Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Αλεξίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλλη Αλεξίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ο Χιονάνθρωπος



Πιπεριά  για  μύτη
κάρβουνα  για  μάτια
για  τα  δυο  του  χέρια
ξύλα  δυο  κομμάτια.

Να, και  για  καπέλο
μια  παλιοκανάτα
κοντοστρουμπουλάτος
σαν  χοντροπατάτα.

Όσοι  θα  περνούνε
και  θα  τον  κοιτάζουν
θα  χαμογελούνε...
και  θα  τον... θαυμάζουν

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Καληνύχτα μάνα

ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ἢ συναδέλφωση, θὰ τὸ ποῦν μερικοί. Ἄλλοι Νηπιαγωγεῖο ὁ Πόλεμος, ἤ, κι ἴσως αὐτὸ νὰ τοῦ ταιριάζει καλύτερα, Νηπιαγωγεῖο - τὸ Περιστέρι, γιατὶ παντοῦ: στοὺς τοίχους, στὸν ἀέρα, στὰ τζάμια... τὸ μοτίβο ποὺ κυριαρχεῖ στὴ διακόσμηση εἶναι γιρλάντες ἀπὸ λουλούδια πολύχρωμα, καὶ περιστέρια, περιστέρια πολλά, καὶ λιγοστὰ λαγουδάκια.
Ἐκεῖ πηγαίνουν ὁ Γιαννάκος Ἀβραμίδης, κι ὁ Τριαντάφυλλος Δράγκας. Ἐκεῖ ἀνταμώνονται μὲ πλῆθος ἄλλα μωρά, πού, στὰ σπίτια τους, μιλοῦνε τὴ γλῶσσα τῆς μητέρας τους. Μόνο στὸ νηπιαγωγεῖο μιλοῦνε ῥουμάνικα αὐτὸ καθόλου δὲν τὰ δυσκολεύει τὰ μωρά. Μέσα στὸ νηπιαγωγεῖο τὰ μιλᾶνε, ὅλα τους, φαρσὶ τὰ ῥουμάνικα.
Ὁ Τριαντάφυλλος, Τριαντάφυλλο τόνε λέει ὁ Γιαννάκος, εἶναι πολὺ τσιγκούνης στὰ λόγια. Μάλιστα ἅμα τὸ βάλει πεῖσμα, καὶ νὰ τόνε χρυσώσεις δὲν ἀνοίγει τὸ στόμα του. Αὐτὸς ὅλη μέρα βλέπει, παρακολουθεῖ, ἐξετάζει τοῦτο καὶ τ᾿ ἄλλο, ἀκουμπάει καὶ τὸ κεφάλι στὴν παλάμη καὶ κοιτάζει μὲ τὸ πλάι, ὅπως οἱ γέροι, ἅμα τυχαίνει κοντὰ σὲ τραπέζι. Λὲς καὶ μαζεύει ὅλη τη μέρα, τὴ νύχτα, προτοῦ τὸν πάρει ὁ ὕπνος, στὸ μεγάλο κρεβάτι ποὺ κοιμᾶται μαζί με τὴ μάνα του, τῆς τὰ ἐκθέτει ὅλα χύμα. Λέει, λέει, λέει, ποὺ δὲν ᾀποσώνονται.
«... Ὁ Γιαννάκος, μάνα, ἔκρυψε στὸ μικρὸ κινεζάκι τὸ ἕνα του γάντι, μέσα στ᾿ ἀνθοδοχεῖο, μὰ δὲν εἶχε νερό, λουλούδια εἶχε καὶ τὸν μάλωσε ἡ δασκάλα. Ὁ Γιαννάκος μὲ τὸ ἀραπάκι, κεῖνο ποὺ κάθεται στὸ ἴδιο θρανίο μὲ τὴ Φλωράνς, κλειστήκανε μέσα στὴν κάμαρα κι ὕστερα ὁ Γιαννάκος ἔβγαλε τὸ χεροῦλι καὶ δὲν μπορούσανε νὰ βγοῦνε... καὶ κλαίγανε καὶ χτυπούσανε τὰ τζάμια, καὶ χτυπούσανε τὰ πόδια τους καὶ τοὺς μάλωσε ἡ δασκάλα... Ὁ Γιαννάκος ἄργησε νὰ μπεῖ στὴ γραμμή. Τοῦ φώναζε ἡ δασκάλα κι αὐτὸς ἔστεκε ἀκόμα μπροστὰ στὴ βρύση... καὶ δὲν ξεκολλοῦσε... καὶ ἡ δασκάλα τὸν ἔβαλε τιμωρία νὰ φάει στὴ γωνιά, μοναχός του στὸ τραπέζι... Ὁ Γιαννάκος καὶ τὸ βιετναμεζάκι ἄλλαξαν τὸ παπούτσι τους, νὰ τοῦτο, κι ᾔρθανε νὰ πάρουνε τὸ βιετναμεζάκι καὶ παρὰ λίγο νὰ φύγει μὲ τὸ παπούτσι τοῦ Γιαννάκου, γιατὶ ἡ δασκάλα δὲν εἶχε δεῖ πὼς φορεῖ τὸ κόκκινο παπούτσι... καὶ τόνε μάλωσε ἡ δασκάλα...
Οἱ μανάδες τους δουλεύουνε ὅλη μέρα στὸ ἐργοστάσιο. Τὰ βράδια, πότε ἡ μιά, πότε ἡ ἄλλη, πᾶνε καὶ παίρνουνε τὰ μωρά. Ἅμα πάει ἡ μάνα τοῦ Τριαντάφυλλου, γυρίζει στὸ σπίτι καὶ καμαρώνει.
- Φρόνιμος πολὺ Τριαντάφυλλος. Ταχτικὸ παιδὶ Τριαντάφυλλος, Φρόνιμος! Πολὺ φρόνιμος Τριαντάφυλλος!
Ἡ Ρουμάνα νηπιαγωγὸς ἁπλοποιεῖ ὅσο μπορεῖ τὰ ρουμανικά της, γιὰ νὰ τὰ καταλαβαίνει καλύτερα ἡ Ἑλληνίδα γυναῖκα.
Ἅμα πηγαίνει ἡ μάνα τοῦ Γιαννάκου τὴν ὑποδέχονται οἱ παιδαγωγὲς μὲ γέλια καὶ διηγοῦνται τὰ κατορθώματά του:
- Θηρίο, Γιαννάκος! Ἀπ᾿ ὅλα τὰ παιδιὰ μεγαλύτερο θηρίο! Μὰ καλὴ καρδιά. Δίνει τὸ γλυκό του. Δίνει τὰ παιγνίδια του. Ἀγαπάει τὰ παιδιά. Τὰ χαϊδεύει. Τ᾿ ἀγκαλιάζει. Τὰ φιλᾶ. Μὰ πολὺ ἄταχτος. Θηρίο! Θηρίο Γιαννάκος!
Ὁ Γιαννάκος καὶ στὸ σπίτι, ὅσες ὧρες μεσολαβοῦνε ὡς τὸν ὕπνο, προλαβαίνει νὰ τὰ κάμει ὅλα ἄνω - κάτω. Χαλάει τὶς πρίζες. Βάνει ἕνα καρφὶ στὶς τρῦπες καὶ τὸ χτυπάει μὲ τὸ σφυρί. Βάνει νερὸ στὸ στόμα του καὶ καταβρέχει μὲ τὸ καλάμι τὸν κόσμο. Στραπατσέρνει τὰ βιβλία. Βγάνει καὶ κόβει τὶς εἰκόνες. Μόλις μπεῖ σὲ κανένα δωμάτιο, βλέπεις τὸ σύντροφο, ποὺ κάθεται μέσα, νὰ σηκώνεται βιαστικὸς νὰ συμμαζεύει τὰ πράματά του. Λαβαίνει μέτρα ν᾿ ἀντιμετωπίσει τὸ «θηρίο». Ἀνοίγει τὰ συρτάρια, ἁρπάζει τὸ σταχτοδοχεῖο μὲ τὸ πετεινάρι, ἕνα καλλιτεχνικότατο ρόζενταλ.
- Ἅμα δὲ θὰ σοῦ χρειάζεται πιά, σύντροφε, θὰ μοῦ τὸ δώσεις;
- Ναί, σύντροφε, Γιαννάκο, θὰ σοῦ τὸ δώσω, ἅμα δὲ θὰ μοῦ χρειάζεται πιά.
Ὁ σύντροφος μπορεῖ ν᾿ ἀκούει καὶ τὶς εἰδήσεις στὸ ράδιο, ὁ Γιαννάκος θέλει σῴνει καὶ καλὰ νὰ δεῖ αὐτὸν ποὺ μιλᾷ.
- Πές του νὰ βγεῖ ὄξω!
- ;;;
- Πές του, σοῦ λέω, νὰ βγεῖ ὄξω...
Στὰ κατατελευταῖα βγαίνει ὄξω ὁ Γιαννάκος καὶ ἡ πόρτα κλειδώνεται ἀπὸ μέσα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο ἀπὸ τὶς ἕξι καὶ κεῖ, ποὺ γυρνάει ὁ Γιαννάκος στὸ σπίτι. Οἱ πόρτες ὅλες εἶναι κλειδωμένες ἀπὸ μέσα.
