Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναπολέων Λαπαθιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναπολέων Λαπαθιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

T᾿ ἁπλὸ παιδὶ ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ...



Τ᾿ ἁπλὸ παιδί, ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ,δὲν ἔζησε στὰ πλούτη,
δὲν ἔχει τρόπους νὰ φερθεῖ καὶ μήτε νὰ ντυθεῖ,
-μά ῾ναι τὸ πιὸ καλὸ παιδί, ποὺ μὲς στὴν πλάση τούτη
μπορεῖ ν᾿ ἀπαντηθεῖ!

Δὲν ξέρει γράμματα πολλά, δὲν κάνει γιὰ σαλόνι,
τὰ ροῦχα του εἶναι τῆς δουλειᾶς, τριμμένα καὶ παλιά,
-μὰ τὸ μεγάλωσε τὸ φῶς, αὐτὸ ποὺ μεγαλώνει
τὰ ξένοιαστα πουλιά...

Κι ἄλλοτε μοῦ ῾τυχε ξανά, -στὸ διάβα κάποιου δρόμου,
νὰ περπατήσω συντροφιὰ μὲ διάφορα παιδιά,
-μ᾿ αὐτό, σεμνὸ καὶ ταπεινό, βαδίζει στὸ πλευρό μου,
σὰ μιὰ μικρὴ καρδιά...

Κι ὅταν τῶν ἄλλων τῶν παιδιῶν τὰ λοῦσα βλέπει πλάι
κι αὐτὸ δὲν ἔχει πιὸ καλὸ κοστούμι νὰ ντυθεῖ,
τότε γυρίζει τὴ ματιά -καὶ μοῦ χαμογελάει,
νὰ παρηγορηθεῖ... ]

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Ἀποχαιρετιστήριο

Τὸ γράμμα σου τ᾿ ἀποψινὸ μὲ βρῆκε λυπημένο.
-Μὴ λὲς πὼς ἦταν ἀφορμὴ τ᾿ ὀργίλο σου γραφτό-.
Λὲς κι ἀπὸ πρίν, κάποια φωνή, μοῦ τό ῾χεν εἰπωμένο.
Δὲ θλίβομαι γι᾿ αὐτό.

Ἔτυχεν ὅμως ἡ βραδιὰ τόσο βουβὰ νὰ σβήσει
κι ὁ ἥλιος μακριά, τόσο θλιβὰ νὰ χάνεται μαζί...
Τέτοιες βραδιές, ἡ σκέψη μου, ποὺ νοσταλγεῖ κι ἐκείνη,
δὲ θά ῾θελε νὰ ζεῖ!

Ἐξάλλου, λὲς γιὰ πράματα ποὺ ῾γὼ δὲ βρίσκω βάση.
Λόγια γραμμένα βιαστικά, μὲ πεῖσμα καὶ χολή.
Ἐκεῖνος ποὺ τὰ λόγια σου τὰ πρίν, ἔχει διαβάσει,
θὰ ξαφνιαστεῖ πολύ...

Μοῦ λὲς πὼς «κυλιστήκαμε στὸ βόρβορο», φαντάσου!
Κι ἐγὼ ποὺ τό ῾χα καύχημα κρυφό, τόσο καιρό,
πὼς ἡ καρδιά μου στάθηκε στὰ πλάνα βήματά σου,
σὰν ἄστρο φεγγερό!

Τὸ γράμμα σου τ᾿ ἀποψινό, μὲ βρῆκε λυπημένο,
λὲς κι ἡ καρδιά μου, σὰν ἀνθός, γιὰ πάντα ἔχει σαπεῖ.
Κι ὅσο γιὰ ῾κεῖνο ποὺ μοῦ λές: «Μιὰ ἄγνωστη θὰ μένω»,
δὲ ξέρω τί θὰ πεῖ...

ΙΙ
Τὸ βράδυ ποὺ σ᾿ ἀγάπησα δὲν ἦταν καλοκαίρι.
Τὰ φύλλα μόλις πρόβαλλαν ἐπάνω στὰ κλαριὰ
κι οὔτε θυμᾶμαι νὰ σοῦ πῶ, τί μ᾿ εἶχε τότε φέρει,
σὲ ῾κείνη τὴ μεριά.

Θυμᾶμαι μόνο πού ῾σερνα τὸ βῆμα τὸ νωθρό μου
καὶ τὸ μυαλό μου γύριζε σὲ πράματα παλιά,
τὴν ὥρα ποὺ σ᾿ ἀπάντησα νὰ στέκεσαι στοῦ δρόμου
τὰ πέτρινα σκαλιά.

Τὴ νύχτα ῾κείνη τὴ τρελή, τὴ νύχτα τὴ μεγάλη,
νὰ στὴ θυμήσω τώρα ῾δῶ, τὸ βρίσκω περιττό.
«Τὰ περασμένα πέρασαν, μὴ τὰ θυμᾶσαι πάλι»,
μᾶς λέει τὸ ρητό...

Κι ὅμως κι ἐσὺ μ᾿ ἀγάπησες βαθύτατα, τὸ νιώθω
καὶ ξέρω ἀκόμα πὼς συχνὰ μοῦ τό ῾χες ὁρκιστεῖ,
πὼς ὅσο κι ἂν μαραίναμε τὸ πρῶτο μας τὸ πόθο,
θὰ μέναμε πιστοί!

