Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψαρράς Χάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψαρράς Χάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023

Χάρης Ψαρράς Ανευρέσεις



«Ψεύτικη, η Τροία, αφήγηση.
Κι η Ιθάκη επινοημένη.
Κι ο Ποσειδών; Κι η εκδίκηση;
Φούμαρα. Τι απομένει;

Τίποτα!» λες. Μα αν πω «διψώ»,
γέρου τυφλού οι άκαυτες βάτοι
φέρνουν την Κίρκη, την Καλυψώ,
στ' ορφανό μου κρεβάτι.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Τα όντως όντα: Ποιητική Συλλογή του Χάρη Ψαρρά από τις εκδόσεις Κέδρος, 2012


Κακοκαιρία την ημέρα της Κρίσεως
Μια κι έξω θα σβηστούν οι φωταψίες
την ώρα που η ψυχή θα αντανακλάται
σ’ ένα μπουμπουνητό βραχύ, μα οξυμμένο
σαν το αδέκαστο κριτήριο
των ανύπαρκτων και γι’ αυτό μισημένων θεών.
Σε τέτοιες ώρες σπαραγμού,
τώρα που διεκδικεί η ματαιότης την πρωτιά
το νήμα κόβοντας του χρόνου με ευκολία,
μοιάζει των εκλιπόντων η ψυχή
κουφέτο ασημοκέντητο στης νύχτας την παλάμη.
Και η Δευτέρα Παρουσία
μια τσαγκαροδευτέρα όπου ο καθείς
τις οφειλές του τις αμύθητες
με πίκρα αυγατίζει, προτού
τον πασπαλίσει η γαλήνη με θνητότητα.
Κι ως γύρω από τα οστά τα σαραβαλιασμένα
της ανέλπιστης μαίνεται καταιγίδας ο ζήλος,
από την τελευταία κατοικία τους σηκώνονται οι νεκροί.
Αναρωτιούνται
αν το μπουμπουνητό του τρίτου στίχου ήτανε
απόδειξη για τη στερνή μετά θάνατον Κρίση
ή ένα καπρίτσιο του ποιητή, καθώς ανταγωνίζεται
του κεραυνού και της βροντής τους κραταιούς θορύβους
με τη δεινότητα της γλώσσας του που αρκείται
στου είναι της τη μεταφορική χρήση.


>>>

Χιόνι και νερό
Στον αυχένα της νύχτας σκαλώνουν
νιφάδες έκθαμβες, λευκές,
απ’ το καλέμι ενός
αγνώστου γλύπτη σμιλεμένες.
Αν δοκιμάσεις να τις κλείσεις
στα χέρια σου, θα λιώσουνε μεμιάς.
Στη θέση τους αστράφτει μια σταγόνα
φρέσκου νερού, αυτή
δεν είναι παρά η σκόνη
που απόμεινε απ’ τη χειραψία σου
με τον άγνωστο γλύπτη,
μ’ Εκείνον που μειδίασε και σφράγισε γερά
την τέχνη Tου ολόκληρη σ’ ένα έργο
έτοιμο ν’ αφανισθεί,
μόλις θνητός το αγγίξει.

>>>>
Μεταμεσονύκτιο
Σήμανε μία και μισή.
Το σκοτάδι στο πλευρό μας προσαράσσει.
Τα απορριμματοφόρα είναι καθ΄ οδόν
Ύπνος μας τυλίγει, τούλι της ψυχής.
Μέσα στις αρτηρίες το αίμα εκχωρεί
τη θέση του στων ονείρων τη σκόνη.
Στάζουμε από άκρη σε άκρη. Ψηλαφούμε
το στήθος μίας έμμονης ιδέας,
τους δείκτες χαλασμένου ρολογιού.
Σήμανε δύο ακριβώς.
Ο χρόνος νοείται διά ζώσης.
Μόνο οι νεκροί τον ξοδεύουν εν πνεύματι.
Λέγεται από παλιά
ότι άστεγοι που διάγουν τις βραδιές
στον δρόμο, σπέρνουν εξαρτήματα
αυτοκινήτων αποσυρμένων, παλιών,
βρίσκουν στο διάβα τους κλειδιά,
πόρτες που βγάζουνε σε μαρμαρένια αλώνια.
Σήμανε δύο και μισή.
Πλους, απόπλους, κατάπλευση.
Ο αυχένας σου αστράφτει, τσίγκος υπό βροχή.
Παίρνω τον λόγο. Ξαγρυπνώ.
Έχω τη γεύση του φιλιού σου υπό μάλης.
Η νύχτα μού επιτρέπει να εξαντλώ
τις δυνάμεις μου αθλούμενος
σε κλίνες χιονοσκεπείς,
αλεσμένες από τη μυλόπετρα της αγάπης.

