Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζένη Μαστοράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζένη Μαστοράκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Περίληψη / Τζένη Μαστοράκη

Ποιητική Συλλογή Το σόι (1978)

Παιδί, η μάνα μου
μου φόραγε κατάσαρκα το πατερημών
και γαλάζια φυλαχτά της Τήνου.
Έπαιρνε ένα μεγάλο κλειδί
και διπλοκλείδωνε τον ύπνο μου.
Το πρωί μέτραγε τα όνειρα
και τα κατάγραφε σ' ένα τετράδιο.
Τώρα μου ξορκίζει
το τραγούδι απ' τα χείλια
όταν κοιμάμαι
και κάθε βράδυ το κρεβάτι μου
γίνεται ένα κεντημένο κάντρο
που γράφει «Ελευθερία ή Θάνατος».

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Η χαρά της μητρότητας

 Τζένη Μαστοράκη


Τα βράδια κάνω επικίνδυνες δουλειές.
Δένω μεγάλους σπάγκους
από παράθυρο σε παράθυρο
και κρεμάω παράνομες εφημερίδες.
Τι τα θες, η ποίηση πια δε φτουράει.
Μας τά ’παν κι άλλοι, σου λένε.
Κι έπειτα, έχει κάμποσες να τραγουδήσουν
τη χαρά της μητρότητας.
Η κόρη μου γεννήθηκε
σαν όλα τα παιδιά.
Καταπώς φαίνεται,
θα κάνει γερά ποδάρια,
να τρέχει γρήγορα στις διαδηλώσεις.


Το σόι, Κέδρος, Αθήνα 1990

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Τα πάθη της αγάπης





Παντού νερά, σαν τα φλαμανδικά τοπία που
δεν περνάει φως ή ψάρι, κι από τα έγκατα φωνές,
θούρια πολιορκητών, ραγίσματα, λαβωματιές
από τους μέσους χρόνους, όψεις βαρβάρων
χρυσωμένες και πονάνε.
Με το λαγούτο σταυρωτά στο στήθος, και το
καρφί στο μάτι, πέρα πέρα, άντρες γενναίοι,
κόρη ευγενική, και γύρω μαίνονται φουσάτα-
Ωραία ζωγραφιά και πράσινη, που θα την πω
τα πάθη της αγάπης.


Συλλογή «Ιστορίες για τα βαθιά»

Εκδόσεις Κέδρος, 1983

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Η χαρά της μητρότητας

 Τα βράδια κάνω επικίνδυνες δουλειές.
Δένω μεγάλους σπάγκους
από παράθυρο σε παράθυρο
και κρεμάω παράνομες εφημερίδες.
Τι τα θες, η ποίηση πια δε φτουράει.
Μας τά ’παν κι άλλοι, σου λένε.
Κι έπειτα, έχει κάμποσες να τραγουδήσουν
τη χαρά της μητρότητας.
Η κόρη μου γεννήθηκε
σαν όλα τα παιδιά.
Καταπώς φαίνεται,
θα κάνει γερά ποδάρια,
να τρέχει γρήγορα στις διαδηλώσεις.