Μιᾶς καὶ δὲν ἦταν νὰ σταθεῖς σὲ ῾κεῖνα πού ῾χες τάξει,
τότε γιατὶ τὸ λόγο αὐτὸ μ᾿ ἀνάγκασες νὰ πῶ;
Τὸν ὅρκο σου τὸν πάτησες, μὰ ῾γὼ δὲν ἔχω ἀλλάξει:
Ἀκόμα σ᾿ ἀγαπῶ!

Ἀποχαιρετισμός

Μόνος ᾖρθα, κάποιο βράδυ, κι ἦσαν ὅλοι, γύρω, μόνοι,
κι ὅλοι ξένοι, τραγουδᾶμε, μὲς στὴ νύχτα ποὺ σιμώνει.

Κι ὅσο ζῶ, κι ὅσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, ἀλλοίμονό μου,
τὸ βαθὺ καὶ τὸ μεγάλο κι ἀπροσμέτρητο κενό μου.

Τὴ στιγμὴ τοῦ σταυρωμοῦ μου, καὶ γιὰ μόνη συντροφιά μου,
μόλις ἔνιωσα τὰ χέρια ποὺ σταυρῶσαν τὰ καρφιά μου...

Μόνος ᾖρθα, κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα γιὰ λίγο,
μόνος ἔζησα τοῦ κάκου - κι ὅπως ᾖρθα καὶ θὰ φύγω.

Τ᾿ εἶναι τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους, ὁ χαμὸς ἑνὸς ἀτόμου;
- κι ὅπως ᾖρθα, καὶ θὰ φύγω, μόνος μὲς στὸ θάνατό μου...

Ἀποχαιρετισμοὶ στὴ μουσική

Τ᾿ ὄνειρό μου πιὰ δὲν εἶναι νὰ χαρῶ, μήτε νὰ ζήσω,
μὰ νὰ πῶ μιὰ λέξη μόνο, σὰ μιὰ φλόγα καὶ νὰ σβήσω.

Κι ἂν ἀκόμα ζῶ τοῦ κάκου καὶ γυρνῶ στὴν ἐπάνω,
μόνον ἕνα πιὰ μοῦ μένει: νὰ τὴ πῶ καὶ νὰ πεθάνω...

Κι ὅμως κἂν αὐτὴ ἡ λέξη δὲ μοῦ δόθηκεν ἀκόμα
νὰ τὴ πῶ καὶ μοῦ παιδεύει τὴ ψυχή μου καὶ τὸ στόμα.

Μήτε κἂν αὐτὴ τὴ λέξη, τὴν ἀπέραντα θλιμμένη,
μήτε τρόπος νὰ τὴ μάθω, μήτε χρόνος δὲ μοῦ μένει.

Κι ἀφοῦ τ᾿ ἄχαρά μου χείλη δὲ τὴ πρόφεραν ἀκόμα,
θὰ τὴ πάρω καὶ σὰ ξένοι θὰ χαθοῦμε μέσ᾿ στὸ χῶμα...

ΙΙ
Μόνος ᾖρθα κάποιο βράδυ κι ἦσαν ὅλοι γύρω μόνοι
κι ὅλοι ξένοι, τραγουδᾶμε, μέσ᾿ στὴ νύχτα ποὺ σιμώνει.

Κι ὅσο ζῶ κι ὅσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, ἀλίμονό μου,
τὸ βαθὺ καὶ τὸ μεγάλο κι ἀπροσμέτρητο κενό μου!

Τὴ στιγμὴ τοῦ σταυρωμοῦ μου καὶ γιὰ μόνη συντροφιά μου,
μόλις ἔνιωσα τὰ χέρια ποὺ καρφῶσαν τὰ καρφιά μου...

Μόνος ᾖρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα γιὰ λίγο,
μόνος ἔζησα τοῦ κάκου κι ὅπως ᾖρθα καὶ θὰ φύγω.

Τ᾿ εἶναι τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους, ὁ χαμὸς ἑνὸς ἀτόμου;
Κι ὅπως ᾖρθα καὶ θὰ φύγω, μόνος μέσ᾿ στὸ θάνατό μου...

Ἕνας χαμένος κύκλος

Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν
Τὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιον

1
μὲς στὴ βαθιά τη νύχτα – πᾶνε χρόνια,
στοῦ Ἀγνώστου τὴν ἀθώρητη κορφὴ
πιὸ πέρα κι ἀπ᾿ τοὺς δρόμους τῆς Χιμαίρας
ὑπῆρχε ἀπὸ καιρό, δὲν ξέρω, τί
- κάτι δειλό, κι ἀλλόκοτο, καὶ μόνο,
ποὺ γύριζε, καὶ γύρευε μορφή.

Νὰ γίνει, ἀπ᾿ ὅλα γύρω του, τὸ πρῶτο,
Θὲ νά ῾ταν ἀπ᾿ τὴν μοῖρα του γραφτὸ·
Μπορεῖ κανένα πλάσμα, ἴσαμε τώρα,
Νὰ μὴν εἶχε φανεῖ καθὼς αὐτό·
Μπορεῖ καὶ νὰ ἦταν κάποια Παρουσία
Κάποιο λυσίπονο τελειωτικό...