Η δόξα της ανεμελιάς: Ποιητική Συλλογή του Χρήστου Ψαρρά από τις Εκδόσεις: Κέδρος / 2008 (απόσπασμα)

ΡΕΒΕΓΙΟΝ (ΑΓΡΥΠΝΙΑ)
Ευχές στη φιέστα ανταλλάσσουμε και πάμε
μια ώρα αρχύτερα ευτυχείς να κοιμηθούμε.
Ναι, το μη χείρον βέλτιστον! «Πεινάμε»
φωνάζουν οι φτωχοί κι εμείς ακούμε
τις οιμωγές ρακένδυτων λιμάρηδων
αστέγων καθημένων στην Κλαυθμώνος.
Καθώς χαράζει η πρώτη μέρα του αιώνος
οι ιαχές αμίμητων λυράρηδων
Φοίβου, Καρβέλλα και λοιπών μας κατακλύζουν.
Πως θα ‘κανα το ρεβεγιόν στο δρόμο δεν το πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονή διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ένα παγκάκι στη Σταδίου. Μας ορίζουν
και οι κλοσάρ και η ποπ και η κουλτούρα.
Δες, ξημερώνει η πρώτη πρώτου δύο χιλιάδες
με όλα της τα συμπράγκαλα. Κατούρα
στου μέλλοντος κι εσύ τις συμπληγάδες!

***
Ο ΟΙΚΟΣ

Γκρεμίζεται η παλιά μου εστία.
Τα σπίτια ερήμωσαν γοργά.
Κρότος κτιστών. Δίχως αιτία
χτυπούν και χτίζουν. Στα σκαριά
κι αν ειν’ το μέλλον μας, κοιτάω
της τρύπιας στέγης μας το γείσο.
Με μέτρα και ρυθμούς κρατάω
του αρχιτέκτονα το ίσο.
Σαν βρίσκω το τσαρδί ρημάδι
ο πρωτομάστορας στενάζει
πλην απ’ την πίκρα μου ένα βράδυ
ίππος χρυσός αν με ανασύρει
δε θα ‘ναι κι άσχημα. Χαράζει
κι έχω τον ήλιο μουσαφίρη.

Στην αγκαλιά του κύκλου: Ποιητική Συλλογή του Χρήστου Ψαρρά από τις εκδόσεις : Κέδρος / 2004

Η ΛΥΔΙΑ ΛΙΘΟΣ

Δε θα ρωτάς τη μάνα σου
για τη αρχή και το τέλος αλλά
στα μάτια της θα εκφράζεται
για χάρη σου το τίποτα.
Θα σταματούνε τα ποτάμια
μια σπιθαμή πριν προκαλέσουν τον πνιγμό σου.
Τα χρήματα θα είναι αρκετά
τα όνειρα ολοκαίνουργια.
Η ευαισθησία μας όλους θα τους νικά
θα την τυλίγουν οι συντριπτικές μειοψηφίες
μες στα σύννεφα
θα τρέχει κι ο ασκός
της έμπνευσης o πάντα κούφιος Αίολος.
Στο στόχaστρο
θα βάζεις την καρδιά
αυτό που αξίζει είναι πως
θ’ αστοχείς αραιά
σπανιότατα.
Τα άλογα θα τρέχουνε στο δάσος
μονάχα τα κορίτσια δε θα τρέχουν
θα σταματούν για το φιλί
και θα μένουνε έπειτα σπίτι.
Θ’ ακούς «η λάσπη χτίζεται με φως»
μα δε θα μείνεις άφωνος
θα έχεις με το μέρος σου τους ποιητές
όσους γράφουν στη γλώσσα σου τουλάχιστον.
Ο χρόνος θα περνάει από πάνω σου
χωρίς να σε αγγίζει.
Γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς
όλο και κάποια πρόνοια θα βρεθεί
κανείς δε θα πιστεύει
πως γεννήθηκες
έτσι και ξαφνικά
μεσ’ από δυό αστέρια.
Δε θα ‘ναι πάντα το φεγγάρι στο πλευρό σου
όποτε όμως έχεις την ανάγκη του
θα σου συμπαραστέκεται
με τρόπο πλάγιο τρυφερά
όσο για τα παιδιά
δε θα σου φέρονται άσχημα
αν και δεν παίρνω όρκο πως
θα έχουν όρεξη να σε κοιτούν στα μάτια.