Τὸ βιετναμεζάκι εἶχε μάνα, ποὺ σκοτώθηκε στὸ δικό τους ἀντάρτικο κεῖ κάτω. Ἔχει ὅμως πατέρα. Ἕναν ἀγαθὸ ἀνθρωπάκο, ἀδύνατο καὶ κουτσό, ποὺ ἔρχεται ταχτικὰ κάθε βράδυ μὲ τὴν πατερίτσα καὶ παίρνει τὸ παιδί του. Τὸ ἀραπάκι, ποὺ «κάθεται στὸ ἴδιο θρανίο μὲ τὴ Φλωράνς», δὲν ξέρουνε ἀπὸ γονιοὺς τί ἔχει. Ἄσπροι ἄνθρωποι, ποὺ μιλοῦν γνήσια ρουμάνικα, ἔρχονται ἄλλοτε ὁ ἄντρας ἄλλοτε ἡ γυναῖκα, καὶ παίρνουν τὸ παιδί. Κι αὐτὸς τοὺς λέει «πατέρα» καὶ «μάνα». Τὰ κινεζάκια, εἶναι δυό, ἔχουν ἕνα πολὺ περιποιημένο πατέρα. Καὶ τὰ ἴδια εἶναι πολὺ καλοντυμένα. Εἶναι σίγουρα ὁ ἀληθινός τους πατέρας, γιατὶ μοιάζει καταπληχτικὰ μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τὸν φωνάζουν πατέρα, θά ῾ναι τῆς πρεσβείας ἄνθρωπος, λένε οἱ γυναῖκες. Ἔχει ἀκόμα πεντέξι ἀραπάκια, ποὺ πηγαίνουν τὰ βράδια καὶ τὰ ζητοῦν ἄσπροι ἄνθρωποι. Ἔχει καὶ πολλὰ ρουμανάκια.
Κανεὶς ἄνδρας δὲν ἐμφανίζεται ποτὲ στὸ νηπιαγωγεῖο νὰ ζητήσει, ἢ κάπως νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὸ Γιαννάκο ἢ τὸν Τριαντάφυλλο. Συχνὰ παρουσιάζονται ζητήματα, ποὺ πρέπει νὰ πάει ἕνας μεγάλος νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τὴ διεύθυνση. Εἶναι π.χ., νὰ πᾶνε τὰ μικρὰ γιὰ 15 μέρες ἐξοχή. Ὁ Τριαντάφυλλος κι ὁ Γιαννάκος θὰ πᾶνε μαζί; Εἶναι μπολιασμένα μὲ τὸ τάδε ἢ τάδε ἐμβόλιο; Καὶ πότε; Μιὰ Ἑλληνίδα ἰατρὸς μορφωμένη, πηγαίνει τότε στὸ νηπιαγωγεῖο καὶ τὰ κανονίζει. Τὰ δυὸ ἑλληνόπουλα εἶναι τὰ μόνα ποὺ δὲν ἔχουν ἀντρικὴ συμπαράσταση. Ὁ Τριαντάφυλλος δὲν τὸ πρόσεξε αὐτό.
Ἴσως καθὼς ὅλη μέρα ἔχει τὸ νοῦ του νὰ μαζεύει τὶς διαολιὲς τοῦ Γιαννάκου, γιὰ νὰ θυμᾶται τὸ βράδυ νὰ τὶς πεῖ στὴ μάνα του, νὰ μὴν τοῦ μένει καιρός, ἴσως νά ῾ναι καὶ φύση κλειστή. Ὁ Γιαννάκος ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Μόλις τοῦ μείνει λίγος λεύτερος καιρός, τὸ μόνο ποὺ συλλογιέται, τὸ μόνο ποὺ τοῦ παιδεύει τὸ μυαλό, εἶναι ὁ «πατέρας» ποὺ τοῦ λείπει. Εὐτυχῶς οἱ τρέλες του εἶναι τόσο πολλές, ποὺ τὴν ἡμέρα δὲν τοῦ ἀφήνουν περιθώρια. Μὰ τὴ νύχτα, ποὺ ξαπλώνει στὸ κρεβάτι γιὰ νὰ κοιμηθεῖ δίπλα στὴ μάνα του, τότες τὰ παλέματα κι οἱ τσαχπινιὲς σταματᾶνε ἀναγκαστικά. Βρίσκει τότε τὸ μυαλὸ τοῦ Γιαννάκου τὸ ἐλεύτερο καὶ γυρίζει, γυρίζει... γύρω ἀπ᾿ τὸν «πατέρα» ποὺ δὲν ἔχει...
- Μάνα, δὲν μπορῶ νὰ βρῶ κανέναν πατέρα;
- Πάλι τὰ ἴδια. Ἀφοῦ σοῦ ῾χω πεῖ τόσες φορές, πῶς ὁ πατέρας σου ἔμεινε στὴν πατρίδα.
- Νὰ βρῶ κανένα νὰ τόνε λέω πατέρα, ἔτσι γιὰ ψέματα...
- Κοιμήσου τώρα, κι αὔριο θὰ κοιτάξω...
-Μὴ μοῦ λὲς ψέματα;
- Ἄντε κουκουλώσου. Δὲ σοῦ λέω ψέματα.
Τὴν ἄλλη βραδιά!
- Καὶ ποῦ ἔμεινε ὁ πατέρας, μάνα, στὸ χωριό;
- Πάλι τὰ ἴδια... Κοιμᾶται, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, κοιμᾶται στὸ Γράμμο.
- Καὶ κοιμᾶται μέρα - νύχτα;
- Ναί! Μόνο κοιμήσου, γιατί αὔριο δὲ θά ῾χεις ξυπνημό...
- Γιατί δὲν ξυπνάει νά ῾ρθει μαζί μας;
- Δὲν ἔχει ποιὸς νὰ τὸν ξυπνήσει. Ἐσένα κάθε πρωὶ ἅμα δὲ θὰ σὲ ξυπνήσω, ξυπνᾷς μοναχός σου; ἄντε σώπα καὶ κοιμήσου.
Τὴν ἄλλη βραδιά:
- Δὲν ἔχει ποιὸς νὰ τὸν ξυπνήσει, ἐπειδὴ εἶναι ὄξω στὸ βουνό;
- Ναί.
- Μὰ ὁ Τριαντάφυλλος, μάνα, μοῦ λέει, πὼς οἱ πατεράδες μας δὲν μποροῦν νὰ ξυπνήσουν, γιατὶ εἶναι σκοτωμένοι... Ἀλήθεια, μάνα;
- Καὶ ποῦ ξέρει ὁ Τριαντάφυλλος... Ἐσεῖς τότε ποὺ φύγαμε ἤσασταν μωρὰ βυζανιάρικα... ἄντε, ἄντε κοιμήσου.
Τὴν ἄλλη βραδιά:
- Μάνα, ὁ Τριαντάφυλλος μοῦ λέει πὼς δὲν μποροῦν νὰ ξυπνήσουν, ἐπειδὴ οἱ Ἀμερικάνοι τοὺς βάλανε ἕνα βόλι μέσα στὴν καρδιά τους, ἀλήθεια, μάνα;
-Κάθε βράδυ, Γιαννάκο, τὰ ἴδια μὲ ρωτᾷς. Σοῦ τό ῾πα μιὰ φορὰ πὼς θὰ ξυπνήσει... μὴ μὲ ξαναρωτᾷς.
- Κι ἂς ἔχει καὶ τὸ βόλι;
- Κι ἂς ἔχει καὶ τὸ βόλι....
Τὴν ἄλλη βραδιά:
- Πότε μάνα θὰ πᾶμε στὴν Ἑλλάδα, ἅμα μεγαλώσω;
- Ἅμα γενεῖς μεγάααλος καὶ μάθεις πολλάαα γράμματα.
- Καὶ τότες, μάνα, ἐσὺ θὰ σκουντήσεις τὸν πατέρα ἢ ἐγώ;
- Ἐγώ. Ὅπως κάνω κάθε πρωὶ καὶ μὲ σένα.
- Κι ἐγώ, μάνα, ποὺ θά ῾μαι μεγάλος, θὰ τοῦ βγάλω τὸ βόλι ἀπ᾿ τὴν καρδιά του; ναί, μάνα;
- Ναί, Γιαννάκο μου, θὰ σὲ πάρω ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ θ᾿ ἀνεβοῦμε πάνω στὸ βουνό... Θὰ τὸν βροῦμε, ποὺ θὰ γλυκοκοιμᾶται, πάνω στὴν πρασινάδα, κάτω ἀπὸ τὶς ὀξιές. Ἐγὼ θὰ τὸν σκουντήξω καὶ θὰ τοῦ πῶ: Ξύπνα νὰ δεῖς πῶς μεγάλωσε ὁ Γιαννάκος μας. Ἐκεῖνος θ᾿ ἀνοίξει τὰ μάτια του καὶ θὰ σοῦ χαμογελάσει. Καὶ σὺ θὰ τοῦ βγάλεις τὸ βόλι... Ὕστερα θὰ σὲ πάρουμε χέρι, χέρι, ὁ πατέρας σου ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι, ἐγὼ ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ θὰ πᾶμε στὸ σπίτι μας... Μόνο ἄντε τώρα, κλεῖσε τὰ μάτια σου καὶ κοιμήσου!
- Καληνύχτα, μάνα!
- Καληνύχτα, παιδί μου.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Μιὰ μέρα θὰ γυρίσει

