Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανάς Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκανάς Μιχάλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

«Παραλογή» Ποιητική Συλλογή του Μιχάλη Γκανά που έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1994 (Εκδόσεις : Καστανιώτης)



— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.
— Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
— Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
— Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
— Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
— Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
— Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
— Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
— Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
— Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
— Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
— Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;
Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.


***

Σε πλάθω λίγο λίγο κάθε νύχτα.
Έρχεται η μέρα και γκρεμίζομαι μαζί σου.

Ολόκληρη δεν θα σε δω ποτέ.
Ούτε θα σε έχω. Κάθε φορά
πρωτόπλαστα τα μέλη σου και σκόρπια.
Έγινα παντοδύναμος για χάρη σου
δεν έγινα θεός.
Τι να την κάνω τόση παντοδυναμία
όταν απαγορεύεται το θαύμα.


***

Κοιτάζω ένα πηγάδι. Με κοιτάζει.
Κοιταζόμαστε ώρα πολλή
σαν μαλωμένα αδέρφια.
Μονόφθαλμο σκοτάδι με τραβάει
και κατεβαίνω πέτρα πέτρα
απόκρημνη ζωγραφική.

Σωτήρη. Με τα δικά σου δάχτυλα κρατιέμαι
με το δικό μου σώμα κινδυνεύω
γλιστρώ και με φωνάζεις Κωνσταντίνο.
Μου πέφτουν τα σγουρά μαλλιά και το ξανθό μουστάκι
σαν άρρωστο παιδάκι ψιθυρίζω
τη βραδινή μου προσευχή

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

«Παραλογή» Ποιητική Συλλογή του Μιχάλη Γκανά που έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1994 (Εκδόσεις : Καστανιώτης)


— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.
— Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
— Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
— Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
— Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
— Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
— Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
— Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
— Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
— Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
— Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
— Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;
Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.


***

Σε πλάθω λίγο λίγο κάθε νύχτα.
Έρχεται η μέρα και γκρεμίζομαι μαζί σου.

Ολόκληρη δεν θα σε δω ποτέ.
Ούτε θα σε έχω. Κάθε φορά
πρωτόπλαστα τα μέλη σου και σκόρπια.
Έγινα παντοδύναμος για χάρη σου
δεν έγινα θεός.
Τι να την κάνω τόση παντοδυναμία
όταν απαγορεύεται το θαύμα.


***

Κοιτάζω ένα πηγάδι. Με κοιτάζει.
Κοιταζόμαστε ώρα πολλή
σαν μαλωμένα αδέρφια.
Μονόφθαλμο σκοτάδι με τραβάει
και κατεβαίνω πέτρα πέτρα
απόκρημνη ζωγραφική.

Σωτήρη. Με τα δικά σου δάχτυλα κρατιέμαι
με το δικό μου σώμα κινδυνεύω
γλιστρώ και με φωνάζεις Κωνσταντίνο.
Μου πέφτουν τα σγουρά μαλλιά και το ξανθό μουστάκι
σαν άρρωστο παιδάκι ψιθυρίζω
τη βραδινή μου προσευχή

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Το σκυλί : Από την Ποιητική Συλλογή : Μαύρα Λιθάρια (1980) του Μιχάλη Γκανά

Το 'να σκυλί το σκότωσαν
τ' άλλο το πήραν οι γειτόνοι.

Βγαίνει τις νύχτες
και κοιτάει το φεγγάρι,
μυρίζει στις μολόχες
που του 'ριχνες ψωμί.
Ύστερα βρίσκει τον τορό
κ' έρχεται με μουσούδα
όλο δροσιές στο μνήμα σου.

Κάθεται στα πισινά κι ακούει
τ' άλλο σκυλί που αλυχτάει κάποιο διαβάτη.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Άψινθος

Μιχάλης Γκανάς

Πού πας εσύ με τα λεπτά σφυρά η ραδινή
εσύ με τα πλατιά λαγόνια.
Θα βρέξη κυμοθόη
εσύ με τ’ αμάλαγο στήθος.
Ας βρέξει σιταρένια
ας βρέχει όλη μέρα κι αύριο και μεθαύριο.
Ας φυσήξει μετά πλατυτέρα
να φέρει το τραγούδι μου σ’ εσένα.
Εκεί στο τρίκλωνο ποτάμι -ποταμέ βρε ποταμέ μου-
δίπλα στην πέτρα που πλένεις το μαντήλι σου.