***

JOYCE
Μήνες εννιά κρατούσε η Τζόις
στο σώμα της την ερημιά
η μήτρα της την έτρεφε
κι όλο αγκάλιαζε φίλαγε
μια γερή μοναξιά.
«Ξένο παιδί η αναπνοή στους πνεύμονές του ας σβήσει.»
Δεν είχε κλείσει τα τέσσερα, θυμάμαι
ήταν Χριστούγεννα, ο πατέρας της
της χάρισε ένα τόπι
και ένα καροτσάκι πλαστικό.
«Με το τόπι θα βάζεις στόχο τον ήλιο
να τον ρίξεις μικρή
ζωή να βρεις για να την περπατήσεις. Στο καρότσι
το μωρό σου θα βάζεις, το μωράκι μας, Τζόις
για να μη σου βραχει και αλλάξει
όταν ο ουρανός
με σταγόνες ποτίσει τη γη
και την κάνει δική του.»
Έλεγε ο πατέρας γελούσε. Σκιά
στη βροχή, που αγαπόυσε, τα χρόνια
όμως η Τζόυς τον έκανε να κλαίει τον πατέρα της
αργότερα τον έκανε κομμάτια
πες πως τον πήρε η θάλασσα.
«Ήταν κακιά πριν γεννηθεί
νεκρή προτού πεθάνει.»
Τυχαία τις προάλλες είδα
τον πατέρα της Τζόυς στο δάσος
παιδί κοιμάται κάτω από τις φυλλωσιές
και δεν τον νοιάζουν πλέον τα πουλιά ούτε τα σύννεφα
που φεύγαν για να δώσουνε
τη θέση τους στον ήλιο
και παίρνανε μακριά του τη βροχή
και παίρναν τη βροχούλα.

***
ΤΕΧΝΗΤΗ ΒΡΟΧΗ

Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

***

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΤΗ.
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΜΗ, Κ.Λ.Π. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1922

Πλατεία Αγίου Μάρκου ξημερώματα
τουρίστες κάποιας ηλικίας και ο βόμβος
τη σκόνη του επάνω μου αφήνει
ανάμεσα τους νομίζω πως είδα
το σύζυγο ενός φίλου διπλωμάτη
«ναι, γνωριστήκαμε στο σπίτι του γιατρού»
κυρία Leid ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι
η κόρη τους είχε πεθάνει νέα
κανείς δεν έθιγε αυτό το θέμα τότε
πίνω καφέ αφήνω να με δει
του ήλιου η πρώτη ακτίνα «πρέπει!»
πως με βαραίνει το ότι έχω όρεξη
φύγανε ξένοι ως ήρθαν, ησυχία
δεν είχα χρόνο να τη δω μονοπωλεί
το ενδιαφέρον μου την ώρα που σερβίρει
μια Ιταλίδα, πιθανό
να φύγω για τη Νάπολη.

***

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΘΙΖΕΙ

Ανέβαινε
κρατούσε το νερό
στο χέρι κατακόρυφο περίπατο
κι όλοι οι σπόροι φτιάχναν σκαλωσιά
στον άνεμο για να φανούν λουλούδια.
Ήταν δουλειά της άνθησης κι αυτή
προοπτική μες στο κενό
πως θα βλαστήσει πάλι
ό,τι περίσσεψε απ΄τη γη
και τα αρώματα
τα φύλλα στη στιγμή
σκαρώνανε μια κάποια αναρρίχηση.
Υφαντουργία η υφή
δουλειά της άνθησης θα πεις
εικόνα δίχως ύλη
χώμα προτού να ποτιστεί
εμείς αλλού σκυμμένοι
δίναμε ανταπόκριση
σ’ ένα χειμώνα που θα ‘ρθει
σ’ αυτόν που έχει φύγει.

Σπίρτα χειρός: Ποιητική Συλλογή του Χάρη Ψαρά από τις εκδόσεις : Πλανόδιον / 2002 (απόσπασμα)

ΤΕΝΙΣ

Παλατινή μου φύση
είσαι
καρούμπαλο ραφής
μην απορείς
η δύση δεν ευτελίζεται
παίζοντας τένις
ερωτωμένη μένεις
μα της ρακέτας
την ταχεία ανταπόκριση
ο ουρανός δεν έχει
σύστημα, βρέχει
αυτό που λέμε τούμπαλιν
είναι λυκόφως ποιητικό
ριξιά της αντισφαίρισης εκεί και ‘δω
μπούμερανγκ που ανασαίνεις
δεν παίζει όμως ο ορίζοντας τένις
κι ας είναι ο ήλιος
μπαλάκι σε εγρήγορση.

