Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εταιρεία Τεχνών Κερατσινίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εταιρεία Τεχνών Κερατσινίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΓΕΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ «ΣΕΒΝΤΙΚΙΟΪ, το λεβέντικο χωριό της Σμύρνης»(Επιμέλεια: Κυριακή Μάγκουρα)

 ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΓΕΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

«ΣΕΒΝΤΙΚΙΟΪ, το λεβέντικο χωριό της Σμύρνης»
Μαρτυρία του πρόσφυγα Νέστορα Κατζόλα, με πρόσθετα ιστορικά στοιχεία.
(Συνέχεια από το προηγούμενο)


Μέρος 3ο
 (Συνέχεια από το προηγούμενο)
ΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΤΑΣΗ
«Έκταση και ένταση είχαν οι διωγμοί σε βάρος των Ελλήνων από το Αϊβαλί ως τη Σαμψούντα» γράφει ο πρεσβευτής της Αυστρίας Σίλασου στις εκθέσεις του. Οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες, 86.000 άνθρωποι ξεριζωμένοι από τις εστίες τους από την Ανατολική Θράκη και τη Δυτική Μικρά Ασία, εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, ενώ ένας μεγάλος αριθμός Μουσουλμάνων της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Μακεδονίας εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των προσφύγων.
 
Με την καθοδήγηση του γερμανικού Επιτελείου και σύμφωνα με το σχέδιο του αρχιστρατήγου του τουρκικού στρατού, του Γερμανού στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς το 1913-1916, έγινε η πιο οδυνηρή επιχείρηση εκκένωσης χριστιανικών πληθυσμών. Πάνω από 1 εκατομμύριο Αρμένιοι σφαγιάστηκαν το 1915. Η γενοκτονία του αρμενικού λαού είναι ένα από τα φοβερότερα εγκλήματα πολέμου. Για τον ελληνικό πληθυσμό χρησιμοποιήθηκαν άλλα μέτρα εξόντωσης όπως: έκτακτες φορολογίες, λεηλασίες, επίταξη τροφίμων, πείνα, μετατοπίσεις προς την ενδοχώρα. Όμως το τραγικότερο από όλα ήταν «Τα Τάγματα Εργασίας», τα λεγόμενα «Αμελέ Ταμπουρού» ή «Τάγματα αργού Θανάτου». Οι Τούρκοι επιστράτευαν άντρες από 15 έως 48 ετών, μη στρατεύσιμους, για να δουλεύουν σε λατομεία, ορυχεία, σε διανοίξεις δρόμων, κ.ά. κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από την πείνα, τις κακουχίες και τις αρρώστιες.  

Οι νέοι από 20 έως 24 ετών στρατεύονταν στον τουρκικό στρατό και θεωρούνταν λιποτάκτες-φυγόστρατοι. Όσοι κρύβονταν ή αρνιούνταν να υπηρετήσουν, συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν από τακτικούς ή άτακτους Τούρκους στρατιώτες που έμπαιναν στα χωριά  και στις κωμοπόλεις με ελληνικούς πληθυσμούς. Ήταν ένας τρόπος για να επιδίδονται σε λεηλασίες, αρπαγές, βασανισμούς γυναικών, παιδιών, γερόντων, σε ατιμώσεις και σε φόνους ολόκληρων οικογενειών. Γι’ αυτούς τους λόγους πολλές οικογένειες αναγκάζονταν να καταφύγουν σε ελεύθερα ελληνικά εδάφη, δημιουργώντας ένα δεύτερο κύμα προσφυγιάς. Ταυτόχρονα, ολόκληροι πληθυσμοί χωριών και κωμοπόλεων οδηγούνταν οικειοθελώς σε ατέλειωτες πορείες στην ενδοχώρα της Ανατολής, σε τόπους εξορίας για να γλυτώσουν. Πολλοί πέθαιναν καθ’ οδόν, ενώ οι Τούρκοι γίνονταν νοικοκυραίοι στις εγκαταλελειμμένες περιουσίες τους.