***

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη
αυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ’ Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν -κατάργησαν τα μάτια τους-
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα
αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν
περισσότεραπερισσότεραπερισσότερα περί…
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

 ***
Υστερόγραφο σε μια ανάγνωση 2
                             Με τον τρόπο της Κ. Δ.

Πίνοντας έρχεται η δίψα τι νομίζεις;
Πίνοντας πίκρες συνήθως μονορούφι
πίνοντας γλύκες με κουταλάκι του γλυκού
- γιατί ο φόβος του πνιγμού
φυλάει τα εύθυμα ανέκαθεν.
Πίνοντας το νερό της λησμονιάς.
(Ποια βρύση να το κάνει;)
Πίνοντας τέλος τ' αμίλητο κρασί.

Ακου - τίποτε τόσο αμίλητο
Οσο το μιλημένο.
Τόσο μουγγό κι ανόητο και ηττημένο
πώς τα 'πε όλα τάχαμου
πώς τα 'βγαλε από μέσα του
ενώ μπορεί να τα 'βγαλε απλώς απ 'το μυαλό

***
Βροχή και άλλα κατακρημνίσματα

Βροχή. Ψιχαλιστή ποτιστική δαρτή.
Υετός. Ομηρική βροχή.
Όμβρος. Αρχαία βροχή – καταρρακτώδης.
Βροχή και άλλα κατακρημνίσματα.
Χιών. Χιόνι χιονόνερο. Νιφετός.
Χάλαζα χαλάζι χαλαζόκοκκος.
(Σιούγκραβος στα όρη Τσαμαντά).
Υδατώδη ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα
αναντάμ παπαντάμ.
Προσφάτως τεχνητή βροχή
εσχάτως όξινη βροχή
προσεχώς κατακλυσμός.
Κατά ζεύγη τα ζώα
κατά μόνας τα φυτά
κατά κρημνού οι άνθρωποι – αγεληδόν
Κατά μάνα κατά κύρη άλλωστε.
Τρέχουν τα δάκρυα βροχή.

Βροχή μου. Βροχούλα μουσκεμένη.

Αυτοί παιδί μου δεν


δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη
αυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ’ Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν -κατάργησαν τα μάτια τους-
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα
αυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν
περισσότεραπερισσότεραπερισσότερα περί…
που έτσι γράφεται το μέλλον μας.


Μιχάλης Γκανάς

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

[Ιδιαίτερα στην αγάπη]

Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
Τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
Χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Oπως η αγάπη μου για σένα φερ' ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο και από σένα ενίοτε.
Ελα, σε πειράζω.
Δωσ' μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
Προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου˙ η καρδιά μου ξαγρυπνά.
Σαν τη δική σου μυρωδιά κλαράκι δεν την έχει.

Από τη συλλογή «Ο ύπνος του καπνιστή»,

Εκδόσεις Καστανιώτη 2003

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ο ύπνος του καπνιστή

 [Ι]
 
Αγαπημένη εσύ εν γυναιξί
γυναίκα μου πανέμνοστη κυρά
να πιω νερό στη χούφτα σου
και σάλιο στο φιλί
να γλείψω δάκρυ δάκρυ μου
κι αλάτι να φανερωθώ στο κύμα
σε μια μεγάλη θάλασσα
που τη χτυπάνε τα βουνά
με δώδεκα ποτάμια.
 
[ΙΙ]
 
Γλυκό νερό γλυφό νερό
αμίλητο νερό της λησμονιάς
αλλά η δίψα δίψα.
Γνέθε τα μαλλιά της γνέθε
γύριζε λιγνό μου αδράχτι
δίπλα στο κύμα τ’ αρμυρό
κοντά σε ήσυχο ποτάμι
στον στοιχειωμένο ίσκιο της συκιάς
στον τρούλο μιας βασιλικής βελανιδιάς
στον ίσκιο μιας χρυσής καλαμωτής
στη μυρωδιά βρεγμένης ψάθας
στον ήχο μιας σχισμένης τέντας
στον ίσκιο ενός υπόστεγου
από φτέρη και άνεμο
από τσίγκο και βροχή
από ελενίτ.
Γύριζε λιγνό μου αδράχτι
 

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Πνιγμένος τόσα χρόνια

Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.
 
Στη θάλασσα, στο χρώμα θα’ ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.
 
Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει,
 
να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

των κεκοιμημένων

Στη μάνα και στον Χρήστο (σημ.Μπράβο)
 
Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό,
καθώς αρμόζει στους κεκοιμημένους,
ενώ φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα
κι αυτοί περνούν σκυφτοί
σηματοδότες και βγαίνουν σε υπόγειες
διαβάσεις.
Πάλι σκοτάδι, πάλι της ψυχής
τ’ απόκρημνα φαράγγια
κι ο ήλιος με παλάμες κάρβουνο
να τους πατάει,
ώσπου βουτάνε στα νερά και κρύβονται.
Κι όμως γελούσαν στα νοσοκομεία,
δε βρίσκανε το φαγητό του γούστου τους,
βλέπανε τηλεόραση, έκαναν σχέδια
για ένα μέλλον που κανείς δεν τους υπόσχονταν.
Ούτε οι γιατροί με το φθαρμένο κύρος
ούτε οι δικοί τους με την αναπόδεικτη αγάπη
και μόνον οι οροί τούς λέγαν την αλήθεια
στάζοντας μέρα και νύχτα
τα χημικά του χάρου μες στο αίμα τους.
Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό,
καθώς φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα
κι αυτοί βουτάνε στα νερά και κρύβονται,
ενώ το φως επάνω
τρέχει σε πλάτες και μαλλιά
και συντηρεί τα ζώα και τα χόρτα,
μα προπαντός τα λέπια του.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το Νότο
να ξέρω από πού φυσάει
ούτε τη Δύση σαν θεία να με νουθετήσει
τα ‘χω χαμένα και στροβιλίζομαι σαν σβούρα
μες το κενό και τη θολούρα σ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα τον τρόπο
να πω το ναι να προχωρήσω
γιατί το όχι έχει μακρύτερη απόχη
και παραπαίω ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο
με ένα ίσως επενδύω

Σ’ αυτό τον τόπο πιάνεις πιο εύκολα το λόττο
από τη σκέψη του πλησίον
γιατί ο άλλος έγινε πρόσφατα μεγάλος
και δεν ακούει παρά μονάχα ό,τι θέλει
μ’ όλα τα δάχτυλα στο μέλισ’ αυτό τον τόπο

Σ’ αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το στόχο
να πιάσω κέντρο επιτέλους
γιατί το κέντρο δεν είναι ακίνητο σαν δέντρο
μετακινείται αλλάζει θέση κάθε λίγο
και προσπαθώ να τ’ αποφύγω

Σ’ αυτό τον τόπο που όλα γίνονται με κόπο
και πάντα κάποιος άλλος φταίει
έχω προσέξει όσοι ξυπνάν από τις έξι δεν έχουν λόγο
μόνο αυτιά να μας ακούνε και χέρια να χειροκροτούνε
σ’ αυτό τον τόπο μα κάποτε θα βαρεθούνε
και θα μας γράψουν στα παλιά τους
εκτός κι αν έχουν λερωμένη με κάποιο τρόπο τη φωλιά τους
με κάποιο τρόπο σ’ αυτό τον τόπο

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Πνιγμένος τόσα χρόνια

Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.

Στη θάλασσα, στο χώμα θα ’ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.

Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει,

να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Το τραγούδι της βροχής

Βρέχει στην πόλη από νωρίς και γρήγορα νυχτώνει
έχεις τα φώτα σου κλειστά και φίλους στην οθόνη
και να ξεχάσεις προσπαθείς αλλά ο ήχος της βροχής
τα λόγια μου σου ψιθυρίζει και θέλεις να κρυφτείς

Και η βροχή και η βροχή και η βροχή δυναμώνει

Βρέχει στην πόλη από νωρίς και μέσα σου νυχτώνει
μόνο το φως της συσκευής φωτίζει το σαλόνι
και να ξεχάσεις προσπαθείς αλλά ο ήχος της βροχής
τα μυστικά μας σου θυμίζει και πας να τρελαθείς

Και η βροχή και η βροχή και η βροχή δυναμώνει

Κλείσε την πόρτα σιγανά σαν κάποιον που το σκάει
κι έλα στο στέκι το γνωστό που ακόμα ξενυχτάει
να ρίξεις μόνο μια ματιά να σου ζητήσω τη φωτιά
κι αν έχεις κόψει το τσιγάρο κερνάω τα ποτά

Και η βροχή και η βροχή και η βροχή δυναμώνει

Τα πολλά να γίνουν όλα

Άνοιξη ζεστή, ήλιος και βροχή
ό,τι βλέπω τ'αγαπάω τέτοια εποχή.