***
ΕΠΙΚΛΗΣΗ

Δώσε μου δυό λέξεις να σταθώ
ρυθμό και μέτρο, μέτρο και ρυθμό
δώσε μου ένα μέτρο
μέτρο ασφαλείας.
Δώσε μου δύο φανάρια
κι άλλο φως θέλω να πω
από την αρμονία
δυό φανάρια της τροχαίας.
Δώσε μου ύφος, δύναμη
στο ολισθηρό μονοπάτι της ποιήσεως
περίεργο, περίφρακτο, περίλυπο, λοιπά.
Ποιά ποίηση, πώς ζει, μέλλον σημαίνει τί;
Δώσε εδώ και τώρα
βιταμίνες.

***
ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ι.
Εγώ που εκμισθώνω
γκαρσονιέρες υπόγειες
στην υπηρεσία του ουρανού πάντα
ημίψηλα καπέλα, στρουθοκαμήλους, μιναρέδες
τις κατακόρυφες κατασκευές
τρίμματα νοσηλεύω.
Πιό συμφέρον αντίτιμο και λιγότερος κόπος
να αρκείται κανείς στου γαλάζιου τα θραύσματα
προς λαϊκή κατανάλωση
τα παρέχει αφειδώς
του μισθίου ο φεγγίτης.

***

Ο WHITMAN ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΤΡΑΧΟΙ

Κατασκηνώνει ο ποιητής σε όχθη λίμνης
στα βαθυπράσινα νερά, στην επιφάνειά τους
ιδέες, σκέτο κρύσταλλο συναιρούνται και φαίνονται
ελευθερίες, ανεξαρτησίες, έθνος υπό κατασκευή
εκείνος πάλι ύμνο συσκευάζει
και κάτι βάτραχοι συγκάτοικοί του εκεί γύρω
όχι σπουδαία αμφίβια, σχεδόν γυρίνοι
προσεύχονται κι ας μην αγγίζει
ύψος προσευχής το βρεκεκέξ τους
προσεύχονται να πέσει, όχι η Μούσα
στον αντοκατοπτρισμό της λίμνης,
μα ο ποιητής μες στα νερά
να μείνει άθικτο το προϋπάρχον ποίημα.

***

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΝΟΙΧΤΟ

Τα σιταρένια φάσματα
ανήκουν στην ματιά σου
νυφούλα του Πηγάσου
γαλάζια υφάσματα
σου πλέξαν την ανταύγεια
μιας κόρης αφανούς
λύσε μου τους λωτούς
κουρδίζοντας τα μάγια
τοξεύουνε τα κύτταρα
χαρμόσυνα βραχιόλια
και ζωντανεύουν ύστερα
σουτιέν καβούρια και δεσμοί
θροΐζουσα φουριόζα
στη νεραϊδοσχισμή.

***
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
ΙV.
Ένα παιδί προσελήφθη στο τσίρκο
Αρχή είναι και του ανέθεσαν το μαχαίρι
Του εμπιστεύτηκαν ακίνδυνα νούμερα
Παιδί είναι
Πέντε έξι δέκα εκατό
Αύξηση φαντασμαγορίας γεωμετρική
Επαληθεύτηκε το τσίρκο
Κήρυξε την πτώχευση
Έφτασε το παιδί πολύ πέρα.
Οι γονείς λένε
το τσίρκο μας χρωστά το παιδί.
Οι λοιποί λένε
ένα παιδί ήταν.

***
ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ

Επέστρεψε εκείνο το παιδί
γύρισε πίσω, περιφέρεται
στη γενέτειρα τώρα
χαίρεται την επάνοδο.
Με απολύσανε οι ακροβάτες
δε με εμπιστεύονται οι κλόουν
ήσυχο με αφήσαν.
Γυρίζει γύρω-γύρω, τι δυσχέρεια
τι γενέθλιος τόπος
ο μαιευτήρας που το είχε φέρει
στο φως, βγήκε στη σύνταξη
πέταξε ο παππούς εδώ και χρόνια
στο δρόμο συναντά παλιό συμμαθητή
γυρνά από γραφείο και εκείνος
και οι λοιποί πάντα λοιποί
ασήμαντοι, να μην αναγνωρίζουν.
Νοικιάζει γκαρσονιέρα το παιδί
χώνεται στα σκεπάσματα
βαρύς τον παίρνει ο ύπνος.
Στο όνειρο γυρνά ξανά η φαντασμαγορία
το νούμερο με τα μαχαίρια, τα τεντωμένα σχοινιά
από κάτω του πάλι
το κοινό, τα θηρία.