Καὶ νὰ πού, μὲ καιρό, καθὼς γυρνοῦσε,
Ζητώντας, μέσ᾿ ἀπ᾿ ἄστρα νὰ φανεῖ,
Κατόρθωσε καὶ πρόβαλε, ἐπιτέλους
Ἕνα φτωχὸ λουλούδι, ἕνα πρωί...
Τρίλλιζαν, κελαηδοῦσαν τὰ πουλάκια,
Χαρὰ θεοῦ, γελοῦσαν οἱ οὐρανοί!

Βγῆκε σὲ μία πλαγιά, - τ᾿ ἦταν δὲν ξέρω,
Καὶ μήτε καὶ μπορῶ νὰ πῶ τὸ ποῦ:
Φτωχὸ λουλούδι, κἂν ἁπλὸ χορτάρι
Τοῦ κάμπου τῶν ἀγρῶν ἢ τοῦ γιαλοῦ,
- κι ἂν ἄνοιξε στὰ μέρη τὰ δικά μας
ἢ μὴν αὐτὸ συνέβη ἀλλοῦ...

τὸ μεσημέρι φάνταζε Σὰ φλόγα,
καὶ γιόμιζε τὸ μέρος εὐωδιά·
μιὰ μικρὴ μέλισσα ᾖρθε, πρὸς τὸ βράδυ,
στὰ πέταλά του τὰ χιμαιρικά,
κι ἔγινε τὸ καλύτερο τὸ μέλι,
σ᾿ ὅλο τὸν τόπο ἐκείνη τὴ χρονιά...

μεγάλωσε, ἔτσι, ἀμέριμνα, ὡς τὸ βράδυ·
μὰ πρὶν τὸ βράδυ πέσει στὸ βουνό,
περνοῦσ᾿ ἕνας βοσκὸς μὲ τὸ κοπάδι,
ποὺ ἀργὰ τραβοῦσε κατὰ τὸ χωριὸ·
τό ῾κοψε, καὶ τὸ πέταξε πιὸ πέρα·
πρὶν νὰ προβάλουν τ᾿ ἄστρα, ἦταν νεκρό...

2
Τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ᾖρθε στὴ γῆ μας,
ἦταν ἕνα γατάκι γαλανὸ·
γεννήθηκε μία νύχτα τοῦ Φλεβάρη,
λαμπρὸ φεγγάρι ἦταν στὸν οὐρανὸ·
κι αὐτὸ ἔγινε, δὲν ξέρω σὲ ποιὸν τόπο,
σ᾿ ἕνα μικρὸ σπιτάκι σκοτεινό.

Σ᾿ αὐτὸ καθόταν μοναχὰ μιὰ γριούλα·
Μιὰ γριούλα μὲ τὰ πέντε της παιδιά·
Τὰ δυὸ μεγάλα λείπανε στὰ ξένα,
Χωρὶς ἐλπίδα νὰ γυρίσουν πιά·
Μονάχα τὰ κορίτσια ἦταν κοντά της,
Κι ὁ πιὸ μικρὸς μὲ τὰ σγουρὰ μαλλιά.

Λίγο ἔλειψε κι αὐτὸ νὰ πάει μὲ τ᾿ ἄλλα:
Μὰ ἐπειδὴς ἦταν ἄσπρο, παχουλό,
Τὸ γλύτωσεν ἀποβραδὶς ἡ Ἀννούλα,
Καὶ τό ῾βανε κρυφὰ στὸ πλυσταριὸ·
Καὶ ἀργότερα τοῦ πέρασε, γιὰ χάζι,
Μιὰ κορδελίστα γύρω στὸ λαιμό.

Ποιὸς νά ῾λεγε σ᾿ ἐκείνους τοὺς καημένους,
Ποὺ ζοῦσαν πάντα τόσο ταπεινοί,
Πῶς ἔλαχε σ᾿ αὐτοὺς ὁ κλῆρος, τώρα,
Ν᾿ ἀκούσουν τὴ μεγάλη τη Φωνή.
- νὰ ἰδοῦν τὸ Κάτι ἐκεῖνο, ποὺ εἶχε κάνει,
δὲν ξέρω πόσους αἰῶνες νὰ φανεῖ!

Τώρα ἦταν ἕνα σύχαρο γατάκι,
Παράξενα θλιμμένο καὶ γλυκό·
Τὰ μάτια του κοιτοῦσαν ὦρες- ὧρες,
Μ᾿ ἕνα μυστήριο τόσο ἀγγελικό,
Ποὺ μόνο αὐτὸ θ᾿ ἀρκοῦσε, μιὰ γιὰ πάντα,
Νὰ διώξει ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους τὸ κακό...

Τότε ἔπεσε πολλὴ χαρὰ στὸ σπίτι:
Γύρισε ὁ πρῶτος γιός, ὁ ναυτικός,
Μὲ τὸ πουγγὶ γιομάτο, ἀπὸ τὰ ξένα·
Σὲ λίγο ᾖρθε καὶ ὁ δεύτερος ὁ γιός·
Κι ἡ Ἀννούλα πῆρε κάποιο παλικάρι,
Κι ἔπαψε ἡ γρίνια πιὰ καὶ ὁ τσακωμός...