Ὁ συνάδελφός μου στὸ Γυμνάσιο περνάει τὴ θλίψη του κοντὰ στὰ ἀνελέητα παιδιά. Τὰ λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς νεότητος. Ὅμως εἶναι μία ἄνθηση σκληρή, ποὺ τρέφεται μόνο μὲ τὸ γέλιο καὶ μὲ τὴ χαρά. Τὴ γεύεται ὅπου τὴ βρίσκει, τὴν τρυγᾶ ἀπ᾿ ὅπου νά ῾ναι καὶ μ᾿ ὅποιον τρόπο νά ῾ναι. Καταπιέζομε μεῖς οἱ καθηγητὲς τὴ χαρά τους. Πνίγομε τὸ γέλιο τους. Ἐνῶ αὐτὰ παλεύουν καὶ ἀντιμάχονται. Καὶ στὸ πάλεμα νικάει ὁ δυνατός. Στὸ Γυμνάσιό μας νικήθηκε αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἄρχισε νὰ παίζει τὸ ρόλο τῆς «Ψυχαγωγίας». Ἔτσι λένε οἱ μαθηταὶ στὸ μάθημά του: «Τώρα ἔχομε ψυχαγωγία». Σ᾿ ὅλα τὰ Γυμνάσια τὸ ἴδιο γίνεται. Ἕνας ἀπ᾿ ὅλους βρίσκεται πάντα ποὺ «αἴρει τὰς ἁμαρτίας» τῶν ἄλλων. Εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀλλήθωρος, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι τσεβδός... Εἴτε ἐπειδὴ τὸν συνοδεύουν οἱ ἀναπηρίες τῶν γηρατειῶν. Εἴτε ἐπειδὴ δυστύχησε. Ἡ δυστυχία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος:
«Ἀλλόκοτο εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μας. Μοῦ κάνει κακὸ καὶ μόνο ν᾿ ἀνοίγω τὸ στόμα μου, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μιλῶ διαρκῶς. Μοῦ κάνει κόπο νὰ βλέπω ἀνθρώπους, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα κεφάλια. Μόνο οἱ εὐτυχισμένοι ἔπρεπε νὰ γίνονται δάσκαλοι. Νὰ ταξιδεύουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ μὲ ἁπλωμένα τὰ πανιὰ στὴ φρενίτιδα τῆς χαρᾶς. Χθὲς μὲ παρακαλοῦσαν νὰ τὰ πάω ἐκδρομή. Ὅλες, μοῦ λέγαν, οἱ τάξεις πηγαίνουν μὲ τοὺς ἑλληνιστές τους. Ἐσεῖς δὲ θὰ μᾶς πᾶτε; Ἂς ζοῦσα μέσα σ᾿ ἕνα ἀκατοίκητο δάσος. Ἂς εἶχα γιὰ ἐπάγγελμά μου νὰ σκάβω τὴ γῆ, ἢ νὰ κάνω ἐπιτέλους λογαριασμούς... Τὰ παιδιὰ θὰ μὲ λένε σίγουρα χαζό... δὲν ξέρω, μὰ ἔτσι θά ῾πρεπε νὰ μὲ λένε...».
Πράγματι ἔτσι τὸν λένε καὶ τὸ ἀποδείχνουν μὲ ἐπιχειρήματα. «Γράφομε μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ μαθηματικά μας, καρφὶ δὲν τοῦ καίγεται...».
«Τρῶμε μπροστά του, κοιμούμαστε, νά, ἔτσι, ἁπλωτοὶ στὸ θρανίο, δέ μας μιλᾶ, μᾶς κοιτάζει σὰ χαζός...».
«Ἐνῶ ἔχομε ἱστορία, ἀρχίζει νὰ μᾶς κάνει λατινικά. Καὶ ἄλλοτε ἀφήνει τὰ λατινικὰ στὴ μέση, καὶ πιάνει τὴν ἱστορία, καὶ τὸ λέει κι ὁ ἴδιος: "Συγνώμη παιδιά, τὸ μυαλό μου πῆρε ἄλλο δρόμο..."».
«Λέει ὅ,τι τοῦ κατεβεῖ. Προχθὲς γράφαμε ἔκθεση. Κεῖνος καθότανε στὴν ἕδρα. Καὶ κεῖ ἄρχισε νὰ μονολογᾶ: "Μπορεῖς νὰ κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; εἴκοσι; ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια οἱ πατριαρχικὲς οἰκογένειες;"».
«Συχνὰ ἀφήνει ὄρθιο μπροστὰ στὸν πίνακα τὸ μαθητὴ ποὺ ἐξετάζει, κι αὐτὸς βγάζει τὸ σημειωματάριό του καὶ γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει... ὡσότου χτυπάει τὸ κουδούνι καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα γιὰ τὸ μαθητή, καὶ δίχως νὰ μᾶς βάλει μάθημα παρακάτω...».
Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ σημειωματάριό του εἶναι γεμάτο ποιήματα. Ἁπλοϊκὰ εἶναι. «Δὲν ξέρω ἀπὸ ποίηση», λέει ὁ ἴδιος, «μά, νά, ἔτσι ξεσπάω... ὁλόκληρη νύχτα πῶς νὰ περάσει...». Κι ὅλα μιλοῦνε γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ λένε Τάκη. Διηγοῦνται τὶς χάρες του. Τὶς ὀμορφιές του. Ἢ περιγράφουν τὸ σπίτι ποὺ ἀπόμεινε σκοτεινό. Ἢ μιλοῦν γιὰ τὰ μισοτελειωμένα του τετράδια καὶ τὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο...
Ποῦ πῆγες καὶ μᾶς ἄφησες στὸ ρημαγμένο σπίτι;
Ἡ μάνα σου σ᾿ ἀποζητᾶ σ᾿ ἀναζητᾶ ὁ πατέρας,
Σὲ περιμένουν τὰ χαρτιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτὸ βιβλίο,
Τάκη μας, πὲς ποῦ βρίσκεσαι γιὰ νά ῾ρθουμε κοντά σου,
Δὲ θέμε νὰ πιστέψουμε πὼς ἔφυγες γιὰ πάντα
Καὶ θὰ σὲ περιμένουμε, νὰ ῾ρθεῖτε μὲ τὸν Πέτρο,
Ἕνας τὸν ἄλλον πιάσετε σφιχτὰ χέρι μὲ χέρι,
Θέτε νὰ ῾ρθεῖτε Κυριακή; Καθημερινή; γιὰ σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Ὅποτε βουληθεῖτε...
Τὶς πόρτες θά ῾βρετ᾿ ἀνοιχτὲς καὶ τοὺς γονιοὺς στὸ πόδι
Κρεβάτι δὲ γευτήκαμε κι ὕπνος δὲ μᾶς ἐπῆρε
Ἀπὸ τὴν ὥρα, Τάκη μου, ποὺ σβήστηκ᾿ ἡ λαλιά σου...
«Τάκη λέγανε τὸ παιδί σας ποὺ ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί;».
«Ὄχι, κεῖνο τὸ λέγανε Πέτρο... Κεῖνος ἦταν ὁ μεγάλος μου γιός. Ἤτανε δεκαεννιὰ χρονῶ... Ὁ Τάκης εἶναι τὸ μικρό. Ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ μάνα του, τὸν Πέτρο δὲν τὸν κλάψαμε. Δὲν τὸν εἴδαμε σκοτωμένο. Τ᾿ ὄνομά του δὲ γράφτηκε πουθενά. Οὔτε οἱ ἐφημερίδες ἀνάφεραν τίποτε. Οὔτε κι οἱ Γερμανοὶ ποὺ πήγαμε καὶ ξαναπήγαμε νὰ μάθουμε ὁριστικὰ πράγματα θελήσανε νὰ μᾶς πληροφορήσουν. Κεῖνο ποὺ ξέρομε σίγουρα εἶναι πὼς τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὶς ὀχτώ του Μάη τοῦ 1944, καὶ πὼς ὁ Πέτρος φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον συγκρατούμενο: «Πᾶμε μεῖς». Μὰ γιὰ ποῦ τοὺς πήγαιναν δὲν τοῦ εἶπε. Οὔτε κι ἄφησε σημείωμα, ὅπως κάνανε πολλοί. Καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του, πὼς τοὺς πῆραν ἐργάτες στὴ Γερμανία... καὶ πὼς ζεῖ... καὶ πὼς μιὰ μέρα ὁ Πέτρος μου θὰ γυρίσει... Ἔτσι τὸ λέμε μὲ τὴ μάνα του...».
