Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρεμμύδας Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρεμμύδας Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

Μεγάλη Τετάρτη Το συνέδριο των ανόμων / Κρεμμύδας Κώστας



Ιούδας ο δόλιος και είπεν το Κύριε Ελέησον
τετράκις
και δωδεκάκις στη συνέχεια εν χορώ
σε ήχο τρίτο περί της ωραιότητός σου
κατόπιν τέταρτο κι έπειτα πάλι απ’ την αρχή
ουράνια.

Τι να προλάβουνε ν’ αποστηθίσουνε τα μάτια
Δόξα και νυν και αύριο στις ταβέρνες
Τον θησαυρόν σου δολίως εμελέτησας
μα ήθελα σώνει και καλά να αγγίξω μέχρι τέλους
και βιαίως
τ’ άρωμά σου.
Κάθε που έφευγα το χέρι σου στην άκρη
να επιστρέφει
εκεί ορθός και πάλι ν’ ανασαίνω μόνος
στο χαμόγελό σου.
Τώρα τι να τα λέμε εκ του μακρόθεν
κι ανασφαλείς…
Λέγε με Περσεφόνη τις νύχτες.

Ο Φίλιππος στη Βηθσαϊδά
εγώ κατά Κουκάκι περιφέρομαι
και να ξεχνώ τη γενική:
Δράκου ή Δράκοντος;
Το πρώτο στη δημοτική
τα’ άλλο πιο πέρα να χάνεται στα μάτια σου.
Κι όμως σε είδα ξαφνικά να κυματίζεις
ανάμεσα σε δυο τρολέδες
γοργόνα δε ακρόπρωρο τρικάταρτο.
Στον ουρανό το μπλε
βαθύ στο χρώμα των ματιών σου
γαλάζια η λεπτή απόχρωση στα βλέφαρα
κυματοειδή τα πέπλα σου στο πορφυρό
κι εσύ φωτιά ολόρθη στους τρολέδες
να καις και να μακραίνεις μες τη νύχτα.

Απεμπολώ την ευσπλαχνία σου
ως τραμβαγέρης
οσμίζομαι νεκρόν και έρωτα.

Ξέρω τους ήχους που θα γράψω σήμερα
και νυν και αύριο στους αιώνες.

–Τι μοι θέλετε δούναι;
–Το σώμα σου, θα αποκριθώ
σε πέντε στίχους.
Τετύφλωκεν γαρ αυτών τους οφθαλμούς
κι οι μέρες μου να χάνονται σαν χρόνια
Φωτιά-Φανή-φωστήρας-φύσημα και φλόγα
κι ας προσπαθώ να σε διακρίνω σ’ ένα έψιλον.

Αχ, να σε ονομάτιζαν Ελένη!

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

σχέδιο?



η ανεμότρατα μοναξιά έσχιζε με ορμή
το ασφυκτικό πέλαγος της αυγουστιάτικης μέρας
χελώνες και άλλα οστρακοειδή
παρελαύνουν στις τηλεοράσεις
με οδηγίες χρήσιμες για αλιείς και νεκροθάφτες
αθεράπευτα νάρκισσοι και νεκρωμένοι
εγκαινιάζουμε πολίτες μιας χρήσης
που μετά το πέρας της τελετής
θα ανακυκλωθούν σε ειδικούς κάδους τροφίμων
ο Πρωθυπουργός παρών στα καθημερινά του
φιλοξενεί με τους υπόλοιπους της πλατείας
τη γενικευμένη θλίψη του για τους νεκρούς
ορίζοντες και οριζόμενοι συναισθάνονται φρίκη
ο ιδρώτας καλύπτει τα χλωμά μετατάρσια της φιλαρμονικής
το τρομπόνι βουβό, εκτοξεύει αμίαντο και γυψοσανίδες
στο απέναντι χαράκωμα τρεις πάνοπλοι νέοι χαμογελούν
οι γέροι, όπως πάντα λουφάζουν στα σκεπάσματα των συνειδήσεων
πόλεμος αστραπή, επίθεση
τρεις λέξεις καθαρές σαν τους λευκούς επιδέσμους της απολύμανσης
που περιμένουν να βυθιστούν στο αίμα
αναλογεί σε άντρες η θάλασσα και ματαιώνει ακόμα τις καρδιές μας
αντίσταση δεν υφίσταται στο παρελθόν
όταν το μέλλον εξαφανίζεται
ασυγκίνητο μπρος στα λευκά κολάρα της εξουσίας
θάνατος στους θανάσιμους εχθρούς του κόσμου μας
και αύριο και πάντοτε έρημοι
δε λένε να χαθούν στο λήθαργο μέρα και νύχτα τα κατορθώματά μας
αντιστρατεύουν τους φόβους μας
ο εμπρησμός και η άλωση δεν απαιτούν ληξιαρχικές πράξεις
ακόμα και η προϋπηρεσία της κόλασης μπορεί ν’ αποδειχτεί άχρηστη
προσπαθώ να συνομιλήσω αλλά χάνομαι