Ἡ δεύτερη διορίστηκε δασκάλα,
Σ᾿ ἕνα χωριὸ γειτονικό, σιμά·
Κι ὁ μικρούλης, ἀκόμα ὁ πιὸ τεμπέλης,
Δούλευε τώρα, κι ἔβγαζε ἀρκετά.
Στὰ τελευταῖα, κι ἡ μάνα μία αὐγούλα,
Κοιμήθηκε, κι αὐτὴ παντοτινά...

Καὶ τὸ γατάκι ξάπλωνε στὸν ἥλιο,
Κι ὅλα βαδίζαν, ὅλα, μιὰ χαρά!
Μὰ νά ποὺ ἕνα βραδάκι τοῦ χειμῶνα,
Τὸ βρῆκε πάλι κάποια συφορά:
Μιὰ ρόδα, ξαφνικὰ τὸ πῆρε σβάρνα,
Καὶ τοῦ ῾σπασε καὶ τὰ δυό του τὰ πλευρά...

Στὸ δρόμο, χάμου, ἀπόμεινε πεσμένο,
Καλώντας, λές, κι ἐγὼ δὲν ξέρω τί,
Μὲ τὴν ἀπελπισμένη του φωνούλα,
Θλιμμένη τόσο, καὶ σπαραχτική!
Μ᾿ ἂν ἔτυχε καὶ κάποιοι νὰ περάσουν,
Ἦταν ἀδιάφοροι καὶ βιαστικοί...

Στὶς πέντε, πρὸς τὸ βράδυ, ξεψυχοῦσε·
Τριγύρω του ἁπλωνόταν ἐρημιά·
Κανένας, τώρα, νὰ τὸ συμπονέσει,
Μήτε καμιὰν ἐλπίδα πουθενά...
Πύκνωσε τὸ σκοτάδι, βγῆκαν τ᾿ ἄστρα,
Κι ἀρχίνησε νὰ βρέχει σιγανά.

Στὶς ἕντεκα, τὴ νύχτα ζοῦσε ἀκόμα·
Μὰ τώρα πιὰ ἡ φωνή του ἦταν φριχτή,
Θαρρεῖς ἕνα τραγούδι τοῦ Ὑπερπέραν,
- κάτι ποὺ δὲν λεγόταν πιὰ φωνή!
Σχεδὸν ὡς τὰ μεσάνυχτα ἀκουγόταν,
Ὥσπου, στὸ τέλος, ἔπαψε κι αὐτή...

3
δοκίμασε ἄλλη μιὰ φορᾷ γιὰ νά ῾ρθει
- κι ἔγινε ἕνα παιδάκι τρυφερό·
στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, εἶχε πέσει
κακὸ μεγάλο, ἐκεῖνο τὸν καιρό:
μίση, κακίες, καυγάδες δίχως τέλος,
τὸ τί γινόταν ἦταν φοβερό!

Σὰν ἔκλεισε τὰ πέντε του τὰ χρόνια,
Καὶ πῆγε στὸ σκολεῖο τῆς γειτονιᾶς,
Βασίλεψε παντοῦ μιὰ τέτοια εἰρήνη,
Ποὺ κλέφτης δὲν ὑπῆρχε οὔτε φονιάς!
Τώρα, ὅλες οἱ γωνιὲς κι ὅλες οἱ στράτες
Ἦταν γιομάτες ἄνθη λεμονιᾶς...

Κάθε φορὰ ποὺ πήγαινε στὴν τάξη
Μὲ τὴν μικρή του ζώνη, τὴ λευκὴ
Στὸ δρόμο, ὅσοι περνούσανε σιμά του,
Γυρνοῦσαν τὸ κεφάλι ἐκστατικοὶ
Καὶ γητεμένοι κι ὀνειροπαρμένοι
Τ᾿ ἀκολουθοῦσαν μυστικὰ ὡς ἐκεῖ!

Κι ὅσο γιὰ τὰ μεγάλα του τὰ μάτια,
Τ᾿ ἀλλόκοτα, γλυκὰ καὶ τρυφερὰ
Σκορποῦσαν τόσο φῶς ὁλόγυρά του
Κι ἤτανε τώρα τόσο φλογερὰ
- ποὺ μόνο αὐτὰ ἀρκοῦσαν, ἐδῶ κάτου
νὰ φέρουν τὴν στοργὴ καὶ τὴν χαρά...

Μὰ μ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ δὲν γλύτωσε καὶ πάλι:
Κάποιο μουντὸ βραδάκι θλιβερό,
Τὴν ὥρα ποὺ ἀρχινοῦσε τὸ σκοτάδι
Καθὼς γυρνοῦσε μόνο ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ
Σὲ μιὰ γωνιὰ περνοῦσε κάποιο τρένο:
Τὸ πρόλαβε, - καὶ τό ῾κοψε στὰ δυό...