Σταματᾶ λίγο ὁ συνάδελφος, παίρνει μαντίλι καὶ φτιάχνει, σκουπίζει τὴν ἀλλοιωμένη του ὄψη καὶ συνεχίζει:
«Ἐμεῖς κλαῖμε μόνο τὸν Τάκη. Εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά. Ὁλόκληρο χρόνο μὲ τὴν πείνα, μέσα στὴ σκόνη, στὴ ζέστη... Ὕστερα ἅμα πιάσανε τὰ κρύα, μὲ τὶς βροχές, μὲ τὰ χιόνια, πηγαινοερχότανε μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι γιὰ τὸν Πέτρο. Οἰκονομοῦσε δυὸ τσιγάρα; τοῦ τὰ πήγαινε. Ἕνα πορτοκάλι; κινοῦσε δυὸ ὧρες δρόμο μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ τοῦ τὸ πάει. Ἕνα γραμματάκι ἢ τὰ ρουχαλάκια του. Τοῦ ῾λεγε καμιὰ φορὰ ἡ μάνα του: «Κάτσε σήμερα κι αὔριο πάλι πᾶς...».
»"Ὄχι, γιατὶ θὰ μείνει παραπονεμένος..."
»Τὴν ἡμέρα ποὺ γύρισε μὲ τὸν μπόγο τὰ ροῦχα - ὅπως τοῦ τά ῾χε δώσει ἡ μάνα του τά ῾φερε πίσω - "Δὲν τὰ δεχτήκανε", μᾶς εἶπε, κι ἔτρεμε τὸ κατωσάγονό του, "γιατὶ τὸν Πέτρο", λέει, "τὸν πήρανε χθὲς ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι...".
»Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε μόνο. Μὰ τά ῾λεγε τραυλιστά. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν στεγνὰ ἂν καὶ κατακόκκινα. Σ᾿ ὅλο, λέει, τὸ δρόμο, ἔτσι μᾶς εἶπαν, ἔκλαιγε φωναχτά. Ἔκλαιγε κι ἐρχότανε. Μόνο σὰν κοντοζύγωσε στὸ σπίτι, κοίταξε νὰ μεταμορφιστεῖ. Γιὰ μᾶς... Πιάσαμε εὐτὺς τοὺς δρόμους κι οἱ τρεῖς καὶ ρωτούσαμε νὰ μάθουμε. Πήγαμε σὲ ἀστυνομίες, παντοῦ, τίποτα. Νύχτωσε. Ἡ κυκλοφορία ἦταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στὸ σπίτι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τίποτα γιὰ τὸ παιδί... Οὔτε ποῦ τὸν πῆγαν, οὔτε τί τὸν κάνανε... Πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ὁ Τάκης πρῶτος.
»"Θὰ ξαναπάω στὸ Χαϊδάρι", μοῦ λέει ὁ Τάκης μου, "νὰ μάθω...". Γιατί δὲν τὸν ἐμπόδισα; Γιατί τὸν ἄφησα;
»"Τί πιὰ θὰ μάθεις ἀπὸ κεῖ;".
»Ἐγὼ θὰ πάω, κι ἂς ἔχει φύγει... Θυμᾶσαι, πατέρα, ποὺ λέγαμε πότε νὰ τόνε βγάλουν... καὶ λυπόσουν γιὰ μένα, γιὰ τὸν κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, νὰ τὸν ξέραμε τώρα κλεισμένο κεῖ μέσα, καὶ σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ πηγαινοέρχομαι μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι...».
»Τοῦ φώναξε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ δώσει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ποὺ ἔφευγε νηστικό.
»"Δὲ θέλω, δὲ θέλω, δὲν πεινῶ...".
»Αὐτὰ ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπὸ τὸ στόμα του. Μάθαμε πὼς πῆγε πραγματικὰ στὸ Χαϊδάρι, καὶ πὼς κλαίοντας ρωτοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸν Πέτρο. Τί ἔμαθε; Τί τοῦ εἶπαν; Δὲν τὸ ξέρομε...».
Κεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ὁ Τάκης, γυρνώντας ἀπ᾿ τὸ Χαϊδάρι, χτυπήθηκε ἀπὸ γερμανικὸ αὐτοκίνητο καὶ μεταφέρθηκε νεκρὸς πιὰ στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, τὰ Γυμνάσια λειτουργοῦσαν. Οἱ καθηγητὲς ἕνας ἕνας βγαίνανε στὸ διάλειμμα. Οἱ ἄντρες, ὅπως πάντα, βιάζονταν νὰ καπνίσουν, κι οἱ γυναῖκες ἀνάπνεαν βαθιὰ καὶ σιωποῦσαν, καταπονημένες ἀπὸ τὸ μόχθο τῆς διδασκαλίας. Κι ἐκεῖ ἦρθε τὸ μήνυμα γιὰ τὸ συνάδελφό μας: «Τὸ παιδί του βρίσκεται χτυπημένο στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, ὁδὸς Γ´ Σεπτεμβρίου... καὶ νὰ πάει» - σὲ μᾶς εἶπαν μὲ τρόπο πὼς τὸ παιδὶ εἶναι κιόλας νεκρὸ - «μὰ πρῶτα νὰ περάσει ἀπὸ τὸ σπίτι του, νὰ πάρει καὶ τὴ γυναίκα του...».
Ὁ συνάδελφος δὲν εἶχε βγεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὴν τάξη. Περιμέναμε βουβοί, κρατώντας τὴν ἀναπνοή μας, κεῖνο τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας του. Βγῆκε. Κανεὶς δὲν τοῦ μίλησε. Μόνο τὸν κοιτάζαμε. Ἄναψε τσιγάρο κι ἄρχισε νὰ περπατᾶ πάνω-κάτω βυθισμένος. Περιμέναμε. Ἀφήσαμε νὰ τελειώσει τὸ τσιγάρο του. Ἐξαντλήσαμε ὅλο τὸ διάλειμμα. Μὰ ἅμα χτύπησε τὸ κουδούνι, γιὰ εἴσοδο, δὲ σήκωνε πιὰ ἀναβολή. Μιὰ τρυφερὴ καθηγήτρια πῆρε τὸ κουράγιο, στάθηκε κοντά του, τὸν ἀγκάλιασε στοργικὰ καί: «...Σᾶς θένε στὸ σπίτι σας... εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, νὰ πᾶτε τὸ γρηγορότερο στὸ σπίτι σας...». Δὲν τοῦ ἀνάφερε καθόλου γιὰ τὸ παιδὶ καὶ γιὰ Πρώτων Βοηθειῶν...
«Πέστε μου», εἶπε φεύγοντας, βλέποντας τὴ βουβαμάρα, τὴν ταραχή μας, «μήπως ἦρθε εἴδηση πῶς ἐκτελέστηκε ὁ Πέτρος;».
Δὲν ἀποκλείεται, τοῦ λέμε, καθὼς μιλάει γιὰ τὸν Τάκη, νὰ τὸν ἔχουν πράγματι τὸν Πέτρο στείλει στὴ Γερμανία... Κεῖνον τὸν καιρὸ εἶχαν κάμει πολλὲς ἀποστολὲς ἐργατῶν...
«Ὄχι, ὄχι τὸ παιδὶ εἶναι ἐκτελεσμένο... Μὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική μας... δὲν ἀντέχει νὰ κλαίει δυὸ παιδιά... Κλαῖμε μὲ πόνο τὸν Τάκη μας... εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά... σάστισε τὸ παιδί... ζαλίστηκε κι ἔπεσε πάνω στ᾿ αὐτοκίνητο... μόνο τὸν Τάκη κλαῖμε... καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του πὼς ὁ Πέτρος ζεῖ καὶ πὼς μιὰ μέρα θὰ γυρίσει...».
from http://www.mathisis.com/nqcontent.cfm?a_id=4647

