Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Federico Garcia Lorca. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Federico Garcia Lorca. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Τ' όνομά σου προφέρω

Τ' όνομά σου προφέρω
μες στις σκοτεινές νύχτες,
σαν έρχονται τ' αστέρια
να πιούνε στο φεγγάρι
και τα κλαδιά κοιμούνται
των κούφιων φυλλωμάτων.
Νιώθω, μ' έχει κοιλώσει
η μουσική και το πάθος.
Ρολόι τρελό, που ψάλλει
ώρες νεκρές, αρχαίες.

Τ' όνομά σου προφέρω
τη σκοτεινή τούτη νύχτα
και μου ηχεί τ' όνομά σου
μακρινό όσο ποτέ.
Μακρινότερο απ' όλα
τ' άστρα και θρηνώδες
κι από βροχή γαλήνια.

Θα σε θέλω, όπως τότε,
καμιά φορά; Ποιο λάθος
έχει η καρδιά μου κάνει;
Αν διαλύεται η καταχνιά,
άραγε, ποιο άλλο πάθος
με περιμένει; Θα 'ναι
ήρεμο κι αγνό, τάχα;
Αχ, αν τα δάχτυλά μου
μπορούσαν να μαδήσουν
ετούτο το φεγγάρι!

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Γλυκό παράπονο



Να στερηθώ το θαύμα μη μ' αφήσεις
στα μάτια σου να χάνομαι και να 'χω
τη νύχτα ν' ακουμπάει στο μάγουλό μου
το ρόδο της ανάσας σου μονάχο

Πονώ που είμαι εδώ, σ' αυτή την όχθη,
κορμός χωρίς κλαδιά στην ερημιά του
χωρίς χυμό χωρίς πηλό και άνθη
για το σαράκι μες στα σωθικά του

Αν είσαι ο κρυμμένος θησαυρός μου
η σταύρωση και η νωπή μου θλίψη
κι εγώ σκυλί της επικρατειάς σου

Αυτό που έχω κερδίσει ας μη μου λείψει
και που στολίζει τώρα τα νερά σου
με φύλλα από το φθινόπωρό μου

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Νύχτα του Άγρυπνου Έρωτα




Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες.
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης,
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι
του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται.

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Το μουγκό παιδί


Το παιδί ζητάει τη φωνή του.
(Την έχει ο βασιλιάς των γρύλων.)
Σε μια σταγόνα του νερού
το παιδί ζητάει τη φωνή του.

Δεν τη θέλω για να κουβεντιάσω
Δαχτυλιδάκι θα την κάνω
που η σιωπή μου θα το βάλει
στο πιο μικρό της δάχτυλο.

Σε μια σταγόνα του νερού
Το παιδί ζητάει τη φωνή του

(Μακρυά η φωνή φυλακισμένη
το ρούχο φόρεσε ενός γρύλου.)

μτφ: Τάκης Βαρβιτσιώτης

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Αποχαιρετισμός


Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό.

Το παιδί τρώει πορτοκάλια.
(Το βλέπω απ'το μπαλκόνι μου.)

Ο θεριστής θερίζει τα στάχυα.
(Τον βλέπω απ' το μπαλκόνι μου.)

Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό!

μτφ: Τάκης Βαρβιτσιώτης

Βγαίνει το φεγγάρι


Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται,
κι εμφανίζονται τ' απρόσβατα
τα μονοπάτια.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη,
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσής του απείρου.

Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ'την πανσέληνο.
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα παγωμένα.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη

μτφ: Ρήγα Καππάτου

Αστερωμένη ώρα



Η στρογγυλεμένη της νύχτας σιγαλιά

μια τελεία στη μουσική

του απείρου.

Βγαίνω ολόγυμνος στο δρόμο

μεθυσμένος από στίχους

χαμένους.

Το σκοτάδι, διάτρητο

από τραγούδια γρύλων,

έχει εκείνη τη μοιραία νεκρή

φωτιά

του ήχου.

Αυτό το μουσικό φως

που ξεχωρίζει

ο νους.

Οι σκελετοί από χίλιες πεταλούδες

κοιμούνται στον περίβολό μου.

Νιάτα από τρελές αύρες περνούνε

πάνω στο ποτάμι.

μτφ: Κ. Πολίτης

Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα


Η νύχτα αρνιέται να'ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

Όμως κι εσύ θα'ρθεις με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

Η μέρα αρνιέται να'ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

Όμως κι εσύ θα'ρθεις
ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να'ρθουν
για να πεθάνω εγώ για σένα
κι εσύ να πεθάνεις για μένα.