4
κι ἔτσι, ἀφοῦ τρεῖς φορές, μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴ Νύχτα
μὲ τρεῖς μορφὲς δοκίμασε νὰ ῾ρθεῖ
κατάλαβε πὼς ἄδικα ζητοῦσε
νὰ δεῖ, σ᾿ αὐτὴ τὴν πλάση, προκοπὴ
γι᾿ αὐτό, κι ἐκεῖνο, γύρισε γιὰ πάντα
καὶ χάθηκε, ξανὰ μὲς στὴν Σιωπή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ
Εἶπα πιὸ πάνω: γύρισε γιὰ πάντα
Καὶ χάθηκε, ξανὰ μὲς στὴν Σιωπὴ
- κι ὁ μῦθος, μιὰ κι Ἐκεῖνο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ
σὲ αὐτὴ τὴν φράση πρέπει νὰ κοπεῖ.
Μὰ τί σημαίνει αὐτὸ τὸ «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»
Ποιὸς θά ῾ταν ἱκανὸς νὰ μᾶς τὸ πεῖ;...

Ὅταν βραδιάζει

Ὅταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνοῦν τὰ περασμένα...
Ξυπνοῦν ἀργά, σὰ μουσικὲς νεκρὲς ἀπὸ καιρό,
- σὰ μουσικὲς ποὺ χάθηκαν, καὶ ποὺ τὶς λαχταρῶ,
κι ἔρχονται πάλι, μαγικὰ κι ἀνέλπιδα, σὲ μένα...

Πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικὲς φωνές,
λόγια βαθιὰ κι ἀξέχαστα, κι ὡστόσο ξεχασμένα,
παράξενα χειμαιρικὲς ἀγάπες μακρινές,
ὅπως ἡ φλόγα μιᾶς αὐγῆς, ὑψώνονται σὲ μένα

Μιὰ βρύση, τότε, μαγική, μοῦ λύνεται ξανά,
καὶ τὸ τραγούδι ρυθμικὸ στὰ χείλη μου ἀνεβαίνει,
- ἕνα τραγούδι καθαρό, καθὼς τὰ δειλινὰ
ποὺ μέσα του λυτρώνονται, καὶ ζοῦν οἱ πεθαμένοι...

Τραγούδι

1- Τὸ δρομάκι τὸ παλιό,
ποὺ εὐωδᾶν οἱ κρίνοι
Τὸ δρομάκι τὸ καλὸ
σὲ μιὰ πόρτα κλείνει...

2- Μέσα κεῖ ποὺ φύσημα
δὲ σὲ φτάνει ἀνέμου,
Μακρινὸς κι ἀθώρητος
κάθεσαι, ἀκριβέ μου...

3- Ἦρθα ἀπόψε, ἀπὸ νωρὶς
γιὰ νὰ σ᾿ ἀνταμώσω:
μὰ ἤμουν ἀπ᾿ τὶς εὐωδιές,
λαγγεμένος τόσο...

4- μὲ τὰ μάτια ἔτσι τυφλά,
σὰν ἀπὸ κραιπάλη,-
ποὺ δὲ σ᾿ ηὗρα πουθενὰ
καὶ θὰ φύγω πάλι...

T᾿ ἁπλὸ παιδὶ ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ...

Τ᾿ ἁπλὸ παιδί, ποὺ ἐγὼ ἀγαπῶ, δὲν ἔζησε στὰ πλούτη,
δὲν ἔχει τρόπους νὰ φερθεῖ καὶ μήτε νὰ ντυθεῖ,
-μά ῾ναι τὸ πιὸ καλὸ παιδί, ποὺ μὲς στὴν πλάση τούτη
μπορεῖ ν᾿ ἀπαντηθεῖ!

Δὲν ξέρει γράμματα πολλά, δὲν κάνει γιὰ σαλόνι,
τὰ ροῦχα του εἶναι τῆς δουλειᾶς, τριμμένα καὶ παλιά,
-μὰ τὸ μεγάλωσε τὸ φῶς, αὐτὸ ποὺ μεγαλώνει
τὰ ξένοιαστα πουλιά...

Κι ἄλλοτε μοῦ ῾τυχε ξανά, -στὸ διάβα κάποιου δρόμου,
νὰ περπατήσω συντροφιὰ μὲ διάφορα παιδιά,
-μ᾿ αὐτό, σεμνὸ καὶ ταπεινό, βαδίζει στὸ πλευρό μου,
σὰ μιὰ μικρὴ καρδιά...

Κι ὅταν τῶν ἄλλων τῶν παιδιῶν τὰ λοῦσα βλέπει πλάι
κι αὐτὸ δὲν ἔχει πιὸ καλὸ κοστούμι νὰ ντυθεῖ,
τότε γυρίζει τὴ ματιά -καὶ μοῦ χαμογελάει,
νὰ παρηγορηθεῖ... ]

ΒΑΟ, ΓΑΟ, ΔΑΟ

Ζινώντας παβίδονο σαβίνι,
Κι ἀπονιβώντας ἐρομιδαλιὸ
Κουμάνισα τὸ βίρο τοῦ λαβίνι
Μὲ σάβανο γιδένι τοῦ Θαλιό.

Κι ἀνέδοντας ἕν᾿ ἄκονο λαβίνι
Ποὺ ραδαγοσαλιοῦσε τὸν ἀλιὸ
Σινέρωσα τὸν ἄβο τοῦ ραβίνι
Σ᾿ ἕνα ἄφαρο δαμένικο ραλιό!

Σουβέροδα στ᾿ ἁλίκοπα σουνέκια
Μέσ᾿ στ᾿ ἄλινα ποὺ δὲν ἐσιβονεῖ
Βαρίλωσα τ᾿ ἀκίμορα κουνέκια.