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Καληνύχτα μάνα

ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ἢ συναδέλφωση, θὰ τὸ ποῦν μερικοί. Ἄλλοι Νηπιαγωγεῖο ὁ Πόλεμος, ἤ, κι ἴσως αὐτὸ νὰ τοῦ ταιριάζει καλύτερα, Νηπιαγωγεῖο - τὸ Περιστέρι, γιατὶ παντοῦ: στοὺς τοίχους, στὸν ἀέρα, στὰ τζάμια... τὸ μοτίβο ποὺ κυριαρχεῖ στὴ διακόσμηση εἶναι γιρλάντες ἀπὸ λουλούδια πολύχρωμα, καὶ περιστέρια, περιστέρια πολλά, καὶ λιγοστὰ λαγουδάκια.

Ἐκεῖ πηγαίνουν ὁ Γιαννάκος Ἀβραμίδης, κι ὁ Τριαντάφυλλος Δράγκας. Ἐκεῖ ἀνταμώνονται μὲ πλῆθος ἄλλα μωρά, πού, στὰ σπίτια τους, μιλοῦνε τὴ γλῶσσα τῆς μητέρας τους. Μόνο στὸ νηπιαγωγεῖο μιλοῦνε ῥουμάνικα αὐτὸ καθόλου δὲν τὰ δυσκολεύει τὰ μωρά. Μέσα στὸ νηπιαγωγεῖο τὰ μιλᾶνε, ὅλα τους, φαρσὶ τὰ ῥουμάνικα.

Ὁ Τριαντάφυλλος, Τριαντάφυλλο τόνε λέει ὁ Γιαννάκος, εἶναι πολὺ τσιγκούνης στὰ λόγια. Μάλιστα ἅμα τὸ βάλει πεῖσμα, καὶ νὰ τόνε χρυσώσεις δὲν ἀνοίγει τὸ στόμα του. Αὐτὸς ὅλη μέρα βλέπει, παρακολουθεῖ, ἐξετάζει τοῦτο καὶ τ᾿ ἄλλο, ἀκουμπάει καὶ τὸ κεφάλι στὴν παλάμη καὶ κοιτάζει μὲ τὸ πλάι, ὅπως οἱ γέροι, ἅμα τυχαίνει κοντὰ σὲ τραπέζι. Λὲς καὶ μαζεύει ὅλη τη μέρα, τὴ νύχτα, προτοῦ τὸν πάρει ὁ ὕπνος, στὸ μεγάλο κρεβάτι ποὺ κοιμᾶται μαζί με τὴ μάνα του, τῆς τὰ ἐκθέτει ὅλα χύμα. Λέει, λέει, λέει, ποὺ δὲν ᾀποσώνονται.

«... Ὁ Γιαννάκος, μάνα, ἔκρυψε στὸ μικρὸ κινεζάκι τὸ ἕνα του γάντι, μέσα στ᾿ ἀνθοδοχεῖο, μὰ δὲν εἶχε νερό, λουλούδια εἶχε καὶ τὸν μάλωσε ἡ δασκάλα. Ὁ Γιαννάκος μὲ τὸ ἀραπάκι, κεῖνο ποὺ κάθεται στὸ ἴδιο θρανίο μὲ τὴ Φλωράνς, κλειστήκανε μέσα στὴν κάμαρα κι ὕστερα ὁ Γιαννάκος ἔβγαλε τὸ χεροῦλι καὶ δὲν μπορούσανε νὰ βγοῦνε... καὶ κλαίγανε καὶ χτυπούσανε τὰ τζάμια, καὶ χτυπούσανε τὰ πόδια τους καὶ τοὺς μάλωσε ἡ δασκάλα... Ὁ Γιαννάκος ἄργησε νὰ μπεῖ στὴ γραμμή. Τοῦ φώναζε ἡ δασκάλα κι αὐτὸς ἔστεκε ἀκόμα μπροστὰ στὴ βρύση... καὶ δὲν ξεκολλοῦσε... καὶ ἡ δασκάλα τὸν ἔβαλε τιμωρία νὰ φάει στὴ γωνιά, μοναχός του στὸ τραπέζι... Ὁ Γιαννάκος καὶ τὸ βιετναμεζάκι ἄλλαξαν τὸ παπούτσι τους, νὰ τοῦτο, κι ᾔρθανε νὰ πάρουνε τὸ βιετναμεζάκι καὶ παρὰ λίγο νὰ φύγει μὲ τὸ παπούτσι τοῦ Γιαννάκου, γιατὶ ἡ δασκάλα δὲν εἶχε δεῖ πὼς φορεῖ τὸ κόκκινο παπούτσι... καὶ τόνε μάλωσε ἡ δασκάλα...

Οἱ μανάδες τους δουλεύουνε ὅλη μέρα στὸ ἐργοστάσιο. Τὰ βράδια, πότε ἡ μιά, πότε ἡ ἄλλη, πᾶνε καὶ παίρνουνε τὰ μωρά. Ἅμα πάει ἡ μάνα τοῦ Τριαντάφυλλου, γυρίζει στὸ σπίτι καὶ καμαρώνει.

- Φρόνιμος πολὺ Τριαντάφυλλος. Ταχτικὸ παιδὶ Τριαντάφυλλος, Φρόνιμος! Πολὺ φρόνιμος Τριαντάφυλλος!

Ἡ Ρουμάνα νηπιαγωγὸς ἁπλοποιεῖ ὅσο μπορεῖ τὰ ρουμανικά της, γιὰ νὰ τὰ καταλαβαίνει καλύτερα ἡ Ἑλληνίδα γυναῖκα.

Ἅμα πηγαίνει ἡ μάνα τοῦ Γιαννάκου τὴν ὑποδέχονται οἱ παιδαγωγὲς μὲ γέλια καὶ διηγοῦνται τὰ κατορθώματά του:

- Θηρίο, Γιαννάκος! Ἀπ᾿ ὅλα τὰ παιδιὰ μεγαλύτερο θηρίο! Μὰ καλὴ καρδιά. Δίνει τὸ γλυκό του. Δίνει τὰ παιγνίδια του. Ἀγαπάει τὰ παιδιά. Τὰ χαϊδεύει. Τ᾿ ἀγκαλιάζει. Τὰ φιλᾶ. Μὰ πολὺ ἄταχτος. Θηρίο! Θηρίο Γιαννάκος!