Οι επιτάξεις των ελληνικών εργοστασίων, των καταστημάτων τροφίμων και ρουχισμού, ο εμπορικός αποκλεισμός σε κάθε δραστηριότητα, οι βαρύτατες φορολογίες πολλαπλασίαζαν τη μεγάλη δυστυχία και αύξαναν την προσφυγιά στο όνομα του Νεοτουρκισμού. Το προνόμιο που ήταν απαραίτητο για τη ζωή υπόδουλου ελληνισμού, η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, χάθηκε. Τα ελληνικά σχολεία που υπάγονταν στην ευθύνη του Πατριαρχείου και των Μητροπόλεων, οι Νεότουρκοι τα ανέθεσαν στον έλεγχο του τουρκικού Υπουργείου Παιδείας που υποχρέωνε να διδάσκονται τα μαθήματα στην τουρκική γλώσσα. Ο εκτουρκισμός σε όλο του το μεγαλείο! Κι όλα αυτά συνέβαιναν με την υπόδειξη των Γερμανών, οι οποίοι έγιναν αιτία να ξεριζωθούν 120.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας από τα παράλια των Δαρδανελίων, της Θράκης, του Πόντου, μέχρι νότια στον Τσεσμέ. Η μόνη διέξοδος των προσφύγων το Αιγαίο Πέλαγος.

 «Ο αποκλεισμός της Μικράς Ασίας από τους Γερμανούς συμμάχους των Τούρκων έφερε την πείνα και τη μεγάλη δυστυχία. Μείναμε χωρίς τρόφιμα, ρούχα, κ.λπ., γιατί οι Τούρκοι είχαν εντολή από τους Γερμανούς να κατάσχουν όλα τα τρόφιμα και όλα τα είδη συντήρησής μας. Εμείς δεν υποφέραμε γιατί ο πατέρας μου εργαζόταν στο τρένο και είχαμε απ’ όλα» γράφει ο Νέστωρας. «Το σπίτι μας είχε γίνει κέντρο διερχομένων. Τότε γνωρίσαμε ξαδέλφια, θείους, θειάδες και κάθε λογής συγγένεια. Τα δε βράδια τα δύο μεγάλα αδέλφια μου και ο πατέρας μου γύριζαν τα πιο φτωχικά σπίτια και μοίραζαν αλεύρι και άλλα είδη διατροφής».      
 
Να τι έγραφαν οι προκηρύξεις που θυροκολλούσαν οι Τούρκοι και προέτρεπαν τους Μουσουλμάνους : «Αν πεινούμε και υποφέρουμε εμείς οι Τούρκοι, αιτία είναι οι γκιαούρηδες που στα χέρια τους κρατούν τον πλούτο μας και το εμπόδιό μας. Ως πότε θα ανεχόμαστε τις προκλήσεις τους; Μποϋκοτάρετε τα προϊόντα τους. Σταματήστε κάθε δοσοληψία μαζί τους. Τι τη θέλετε τη φιλία τους;»

«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΞΕΡΙΖΩΣΑΜΕ!»  
«Επιτέλους τους ξεριζώσαμε!» αναφώνησε ο πρωταίτιος της τουρκικής βαρβαρότητας, Μεχμέτ Ταλαάτ Πασάς, ο κύριος υποκινητής και πρωταγωνιστής της διπλής γενοκτονίας, αρχικά των Αρμενίων και στη συνέχεια των γηγενών χριστιανών Ελλήνων. Με ανακούφιση και χαρά είδε το σχέδιό του για την οργανωμένη εξολόθρευση να πραγματοποιείται από το 1914 ως τον τερματισμό του Α’ παγκόσμιου Πολέμου. Η διαταγή του Ταλαάτ ήταν σαφής :

«Άνευ ουδεμιάς διάκρισης για τις γυναίκες, τα παιδιά, τους αναπήρους, οσονδήποτε τραγικά κι αν είναι τα μέσα εξόντωσης και αφού καταπνιγεί η φωνή συνειδήσεων, πρέπει να τεθεί τέρμα στην ύπαρξή τους». 13 Σεπτεμβρίου 1915. Ο Υπουργός εσωτερικών, Μ. Ταλαάτ.

Πάνω από 490.063 είναι οι διωχθέντες Έλληνες από τη Θράκη, τη Δυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε ήταν που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη η «Ανωτάτη Διεύθυνση Περιθάλψεως από την κυβέρνηση Βενιζέλου (1916 – 1917). Δικαίωμα περίθαλψης δεν είχαν μόνο οι πρόσφυγες, αλλά και οι οικογένειες των εφέδρων που βρίσκονταν στο μέτωπο και εκείνες των θυμάτων πολέμου.