Δρόμοι χαμένοι στην εξοχή,
πόλη πλυμένη απ'τη βροχή,
όλα γυρίζουν και με κοιτούν
με τα μάτια που με αγαπούν.

Μάτια μου αγαπημένα, κοίτα με ξανά
τα πολλά να γίνουν όλα
κι όλα κοντινά.

Όμορφος καιρός, κόσμος λαμπερός
βάδισα πολύ μαζί σου κι έγινα χορός.

Βήμα το βήμα όλα γνωστά
μέσα στην πόλη που μας χρωστά
μια τέτοια βόλτα όπως αυτή -
η ασχήμια που να 'χει κρυφτεί.

Μάτια μου αγαπημένα, κοίτα με ξανά
τα πολλά να γίνουν όλα
κι όλα κοντινά.

Τα ρούχα που μου πάνε
για χάρη σου φορώ
και λάμπω στο πλευρό σου,
μαχαίρι στο νερό.

Άνοιξη ζεστή, ήλιος και βροχή
ό,τι βλέπω τ'αγαπάω τέτοια εποχή.
Μάτια μου γλυκά, κοίτα με ξανά
τα πολλά να γίνουν όλα
κι όλα κοντινά.

Στο Σου-Μιτζού

Στο Σου-Μιτζού κάποια βραδιά
έχασα όλα τα κλειδιά
και γύρευα λιμάνι
Δυο γιαπωνέζοι θυρωροί,
αμφιβολία δε χωρεί
με πήραν για χαρμάνη

Και πες, πες, πες
και ψου, ψου, ψου
κάποια βραδιά στου Σου-Μιτζού,
σε πέντε κι έξι γλώσσες
Α, είδαν πως ήμουν πονηρός,
και πριν να γίνουνε καπνός
μου κάνανε τις κλώσες

Δεν είχα όρεξη που λες,
να μάθουν όλες οι φυλές
πως ήμουν λυπημένος
Βρήκα στο μπαρ ένα Ρωμιό,
πήγα να ξομολογηθώ
μα ήτανε πιωμένος.

Στα νερά να περπατήσω

Μέρη μακρινά
που δεν είδαμε ποτέ μας
ούτε θα μας δουν, ούτε θα μας δουν
Κύματα βουνά
στα νησιά του Σολομώντα
χιόνια στο Κασμίρ, στο Ντιγιάρμπακίρ

Αχ βρε ζωή πώς μ'έζωσες
αχ βρε ζωή

Μια ζωή ονειρεύομαι
στα νερά να περπατήσω
και τον κόσμο να γυρίσω
θάλασσες, γη και ουρανό
στα νερά να περπατήσω
και τον κόσμο να γυρίσω
όνειρο - τόσο μακρινό

Μάτια φωτεινά
που δεν είδαμε ποτέ μας
ούτε θα μας δουν, ούτε θα μας δουν
Έρχονται συχνά
μοναχά στα όνειρά μας
σα να προσπαθούν, κάτι να μας πουν

Σκιες και χρώματα

Είναι κάτι αγάπες μου
που σηκώνω στις πλάτες μου,
είναι χέρια που κράτησα
- κράτα με -
σαν πουλάκια τ'άφησα.
Είναι κάτι στον άνθρωπο
τρυφερό κι απάνθρωπο
και ο κόσμος παράξενος
- γυάλινος -
σκοτεινός και διάφανος.

Είν' ο κόσμος δύσκολη γραφή
όλο σβήνεται
κι αν δεν διαβαστεί με την αφή
τίποτα δεν γίνεται.

Είναι λύπες που ξέχασα
και χαρές που δεν έζησα,
είναι χρόνια που φύγανε
- μίλα μου -
πες μου που πήγανε.
Είναι φίλοι που χάθηκαν
και φωνές που μου στάθηκαν,
είναι μάτια που φίλησα
- μάτια μου -
κι από φως ξεχείλισα.

Είναι σπίτια που έχασα
και ποτέ δεν τα ξέχασα,
ένα σχήμα που μπόρεσα
- σώμα μου -
κι άλλα που δεν χώρεσα.
Είναι κάτι στον άνεμο
μυστικό και παράνομο
που τρελαίνει τα σώματα
- πόνα τα -
με σκιές και χρώματα.

Σημαδεμένος απ'την αγάπη

Σαν θαλασσάκι να κυματίσεις
και σαν αέρας να σηκωθείς,
να με ζαλίσεις, να με σκορπίσεις
και τη ζωή μου μη λυπηθείς.