μτφ: Τάκης Βαρβιτσιώτης

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Διπλό Ποίημα της Λίμνης Έντεν


Ήταν η αρχαία μου φωνή
που αγνοούσε τους πυκνούς πικρούς χυμούς.
Τη μαντεύω να γλείφει τα πόδια μου
κάτω από τις εύθραυστες και μουσκεμένες φτέρες.

Αι, φωνή αρχαία του έρωτά μου!
Αι, φωνή της αλήθειας μου!
Αι, φωνή του ανοιχτού πλευρού μου,
όταν όλα τα ρόδα τρέφονταν απ' τη γλώσσα μου
κι η χλόη δεν εγνώριζε για τ' ασυγκίνητα του αλόγου δόντια!

Εδώ είσαι πίνοντας το αίμα μου,
πίνοντας το χυμό μου ενός αλλοτινού παιδιού,
την ώρα που τα μάτια μου συντρίβονται στον άνεμο
με το αλουμίνιο και τις φωνές των μεθυσμένων.

Αφήστε με την πόρτα να περάσω
εκεί όπου μυρμήγκια τρώει η Έυα
και γονιμοποιεί ο Αδάμ λαμπερά ψάρια.
Αφήστε με, ανθρωπάκια με τα κέρατα,
να πάω στο δάσος με τ' ανακλαδίσματα
και τ' άλματα τα ολόχαρα.

Γνωρίζω εγώ τη χρήση την πιο μυστική
που έχει μια καρφίτσα σκουριασμένη
και ξέρω για τη φρίκη κάποιων άγρυπνων ματιών
πάνω απ' τη συμπαγή επιφάνεια του πιάτου.

Αλλά δεν θέλω κόσμο ούτε όνειρο, θεϊκή φωνή,
θέλω τη λευτεριά μου, τον ανθρώπινό μου έρωτα
στη σκοτεινότερη γωνιά της αύρας που κανείς δεν θέλει.
Τον ανθρώπινό μου έρωτα!

Ετούτα τα θαλασσινά σκυλιά όλο κυνηγιούνται
κι ο άνεμος στήνει ενέδρα σε κορμούς παρατημένους.
Ω φωνή μου αρχαία, κάψε με τη γλώσσα σου
ετούτη τη φωνή από τενεκέ και ταλκ!

Θέλω να κλαίω γιατί έτσι μου αρέσει,
όπως κλαίνε τα παιδιά στο τελευταίο θρανίο,
γιατί δεν είμαι άντρας, ούτε ποιητής, ούτε και φύλλο.
αλλά ένα πληγωμένο καρδιοχτύπι που κυκλώνει
τα πράγματα της άλλης όχθης.

Θέλω να κλαίω τ' όνομά μου λέγοντας
ρόδο, παιδί και έλατο στην όχθη αυτής της λίμνης,
για να πω την αλήθεια μου του ανθρώπου από σάρκα
σκοτώνοντας εντός μου
την κοροϊδία και την υποβολή του λεκτικού.

Όχι, όχι. Δε ρωτάω εγώ. Εγώ θέλω.
Λευτερωμένη μου φωνή που μου γλείφεις τα χέρια.
Μες στο λαβύρινθο των παραπετασμάτων
είναι η γύμνια μου αυτή που δέχεται
τη σελήνη της ποινής και το ρολόι το σταχτωμένο.

Έτσι μιλούσα.
Έτσι μιλούσα εγώ όταν ο Κρόνος ακινητοποίησε τα τρένα
κι η καταχνιά και τ' Όνειρο κι ο Θάνατος με ψάχνανε.
Με ψάχνανε.
Εκεί που μουγκανίζουν οι γελάδες
που έχουνε μικρές πατούσες καμαρότου
κι εκεί όπου επιπλέει το κορμί μου
ανάμεσα σ' αντιμαχόμενες ισορροπίες.


Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα: 1930

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Το σκόρπιο αίμα

Δε θέλω να το βλέπω!

Πες στο φεγγάρι να φανεί
Γιατί δεν θέλω πια να βλέπω
Το αίμα του Ιγνάθιο στην αρένα

Δε θέλω να το βλέπω!