Ὁ Γιαννάκος καὶ στὸ σπίτι, ὅσες ὧρες μεσολαβοῦνε ὡς τὸν ὕπνο, προλαβαίνει νὰ τὰ κάμει ὅλα ἄνω - κάτω. Χαλάει τὶς πρίζες. Βάνει ἕνα καρφὶ στὶς τρῦπες καὶ τὸ χτυπάει μὲ τὸ σφυρί. Βάνει νερὸ στὸ στόμα του καὶ καταβρέχει μὲ τὸ καλάμι τὸν κόσμο. Στραπατσέρνει τὰ βιβλία. Βγάνει καὶ κόβει τὶς εἰκόνες. Μόλις μπεῖ σὲ κανένα δωμάτιο, βλέπεις τὸ σύντροφο, ποὺ κάθεται μέσα, νὰ σηκώνεται βιαστικὸς νὰ συμμαζεύει τὰ πράματά του. Λαβαίνει μέτρα ν᾿ ἀντιμετωπίσει τὸ «θηρίο». Ἀνοίγει τὰ συρτάρια, ἁρπάζει τὸ σταχτοδοχεῖο μὲ τὸ πετεινάρι, ἕνα καλλιτεχνικότατο ρόζενταλ.

- Ἅμα δὲ θὰ σοῦ χρειάζεται πιά, σύντροφε, θὰ μοῦ τὸ δώσεις;

- Ναί, σύντροφε, Γιαννάκο, θὰ σοῦ τὸ δώσω, ἅμα δὲ θὰ μοῦ χρειάζεται πιά.

Ὁ σύντροφος μπορεῖ ν᾿ ἀκούει καὶ τὶς εἰδήσεις στὸ ράδιο, ὁ Γιαννάκος θέλει σῴνει καὶ καλὰ νὰ δεῖ αὐτὸν ποὺ μιλᾷ.

- Πές του νὰ βγεῖ ὄξω!

- ;;;

- Πές του, σοῦ λέω, νὰ βγεῖ ὄξω...

Στὰ κατατελευταῖα βγαίνει ὄξω ὁ Γιαννάκος καὶ ἡ πόρτα κλειδώνεται ἀπὸ μέσα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο ἀπὸ τὶς ἕξι καὶ κεῖ, ποὺ γυρνάει ὁ Γιαννάκος στὸ σπίτι. Οἱ πόρτες ὅλες εἶναι κλειδωμένες ἀπὸ μέσα.

Τὸ βιετναμεζάκι εἶχε μάνα, ποὺ σκοτώθηκε στὸ δικό τους ἀντάρτικο κεῖ κάτω. Ἔχει ὅμως πατέρα. Ἕναν ἀγαθὸ ἀνθρωπάκο, ἀδύνατο καὶ κουτσό, ποὺ ἔρχεται ταχτικὰ κάθε βράδυ μὲ τὴν πατερίτσα καὶ παίρνει τὸ παιδί του. Τὸ ἀραπάκι, ποὺ «κάθεται στὸ ἴδιο θρανίο μὲ τὴ Φλωράνς», δὲν ξέρουνε ἀπὸ γονιοὺς τί ἔχει. Ἄσπροι ἄνθρωποι, ποὺ μιλοῦν γνήσια ρουμάνικα, ἔρχονται ἄλλοτε ὁ ἄντρας ἄλλοτε ἡ γυναῖκα, καὶ παίρνουν τὸ παιδί. Κι αὐτὸς τοὺς λέει «πατέρα» καὶ «μάνα». Τὰ κινεζάκια, εἶναι δυό, ἔχουν ἕνα πολὺ περιποιημένο πατέρα. Καὶ τὰ ἴδια εἶναι πολὺ καλοντυμένα. Εἶναι σίγουρα ὁ ἀληθινός τους πατέρας, γιατὶ μοιάζει καταπληχτικὰ μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τὸν φωνάζουν πατέρα, θά ῾ναι τῆς πρεσβείας ἄνθρωπος, λένε οἱ γυναῖκες. Ἔχει ἀκόμα πεντέξι ἀραπάκια, ποὺ πηγαίνουν τὰ βράδια καὶ τὰ ζητοῦν ἄσπροι ἄνθρωποι. Ἔχει καὶ πολλὰ ρουμανάκια.

Κανεὶς ἄνδρας δὲν ἐμφανίζεται ποτὲ στὸ νηπιαγωγεῖο νὰ ζητήσει, ἢ κάπως νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὸ Γιαννάκο ἢ τὸν Τριαντάφυλλο. Συχνὰ παρουσιάζονται ζητήματα, ποὺ πρέπει νὰ πάει ἕνας μεγάλος νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τὴ διεύθυνση. Εἶναι π.χ., νὰ πᾶνε τὰ μικρὰ γιὰ 15 μέρες ἐξοχή. Ὁ Τριαντάφυλλος κι ὁ Γιαννάκος θὰ πᾶνε μαζί; Εἶναι μπολιασμένα μὲ τὸ τάδε ἢ τάδε ἐμβόλιο; Καὶ πότε; Μιὰ Ἑλληνίδα ἰατρὸς μορφωμένη, πηγαίνει τότε στὸ νηπιαγωγεῖο καὶ τὰ κανονίζει. Τὰ δυὸ ἑλληνόπουλα εἶναι τὰ μόνα ποὺ δὲν ἔχουν ἀντρικὴ συμπαράσταση. Ὁ Τριαντάφυλλος δὲν τὸ πρόσεξε αὐτό.

Ἴσως καθὼς ὅλη μέρα ἔχει τὸ νοῦ του νὰ μαζεύει τὶς διαολιὲς τοῦ Γιαννάκου, γιὰ νὰ θυμᾶται τὸ βράδυ νὰ τὶς πεῖ στὴ μάνα του, νὰ μὴν τοῦ μένει καιρός, ἴσως νά ῾ναι καὶ φύση κλειστή. Ὁ Γιαννάκος ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Μόλις τοῦ μείνει λίγος λεύτερος καιρός, τὸ μόνο ποὺ συλλογιέται, τὸ μόνο ποὺ τοῦ παιδεύει τὸ μυαλό, εἶναι ὁ «πατέρας» ποὺ τοῦ λείπει. Εὐτυχῶς οἱ τρέλες του εἶναι τόσο πολλές, ποὺ τὴν ἡμέρα δὲν τοῦ ἀφήνουν περιθώρια. Μὰ τὴ νύχτα, ποὺ ξαπλώνει στὸ κρεβάτι γιὰ νὰ κοιμηθεῖ δίπλα στὴ μάνα του, τότες τὰ παλέματα κι οἱ τσαχπινιὲς σταματᾶνε ἀναγκαστικά. Βρίσκει τότε τὸ μυαλὸ τοῦ Γιαννάκου τὸ ἐλεύτερο καὶ γυρίζει, γυρίζει... γύρω ἀπ᾿ τὸν «πατέρα» ποὺ δὲν ἔχει...

- Μάνα, δὲν μπορῶ νὰ βρῶ κανέναν πατέρα;

- Πάλι τὰ ἴδια. Ἀφοῦ σοῦ ῾χω πεῖ τόσες φορές, πῶς ὁ πατέρας σου ἔμεινε στὴν πατρίδα.

- Νὰ βρῶ κανένα νὰ τόνε λέω πατέρα, ἔτσι γιὰ ψέματα...

- Κοιμήσου τώρα, κι αὔριο θὰ κοιτάξω...

-Μὴ μοῦ λὲς ψέματα;

- Ἄντε κουκουλώσου. Δὲ σοῦ λέω ψέματα.

Τὴν ἄλλη βραδιά!

- Καὶ ποῦ ἔμεινε ὁ πατέρας, μάνα, στὸ χωριό;

- Πάλι τὰ ἴδια... Κοιμᾶται, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, κοιμᾶται στὸ Γράμμο.

- Καὶ κοιμᾶται μέρα - νύχτα;

- Ναί! Μόνο κοιμήσου, γιατί αὔριο δὲ θά ῾χεις ξυπνημό...