Τζένη Μαστοράκη, Το σόι, Κέδρος, Αθήνα 1990

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Μικρό ανθολόγιο ποιημάτων

Ο Δούρειος ίππος τότε είπε
όχι, δε θα δεχτώ δημοσιογράφους,
κι είπαν γιατί, κι είπε
πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό.
Κι ύστερα, εκείνος
έτρωγε ελαφρά τα βράδια
και μικρός
είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
αλογάκι σε λούνα πάρκ.
II
Μαθαίνουμε να διαβάζουμε συλλαβιστά
τις μεγάλες κραυγές.
Αγγίζουμε
αποκαθιστώντας τις αισθήσεις
στο ακέραιο.
Τώρα πια ξέρουμε πως τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.
III
Δραπετεύω μεσ’ από τις λέξεις
που δεν είπα.
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θα’ ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου
με κατακερματίζει.
IV
Η μέρα που ‘φυγε
σ’ αφήνει ένα κέρμα τηλεφώνου
δίχως να ξέρεις ποιον να πάρεις
και να του πεις
πως έξω η δύση μοιράζει προκηρύξεις
στους ανεμοδείχτες.
Σ’ αφήνει ένα μικρό χαρτί
σε μια κλειστή παλάμη
μ’ ένα μολωπισμένο μήνυμα.
Μένεις λοιπόν με το κέρμα στη χούφτα
και το κοιτάς, που έχει από τη μια
ένα τραχύ προφίλ της Δικαιοσύνης
και το κηρύκειο του Ερμή στην άλλη
σύμβολα που δεν το μπορείς
όσο κι αν θες
να τα εξηγήσεις
V
Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά,
για πάντα εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για
πάντα το κακό σημάδι του, παραφροσύνη δίχως
γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,
μια ιερή σαρκοφαγία πού εξαντλεί.
VI
Και να σαλπάρουν με βουή, σαν αδειανά, μπάρκα
που ξέμειναν σε κρεμαστούς λιμένες ενδοχώρας,
ταξίδι που τους έγραφε, τ άστρα καλά,
τα ίσαλα στο αίμα, η λύσσα αρμένισμα,
κι ανάστροφα στο ρεύμα ο ναυαγός, μακριά
γαβγίζει τα καράβια, τ άστρα,
τα κοιμητήρια που ωραία βουλιάζοντας -
ωραία κοιμητήρια της θαλάσσης, όπου το πιο μικρό
έχε γεια βουλιάζει αντίο για πάντα.
VII
Ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην
πεις, και μη ρωτάς, που κλείδωσαν, απ’ τα ψηλά
της παραθύρια γκρέμιζε τα λόγια αλλιώς
VIII
Ο τόπος έχει αλλάξει και δεν είναι πια, δεν ει-
ναι πια πρωί, βορράς να φεύγουν, όσο μονάχα
εμποδισμένοι και νυχτερινοί.
-δεν είναι πια πρωί, βορράς να φεύγουν-
Δάσος κλειδώνεται, παγίδα σκοτεινή, τι σκοτεινό
ανατρίχιασμα, στους λάκκους, σημάδια που άλλο-
τε, μικρός περιηγητής,
-Τι σκοτεινό ανατρίχιασμα στους λάκκους-
δαμάσκο ξέφτι, αργυρή κλωστή, παρέκει θρόισμα
τελειώνει τα’ ακριβά του ρούχα.
Και σαν τροχιά λαμπρού φονιά, τυφλώνοντας, πί-
σω απ΄ τα δέντρα ολοένα βασιλεύει, ο ίσκιος που
ζυγίστηκε ψηλά, φεγγάρι σκίζοντας τρελά-
τρελό φεγγάρι.
IX
Πρέπει να ‘ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα ’κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.

Β - Α, τι νύχτα ήταν εκείνη...

Και λέει, μόνο να πεθάνω ήθελα, και πώς γυρίσαν όλα κι
ανατρέχουν, κύκλο τον κύκλο τ’ αφρισμένα στο νερό,
κύκλο τον κύκλο οι ζωές των ξένων, με ηλικίες αλλόκοτες
ξανάβρισκαν—

στο άγριο των οραμάτων ο βυθός, και στον ασάλευτο αέρα
που άδειαζε, ώ της ερήμου αρμάδες, ώ φτερά, κι ο θρήνος
τα λιωμένα γλείφοντας.

Οι πόλεις, ράκη αστροφεγγιάς, πνέουν, το κόκκινο λειρί τους
στην αντάρα, ζωές των ξένων, η ώρα μία της νυκτός προφτά-
νοντας με το συρμό των καταιγίδων—

κι εγώ που μόνο ήθελα, εγώ



Απόκοτη, όπως ταίριαζε, και χλιαρή από το πλήθος των
αιμάτων, έτσι πεσμένη, πριν κριθεί, εχάθη

στης πικροθάλασσας το κύμα, στ’ ανοιχτά.