στα παιδιά που χάθηκαν και ιδιαίτερα στον Μιχάλη Καλτεζά

Όμορφος που ήσουν Μιχάλη
Ακόμα και τότε
που σε πρωτόδα ξαπλωμένο στη μέση
της Άγιας Τράπεζας
Έτσι καθώς κοιτούσα
ήρθαν στο νου τραγούδια κι όνειρα
που φτιάχναμε τ’ ατέλειωτα βράδια 

 της προσμονής
Και τότε φάνταζες γαληνεμένος
Και τότε μίλαγες αργά
Με σιγουριά στο λόγο και την απόφαση.

Μόνο που τώρα ώχρανε το πρόσωπό σου
Τα χεριά σου είναι θαρρώ κρύα
Δε βλέπω την καρδιά σου να σαλεύει
μήτε και νιώθω τα μάτια σου.

Σε παρακαλώ αποκρίσου Μιχάλη
Πρέπει να φύγουμε όσο είναι καιρός
ο ήλιος όπου να ’ναι πέφτει
και σου θυμίζω πως φοβάμαι τη νύχτα
δε διακρίνω καλά στο σκοτάδι
κι ο χρόνος τέλειωσε κι αυτός
Η πορεία πρέπει να κινήσει σήμερα
στη γνωστή διαδρομή
όπως πάντα:
απ’ τα Προπύλαια μέχρι το ΕΑΤ-ΕΣΑ
                        και την Αμερικάνικη πρεσβεία

-Ακούς Μιχάλη;
Σε παρακαλώ αποκρίσου
ο ήλιος όπου να ’ναι πέφτει
δε διακρίνω καλά στο σκοτάδι
φοβάμαι τη νύχτα
ο χρόνος τέλειωσε
πρέπει να κινήσουμε
σήμερα
η πορεία
η γνωστή διαδρομή
τα βασανιστήρια
το ΕΑΤ-ΕΣΑ
ο θάνατος
οι πυροβολισμοί
ο άνεμος
ο θάνατος
η ζωή
Μιχάλη. 


Υ. Γ. Τα κουφέτα του νεκροταφείου Ζωγράφου
          τα φυλάω ακόμα στη βιβλιοθήκη μου.

Μεγάλη Πέμπτη Έδραμεν λέγων τοις παράνομοις



Στην Άννα Μέλερ, την Ιωάννα και τον Ιωνά εν τη κοιλία του κήτους
Τω καιρώ εκείνω ήγγιζεν η εορτή των αζύμων
η λεγομένη Πάσχα
Τα έγραψε για Σανατά κι Ιούδα Ισκαριώτη,
ο Λουκάς
και φθάσαν ως τις μέρες μας εσώκλειστα
μες σε γραφεία της αποστροφής μας
να περιμένουν την κλαγγή των τηλεφώνων
όταν εσύ θα πάλλεσαι
ψυχότροφος και καιομένη
μυσταγωγούσα τον Ιουγούρθα
στα στήθη σου

Ενώ εγώ
ημιθανής και απορών στο έπακρο
σε πούρα ενίοτε και άφιλτρα Σαντέ
θα προσπαθώ να επισπεύδω τη μορφή σου:
δυο πόδια πέρα μακριά στα σύνορα
δύο ραφές κι ύστερα τρεις να χάνονται
και πάλι

παρανοϊκός παράνομος φετιχιστής
ως μελλοθάνατος.
–Ποιος τάχα όρισε το πάθος της ποιήσεως;–
Και το περίστροφο σύριζα στον κρόταφο
αγγίζει με τη φλέβα του εγκεφάλου
Η παλλομένη κι εφάπτεται.

Ο δήμιος τραβά τον κέρσορα κι οπλίζει
πάνω στο κούτελο ιδρώτας λιγοστός
Ειν’ η μορφή κι η θύμησή σου
που πονάει.

–Θα την πληρώσεις, πρόσεξε, μου είπαν
Μα δεν άκουσα…
[Ποιος θα νοιαστεί για τον κατάδικο
σε τέτοιες ώρες;]

Η απαλή στην άκρη φλόγα πλησιάζει
αδημονεί να καταλάβει το κρανίο,
μετά την εμπλοκή την πρώτη.

Δια Λαζάρου την έγερσιν Κύριε
το Ωσαννά σοι εκραύγαζον
την ώρα που το πλοίο έλυνε.
Κάποιοι απήγαγον τον Ιησούν,
εμέ καθόλου
και έτυπτον αυτού την κεφαλήν καλάμω
κι ο δήμιος να κοιτά με απληστία
και να οπλίζει πάλι
και ενέπτυον αυτώ και τιθέντες τα γόνατα
προσεκύνουν αυτώ
την ώρα που με σώριαζαν
στα έξι μέτρα.