***
Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ

Ο κηπουρός μες στο κλουβί του πώς περιφέρεται
λουλούδια υδρεύει, ρίζες χαϊδεύει
καλά ξοδεύεται.
Επιδιώκει να εξημερώσει την άγρια φύση
γιατί η δική του η δράση τώρα
τείνει να δύσει.
Έτσι φορτώθηκε στην πλάτη του ογδόντα χρόνια
μαύρος ο άνεμος και ξεπουπούλιασε
μικρή μπιγκόνια.
Στο κλαδευτήρι απευθύνεται κι όλο λέει
βραχύ μου χέρι οι κήποι που έστησα
ήταν ωραίοι.
Ω δεν τον πείθει η πρασινάδα και καταρρέει
ενώ λυτό το ποτιστήρι του
θρηνεί και ρέει.
Κακός ο χρόνος αμείλικτος με λογής αυτουργούς
έστω κι αν πρόκειται για μαραμένους
κηπουρούς.
Θα τον ξαπλώσει ο χρόνος τώρα πάνω σε στρώμα
εν συντομία θα παραπέμψει
αυτόν στο χώμα.
Άνθος απότιστο ο θάνατος του χαμογελάει
ο κηπουρός εκεί που έσκαβε
εκεί θα πάει.
Τι αστοχία χώμα να γίνεσαι κι όχι ουρανός
κι ας ήσουν κάποτε αξιολογότατος
ως κηπουρός.

Χάρης Ψαρράς (μικρή αναφορά)

Ο Χάρης Ψαρράς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1982. 
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Ποιητικές Συλλογές:

  • 'Σπίρτα χειρός' ( Πλανόδιον , 2002) , 
  • 'Στην αγκαλιά του κύκλου' (Κέδρος , 2004)
  • Η δόξα της ανεμελιάς, Κέδρος 2008
  • Τα όντως όντα, Κέδρος 2012

Τα αισθήματα έχουν τη δική τους αριθμητική. / Ψαρράς Χάρης,

Τα  αισθήματα  έχουν  τη  δική  τους  αριθμητική.
Έρως  συν  έρως  ίσον  έρως  μοναχός.
Έρως  και  πόθος  ίσον  πόθος  στο  τετράγωνο.
Πόθος  δίχως  απόκριση  μηδέν  εις  το  πηλίκο.
Μιας  όμορφης  αγάπης  ο  χαμός
φαντάζει  λες  και   χάθηκε  ολόκληρος  ο  κόσμος.
Κάτω  απ’  τα πόδια  σου  τραβάει  το  χαλί
η  προδομένη  αγάπη
πλην  που  κι  η  πλήρης  ταύτιση  ,  η  σύμπνοια  των  ψυχών
η  ένωση  των  δυο  εις  σάρκα  μίαν
αδυνατεί
το  έλλειμμα   πλέον  του  καημού
να  ισοφαρίσει. 

τένις

Παλατινή μου φύση
είσαι
καρούμπαλο ραφής
μην απορείς
η δύση δεν ευτελίζεται
παίζοντας τένις
ερωτωμένη μένεις
μα της ρακέτας
την ταχεία ανταπόκριση
ο ουρανός δεν έχει
σύστημα, βρέχει
αυτό που λέμε τούμπαλιν
είναι λυκόφως ποιητικό
ριξιά της αντισφαίρισης εκεί και ‘δω
μπούμερανγκ που ανασαίνεις
δεν παίζει όμως ο ορίζοντας τένις
κι ας είναι ο ήλιος
μπαλάκι σε εγρήγορση.

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

επίκληση / Ψαρράς Χάρης

Δώσε μου δυό λέξεις να σταθώ
ρυθμό και μέτρο, μέτρο και ρυθμό
δώσε μου ένα μέτρο
μέτρο ασφαλείας.

Δώσε μου δύο φανάρια
κι άλλο φως θέλω να πω
από την αρμονία
δυό φανάρια της τροχαίας.

Δώσε μου ύφος, δύναμη
στο ολισθηρό μονοπάτι της ποιήσεως
περίεργο, περίφρακτο, περίλυπο, λοιπά.

Ποιά ποίηση, πώς ζει, μέλλον σημαίνει τί;
Δώσε εδώ και τώρα
βιταμίνες.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

(Είναι η Μούσα μου μοραία)

Είναι  η  Μούσα  μου  μοιραία
δέσποινα  με  καλσόν.
Στην  πόλη  μας  από  μπετόν
υψώνεται  ακεραία
 
στου  ήλιου  το  πλάι  να  βρεθεί
στο  θόλο  τον  πριγκηπικό.
Μεταξωτό  φορά  βρακί
και  την  ποθούν  ένα  σωρό
 
φιλότεχνοι  αχρείοι
έτσι  που  σεργιανάει  με  χάρη.
Τώρα  που  ο  έρωτάς  μας  δύει
στο  κρυφό  της  συρτάρι
 
βρίσκω  τετράστιχα  γραμμένα
με  τέχνη  ισόθεου  αοιδού
που  έλειπε  πάντοτε   από  μένα.  
Μασάει  τα  λόγια  της , ‘Στο  νου
 
άλλον  δεν  έχω  παρά  μόνο
εσένα  υμνητή  μου  ατσίδα!’
Αλλού  αυτά , της  λέω . Τη  διώχνω
ως  οπτασία  που  δεν  είδα.
 