Από το καλοκαίρι του 1918, η έκβαση του πολέμου φαινόταν να είναι υπέρ των Δυτικών Συμμαχικών Δυνάμεων, της Αντάντ. Ωστόσο, ο μεγάλος αριθμός των προσφύγων που συνεχώς κατέφταναν στην Κωνσταντινούπολη υποχρέωσε τον Μεγάλο Βεζύρη (τον Πρωθυπουργό) της Τουρκίας Μ. Ταλαάτ Πασά να ζητήσει ανακωχή των πολεμικών επιχειρήσεων από τους αντιπάλους. Ο Ταλαάτ παραιτήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1918 και ανέλαβε ο Αχμέτ Ιζζέτ Πασάς. Έτσι στις 30 Οκτωβρίου 1918 στον Όρμο του Μούνδρου της Λήμνου, πάνω στο βρετανικό Θ/Κ «Αγαμέμνων» υπογράφηκε η λήξη του Α’ παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ των Συμμαχικών Δυνάμεων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης, η τριανδρία. Εμβέρ Πασάς, Κεμάλ Πασάς και Ταλαάτ Πασάς διέφυγαν στη Γερμανία για τρία χρόνια. Το 1921, ο Αρμένιος φυγάς Τεϋλιριάν δολοφόνησε τον σκληροτράχηλο φονιά του γένους των Αρμενίων, Μεχμέτ Ταλαάτ. Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στις 11 Νοεμβρίου 1818, αρχίζει η παλιννόστηση των προσφύγων στη Μικρά Ασία. Το Πατριαρχείο και η Ελληνική Κυβέρνηση οργάνωσαν τον επαναπατρισμό των εκτοπισθέντων Ελλήνων. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, τον Μάιο του 1919.  
 

(Εκόνα: Καραβάνι 5.000 Ρωμηών προσφύγων καθ' οδόν από το Χαρπούτ προς την Τραπεζούντα (Νοέμβριος 1922), ιστότοπος "Πενταπόσταγμα").

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

«ΣΜΥΡΝΗ… Ακόμη καπνίζεις στην καρδιά μου: Ο ΜΠΟΓΟΣ»

 

  (Μονόπρακτο/Μονόλογος/Δραματοποιημένο)
  Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ 2021 ΕΤΕΠΚ – Θεατρικό

**(Απόσπασμα)**
(Γουρλώνει τα μάτια της, η Εριφύλη, αγριεμένη)

Από τη μια μας πετσοκόψανε οι Τσέτες, από την άλληνε μας προδώσανε οι «φίλοι» μας, οι τάχατες «φίλοι» μας, οι διπλωμάτες, οι ξένοι, οι δικοί μας,  ούλοι, ούλοι, ούλοι ανάθεμά τους!

(Μιλάει δυνατά με κραυγή)

Ποιος μωρέ ήθελε ζωντανή τη Σμύρνη; Ποιος ήτονε αυτός και ποιος είναι; Να ‘ρθει να μου το πει! Να ‘ρθείτε, σαν τον έβρετε, να μου τονε δείξετε για να τον φτύσω κατάμουτρα και να τον ρωτήξω και εγώ. Να τον ορκίσω στα παιδιά του, στη μάνα του, στα κόκκαλα του πατέρα του που 'μείνανε ξώδρομα παρατημένα στ' αποκαΐδια πάνω και καταμεσίς. Εκεί θα τον ρωτήξω εγώ και θα τον ορκίσω μπροστά στη φωτογραφία των γονιών του που θα τον κοιτάζουνε και θα του λένε κατάματα: «Πες μόνο την αλήθεια! Μόνο! Γι αυτό σε μεγαλώσαμε, παιδί μου. Να λες την αλήθεια και τίποτις άλλο. Ακούς! Και τίποτις άλλο! Μόνο αλήθειες θα λες… Μόνο… για να ‘χεις την ευκή μας!» Και την ώρα που θα μου απαντεί θα του τρυπώ τα μάτια του με τα δικά μου και θα βλέπω την καρδιά και την ψυχή του. Ναι! Θα τονε ετρυπώ και θα τονε βλέπω στα κατάβαθά του την ώρα ‘κείνη... σαν μου απαντεί!