Καὶ λαδαμποσαλώντας τὴν ὀνὴ
Καράμπωσα τὸ βούλινο διράνι
Σὰν ἄλιφο τουρένι ποὺ κιράνει.

Ἐρινύες

Παλιὰ τραγούδια μακρινὰ χαμένα ἀπὸ καιρὸ
Μὲς σὲ στιγμὲς ἀγγελικὲς ἢ μέσα στ᾿ ὄνειρό μου,
Τώρα πού, ἐντός μου, τίποτα δὲν μένει πιὰ γερὸ
Τὸ βράδυ ποὺ σᾶς θυμηθῶ μοιάζει μὲ βράδυ τρόμου.

Κι ἐσᾶς ποὺ πάντα φύλαγα, γιὰ μία παρηγοριὰ
- Σὰ μιὰ στερνὴ καὶ μαγικὴ παρηγοριὰ δική μου
Σᾶς βλέπω τώρα, ξαφνικὰ ν᾿ ἀλλάζετε θωριὰ
Καὶ νά ῾στε ἀπ᾿ ὅλες τὶς πληγές, ἡ πιὸ μαρτυρική μου!

Γιὰ αὐτό, σφαλώντας τὴ ματιὰ πηγαίνω νὰ χαθῶ.
Μὲς στοὺς πικρούς σας ἐμπαιγμοὺς καὶ μὲς στὶς εἰρωνεῖες,
Τώρα ποὺ τίποτα γερὸ δὲν ἔμεινε κι ὀρθὸ
- τραγούδια μου Ἐρινύες!..

Εἶμαι μόνος...

Εἶμαι μόνος. Βραδιάζει. Τί νὰ κάνω...
Τὰ χέρια μου εἶναι τόσο ἀπελπισμένα!
Τὰ χέρια μου εἶναι τόσο κουρασμένα!
Τὰ ἀφήνω καὶ γλιστροῦν ἀργὰ στὸ πιάνο...

Παίζω στὴν τύχη, κάτι ἀγαπημένο,
Κάτι παλιό, καὶ γνώριμο, καὶ πλάνο..
Καὶ πάλι σταματῶ. Δὲν ἐπιμένω.
Θὰ προτιμοῦσα μᾶλλον νὰ πεθάνω...

Προσμονή

Τὶς βαριὲς τὶς ὦρες ποὺ εἶμαι μόνος
Καὶ δὲν εἶναι γύρω μου κανεὶς
Ποὺδὲν εἶμαι παρὰ μόνο πόνος,
- περιμένω, Μάνα, νὰ φανεῖς.

Κι ὅμως ἤξερε ὅλες σου τὶς πράξεις
Πρίν, Σὰ ρόδο, σπάσεις καὶ σαπεῖς
Σχεδὸν ξέρω πὼς θὰ μὲ κοιτάξεις
Καὶ τὰ λόγια ἀκόμα, ποὺ θὰ πεῖς...

Ξέρω ἀκόμα, πὼς θὰ μὲ χαϊδέψεις
Μ᾿ ἕνα τρόπο τόσο τρυφερό,
Ποὺ θὰ σβήσεις ὅλες μου τὶς σκέψεις
Ποὺ μὲ βαραίνουν, τόσο καιρό...

Κι ἅμα νιώσεις ὅλο μου τὸν πόνο,
Τί μεγάλος εἶναι καὶ βαθὺς
Φτάνει τὴ ματιά μου νὰ δεῖς μόνο,
- δὲν θὰ φύγεις... θὰ μὲ λυπηθεῖς!

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Φάντασμα

Τὸ Ἄγνωστο γύρω καὶ παντοῦ, - κι ὁ Νόμος ὁ Τρανός του!
Κι ἐνῷ σὲ εἴμαστε παρὰ μορφὲς αὐτοῦ τοῦ Ἀγνώστου,
Φαντάσματα, ὅλοι, καὶ καπνοί, στὴν δίνη τῆς Ἀβύσσου
(μὲ τ᾿ ὄνειρο, φτωχὴ ψυχή, γιὰ μόνη ἀπολαβή σου),

μάταια φαντάσματα, τυφλά, ποὺ τὸ σκοτάδι σπέρνει
ποὺ ἡ νύχτα φέρνει μία στιγμή, κι ἡ νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμὸ μὲς στὸν αἰώνιο σάλο,
μισοῦμε καὶ ἐχθρευόμαστε – καὶ κρίνει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο...

1939

Τώρα, ποὺ γυρίζει πάλι,
πρὸς τὴν ἄνοιξη ὁ καιρός,
κι ὁ ἥλιος, σὰν καρδιὰ μεγάλη,
μᾶς ἀγγίζει φλογερός·

ποὺ ὅλα γύρω ἀπ᾿ τοῦ χειμῶνα
λυτρωμένα νὰ ζοῦνε μόνα,
λαχταροῦνε γιὰ στοργή,

κι ὅλα βρίσκουν τό ῾να τ᾿ ἄλλο
Σὰ χαμένο θησαυρὸ
Μὲ τὸ νοῦ μου εἶπα νὰ βάλω
Κι ἐγὼ κάτι πὼς θὰ βρῶ...

