρεβάτι Απόψε ξημερώνεις
Παράκτιος μεταγωγός σπάζω τον αστρολάβο
Δεν κοιμάται Άχρηστος ξεναγός σαν ν’ αυτοσχεδιάζω
Της τρικυμίας εξατμισθείς ποτέ να μην κουρνιάζω
Τώρα εκκινώ απ’ το σημείο βρασμού κρουνός
Γυμνός πως γίνεται να μην κρυώνω
Περνούν τα τρένα ίλιγγος συρμός
Κυκλόθυμος κυματισμός νυχτερινό ποτάμι παγωμένο
Το παπάκι βρε το παπάκι πάει στη ποταμιά
Ιδού ιδρώνω αγχώνομαι αγκομαχώ και κλαίγω
Και τρέχω και κλαίγω Και κλαίγω και τρέχω
Μην μ’ ακουμπάς παλιόπουστα στεγνά θα σε γαμήσω
Θα σ’ ανοίξω μια τρύπα βαθιά μες το κεφάλι σου μια τρύπα θα σ’ ανοίξω
Θα σου δαγκώσω τη μύτη
Θα σου βγάλω τα μάτια Θα τα ρουφήξω
Θα σου ξεσκίσω τη σάρκα
Μη μ’ ακουμπάς υποφέρω
Οι φωνές στο κρανίο σκουλήκι
Θα σε γαμήσω δεν φταίω Υποφέρω
Μη μ’ ακουμπάς υποφέρω
Γυμνός ανυπεράσπιστος στο κονικλοτροφείο του χρόνου
Ερήμην τρεις εις θάνατον δικαιοσύνη ασπαίρω
Λησμονημένος κι από μένα
Μία φούντωση μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά
Μες τους λειμώνες πεταλούδιζα πεταλούδιζε
Μια μικρή εωθινή υποψία που με ζαχάρωνε πρόστυχα
Την καρατόμησ’ ανερυθρίαστος Οι κορύβαντες στο κεφάλι μου
Και σ’ άλλες κωλοφωτιές εκέλευσα
Την υδαρή πυρίτιδα του ψώλου
Ο καιρός γαρ κονδός
Συνεπώς
Πως δεν υπήρχε όχι χρόνος
Καταστρατηγημένος πάραυτα μέσα στην ινδικτίωνα φορά του
Νεκρός σχεδόν κυκλότερα εκλαίρω τη ζωή μου
Εννιά χιλιάδες τέρμινα που να μη φτάνοντας στ’ αυτιά μου η φωνή μου
Κι αν ακόμα κι η σκιά μου μιλά κουτρουβαλά
Λόγια πικρά ψιθυριστά
Είναι που δεν αγάπησα κανέναν
Θα ‘ρθω να σε ανταμώσω κάτω στην ακρογιαλιά
Ήρθες να επουλώσεις τις πληγές και τώρα σε κλωτσάνε
Κανείς μη δει μειδίαμα εδώ δε σ’ αγαπάνε
Στέκω ορθός φιλέρημος
Φορώ καινούργιο πείσμα
Σιωπή τριγύρω ο ζόφος
Οι κορύβαντες στο κεφάλι μου και να προσκτώμαι το σκότος
Κηριτρεφής και σπέρνων σκάβων
Ότι είχα ασελγήσει στη σκέψη του σκάμματος
Και πια δεν κοιμάμαι
Προσπαθούσα ν’ αρνηθώ πως υπάρχω
Δεν χόρταινα κώλο
Τις πεταλούδες δεν τις πιάνεις με απόχη
Τις σκοτώνεις Απόψε ξημερώνεις
Κατασκευάζω συλλέγω βαλσαμώνω
Το αίμα φωτιστικό οινόπνευμα Κι
Ο θώρακας εφιάλτης
Τις πεταλούδες δεν τις πιάνεις
Μπούκωσ’ η κόρην οφθαλμό τραγέλαφη γητεύτρα
Και να πληθαίνουνε στην αγορά οι άλογες μύιγες μαύρες
Μαύρα σκυλιά οι μεταμέλειες σε κίτρινο ουρανό κοάζουν
Σπάνιες οι φορές π’ αναμετρήθηκα την ανυποταξία των δολοκτόνων
Τα κόκαλα μου τρίζανε μιαν εγγαστρίμυθη σιωπή
Και το κορμί μου πόνο
Σιώπησα τ’ άδυτο ουρλιαχτό Φρικτές φωνές εντός μου
Και δεν υπήρχες πουθενά μέσα στο χάραμα του τρόμου
Μέσα σε διόπτρες στούμπωσα τη μνήμη μου αγκυλομήτης Κρόνος
Κρίνα και νούφαρα και μιξοβάρβαρη ανυποταγή ο φθόνος
Είχα ασελγήσει στη σκέψη του σκώμματος και δε σηκωνόμουν
Ουκ εξ ααιδοίου τ’ αλλότρια
Θέλησα να κρύψω τη θλίψη μου μέσα στα καρνιβόρα κέρατα της ηδονής
Μάταια Τώρα δαγκώνω το φύλο μου
Και στάζει μουνόχυμ’ Άνοιξη δέντρα και φρούτα ανθηρά υγρά
Και τα χειμερινά ανάκτορα σουφρώνουν
Φωτιά φαφούτα κάρβουνα τέρατα δόντια μαλλιαρά φυτρώνουν
Πώς να υδατογραφήσεις το τεφλόν της προσδοκίας ασύλητον;