Αχνό φεγγάρι απ’ άκρη σ’άκρη
Άτι από σύννεφα γαλήνια
Και η σταχτιά του ονείρου αρένα
Με τις ιτιές γύρω γύρω

Δεν θέλω να το βλέπω!
Η θύμησή μου καίγεται!
Μηνύστε το στα γιασεμιά
Με την αέρινη ασπράδα

Δε θέλω να το βλέπω

Γέρικου κόσμου η αγελάδα
Έσερνε την πικρή της γλώσσα
Σ’ένα μουσούδι κόκκινο αίμα
Ξεχειλισμένο στην αρένα
Κι οι αρχαίοι ταύροι του Γκισάντο
Πέτρα μαζί και θάνατος
Μουκάνισαν σαν δυο αιώνες
Που έχουν χορτάσει πια τη γη
Όχι!
Δε Θέλω να το βλέπω!

Σκαλί σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
Το θάνατό του φορτωμένος
Γύρευε να’βρει την αυγή
Και πουθενά η αυγή δεν ήταν
Γύρευε τη σωστή θωριά του
Και τ’όνειρο τού αλλάζει δρόμο
Γύρευε τα’ όμορφο κορμί του
Και βρήκε το χυμένο του αίμα
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!
Το ανάβρυσμά του να μη βλέπω
Κάθε φορά να λιγοστεύει
Το ανάβρυσμά του που φωτίζει
Τόσες κερκίδες και σκορπιέται
Μες στο πετσί και το βελούδο
Κοσμοπλημμύρας διψασμένης
Ποιος μου φωνάζει να κοιτάξω;
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
Που είδε τα κέρατα κοντά του
Όμως οι τρομερές μανάδες
Ανασηκώσαν το κεφάλι

Κι από τα βοσκοτόπια πέρα
Ήρθε ένα μυστικό τραγούδι
Που αγελαδάρηδες ομίχλης
Τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους

Δεν είχεν άρχοντα η Σεβίλλια
Μπροστά του για να παραβγεί
Ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
Ούτε καρδιά να’ν’ τόσο αληθινή
Σαν ποταμός από λιοντάρια
Η ξακουσμένη του αντρειοσύνη
Και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
Η στοχασιά του η μετρημένη
Φως χρυσαφένιο είχε μιας Ρώμης
Ανδαλουσιάνικης στο μάτι
Και το χαμόγελό του νάρδος
Από σπιρτάδα κι απ’ αλάτι
Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι βράχος πάνω στα βουνά!
Τι απαλός με τ’άγρια στάχυα!
Τι δυνατός με τα σπιρούνια!
Τι τρυφερός με την δροσιά!
Τι λαμπερός στα πανηγύρια!
Τι τρομερός με τις στερνές
Του σκοταδιού τις μπαντερίλιες!

Τώρα για πάντα πια κοιμάται
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
Με δάχτυλα που δε λαθεύουν
Το άνθος ανοίγουν του μυαλού του
Και το τραγουδιστό του αίμα
Κυλάει σε βάλτους και λιβάδια
Γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων
Άψυχο στέκει στην ομίχλη
Σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια
Σα μια πλατειά μια λυπημένη
Μια σκοτεινή γλώσσα ώσπου τέλμα
Να γίνει από αγωνία πλάι
Στον Γκουαδαλκιβίρ των άστρων
Της Ισπανίας ω άσπρε τοίχε!
Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε!
Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!
Αηδόνι στην καρδιά του μέσα
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!
Δεν είναι ανθός να το χωρέσει
Και χελιδόνια να το πιούνε
Πάχνη αστεριών να το κρυώσει
Τραγούδι και κρινοπλημμύρα
Και κρύσταλλο να το ασημώσει
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!

Απόσπασμα από το ποίημα του Federico Garcia Lorca Μοιρολόϊ για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας.

Η πέτρα είναι ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν
Μα δεν κρατάει κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια
Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώσει
Με δένδρα δακρυοπότιστα, κορδέλες και πλανήτες

Είδα βροχές σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν
Τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια
Να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας
Που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα

Γιατί η πέτρα είναι ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη
Σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’αμφιλύκης λύκους
Μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες
Παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους

Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο ο καλογεννημένος
Τέλειωσε πια. Τι μένει εδώ; Την όψη του κοιτάχτε:
Ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια
Και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι

Τέλειωσε πια. Τώρα η βροχή στ’άδειο του στόμα μπαίνει
Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη
Και ποτισμένος ο έρωτας με του χιονιού τα δάκρυα
Πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια

Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει
Μπροστά μας είναι ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο
Μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια
Και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’άκρη

Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει κανείς εδώ δεν κλαίει
Κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δεν σκιάζει:
Μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να’χω
Να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δεν θα’βρει

Τους άνδρες θέλω εδώ να ιδώ με την φωνή την άγρια
Που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε
Που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
Με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα

Εδώ να’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’αυτή την πέτρα
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια
Εδώ να’ρθούνε να μου ειπούν ποιος δρόμος τώρα μένει
Για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει

Θέλω έναν θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
Με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες
Μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο, ώσπου να σβήσει
Χωρίς ν’ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου

Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα
Που όντας παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο
Να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι
Στ’άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
Για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του
Πήγαινε Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει

Η καλόγρια η τσιγγάνα

Βουνά και σύ΄γνεφα μακριά σ' όλα τριγύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα και τα σπιτάκια ασβεστωμένα.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
άχου, τι όμορφα κεντάει το χεράκι της πως πάει.

Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά, και τ' άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντάει η καλόγρια η μικρή
μα κάθε τόσο αναστενάζει και κάτι με το νου της βάζει.

Λίγο το χέρι σταματά μες στον αέρα και κοιτά
στα μάτια της π' ανοιγοκλείνουν δυο καβαλάρηδες περνούν.

Κι ύστερα πάλι στο πανί ξεσπάει η καλόγρια η μικρή
τι ποτάμια, τι χορτάρια, τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια
πλάσματα της αρεσιάς της τής ονειροφαντασιάς της.

Γλυκό παράπονο

Να στερηθώ το θαύμα μη μ' αφήσεις
στα μάτια σου να χάνομαι και να 'χω
τη νύχτα ν' ακουμπάει στο μάγουλό μου
το ρόδο της ανάσας σου μονάχο

Πονώ που είμαι εδώ, σ' αυτή την όχθη,
κορμός χωρίς κλαδιά στην ερημιά του
χωρίς χυμό χωρίς πηλό και άνθη
για το σαράκι μες στα σωθικά του

Αν είσαι ο κρυμμένος θησαυρός μου
η σταύρωση και η νωπή μου θλίψη
κι εγώ σκυλί της επικρατειάς σου

Αυτό που έχω κερδίσει ας μη μου λείψει
και που στολίζει τώρα τα νερά σου
με φύλλα από το φθινόπωρό μου

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Antonio Torres Heredia II

Ξάφνου στον ποταμό από πέρα φωνές ξεσκίσαν τον αγέρα.
Έμπηγε κάπρου δαγκωνιές μες στα ψηλά ποδήματα
χίμαγε κι έκανε βουτιές σαν δελφινιού πηδήματα.

Η τραχηλιά του η κρεμεζιά μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν - ήταν έξι και δεν εμπόραε πια ν' αντέξει.

Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, φεγγαρομελαμψέ μου
κι ασπρογαρούφαλέ μου.

Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, π' άξιζες μια βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια.

Στην άκρη εκεί του ποταμού τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του στην άκρη εκεί του ποταμού
κι ανάγειρε την κεφαλή με τα σφιγμένα χείλη
και τότε πια καμμιά φωνή μόνο εφωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός ήρθε και τ' άναψε καντήλι.

Antonio Torres Heredia I

Κάτου στης ακροποταμιάς το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς και στη Σεβίλλια πάει.

Τα κατσαρά του γυαλιστά πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαμψός από του φεγγαριού το φως.

Κάποτε λίγο σταματά, κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει και να το χρυσαφώσει.

Εκεί στης ακροποταμιάς το μονοπάτι να, τον φτάνουν
κάτω απ' τα κλώνια μιας φτελιάς χωροφυλάκοι και τον πιάνουν.

Αποβραδίς η ώρα οχτώ τον σέρνουν σε κελί μικρό
απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί και βλαστημάνε.

Του Πικραμένου

Εικοσιτρείς του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν, πάνε και λένε:
«Αν το μπορείς δυστυχισμένε,
στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε.

Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλε από κάτω τ' όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες.

Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες
μάθε τα χέρια να σταυρώνεις
κι απάνω από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στο σάβανο».

Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει
ο ταξιάρχης και πηγαίνει
πού 'χει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δεν μιλεί.

Εικοσιτρείς του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
κι εικοσιτρείς τ' Αυγούστου
γέρνει και τα πικροσφαλεί.