Κι αερική, σαν πέρασμα καραβανιών, τρελών θιάσων,
φάρμακο που αρδεύει, αργό, ρούχο αργό των ίσκιων,
που της ταίριαζε,

σαράντα οργιές σκορπίζει στ’ ανοιχτά, σαν οπτασία που
ανθεί στα ξένα, σαν λυπημένο αγρίμι σκόρπιζε, στο κύμα
που φιλεί, και στ’ αξημέρωτα, όπου κοκόρι δεν σημαίνει,
σε ράχη ολόμαυρη,

το χέρι της φυλλοβολεί.



Ο τόπος έχει αλλάξει και δεν είναι πια, δεν είναι πια
πρωί, βορράς να φεύγουν, όσοι μονάχα εμποδισμένοι
και νυχτερινοί.

Δάσος κλειδώνεται, παγίδα σκοτεινή, τι σκοτεινό ανα-
τρίχιασμα, στους λάκκους, σημάδια που άλλοτε μικρός
περιηγητής,

δαμάσκο ξέφτι, αργυρή κλωστή, παρέκει θρόισμα τε-
λειώνει τ’ ακριβά του ρούχα.

Και σαν τροχιά λαμπρού φονιά, τυφλώνοντας, πίσω απ’
τα δέντρα ολοένα βασιλεύει, ο ίσκιος που ζυγίστηκε
ψηλά, φεγγάρι σκίζοντας τρελά—

τρελό φεγγάρι.



Θα ’ρθούνε χρόνοι κοπετών, μαγείας, ξανά η άπιστη σε
φονική αγκαλιά, κι η βλάστηση, ξανά, διαβρώνοντας
τις χαμηλές ρωγμές των τοίχων, τα φορέματα, όπλα που
επήραν τις ζωές ανδρείων,

κι απ’ τα ονόματα των άστρων που έφεγγαν, μήτε η λέξη
εωσφόρος, μήτε αλί—

Και θα σωπαίνεις πιο καλά, για να μ’ ακούς, φωνή αγνώ-
στου μέσα στο σκοτάδι, το αχ του τιμωρού που ρίχνει
τ’ άρματα, το πότε πια,

το πείσμα του αγγελιοφόρου, που αναπλέοντας με κίνδυ-
νο σε κοίλους χώρους, το στόμα του εσφράγισε και
περιμένει.



Πάντοτε νύχτα ταξιδεύουν τα μεγάλα χαίρε, τα έχε γεια,
καλότυχοι οι νεκροί που ξαγρυπνάνε, τις κορυφές, τ’
ακροκεραύνια περιπλέοντας, τις λόχμες μιας απύθμενης
υπνολαλίας,

κι όπως λιοντάρι στα στενά δε χόρτασε, το συννεφάκι
αυτό τούς σημαδεύει, την κόψη ανάβοντας, το ανάστημα,
μελαχρινό, το βλέμμα που ήταν—

Σαν να πεθύμησαν τη δροσερή φυγή, το αλγεινό των αρω-
μάτων σε κλεισμένους χώρους, τον ταπεινό αιγιαλό,

τη φοβερή φωλιά του ύπνου φεύγοντας, το λίγο των
ονείρων.



Αφού το φίλημα στις σκάλες, ο αποχωρισμός, τα πλοία,
το δαιμονικό, η ολέθρια δούλη, κι αφού το ζάλισμα, λευ-
κός αέρας και πανιών θυμός,

άδικα το χρυσάφι, τόσο, τα μαλλιά πού χύνονταν.

Η αναγνώριση, ξανά, γιατί θα ’ρθεί, να γίνει αυγή, δάγκωμα
κόβοντας στα δυο τον κόσμο, τα θαύματα, και τα νερά.

Να τρέμουν όσοι αγαπήθηκαν, και πώς, το αλάφιασμα, η
άγρια γύμνια, φτάνει, κι εδώ καθηλωμένοι, πώς, να γίνει
πάλι να χαθούν, και πώς, σαν ουρλιαχτό,

σαν ουρλιαχτό πέφτει το αίσιο τέλος και—



Για πάντα δεν είναι κανείς, ούτε διαρκεί, κανείς δε θά ’ρθει
απ’ την άλλη όχθη, στις εκβολές βραδυπορώντας με φωτιές.