Φόοβος φωωτιάα η φρίικη
Τρίιζανε
Φωνές
Μαύρη κραυγή βροχήη ουρλιάζει
-όντας
Voice off
End of recording
(Κι εγώ αναρωτιόμουνα μα τι μαλάκες είστε σεις έτσι στα σοβαρά να με ακούτε τόσην ώρα;)
Άπειρο
Και τώρα
μπορούμε
να κλείσουμε τα μάτια
επιτέλους
να κοιμηθούμε
κάτω απ’ την άδολη επιφάνεια της σιωπής
με μονάχη σκεπή
έναν ουρανό ξυρισμένο
και μυριάδες κλαδιά δέντρων γυμνά
μέσα στο ψύχος αύξων
ενός λευκού πρωινού
ελάχιστος
χάνομαι σύσσωμος μέσα σ’ έναν μαρμάρινο ήλιο
Συμπληγάδες
Βεβαίως
απ’ την άλλη
υπήρχε πάντα η προσμονή της παρένθεσης
μες σε αγκύλες
τα λάφυρα
φωταγωγημένα
από καύτρες τσιγάρων σκοπών
νυχτερινών
ολόγυρα
το ίδιο γαλάζιο φως
η ίδια μαύρη νύχτα
Μαινόμενος
Κάθετα
διασχίζω την πολιτεία μαινόμενος
ομφάλιος δρόμος
την ανάσα
μου πνίγει
τριγύρω μου στάχτες
μέσα μου
πουλί
με το σπασμένο αυτί
πουλί κραυγή
μες το σπασμένο κλουβί
πουλάκι
Χωρίς Γαλήνη
il songe, l’hameçon au cœur, à la paix,
Vers la Sérénité, Henri Michaux
Κάρβουνο του λογισμού
πυρρό και μαύρο
αυτά μονάχα χρώματα
πυρρό και μαύρο κάρβουνο
στου νου
το κέντρο
τήκεται
πυρί παραδομένο
ευφρόσυνη στιγμή ανάπαυση
καμιά
παρηγοριά
μολύβδινη πελεκητή και σφαίρα
φυτεμένη
Κωκυτός Αχέρων Περιφλεγεθών
φυλακισμένοι
Άκμων
Στον Άη Μπλάνα
Και κολυμπώ και κολυμπώ
σαν αστερόψαρο χρυσό γυρνώ στον ουρανό
διάττοντα πόνο αντανακλώ φολιδωτόν
μία στιγμή μονάχα λάμποντας τον μέλανα ουρανό
ποιο φως να παιχνιδίζοντας βυθό θλιμμένο Γαλαξία
βαθιά ποια θάλασσα κομήτες ουρανία
μες σε ποια μάτια πάναστρα κοράλλια
ποια φύκια αγάλματα νεκρά ποια βράχια
και κολυμπώ και κολυμπώ
σαν αστερόψαρο χρυσό γυρνώ στον ουρανό
τα μάτια να γυαλίζοντας ποιον άγνωστο βυθό
μέσα σε ποια καρδιάν ανάσταση
ποια στίλβη ασθενική λοχμίζοντας τη φλόγα
και κολυμπώ και κολυμπώ
σαν αστερόψαρο χρυσό γυρνώ στον ουρανό
ποια θάλασσα ζωή γυμνός που να στιλβώσω
πού σου το νίκος θάνατος
πού σου το κέντρον βίτα
άκμων
(Για χάρη των χειμερινών κοιμητηρίων...)
που τώρα αναπαύομαι τα φεγγάρια μου
επανεφευρίσκω τη γλώσσα μου
που όταν φυσάω γεννιέται ο θάνατος
η ανάσα μου
αναφλέγομαι τα φωνήεντα
που πλάθω πυρίτιδα
στα δάκτυλα πλαστελίνη τα οράματα
κι όλα τα δράματα μαριονέτες στα δάκρυα
διάφανα
πέτρα στη πέτρα πορεύομαι
δημιουργώ κατακλύζω
ένας κόσμος ολόκληρος
μέσα στη γη που βουλιάζω ξανά
να περάσω στο φως
ονειρεύομαι
κι έτσι γυμνός στην πόρτα σας
να φλέγω
τα όνειρα σας
(Σας έχω γραμμένες...)
ψυχές
όλη μου η τρυφερότητα στα σκατά
που δεν γεννήθηκα για να δω
ν’ ανθίζουν οι κλώνοι
να μοιραστώ
το δάκρυ μου στο κενό
σας σιχαίνομαι σας μισώ
κι όταν φωνάζουνε
έξω απ’ την πόρτα μου οι φωνές
χορεύω απελπισμένα ευελπιστώ
δεν είμαι εγώ
(Είναι...)
που έχω φυλάξει λίγα φύλλα για φέτος την άνοιξη
κάτω από το μακρύ ποτάμι
κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης κυλάει φωτιά
αρθρώνοντας εξαρθρώνοντας
σπόνδυλους εφαπτόμεν’ αγγεία οστά
σφαδάζοντας
κάθε μέρα που χάνομαι
ολοένα πιο σκοτεινά
στο βάθος που στενεύοντας κουκίδα στην κόρη
μαύρο το φως
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.