Η δόξα της ανεμελιάς ( τρία ποιήματα)

Ρεβεγιον 

Ευχές στη φιέστα ανταλλάσσουμε και πάμε
μια ώρα αρχύτερα ευτυχείς να κοιμηθούμε.
Ναι, το μη χείρον βέλτιστον! «Πεινάμε»
φωνάζουν οι φτωχοί κι εμείς ακούμε

τις οιμωγές ρακένδυτων λιμάρηδων
αστέγων καθημένων στην Κλαυθμώνος.
Καθώς χαράζει η πρώτη μέρα του αιώνος
οι ιαχές αμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλλα και λοιπών μας κατακλύζουν.
Πως θα ‘κανα το ρεβεγιόν στο δρόμο δεν το πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονή διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ένα παγκάκι στη Σταδίου. Μας ορίζουν

και οι κλοσάρ και η ποπ και η κουλτούρα.
Δες, ξημερώνει η πρώτη πρώτου δύο χιλιάδες
με όλα της τα συμπράγκαλα. Κατούρα
στου μέλλοντος κι εσύ τις συμπληγάδες!

Ο Οικος

Γκρεμίζεται η παλιά μου εστία.
Τα σπίτια ερήμωσαν γοργά.
Κρότος κτιστών. Δίχως αιτία
χτυπούν και χτίζουν. Στα σκαριά

κι αν ειν’ το μέλλον μας, κοιτάω
της τρύπιας στέγης μας το γείσο.
Με μέτρα και ρυθμούς κρατάω
του αρχιτέκτονα το ίσο.

Σαν βρίσκω το τσαρδί ρημάδι
ο πρωτομάστορας στενάζει
πλην απ’ την πίκρα μου ένα βράδυ

ίππος χρυσός αν με ανασύρει
δε θα ‘ναι κι άσχημα. Χαράζει
κι έχω τον ήλιο μουσαφίρη.

ΕΡΑΤΩ


Μιαν είσοδο θεαματική
στην αιωνιότητα που όλα τα παλαιώνει
επιφυλάσσουν οι αρτίστες στη θεά.
Τα σανδάλια της τα ‘δωσε
στους ανέμους και κόσμημα
του ορίζοντα είναι η ματιά της
και το σέλας φορά
τον λευκό της στηθόδεσμο
και το φόρεμα
που αγοράσαμε μαζί
απ΄τους πλανόδιους εμπόρους
μιας πόλης άπαρτης και θείας κι υπαρκτής
το φόρεμα των αγοραίων
ερώτων τώρα υπηρετεί
των τρωκτικών
την πρόσκαιρη ασχολία, την εκζήτηση.
Σάλι φθαρμένο το κατάντησαν για να
τυλίγουνε τα πλέον φθαρτά τους τα σώματα.
Κι εκτός των άλλων
παστρική, στοργική
έγινε η θεά
χαλί να την πατήσουν.
Τα ευτράπελα που λαμβάνουνε χώρα
στην κραταιά, δική της επικράτεια
δεν περιγράφονται, γιατί
όποιος χορτάσει από τα κλέη εν σιγή
τελεί κι εν απογνώσει.
Η ίδια όμως η θεά περιγράφεται
γιατί την αγναντεύω.

Στην αγκαλιά του κύκλου (αποσπάσματα)

η αίθουσα της μέτρησης 
 
Είμαι στην αίθουσα που φέρναμε
εις πέρας τις μετρήσεις.
Σπάσανε τα θερμόμετρα
το βαρομετρικό είναι χαμηλό
στο χάρτη ένα σύννεφο
καρφώθηκε δε βλέπω
στα μάτια, την υδρόγειο
πετώ.
Εδώ υπόθεση, εκεί
διευρύνοντας την ερμηνεία η επαλήθευση
εκφράζοντας
με γράμματα και όχι με ψηφία
τη σταθερή αυτή θερμοκρασία.
Ας είναι η πιο εύστοχη  πρόβλεψη
για όσα μας μέλλονται η
αποσιώπηση, κατευθείαν από
τη γνησιότατη άγνοια δείχνει να ξεπηδάει.
Ανοίγω τα παράθυρα
ιπτάμενοι κι εμείς για τα καλά
αφού το έδαφος υποχωρεί
πετάμε και τα όργανα γης για παρακαταθήκη.
Καλύτερα με τα χέρια μες στις τσέπες παρά
μπροστά στους σεισμογράφους
των νεκρών
να κόβουμε τα νύχια.