Να γίνεις φλόγα να με δροσίσεις
και μεσημέρι να τυφλωθώ,
σημαδεμένος απ'την αγάπη
στα δυο σου μάτια να γκρεμιστώ.

Σαν άδειο σπίτι να με ανοίξεις
και τη σιωπή μου μη φοβηθείς,
το όνομά σου να ψιθυρίσεις
και στη δροσιά μου να κοιμηθείς.

Σαν ένα δέντρο να φτερουγίσω
σαν καταρράκτης να ξοδευτώ,
σημαδεμένος απ'την αγάπη
στα δυο σου μάτια να γκρεμιστώ.

Πατριδογνωσία

Χείλη μου μοσχοστάφυλο
και ροζακί μου στόμα
μπρούσκο φιλί στη Μυτιλήνη
λόγια στυφά στη Σαντορίνη

Δέντρο γεμάτο με φωλιές
και σκιερό μου σώμα
σκήτη κρυφή στο ʼγιον Όρος
βαθύς γκρεμός σε κάθε όρος

Ώριμο πετροκέρασο
και τραγανό μου στόμα
σκαλί φιλί στο Παλαμήδι
στη Μάνη λαβωμένο φίδι

Πέστροφα χρυσαφένια μου
και γάργαρο κορμάκι
στα Βοδενά σ' είχα χορτάσει
στα Τρίκαλα μ' είχες ξεχάσει

Με κάποιον άλλο με μπερδεύεις
και άδικα με τυραννάς
σαν ένα ξένο με παιδεύεις
και σαν δικό σου με πονάς

Με κάποιαν άλλη σε μπερδεύω
με κάποιον άλλο μ' απατάς
χρόνια μαζί σου ταξιδεύω
χωρίς να ξέρω πού με πας

Πατρίδα μου και προσφυγιά
και σώμα που μου λείπει
στην Αττική ξενιτεμένη
και στην Αμμόχωστο θαμμένη

Μουριά χωρίς τα φύλλα της
που τα 'φαγε σκουλήκι
υφαίνοντας πρωί και βράδυ
το γαλανόλευκο σκοτάδι

Με κάποιον άλλο με μπερδεύεις
και άδικα με τυραννάς
σαν ένα ξένο με παιδεύεις
και σαν δικό σου με πονάς

Με κάποιαν άλλη σε μπερδεύω
με κάποιον άλλο μ' απατάς
χρόνια μαζί σου ταξιδεύω
χωρίς να ξέρω πού με πας

Παλιό σκαρί

Παλιό σκαρί,
πήγαινε γιαλό γιαλό
και γύρω του μια καταχνιά.
Παλιό σκαρί,
σαν να βγήκε απ' το βυθό,
χωρίς κατάρτια και πανιά.

Θάλασσα θαλασσινή
πού 'ναι τα παιδιά,
κύματα μελαχρινά,
μαύρα μου μαλλιά.

Παλιό σκαρί,
άγκυρα δεν έριξε,
να μη ξυπνήσει τα παιδιά.
Παλιό σκαρί,
τον καθρέφτη ράγισε
και τη θλιμμένη μου καρδιά.

Θάλασσα θαλασσινή
πού 'ναι τα παιδιά,
κύματα μελαχρινά,
μαύρα μου μαλλιά.

Οι δρόμοι του Αρχάγγελου

Χρυσά φτερά, βυζαντινό μου βλέμμα,
αρχάγγελοι χορεύανε στο αίμα,
κι ένα τραγούδι μέσα στη φωνή μου,
μού γύρευε μιαν έξοδο κινδύνου.

Γιάννενα και Τρίπολη και Σύρα,
όμορφη σκονισμένη μου πορφύρα,
Χίος, Κεφαλλονιά και Μυτιλήνη,
μοίρα μου πελαγίσια Ρωμιοσύνη.

Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα,
τίποτε δεν το φίμωσε ακόμα.

Τρελή φυλή που κλαίει και γελάει,
μ'έναν καημό κοιμάται και ξυπνάει,
να σπείρει τα πελάγη με σιτάρι,
για να θερίσει το μαργαριτάρι.

Γιάννενα και Τρίπολη και Κρήτη,
ρίζα μου περηφάνεια Ψηλορείτη,
Ζάτουνα και νησιά της αγωνίας,
φλέβα μου μυστική της Ιωνίας.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.