Καὶ κινώντας ἕνα γιόμα,
Σὰν ἀλήτης ποὺ πεινᾷ
(καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν ἴσως ἀκόμα
πιὸ βουβὰ καὶ ταπεινά)

καὶ μὲ κάποιον κρυφὸ τρόμο,
στὴν ψυχὴ τὴν ὀρφανή,
γύρεψα δειλὰ στὸ δρόμο
κάτι, θέ μου νὰ φανεῖ!

Μὰ δὲν πρόκανες ἐλπίδα
Μιὰ στιγμὴ νὰ μοῦ φανεὶς
Καὶ γιὰ μένα, ἀμέσως, εἶδα,
Πὼς δὲ βρίσκεται κανείς,

Καὶ χωρὶς νὰ ρίχνω πίσω
Μάτια πόθου φλογερά.
Πρέπει ν᾿ ἀποχαιρετήσω
Κάθε σκέψη καὶ χαρά...

Τί κι ἂν ὅλα λένε, γύρα,
Πὼς δὲν ἦταν ὡς ἐκεῖ,
Κι ἀρχινᾶν, τῆς γῆς τὰ μύρα,
Τὴν παλιά τους μουσική;

Τί καὶ φέγγε, ἀπάνωθέ μου,
Πλούσιος ὁ ἥλιος ὁ παλιός;
Ὀλ᾿ αὐτά, γιὰ μένα, Θέ μου,
Πόσο, τότε, ἦταν ἀλλιῶς...

Κι ἔτσι, ἀνοίγοντας τὴ θύρα,
Ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ Παλιά,
Νὰ σκορπίσουν ὅλα, γύρα
Σὰν ἀνώφελα πουλιά,

Θὰ βαδίσω πρὸς τὸ Πέρα,
Δίχως τίποτα νὰ πῶ,
Χωρισμένος κάθε μέρα
Κι ἀπὸ κάτι π᾿ ἀγαπῶ

Καρτερώντας ὡς τὴν ὥρα,
Πάλι, Θέ μου, ποὺ θενὰ
Σμίξουμε, γιὰ πάντα τώρα
Μὲς στὸ Μέγα Πουθενά...

Ἄτιτλο

Κάτω στοῦ Μήτσου τὸ τεκὲ
Κάναν οἱ μπάτσοι μπλόκο,
Καὶ βρῆκαν ντουμανότρυπες
Κι ἕνα γιαπὶ λουλάδες,
Πενηνταδυὸ διμούτσουνες
Καὶ δεκαοχτὼ μαρκούτσια.
Σουρτά, σουρτὰ μὲ μπαμπεσιὰ
Ζυγῶσαν οἱ ρουφιάνοι
Μὲ ζούλα ᾖρθαν οἱ πούστηδες
Καὶ μᾶς ἐβάναν μπροστά:
Τσιμπῆσαν πρῶτα τὸ Μπαλῆν
Ὅπου φυλοῦσε τσίλλιες
Καὶ μπῆκαν στὸ τσαρδάκι μας
Καὶ μᾶς τὰ κάναν λίμπα!
Πῆραν τὶς ντουμανότρυπες
Πῆραν καὶ τοὺς λουλάδες,
Πῆραν καὶ τὶς διμούτσουνες
Τὰ δεκαοχτὼ μαρκούτσια
Πῆραν καὶ τοὺς ντερβίσηδες
Καὶ στὸ πλεκτὸ τοὺς πᾶνε,
Πῆραν τὸ Μίκα τὸ Ντουρντῆ
Τὸ τζὲ τοῦ Νταλαβέρη
Τὸ Μπάρμπουλα, τὸ Μπόρμπουλα
Καὶ τὸ Μπαλῆ τὸ Μῆτσο
Πήρανε καὶ τὸ Ντερτιλῆ
Τὸ Ντάτα τὸ θηρίο
Πούκαντε πέντε στὴ Παλιὰ
Καὶ δώδεκα στ᾿ Ἀνάπλι
Κι ὄντας τσακίζεται
Λέει: Ὄφ, τ᾿ ἀδερφάκι!

Σπαρασμός

Γύρω ἡ μαυρίλα,
μέσα ἡ καρδιά μου.
Στὸ πάτημά μου
τρίζουν τὰ φύλλα.

Νερό, ἀργοκύλα!
Στολίδια γάμου
ξεσκίδια χάμου.
Ἀνατριχίλα.

Μέσ᾿ στὸ βιβλίο
σκυμμένα μάτια,
καὶ δὲ διαβάζω.

Σιωπή, ἐρμιά, κρύο.
Πέρα; Παλάτια.
Σκοινιά. Σπαράζω.

Προσμένω πάλι

Θυμᾶμαι, νύχτα ἦταν βαθειά,
μὰ ἡ μέρα κόντευε νὰ φτάσει,
καθὼς κινήσαμε μαζί,
γιὰ νὰ χαθοῦμε μὲς στὴν πλάση...

Και σ᾿ ὅσα πέσαμε κακά,
παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
κανένας μας δὲ μπορεῖ πιὰ
μήτε νὰ δεῖ μήτε νὰ μάθει...