Τύχη διακοσμητική 

Δε σκαλώνει ο καπνός στα κλαδιά
με το χέρι του ψαύει πιο πάνω
ήταν δέντρο η φωτιά
πριν ξοφλήσουν τα σπίρτα
με τα δάχτυλα πάει ν’ αγγίξει
ήταν φως η φωτιά, όλο φως
ακουμπάει τ’ αστέρια
δε διαβάζει τ’ αστέρια
στάχτες νου εν προόδω
οιωνοί στα χαρτιά
ρίχνοντας ολοένα βαθύτερα
το βαλέ και την κούπα
ή κατ’ άρθρο άλλη γη, ουρανός
ο κινούμενος στόχος
μ’ ένα γδούπο βουτάνε στο τζάκι
τσουρουφλίζονται άπραγα
τα αστέρια κι εγώ δίπλα δίπλα
ζεστασιά πυρκαγιά και τα δύο
φυλλαράκια καπνού μες στα δέντρα
πυρπολούνε τον ήλιο για να
ξαφνιαστούν προτού κλείσει η παρτίδα
του τυχαίου τα βλέφαρα.

Η Λυδία λίθος 

Δε θα ρωτάς τη μάνα σου
για τη αρχή και το τέλος αλλά
στα μάτια της θα εκφράζεται
για χάρη σου το τίποτα.
Θα σταματούνε τα ποτάμια
μια σπιθαμή πριν προκαλέσουν τον πνιγμό σου.
Τα χρήματα θα είναι αρκετά
τα όνειρα ολοκαίνουργια.
Η ευαισθησία μας όλους θα τους νικά
θα την τυλίγουν οι συντριπτικές μειοψηφίες
μες στα σύννεφα
θα τρέχει κι ο ασκός
της έμπνευσης o πάντα κούφιος Αίολος.
Στο στόχaστρο
θα βάζεις την καρδιά
αυτό που αξίζει είναι πως
θ’ αστοχείς αραιά
σπανιότατα.
Τα άλογα θα τρέχουνε στο δάσος
μονάχα τα κορίτσια δε θα τρέχουν
θα σταματούν για το φιλί
και θα μένουνε έπειτα σπίτι.
Θ’ ακούς «η λάσπη χτίζεται με φως»
μα δε θα μείνεις άφωνος
θα έχεις με το μέρος σου τους ποιητές
όσους γράφουν στη γλώσσα σου τουλάχιστον.
Ο χρόνος θα περνάει από πάνω σου
χωρίς να σε αγγίζει.
Γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς
όλο και κάποια πρόνοια θα βρεθεί
κανείς δε θα πιστεύει
πως γεννήθηκες
έτσι και ξαφνικά
μεσ’ από δυό αστέρια.
Δε θα ‘ναι πάντα το φεγγάρι στο πλευρό σου
όποτε όμως έχεις την ανάγκη του
θα σου συμπαραστέκεται
με τρόπο πλάγιο τρυφερά
όσο για τα παιδιά
δε θα σου φέρονται άσχημα
αν και δεν παίρνω όρκο πως
θα έχουν όρεξη να σε κοιτούν στα μάτια.

JOYCE


Μήνες εννιά κρατούσε η Τζόις
στο σώμα της την ερημιά
η μήτρα της την έτρεφε
κι όλο αγκάλιαζε φίλαγε
μια γερή μοναξιά.
«Ξένο παιδί η αναπνοή στους πνεύμονές του ας σβήσει.»
Δεν είχε κλείσει τα τέσσερα, θυμάμαι
ήταν Χριστούγεννα, ο πατέρας της
της χάρισε ένα τόπι
και ένα καροτσάκι πλαστικό.
«Με το τόπι θα βάζεις στόχο τον ήλιο
να τον ρίξεις μικρή
ζωή να βρεις για να την περπατήσεις. Στο καρότσι
το μωρό σου θα βάζεις, το μωράκι μας, Τζόις
για να μη σου βραχει και αλλάξει
όταν ο ουρανός
με σταγόνες ποτίσει τη γη
και την κάνει δική του.»
Έλεγε ο πατέρας γελούσε. Σκιά
στη βροχή, που αγαπόυσε, τα χρόνια
όμως η Τζόυς τον έκανε να κλαίει τον πατέρα της
αργότερα τον έκανε κομμάτια
πες πως τον πήρε η θάλασσα.
«Ήταν κακιά πριν γεννηθεί
νεκρή προτού πεθάνει.»
Τυχαία τις προάλλες είδα
τον πατέρα της Τζόυς στο δάσος
παιδί κοιμάται κάτω από τις φυλλωσιές
και δεν τον νοιάζουν πλέον τα πουλιά ούτε τα σύννεφα
που φεύγαν για να δώσουνε
τη θέση τους στον ήλιο
και παίρνανε μακριά του τη βροχή
και παίρναν τη βροχούλα.