Κι ανίσως το βραδάκι, στα σβηστά, με αδειανό σακούλι
ξεπεζεύει, πάλι απόξενος, δεν εννοεί, και λιποτάκτης δεν
μπορεί ούτε γνωρίζει.

Σαν ένας, λέει, που πλοηγώντας θα ξυπνά στη μαύρη λίμνη,
κι όπως παντού η σιγαλιά κι η άπνοια σκιάζει, στις φλέβες
του αφουγκράζεται το αιμοβόρο ψάρι,

και γύρω χόρτα πνίγουν τα περάσματα, των ναυτικών τα
ίχνη,

τα έια μάλα.



Μικρό μου, μήτε απ’ τα πουλιά και μήτε—

Ας πάψει πια εκείνο το τραγούδι, κι άλλο μην πεις, και μη
ρωτάς, που κλείδωσαν, απ’ τα ψηλά της παραθύρια γκρέ-
μιζε τα λόγια αλλιώς,

μοίρα χρυσή και δίκαιη των αυτοκτόνων,

το αίμα, τα αίματα, που μια στιγμή, σαν μακρινό μετέωρο
βουτώντας, το αίμα, μια στιγμή αγνάντεψε τα χαμηλά της
φώτα, την κάπνα πόλης που σωπαίνεται, σώμα βαρύ, κι
άλλο μην πεις, μην τραγουδάς, τα λόγια αλλιώς,

απ’ τα πουλιά τους φόνους της πενθεί, απ’ τα πουλιά και
μήτε, η πυρκαγιά, η πυρκαγιά ερημική,

μικρό μου—



Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά, για πάντα
εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για πάντα το κακό σημάδι
του, παραφροσύνη δίχως γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,

μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί.

Κι ό,τι πονά, κι αν λησμονιέται την αυγή, μια νύχτα άλλη,
πλανήτης βάσκανος, ραγίζει η ανατολή, κι ανάρια λάμποντας
το πέρασμά του στο σκοτάδι, σαν ερπετό, μεγάλη σαύρα
που βουτά, θα ’ρθεί, μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο
και χλωρό κεφάλι, θα ’ρθεί, κατάχλωρος απ’ τη φωτιά, κι
ό,τι εξαντλεί, σαΐτα, βόλι και κακό φιλί,

ο μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας το φέρνει πάλι.




Ξύπνα, φωνάζει, και μην κλαις, της φώναξε, το χέρι που
τιμώρησε και φεύγει, ξανά μουσκεύει στα παλιά του
αίματα, καιρός που λησμονεί,

κι ανάδρομα κυλώντας το φαρμάκι, χλόισε τα χείλη
πρώτα, το κατάσπρο φόρεμα—

Σαν το ναυάγιο, που κάποτε αναδύεται, με τα βαριά πανιά,
τους ναύτες, τα βρεγμένα ξύλα,

κύμα αντρειωμένο το γυρίζει με θυμό, σκίζει το στρώμα,
τα στιλπνά γεμίσματα, λίκνο πλωτό, φυσάει τρελή νοτιά,

ξύπνα, κι η νύχτα καταργεί τα εγκλήματα.

Τα ενδύματα

Τα τεκμήρια έμεναν πάντοτε στου φονέως τον κήπο, ξεσκισμένα από τέλειο φάσγανο, σαν προικιά βουλιαγμένα στα έλη, σαν να τα ’σπειρε κάποιος αλόγιστα στο φευγιό του απάνω.

Πελερίνες, μετάξια και δίμιτα, με την αίγλη που έπρεπε τότε, χλιαρές αλλαξιές που ποτίστηκαν μυρωδιές και θορύβους, ζιπουνάκια λευκά και στηθόπανα μ’ αραιές μαχαιριές και φεστόνια, και τα εύθραυστα εκείνα ενδύματα που τα λέγαν το πάλαι ποτέ καμιζόλες.

Ονειρώδεις οι θάνατοι και ο δράστης αθώος. Μ’ ένα τραύμα τυφλό, σαν παράθυρο που πατιόταν μονάχα τις νύχτες.

ο ποιητής

Πρέπει να 'ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ' όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα 'κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.