- Γιατί δὲν ξυπνάει νά ῾ρθει μαζί μας;

- Δὲν ἔχει ποιὸς νὰ τὸν ξυπνήσει. Ἐσένα κάθε πρωὶ ἅμα δὲ θὰ σὲ ξυπνήσω, ξυπνᾷς μοναχός σου; ἄντε σώπα καὶ κοιμήσου.

Τὴν ἄλλη βραδιά:

- Δὲν ἔχει ποιὸς νὰ τὸν ξυπνήσει, ἐπειδὴ εἶναι ὄξω στὸ βουνό;

- Ναί.

- Μὰ ὁ Τριαντάφυλλος, μάνα, μοῦ λέει, πὼς οἱ πατεράδες μας δὲν μποροῦν νὰ ξυπνήσουν, γιατὶ εἶναι σκοτωμένοι... Ἀλήθεια, μάνα;

- Καὶ ποῦ ξέρει ὁ Τριαντάφυλλος... Ἐσεῖς τότε ποὺ φύγαμε ἤσασταν μωρὰ βυζανιάρικα... ἄντε, ἄντε κοιμήσου.

Τὴν ἄλλη βραδιά:

- Μάνα, ὁ Τριαντάφυλλος μοῦ λέει πὼς δὲν μποροῦν νὰ ξυπνήσουν, ἐπειδὴ οἱ Ἀμερικάνοι τοὺς βάλανε ἕνα βόλι μέσα στὴν καρδιά τους, ἀλήθεια, μάνα;

-Κάθε βράδυ, Γιαννάκο, τὰ ἴδια μὲ ρωτᾷς. Σοῦ τό ῾πα μιὰ φορὰ πὼς θὰ ξυπνήσει... μὴ μὲ ξαναρωτᾷς.

- Κι ἂς ἔχει καὶ τὸ βόλι;

- Κι ἂς ἔχει καὶ τὸ βόλι....

Τὴν ἄλλη βραδιά:

- Πότε μάνα θὰ πᾶμε στὴν Ἑλλάδα, ἅμα μεγαλώσω;

- Ἅμα γενεῖς μεγάααλος καὶ μάθεις πολλάαα γράμματα.

- Καὶ τότες, μάνα, ἐσὺ θὰ σκουντήσεις τὸν πατέρα ἢ ἐγώ;

- Ἐγώ. Ὅπως κάνω κάθε πρωὶ καὶ μὲ σένα.

- Κι ἐγώ, μάνα, ποὺ θά ῾μαι μεγάλος, θὰ τοῦ βγάλω τὸ βόλι ἀπ᾿ τὴν καρδιά του; ναί, μάνα;

- Ναί, Γιαννάκο μου, θὰ σὲ πάρω ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ θ᾿ ἀνεβοῦμε πάνω στὸ βουνό... Θὰ τὸν βροῦμε, ποὺ θὰ γλυκοκοιμᾶται, πάνω στὴν πρασινάδα, κάτω ἀπὸ τὶς ὀξιές. Ἐγὼ θὰ τὸν σκουντήξω καὶ θὰ τοῦ πῶ: Ξύπνα νὰ δεῖς πῶς μεγάλωσε ὁ Γιαννάκος μας. Ἐκεῖνος θ᾿ ἀνοίξει τὰ μάτια του καὶ θὰ σοῦ χαμογελάσει. Καὶ σὺ θὰ τοῦ βγάλεις τὸ βόλι... Ὕστερα θὰ σὲ πάρουμε χέρι, χέρι, ὁ πατέρας σου ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι, ἐγὼ ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ θὰ πᾶμε στὸ σπίτι μας... Μόνο ἄντε τώρα, κλεῖσε τὰ μάτια σου καὶ κοιμήσου!

- Καληνύχτα, μάνα!

- Καληνύχτα, παιδί μου.

Μιὰ μέρα θὰ γυρίσει

Ὁ συνάδελφός μου στὸ Γυμνάσιο περνάει τὴ θλίψη του κοντὰ στὰ ἀνελέητα παιδιά. Τὰ λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς νεότητος. Ὅμως εἶναι μία ἄνθηση σκληρή, ποὺ τρέφεται μόνο μὲ τὸ γέλιο καὶ μὲ τὴ χαρά. Τὴ γεύεται ὅπου τὴ βρίσκει, τὴν τρυγᾶ ἀπ᾿ ὅπου νά ῾ναι καὶ μ᾿ ὅποιον τρόπο νά ῾ναι. Καταπιέζομε μεῖς οἱ καθηγητὲς τὴ χαρά τους. Πνίγομε τὸ γέλιο τους. Ἐνῶ αὐτὰ παλεύουν καὶ ἀντιμάχονται. Καὶ στὸ πάλεμα νικάει ὁ δυνατός. Στὸ Γυμνάσιό μας νικήθηκε αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἄρχισε νὰ παίζει τὸ ρόλο τῆς «Ψυχαγωγίας». Ἔτσι λένε οἱ μαθηταὶ στὸ μάθημά του: «Τώρα ἔχομε ψυχαγωγία». Σ᾿ ὅλα τὰ Γυμνάσια τὸ ἴδιο γίνεται. Ἕνας ἀπ᾿ ὅλους βρίσκεται πάντα ποὺ «αἴρει τὰς ἁμαρτίας» τῶν ἄλλων. Εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀλλήθωρος, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι τσεβδός... Εἴτε ἐπειδὴ τὸν συνοδεύουν οἱ ἀναπηρίες τῶν γηρατειῶν. Εἴτε ἐπειδὴ δυστύχησε. Ἡ δυστυχία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος:

«Ἀλλόκοτο εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μας. Μοῦ κάνει κακὸ καὶ μόνο ν᾿ ἀνοίγω τὸ στόμα μου, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μιλῶ διαρκῶς. Μοῦ κάνει κόπο νὰ βλέπω ἀνθρώπους, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα κεφάλια. Μόνο οἱ εὐτυχισμένοι ἔπρεπε νὰ γίνονται δάσκαλοι. Νὰ ταξιδεύουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ μὲ ἁπλωμένα τὰ πανιὰ στὴ φρενίτιδα τῆς χαρᾶς. Χθὲς μὲ παρακαλοῦσαν νὰ τὰ πάω ἐκδρομή. Ὅλες, μοῦ λέγαν, οἱ τάξεις πηγαίνουν μὲ τοὺς ἑλληνιστές τους. Ἐσεῖς δὲ θὰ μᾶς πᾶτε; Ἂς ζοῦσα μέσα σ᾿ ἕνα ἀκατοίκητο δάσος. Ἂς εἶχα γιὰ ἐπάγγελμά μου νὰ σκάβω τὴ γῆ, ἢ νὰ κάνω ἐπιτέλους λογαριασμούς... Τὰ παιδιὰ θὰ μὲ λένε σίγουρα χαζό... δὲν ξέρω, μὰ ἔτσι θά ῾πρεπε νὰ μὲ λένε...».

Πράγματι ἔτσι τὸν λένε καὶ τὸ ἀποδείχνουν μὲ ἐπιχειρήματα. «Γράφομε μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ μαθηματικά μας, καρφὶ δὲν τοῦ καίγεται...».

«Τρῶμε μπροστά του, κοιμούμαστε, νά, ἔτσι, ἁπλωτοὶ στὸ θρανίο, δέ μας μιλᾶ, μᾶς κοιτάζει σὰ χαζός...».

«Ἐνῶ ἔχομε ἱστορία, ἀρχίζει νὰ μᾶς κάνει λατινικά. Καὶ ἄλλοτε ἀφήνει τὰ λατινικὰ στὴ μέση, καὶ πιάνει τὴν ἱστορία, καὶ τὸ λέει κι ὁ ἴδιος: "Συγνώμη παιδιά, τὸ μυαλό μου πῆρε ἄλλο δρόμο..."».

«Λέει ὅ,τι τοῦ κατεβεῖ. Προχθὲς γράφαμε ἔκθεση. Κεῖνος καθότανε στὴν ἕδρα. Καὶ κεῖ ἄρχισε νὰ μονολογᾶ: "Μπορεῖς νὰ κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; εἴκοσι; ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια οἱ πατριαρχικὲς οἰκογένειες;"».