Κυριακή του Πάσχα Άγγελος εβόα τη κεχαριτωμένη


Παρθένε, χαίρε και πάλιν ερώ
μακράν του Κόκκινου Στρατού ισόβιος
στο άλλον κόσμο ανάμεσα σε όστρακα και αστερίες
ανασκαλεύω το άχραντο κορμί σου.

Το παλαιοπωλείο του Ντον
και να με πνίγει
παιδί για τα θελήματα ο Μπομπ
στο τέλος άγιος
(με τη φρεσκάδα μιας μορφής σε αποσύνθεση
πλάι στο τζάμι)
κι ο δάσκαλος μαζί, Ουόλτερ Κόουλ.

Σκληραίνει το παιχνίδι και φοβάμαι.
Αΐντα, Ρανταμές και Άμνερις σε άλλο πλάνο
να ψάλλουν και ν’ ακούγονται στο βάθος:
εγνώρισας εν τοις λαοίς την δύναμίν σου
ούσης οψίας τη ημέρα εκείνη
στο ανάκτορο της Μέμφιδας
σε πράξη πρώτη: την απειλή πολέμου.
«Δεν έφταιγα, και συ με καταδίκαζες»
δεν ήξερα τις εντολές
«στάκα», «κολόνα» και «σεβάλ» οι όροι
μονά-ζυγά, πουσέτ και μαύρα-κόκκινα
ήταν τα μόνα που αποστήθισα για χάρη σου.

Το πέρασμα του Άδη πια με σκίασε
οι υπόλοιποι νεκροί είναι παρόντες
σώσον και γνώσαι τας πληγάς του αύριο
αλίμονο σε ζωντανούς του τώρα.

–Τις ο Θεός, ο μέγας;
Τ’ άρωμά σου.
–Συ ο ποιών θαυμάσια;
Όχι, άλλος.
–Ήλιος αντί πυράς και Μωυσέως;
Δικαιοσύνη.

Γύρισα τρεις στροφές στο εαυτό μου
διψούσα και φοβόμουν μες τη νύχτα
ανάβανε φωτιές στις παραλίες
κι ευθύς να ξεπροβάλλει εκ της θαλάσσης
ερωτική ευτυχισμένη η μορφή σου
ολόλευκη Παρθένα με νυμφίο.

–Άτιμε Ούγκο, ανακράζω σε κι ορμάω
αρπάζω το σπαθί, πέρα η θήκη
ολόγυμνος με δίχως πανοπλία
(άσπρο σεντόνι μόνο ρούχο φαντασμάτων).

–Εάν μη ίδων εις τα χέρια αυτού τον τύπο
δε βάλω τη δεξιά μου στα πλευρά του
ουδέποτε πιστεύσω σας ή άλλον.

Δεν πρόφτασα ν’ αρθρώσω άλλη λέξη
ο Ούγκο καταφέρνει μια στο στέρνο
έπειτα τρεις κι πάλι εφτά με μίσος φορτισμένος.

–Πώς το τολμάς; δολοφονίες φαντασμάτων;
Φεύγω και τρέχω ο δειλός μέσα στη νύχτα.
Το γέλιο σου με κυνηγά και τρέμω
τι φόβος πέραν της ντροπής και της μωρίας.

Το ζοφερό της άγνοιας τέλος με προσμένει.
Είμαι νεκρός και πάλι αναστημένος
Μα φοβάμαι.
Πώς να το πω το πριν και το δοξάσθαι
στους αγγέλους
απ’ άγγελο να φεύγω πληγωμένος.

Κλείνω τα μάτια μα θυμάμαι τη μορφή σου
σε θέλω, σ’ ερωτεύομαι τα βράδια
Αγγίζω απαλά το ωραίο κορμί σου
Σε παίρνω τρυφερά μες στα σκοτάδια

Πώς να ’ναι τα ουρί του Παραδείσου;
Τόσο γλυκιά, κι ας με πονά η θύμησή σου.

Μεγάλο Σάββατο Ως ανίδεος νεκρός καταφαίνεται


Ω θαυμάτων ξένων! Ω πραγμάτων καινών!
ξεμοναχιάζω τις θλίψεις σας
τρυπώνω αγιάτρευτα στο φως και το φεγγάρι
Το στόμα μου πικρό να επιμένει
νεκρός εγώ και ομιλών κρυφίως
τυφλός ορών τα πάντα και το τίποτα
παρών και μακριά συγχρόνως
στα βάθη τους να χάνομαι και πάλι ν’ ανασαίνω
στο φιλί σου
όχι θεός, αλλά ημίθεος πλέον
που λαχταρά ν’ αρπάξει το κορμί σου.