(Επανέρχεται αλλά πάντα αγριεμένη)

Ναι, κι οι δικοί μας! Και τώρα δε μας θέλουνε στον τόπο μας, που τον ελένε τόπο τους, λες και πατρίδα είναι μόνο αυτό που πατούμε και όχι κι αυτό που νιώθουμε στα σπλάχνα μας! Στη καρδιά μας. Η καρδιά παίζει και η ψυχή χορεύει στο σκοπό του νιωσίματος τούτου! Ελληνικά μιλάμε μωρέ… Ελληνικά! Πόσοι φύγαμε από δω και πήγαμε ‘κει! Μας μέτρησε κανείς; Και τώρα; Που να πάμε; Εδώ μας φέρανε με το έτσι θέλω. Με το «έτσι θέλω αυτοί», με το «έτσι θέλαμε εμείς»… πάντως με το «έτσι». Οι δρόμοι κλειστοί. Από τους καβαλάρηδες, από το στρατό τους, από τους σκοτωμένους μας. Σωροί… σωροί ολάκεροι. Σφαγμένοι πίσω από τοίχους, στα κατώφλια, στις εκκλησιές. Και ‘μεις να τρέχουμε, να τρέχουμε, να τρέχουμε στους μαχαλάδες με τα παιδιά στα χέρια, με το βάρος στους ώμους. Να κατηφορίζουμε μπας και φτάναμε προς στις βάρκες. Τι να κάναμε άλλο; Που να πηγαίναμε; Στους δρόμους μέσα σου λέω, στις αυλές, στα χαλάσματα. Εκεί μας σέρνανε γυμνούς, λερωμένους, μισούς σου λέω. Μισούς μας αφήνανε μπροστά στα μάτια των παιδιών. Των δικών μας παιδιών, των άλλων παιδιών. Μπροστά στα παιδιά! Οργώσανε τις παιδικές ψυχούλες, μωρέ, με μαχαίρια και πιστόλια! Με βιασμούς! Αχ, να ‘ξερες τι έχουνε δει τούτα δω τα μάτια… Να ‘ξερες! Πόσα κορμιά καμένα, πόσα άλλα παιδιά ανάσκελα καταμεσής στις κάμαρες, πόσα δάχτυλα κομμένα δίχως τα μαλαματικά και τις βέρες τους, πόσα στόματα σφαγμένα, σκισμένα ίσαμε το λαιμό και σαν κοίταγες μέσα τους λείπανε τα δόντια μπας και βρίσκονταν ανάμεσά τους κανένα χρυσαφένιο ή αργυρό. Και φλόγες, παντού φλόγες και αποκαΐδια. Πρώτα στην αρμένικη περιοχή, μετά στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου, μετά στην αρμένικη εκκλησία, στη συνοικία των Μεγάλων Ταβερνών, στη συνοικία της Αγοράς, στις συνοικίες Άη Νικόλα, Ελ-μάς σοκάκ, Άγιος Δημήτριος. Και τρέχανε άνθρωποι κατατρεγμένοι μπροστά, στο πλάι ζωντανά παιδιά μικρά, χαμένα κι άχαστα, καβαλάρηδες με γιαταγάνια να ανεμίζουνε, λες κι είμαστε το εικοσιένα με τις φουστανέλες, κόβοντας τον αέρα και ξανακόβοντάς τον. Μια, δυο, χίλιες δυο φορές. Κι ύστερα σταματήσανε να κόβουνε τον αέρα και κόβανε κορμιά. Τα κορμιά που τρέχανε, που πέφτανε, τα ανήμπορα να πορπατήσουνε. Που σερνόντουσαν με τις κοιλιές, να πάνε που, Θεέ μου; Και ‘κείνοι κόβανε σα θεριστές τον Αύγουστο. Κόβανε κεφάλια και τα ρίχνανε στο λάκκο κι αφήνανε τα κορμιά μας να σπαρταράνε… να αναζητάνε λύτρωση από την κόλαση και το κατάκομα. Κι όποιος κοίταζε, όποιος τα ζηγε γυρνάγανε τα μάτια του και τρελαινότανε. Και δώστου να τρέχουνε τα παιδιά, οι μανάδες, οι πατεράδες, οι ξυπόλητοι και μισόγυμνοι φαντάροι που τους κυνηγήσανε και τους πήρανε στο κατόπιν οι Τούρκοι σαν ξομείνανε οι δικοί μας μόνοι κι έρημοι εκεί που τους είχανε ξαποστείλει να πάρουνε τι; Αλήθεια τι, Παναγία μου; Και οι άλλοι οι Τουρκαλάδες, οι Τσέτες… Αλήθεια, που βρεθήκανε τόσοι λυσσασμένοι κακούργοι; Τόσους φυλακισμένους είχανε; Πιο πολλοί ήτονε τα αποβράσματα πίσω από τα σίδερα παρά οι καλοί όξω στη κοινωνία! Άγριοι, αλλόκοτοι, ένα κομμάτι κρέας. Τι κρέας! Το κρέας τρώγεται. Το βλέπεις ωραίο μπρός σου, μοσχοβολάει, το καμαρώνεις. Εκείνοι ήτονε διψασμένοι και χρόνια άφαγοι και πεινασμένοι για αίμα, για σάρκες, για ανάσες, για ζωές, για μαλάματα…  κόβανε, κόβανε κόβανε, ξεκοιλιάζανε! Κόβανε και παίρνανε ότι βρίσκανε. Ότι γυάλιζε. Και ξοπίσω οι φλόγες, και στα πλάγια οι φλόγες, και μπροστά οι φλόγες. Στάχτη και μπούρμπερη παντού. Παντού συμφορά μαύρη! Μαύρη και κόκκινη. Και ροδοβολητό. Ποιος να σώσει ποιόνε! Γι’ αυτούς όλοι είμαστε ή “γκιαούρηδες’’ ή χριστιανοί. Τρέχαμε, τρέχαμε του σκοτωμού στην κυριολεξία. Και μας πέφτανε πίσω μας πράματα που ποιος γνοιαζότανε και αφήναμε πίσω μας ανθρώπους που για ‘κείνους γνοιαζόμαστε αλλά…! Ακόμα και από αγκαλιά μιας μάνας γλίστρησε το παιδί που κράταγε κι έπεσε στη θάλασσα σαν ήντουσαν στη βάρκα για το καράβι κι ανέβηκε η θλιμμένη στο πλοίο μόνο με την πάνα δίχως το… (σηκώνει απεγνωσμένα τα χέρια και το κεφάλι). Δεν το χωράει ο νους, Χριστέ μου! Και κει μας σέρνανε και δω μας τραβάνε. Εκεί μας σκοτώνανε κι εδώ μας φτύνουνε. Το λοιπόν;