Το τραγούδι της Χοσεφα

Αρνάκι μου μικρό μικρό λευκό μικρό μου αρνάκι
πάμε κει κάτω στο γιαλό να δεις το μυρμηγκάκι
στο δρόμο του πώς προχωρεί

Εγώ θα σε ταΐσω θε σα σου δώσ και ψωμί
Μπερνάρντα πεισματάρα σα λεοπάρδαλη γριά
ύαινα Μαγκνταλένα

Ω, Αρνάκι μου μικρό, ω, μωρό μου
Πάμε μακριά στις φοινικιές στης Βηθλεέμ την πύλη

Ούτε κι εσύ ούτε κι εγώ ύπνο δε θα ζητάμε
η πόρτα τώρα η κλειστή μονάχη της θ' ανοίξει
και πέρα στην ακρογιαλιά θα πάμε να κρυφτούμε
μέσα σε μια μικρή μικρή καμπίνα από κοράλλια
μονάχοι μας εσύ κι εγώ

Εγώ θα σε ταΐσω θε σα σου δώσ και ψωμί
Μπερνάρντα πεισματάρα σα λεοπάρδαλη γριά
ύαινα Μαγκνταλένα

Ω, Αρνάκι μου μικρό, ω, μωρό μου
Πάμε μακριά στις φοινικιές στης Βηθλεέμ την πύλη

Το σκόρπιο αίμα

Δε θέλω να το βλέπω!

Πες στο φεγγάρι να φανεί
Γιατί δεν θέλω πια να βλέπω
Το αίμα του Ιγνάθιο στην αρένα

Δε θέλω να το βλέπω!

Αχνό φεγγάρι απ’ άκρη σ’άκρη
Άτι από σύννεφα γαλήνια
Και η σταχτιά του ονείρου αρένα
Με τις ιτιές γύρω γύρω

Δεν θέλω να το βλέπω!
Η θύμησή μου καίγεται!
Μηνύστε το στα γιασεμιά
Με την αέρινη ασπράδα

Δε θέλω να το βλέπω

Γέρικου κόσμου η αγελάδα
Έσερνε την πικρή της γλώσσα
Σ’ένα μουσούδι κόκκινο αίμα
Ξεχειλισμένο στην αρένα
Κι οι αρχαίοι ταύροι του Γκισάντο
Πέτρα μαζί και θάνατος
Μουκάνισαν σαν δυο αιώνες
Που έχουν χορτάσει πια τη γη
Όχι!
Δε Θέλω να το βλέπω!

Σκαλί σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
Το θάνατό του φορτωμένος
Γύρευε να’βρει την αυγή
Και πουθενά η αυγή δεν ήταν
Γύρευε τη σωστή θωριά του
Και τ’όνειρο τού αλλάζει δρόμο
Γύρευε τα’ όμορφο κορμί του
Και βρήκε το χυμένο του αίμα
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!
Το ανάβρυσμά του να μη βλέπω
Κάθε φορά να λιγοστεύει
Το ανάβρυσμά του που φωτίζει
Τόσες κερκίδες και σκορπιέται
Μες στο πετσί και το βελούδο
Κοσμοπλημμύρας διψασμένης
Ποιος μου φωνάζει να κοιτάξω;
Μη! Μη μου λέτε να το βλέπω!

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
Που είδε τα κέρατα κοντά του
Όμως οι τρομερές μανάδες
Ανασηκώσαν το κεφάλι

Κι από τα βοσκοτόπια πέρα
Ήρθε ένα μυστικό τραγούδι
Που αγελαδάρηδες ομίχλης
Τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους

Δεν είχεν άρχοντα η Σεβίλλια
Μπροστά του για να παραβγεί
Ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
Ούτε καρδιά να’ν’ τόσο αληθινή
Σαν ποταμός από λιοντάρια
Η ξακουσμένη του αντρειοσύνη
Και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
Η στοχασιά του η μετρημένη
Φως χρυσαφένιο είχε μιας Ρώμης
Ανδαλουσιάνικης στο μάτι
Και το χαμόγελό του νάρδος
Από σπιρτάδα κι απ’ αλάτι
Τι ταυρομάχος στην αρένα!
Τι βράχος πάνω στα βουνά!
Τι απαλός με τ’άγρια στάχυα!
Τι δυνατός με τα σπιρούνια!
Τι τρυφερός με την δροσιά!
Τι λαμπερός στα πανηγύρια!
Τι τρομερός με τις στερνές
Του σκοταδιού τις μπαντερίλιες!