Αν δεν σε ’λεγαν Άννα κι ήσουν Άλκηστις
εγώ θα προτιμούσα το «Οδυσσέας»
σε κείνη την ακρογιαλιά βράδυ με πτώματα
δεμένος στα πισθάγκωνα Σειρήνων
εσύ να κυματίζει σαν ακρόπρωρο
που φεύγει με τα κύματα, σαν πάντα.
Θα φώναζα «Θοδώρα» τ’ όνομά σου
–Μαντώ, μου ανταπαντάς, και χάνεσαι
τρικάβαλο στις θάλασσας τον τάφο.

Τρέχω να σε ’βρω καβαλώντας μια Yamaha
πατάω γκάζι και ορμάω πάλι
ίδιος ιπτάμενος κι απελπισμένος.

–Τι τα ’θελες αγόρι στη νύχτα;
ακούγεται η μάνα μου κλαμένη
να ραίνει με φιλιά το σάβανό μου

Εγώ εκεί, ξανά και πάλι ν’ ανασαίνω
ανάμεσα στα πόδια σου πεσμένος
μόνος νεκρός εν μέσω αναστάσεων.

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας στη Νανά και πάλι και πάντα


Ένα στολίδι δεν αρκεί να συγκολλήσει μια σπασμένη βιτρίνα
Ένα ερώτημα δεν ξορκίζει τραυματικές απορίες
Οι τονικές ατασθαλίες του Ντεμπισί δεν καλύπτουν τον κρότο ενός πιάνου
που πέφτει με πάταγο στο άδειο μνήμα.
Κι ύστερα πώς να σιωπήσεις στην ομορφιά όταν τα λόγια σου παίρνουν
οι καταρράκτες μιας νεροποντής το ίδιο ξαφνικής όσο κι ο θάνατος
Ενδόμυχα να εποπτεύει τις ύποπτες αναχωρήσεις
την αναίτια τελική υποχώρηση στο σκαμμένο κορμί της
την ανάρμοστη περιφρόνηση του κάλλους
τις από στάσεις και τα σταθερά σημεία έκπτωσης.
Την αποκαθήλωση μετέωρης ζωής μετεωριτών.

Να σκέφτεσαι ερωτικά κάθε που καιροφυλακτεί η απουσία
Να ονειρεύεσαι τα ανάρμοστα ανεφάρμοστα και ανύπαρκτα τεχνάσματα
για να γυρίσεις πίσω το χρόνο
Τις αναθυμιάσεις των ζώων
την αναγκαστική απουσία ζωγράφων που κυριαρχούν τη στιγμή
τα μακριά της πόδια στην άσφαλτο, την αισθαντικότητα των προγόνων
το προπατορικό αμάρτημα σ’ ερωτικές αποστάσεις
Τα κορμιά να κρυφομιλούν στα όνειρα και τις φοβίες μας
βαθειά παραχωμένα στα στεγανά στενά της μνήμης.

Λάθος η συμφωνία που υπογράψαμε
Οι ψυχές υπολογίζουν σε χάδι ίδιας συχνότητας
Νεκρά τα μακριά μαλλιά της να στεφανώνουν τάφο
αγκυλωμένο το σώμα κι οι ψυχές μας
σκέτα οστά τα κρίνα των δακτύλων.
Ένα καινούριο άνθος θα λύσει τη μοναξιά για να μας περάσει
στην απέναντι όχθη. Δεν έπρεπε να δεχτείς.
Μια νύφη για το τέρας

Φορούσα το λευκό
κι έγινε μαύρο
καπέλο δανεικό και τα γυαλιά ηλίου
στο σκοτάδι
διέκρινα ένα σημάδι
το βλέμμα σου θαμπό και λαύρο.

Τεράστια ψεύτικα χταπόδια με τυλίγουν
μηχανισμοί της κίνησης σε βλάβη
στην άκρη της σκηνής ανάβει
το φως από ταινία τρόμου
Μικρόφωνα στη μέση ενός δρόμου
πλάνα μονταρισμένα λάθος
φθαρμένα σκηνικά ίδια η ζωή μου
ταυτότητες χειρόγραφα και πάθος
να χάνονται μαζί μου.

Άκρη και μέση απ’ την αρχή και πίσω πάντα
στας εκβολάς ετών σαράντα
ίδια εποχή εμείς οι cult με δίχως έργο
πουλόβερ ανγκορά ο Γουντ
λύνει τα μπόσικα του φρένου.
-Αλτ! φώναξαν σε μένα οι άλλοι
επί ποδός, ακροβατώ και πάλι
μόνος χαμένος στους συρμούς του τρένου.
Αν δεν κάνω λάθος κάπου έχουμε ξανασυναντηθεί

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.