Τεχνητη βροχή 


Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΤΗ.
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΜΗ, Κ.Λ.Π. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1922


Πλατεία Αγίου Μάρκου ξημερώματα
τουρίστες κάποιας ηλικίας και ο βόμβος
τη σκόνη του επάνω μου αφήνει
ανάμεσα τους νομίζω πως είδα
το σύζυγο ενός φίλου διπλωμάτη
«ναι, γνωριστήκαμε στο σπίτι του γιατρού»
κυρία Leid ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι
η κόρη τους είχε πεθάνει νέα
κανείς δεν έθιγε αυτό το θέμα τότε
πίνω καφέ αφήνω να με δει
του ήλιου η πρώτη ακτίνα “πρέπει!”
πως με βαραίνει το ότι έχω όρεξη
φύγανε ξένοι ως ήρθαν, ησυχία
δεν είχα χρόνο να τη δω μονοπωλεί
το ενδιαφέρον μου την ώρα που σερβίρει
μια Ιταλίδα, πιθανό
να φύγω για τη Νάπολη.

Την ώρα που ανθίζει 


Ανέβαινε
κρατούσε το νερό
στο χέρι κατακόρυφο περίπατο
κι όλοι οι σπόροι φτιάχναν σκαλωσιά
στον άνεμο για να φανούν λουλούδια.
Ήταν δουλειά της άνθησης κι αυτή
προοπτική μες στο κενό
πως θα βλαστήσει πάλι
ό,τι περίσσεψε απ΄τη γη
και τα αρώματα
τα φύλλα στη στιγμή
σκαρώνανε μια κάποια αναρρίχηση.
Υφαντουργία η υφή
δουλειά της άνθησης θα πεις
εικόνα δίχως ύλη
χώμα προτού να ποτιστεί
εμείς αλλού σκυμμένοι
δίναμε ανταπόκριση
σ’ ένα χειμώνα που θα ‘ρθει
σ’ αυτόν που έχει φύγει.

Ήχος γλυκός


Μετρώ τις χάντρες του κομπολογιού μου.
Αστράφτουνε
κεχριμπαρένιες κι όμορφες
μπροστά στο φλογισμένο
μέτωπο του ηλίου .
Όπου να ‘ναι θα δύσει ο ήλιος
πίσω απ’ τους λόφους της απέναντι στεριάς θα χαθεί.

Σαν πέσει η νύχτα
οι χάντρες του κομπολογιού μου οι ετερόφωτες
δεν λάμπουνε πλέον
ακούγεται όμως ο ήχος τους
γλυκύς , κρυστάλλινος , καθώς
γλιστρούνε ζωηρές
στα δάχτυλα μου.

Η εκλεκτή του


Στους λόφους αστράφτει τις νύχτες
αγέρωχη , δρεπανηφόρος , σκωπτική
η θεά των πάλαι ποτέ
γενεών που ξεχάστηκαν
αφήνοντας τα ίχνη ταπεινά
εδώ κι εκεί να σκορπιστούν
δίχως φωνή ή λέξης γη κι επαγγελία

Κάτω από τα φυλλώματα
της καστανιάς και της δρυός
αφήνει το δισάκι της .
Των έκπτωτων τα πλήθη
της ρίχνουν βόλι του χαμού να την πικράνουν
και την πετροβολούν μέσα στους ίσκιους
των άδικα λησμονημένων οι ορδές.

Απόψε έγειρε ηττηθείσα , σιωπηλή.
Απόψε δόθηκε στο θάνατο λουσμένη
με λάσπη που της πρόσφεραν
τα θύματά της .Δολερή
ενέδρα την ξεπάστρεψε

κι ο Σατανάς λυπήθηκε γιατί
στάθηκε ετούτη , όσο ζούσε
έμπιστη , διακριτική
θεραπαινίδα της λαχτάρας του
της ξεγνοιασιάς του ζυγαριά
κόρη σεμνή που πλήρωσε
της λησμονιάς το χρέος.

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Τραγούδι ανοιχτό

Τα σιταρένια φάσματα
ανήκουν στην ματιά σου
νυφούλα του Πηγάσου
γαλάζια υφάσματα

σου πλέξαν την ανταύγεια
μιας κόρης αφανούς
λύσε μου τους λωτούς
κουρδίζοντας τα μάγια

τοξεύουνε τα κύτταρα
χαρμόσυνα βραχιόλια
και ζωντανεύουν ύστερα

σουτιέν καβούρια και δεσμοί
θροΐζουσα φουριόζα
στη νεραϊδοσχισμή.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.