«Συχνὰ ἀφήνει ὄρθιο μπροστὰ στὸν πίνακα τὸ μαθητὴ ποὺ ἐξετάζει, κι αὐτὸς βγάζει τὸ σημειωματάριό του καὶ γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει... ὡσότου χτυπάει τὸ κουδούνι καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα γιὰ τὸ μαθητή, καὶ δίχως νὰ μᾶς βάλει μάθημα παρακάτω...».

Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ σημειωματάριό του εἶναι γεμάτο ποιήματα. Ἁπλοϊκὰ εἶναι. «Δὲν ξέρω ἀπὸ ποίηση», λέει ὁ ἴδιος, «μά, νά, ἔτσι ξεσπάω... ὁλόκληρη νύχτα πῶς νὰ περάσει...». Κι ὅλα μιλοῦνε γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ λένε Τάκη. Διηγοῦνται τὶς χάρες του. Τὶς ὀμορφιές του. Ἢ περιγράφουν τὸ σπίτι ποὺ ἀπόμεινε σκοτεινό. Ἢ μιλοῦν γιὰ τὰ μισοτελειωμένα του τετράδια καὶ τὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο...

Ποῦ πῆγες καὶ μᾶς ἄφησες στὸ ρημαγμένο σπίτι;
Ἡ μάνα σου σ᾿ ἀποζητᾶ σ᾿ ἀναζητᾶ ὁ πατέρας,
Σὲ περιμένουν τὰ χαρτιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτὸ βιβλίο,
Τάκη μας, πὲς ποῦ βρίσκεσαι γιὰ νά ῾ρθουμε κοντά σου,
Δὲ θέμε νὰ πιστέψουμε πὼς ἔφυγες γιὰ πάντα
Καὶ θὰ σὲ περιμένουμε, νὰ ῾ρθεῖτε μὲ τὸν Πέτρο,
Ἕνας τὸν ἄλλον πιάσετε σφιχτὰ χέρι μὲ χέρι,
Θέτε νὰ ῾ρθεῖτε Κυριακή; Καθημερινή; γιὰ σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Ὅποτε βουληθεῖτε...
Τὶς πόρτες θά ῾βρετ᾿ ἀνοιχτὲς καὶ τοὺς γονιοὺς στὸ πόδι
Κρεβάτι δὲ γευτήκαμε κι ὕπνος δὲ μᾶς ἐπῆρε
Ἀπὸ τὴν ὥρα, Τάκη μου, ποὺ σβήστηκ᾿ ἡ λαλιά σου...

«Τάκη λέγανε τὸ παιδί σας ποὺ ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί;».

«Ὄχι, κεῖνο τὸ λέγανε Πέτρο... Κεῖνος ἦταν ὁ μεγάλος μου γιός. Ἤτανε δεκαεννιὰ χρονῶ... Ὁ Τάκης εἶναι τὸ μικρό. Ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ μάνα του, τὸν Πέτρο δὲν τὸν κλάψαμε. Δὲν τὸν εἴδαμε σκοτωμένο. Τ᾿ ὄνομά του δὲ γράφτηκε πουθενά. Οὔτε οἱ ἐφημερίδες ἀνάφεραν τίποτε. Οὔτε κι οἱ Γερμανοὶ ποὺ πήγαμε καὶ ξαναπήγαμε νὰ μάθουμε ὁριστικὰ πράγματα θελήσανε νὰ μᾶς πληροφορήσουν. Κεῖνο ποὺ ξέρομε σίγουρα εἶναι πὼς τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὶς ὀχτώ του Μάη τοῦ 1944, καὶ πὼς ὁ Πέτρος φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον συγκρατούμενο: «Πᾶμε μεῖς». Μὰ γιὰ ποῦ τοὺς πήγαιναν δὲν τοῦ εἶπε. Οὔτε κι ἄφησε σημείωμα, ὅπως κάνανε πολλοί. Καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του, πὼς τοὺς πῆραν ἐργάτες στὴ Γερμανία... καὶ πὼς ζεῖ... καὶ πὼς μιὰ μέρα ὁ Πέτρος μου θὰ γυρίσει... Ἔτσι τὸ λέμε μὲ τὴ μάνα του...».



Σταματᾶ λίγο ὁ συνάδελφος, παίρνει

μαντίλι καὶ φτιάχνει, σκουπίζει τὴν ἀλλοιωμένη του ὄψη καὶ συνεχίζει:

«Ἐμεῖς κλαῖμε μόνο τὸν Τάκη. Εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά. Ὁλόκληρο χρόνο μὲ τὴν πείνα, μέσα στὴ σκόνη, στὴ ζέστη... Ὕστερα ἅμα πιάσανε τὰ κρύα, μὲ τὶς βροχές, μὲ τὰ χιόνια, πηγαινοερχότανε μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι γιὰ τὸν Πέτρο. Οἰκονομοῦσε δυὸ τσιγάρα; τοῦ τὰ πήγαινε. Ἕνα πορτοκάλι; κινοῦσε δυὸ ὧρες δρόμο μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ τοῦ τὸ πάει. Ἕνα γραμματάκι ἢ τὰ ρουχαλάκια του. Τοῦ ῾λεγε καμιὰ φορὰ ἡ μάνα του: «Κάτσε σήμερα κι αὔριο πάλι πᾶς...».

»"Ὄχι, γιατὶ θὰ μείνει παραπονεμένος..."

»Τὴν ἡμέρα ποὺ γύρισε μὲ τὸν μπόγο τὰ ροῦχα - ὅπως τοῦ τά ῾χε δώσει ἡ μάνα του τά ῾φερε πίσω - "Δὲν τὰ δεχτήκανε", μᾶς εἶπε, κι ἔτρεμε τὸ κατωσάγονό του, "γιατὶ τὸν Πέτρο", λέει, "τὸν πήρανε χθὲς ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι...".

»Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε μόνο. Μὰ τά ῾λεγε τραυλιστά. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν στεγνὰ ἂν καὶ κατακόκκινα. Σ᾿ ὅλο, λέει, τὸ δρόμο, ἔτσι μᾶς εἶπαν, ἔκλαιγε φωναχτά. Ἔκλαιγε κι ἐρχότανε. Μόνο σὰν κοντοζύγωσε στὸ σπίτι, κοίταξε νὰ μεταμορφιστεῖ. Γιὰ μᾶς... Πιάσαμε εὐτὺς τοὺς δρόμους κι οἱ τρεῖς καὶ ρωτούσαμε νὰ μάθουμε. Πήγαμε σὲ ἀστυνομίες, παντοῦ, τίποτα. Νύχτωσε. Ἡ κυκλοφορία ἦταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στὸ σπίτι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τίποτα γιὰ τὸ παιδί... Οὔτε ποῦ τὸν πῆγαν, οὔτε τί τὸν κάνανε... Πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ὁ Τάκης πρῶτος.

»"Θὰ ξαναπάω στὸ Χαϊδάρι", μοῦ λέει ὁ Τάκης μου, "νὰ μάθω...". Γιατί δὲν τὸν ἐμπόδισα; Γιατί τὸν ἄφησα;

»"Τί πιὰ θὰ μάθεις ἀπὸ κεῖ;".

»Ἐγὼ θὰ πάω, κι ἂς ἔχει φύγει... Θυμᾶσαι, πατέρα, ποὺ λέγαμε πότε νὰ τόνε βγάλουν... καὶ λυπόσουν γιὰ μένα, γιὰ τὸν κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, νὰ τὸν ξέραμε τώρα κλεισμένο κεῖ μέσα, καὶ σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ πηγαινοέρχομαι μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι...».

»Τοῦ φώναξε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ δώσει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ποὺ ἔφευγε νηστικό.

»"Δὲ θέλω, δὲ θέλω, δὲν πεινῶ...".

»Αὐτὰ ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπὸ τὸ στόμα του. Μάθαμε πὼς πῆγε πραγματικὰ στὸ Χαϊδάρι, καὶ πὼς κλαίοντας ρωτοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸν Πέτρο. Τί ἔμαθε; Τί τοῦ εἶπαν; Δὲν τὸ ξέρομε...».

Κεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ὁ Τάκης, γυρνώντας ἀπ᾿ τὸ Χαϊδάρι, χτυπήθηκε ἀπὸ γερμανικὸ αὐτοκίνητο καὶ μεταφέρθηκε νεκρὸς πιὰ στὸ Σταθμὸ Πρώτων

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.