Τώρα για πάντα πια κοιμάται
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
Με δάχτυλα που δε λαθεύουν
Το άνθος ανοίγουν του μυαλού του
Και το τραγουδιστό του αίμα
Κυλάει σε βάλτους και λιβάδια
Γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων
Άψυχο στέκει στην ομίχλη
Σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια
Σα μια πλατειά μια λυπημένη
Μια σκοτεινή γλώσσα ώσπου τέλμα
Να γίνει από αγωνία πλάι
Στον Γκουαδαλκιβίρ των άστρων
Της Ισπανίας ω άσπρε τοίχε!
Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε!
Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!
Αηδόνι στην καρδιά του μέσα
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!
Δεν είναι ανθός να το χωρέσει
Και χελιδόνια να το πιούνε
Πάχνη αστεριών να το κρυώσει
Τραγούδι και κρινοπλημμύρα
Και κρύσταλλο να το ασημώσει
Όχι!
Δε θέλω να το βλέπω!

Σώμα στην πέτρα

Η πέτρα είναι ένα μέτωπο μ’ όνειρα που στενάζουν
Μα δεν κρατάει κυρτό νερό και κρύα κυπαρίσσια
Η πέτρα πλάτη είναι γυμνή τον χρόνο να σηκώσει
Με δένδρα δακρυοπότιστα, κορδέλες και πλανήτες

Είδα βροχές σταχτιές βροχές στα κύματα να τρέχουν
Τα τρυπημένα υψώνοντας και τρυφερά τους χέρια
Να μην πιαστούν στο αγκάλιασμα της πλαγιασμένης πέτρας
Που καταλεί τη σάρκα τους και δε ρουφάει το αίμα

Γιατί η πέτρα είναι ανοιχτή σε σπόρους και σε νέφη
Σε σκελετούς κορυδαλλών και σ’αμφιλύκης λύκους
Μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και φλόγες
Παρά μονάχα ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους

Πάνω στην πέτρα ο Ιγνάθιο ο καλογεννημένος
Τέλειωσε πια. Τι μένει εδώ; Την όψη του κοιτάχτε:
Ο θάνατος τη σκέπασε με κερωμένα θειάφια
Και σκοτεινού μινώταυρου του φόρεσε κεφάλι

Τέλειωσε πια. Τώρα η βροχή στ’άδειο του στόμα μπαίνει
Τώρα ο αγέρας σαν τρελός φεύγει απ’ τα κούφια στήθη
Και ποτισμένος ο έρωτας με του χιονιού τα δάκρυα
Πάει ζεστασιά να ξαναβρεί ψηλά στα βοσκοτόπια

Ποιος μίλησε; Βαριά σιωπή σα μπόχα βασιλεύει
Μπροστά μας είναι ένα κορμί στη σκοτεινιά δοσμένο
Μια κατακάθαρη μορφή που κάποτε είχε αηδόνια
Και τώρα τρύπες άπατες γεμάτη απ’ άκρη σ’άκρη

Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει κανείς εδώ δεν κλαίει
Κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δεν σκιάζει:
Μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να’χω
Να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δεν θα’βρει

Τους άνδρες θέλω εδώ να ιδώ με την φωνή την άγρια
Που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε
Που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
Με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα

Εδώ να’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’αυτή την πέτρα
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια
Εδώ να’ρθούνε να μου ειπούν ποιος δρόμος τώρα μένει
Για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει

Θέλω έναν θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
Με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες
Μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο, ώσπου να σβήσει
Χωρίς ν’ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου

Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα
Που όντας παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο
Να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι
Στ’άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια
Για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του
Πήγαινε Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει

στο Σαντιάγο

Όταν θα έρθει η πανσέληνος
θα πάω στο Σαντιάγο της Κούβας,
σ' ένα αμάξι από μαύρο νερό
θα πάω στο Σαντιάγο.

Θα τραγουδάνε οι στέγες από φοινικιά,
θα πάω στο Σαντιάγο της Κούβας
όταν ο φοίνικας θα γίνει πελαργός
θα πάω στο Σαντιάγο.

Ζέστη λευκή, ξερά σποράκια
Ω Κούβα, τόξο από ανάσα και πηλό.
Κι η θάλασσα λουσμένη μες στην άμμο
θα πάω στο Σαντιάγο.
Στο Σαντιάγο
θα πάω στο Σαντιάγο της Κούβας
Στο Σαντιάγο
θα πάω στο Σαντιάγο.

Αύρα κι οινόπνευμα στις ρόδες,
η θάλασσα πνιγμένη μες στην άμμο,
σ' ένα αμάξι από μαύρο νερό
θα πάω στο Σαντιάγο.

Θα τραγουδάνε οι στέγες από φοινικιά,
θα πάω στο Σαντιάγο της Κούβας.
Όταν ο φοίνικας θα γίνει πελαργός
θα πάω στο Σαντιάγο.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.