Πόσο παλέψαμε κι οἱ δυὸ
καὶ κυλιστήκαμε στὸ χῶμα,
ζητώντας καὶ τὰ πιὸ μικρά,
-δὲ θὰ τὸ πεῖ κανένα στόμα...

Κι ἐπειδὴς εἴχαμε δεχτεῖ,
καθένας τὴ δική του μοῖρα,
πῆρες τὸν ἕνα δρόμο ἐσύ,
κι ἐγὼ τὸν ἄλλο δρόμο πῆρα.

Κι ἀφοῦ χαθήκαμε καιρὸ
καὶ πλανηθήκαμε στὴν τύχη,
(κι ὡς τώρα, μόνος μας δεσμὸς
δὲν ἦταν παρὰ κάποιοι στίχοι),

τώρα, ποὺ τ᾿ ὄνειρο γιὰ μᾶς
τὰ φῶτα σβήνει τὰ στερνά του,
-προσμένω, πάλι, νὰ σὲ βρῶ,
μὲς στὴ γαλήνη τοῦ θανάτου...

Προσμένω πάλι

Θυμᾶμαι, νύχτα ἦταν βαθειά,
μὰ ἡ μέρα κόντευε νὰ φτάσει,
καθὼς κινήσαμε μαζί,
γιὰ νὰ χαθοῦμε μὲς στὴν πλάση...

Και σ᾿ ὅσα πέσαμε κακά,
παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
κανένας μας δὲ μπορεῖ πιὰ
μήτε νὰ δεῖ μήτε νὰ μάθει...

Πόσο παλέψαμε κι οἱ δυὸ
καὶ κυλιστήκαμε στὸ χῶμα,
ζητώντας καὶ τὰ πιὸ μικρά,
-δὲ θὰ τὸ πεῖ κανένα στόμα...

Κι ἐπειδὴς εἴχαμε δεχτεῖ,
καθένας τὴ δική του μοῖρα,
πῆρες τὸν ἕνα δρόμο ἐσύ,
κι ἐγὼ τὸν ἄλλο δρόμο πῆρα.

Κι ἀφοῦ χαθήκαμε καιρὸ
καὶ πλανηθήκαμε στὴν τύχη,
(κι ὡς τώρα, μόνος μας δεσμὸς
δὲν ἦταν παρὰ κάποιοι στίχοι),

τώρα, ποὺ τ᾿ ὄνειρο γιὰ μᾶς
τὰ φῶτα σβήνει τὰ στερνά του,
-προσμένω, πάλι, νὰ σὲ βρῶ,
μὲς στὴ γαλήνη τοῦ θανάτου...

Προσμένω πάλι

Θυμᾶμαι, νύχτα ἦταν βαθειά,
μὰ ἡ μέρα κόντευε νὰ φτάσει,
καθὼς κινήσαμε μαζί,
γιὰ νὰ χαθοῦμε μὲς στὴν πλάση...

Και σ᾿ ὅσα πέσαμε κακά,
παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
κανένας μας δὲ μπορεῖ πιὰ
μήτε νὰ δεῖ μήτε νὰ μάθει...

Πόσο παλέψαμε κι οἱ δυὸ
καὶ κυλιστήκαμε στὸ χῶμα,
ζητώντας καὶ τὰ πιὸ μικρά,
-δὲ θὰ τὸ πεῖ κανένα στόμα...

Κι ἐπειδὴς εἴχαμε δεχτεῖ,
καθένας τὴ δική του μοῖρα,
πῆρες τὸν ἕνα δρόμο ἐσύ,
κι ἐγὼ τὸν ἄλλο δρόμο πῆρα.

Κι ἀφοῦ χαθήκαμε καιρὸ
καὶ πλανηθήκαμε στὴν τύχη,
(κι ὡς τώρα, μόνος μας δεσμὸς
δὲν ἦταν παρὰ κάποιοι στίχοι),

τώρα, ποὺ τ᾿ ὄνειρο γιὰ μᾶς
τὰ φῶτα σβήνει τὰ στερνά του,
-προσμένω, πάλι, νὰ σὲ βρῶ,
μὲς στὴ γαλήνη τοῦ θανάτου...

Λυπήσου...

Λυπήσου ἐκείνους ποὺ πονοῦν,
βουβὰ κι ἀνώφελα, γιὰ κάτι,
καὶ παίρνουν, γιὰ νὰ λησμονοῦν,
τῆς ζωῆς κάποιο ἄθλιο μονοπάτι...

Λυπήσου αὐτοὺς ποὺ ἔχουν χαθεῖ,
μὲς στὴν θλιμμένη ὕπαρξή μας,
κι ἔγιναν αἴνιγμα βαθύ,
μιὰ καὶ δὲν εἶναι μεταξύ μας...

Κι αὐτόν, κι αὐτὸν ποὺ ἀναπολεῖ
τὰ περασμένα του λυπήσου:
μὰ ὅμως, ἀκόμα πιὸ πολύ,
τὶς ὦρες τῆς βαθειᾶς σιωπῆς σου,

λυπήσου αὐτούς, πού, μιὰ φορά,
μὲ φτερὰ ζοῦσαν, καὶ τὰ χάνουν,
καὶ δὲν τοὺς μένει ἄλλη χαρά,
παρὰ ἡ χαρὰ πὼς θὰ πεθάνουν...

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.