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Δημήτρης Κολιδάκης γεννήθηκε στην Πετρούπολη τής Αθήνας με καταβολές από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Ναυπηγική και Διοίκηση Επιχειρήσεων, ενώ μελέτησε Ελληνικό Πολιτισμό μέσω του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Έχει εκδώσει βιβλία: Ποίηση, Μυθιστόρημα, Διήγημα, Θεατρικό κείμενο δραματοποιημένο. Λογοτεχνικά και ποιητικά έργα του έχουν διακριθεί και βραβευτεί σε Πανελλήνιους και Διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΠΙΓΕΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ «ΣΕΒΝΤΙΚΙΟΪ, το λεβέντικο χωριό της Σμύρνης»

 

Μαρτυρία του πρόσφυγα Νέστορα Κατζόλα, με πρόσθετα ιστορικά στοιχεία.

Μέρος 1ο
Γεννήθηκα στις 18 Φεβρουαρίου 1911 στο χωριό Αζιζιέ της Σμύρνης, στη γη της Ιωνίας της Μικρά Ασίας. Ο πατέρας μου, ο Νικόλαος Κατζόλας, γεννήθηκε στο χωριό Ντεβελίκιον της Σμύρνης. Η μητέρα μου Γεωργία, το γένος Καραπιπέρη, γεννήθηκε στο Σεβντίκιοϊ, χωριό της Σμύρνης, που απέχει από αυτήν 13 χιλιόμετρα, Νότια – Νοτιοδυτικά. Διοικητικά ανήκε στην Κάζα της Σμύρνης και εκκλησιαστικά στη Μητρόπολή της.  Οι γονείς μου παντρεύτηκαν με προξενιό πολύ νέοι, είκοσι ετών ο πατέρας και δεκαέξι ετών η μητέρα. Στο Ντεβελίκιον γεννήθηκαν τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, ο Κυριάκος και ο Θεοδόσιος, ενώ στο Σεβντίκιοϊ γεννήθηκε ο Δημήτριος.

Το χωριό Σεβντίκιοϊ συνδεόταν με τη Σμύρνη με αμαξιτό δρόμο μέχρι την Έφεσσο, και σιδηροδρομικώς μέσω της γραμμής Σμύρνης – Αϊδινίου με διακλάδωση στον σταθμό του Καζαμίρ. Η διάρκεια της διαδρομής ήταν 40 λεπτά. Ήταν χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 180 μέτρων στις πλαγιές του όρους Κιζίλ Νταγ. Η εύφορη πεδιάδα του εκτεινόταν προς τον Νότο. Τα νερά του Μέλητα ποταμού διέσχιζαν τον κάμπο.

Όταν ο πατέρας μου διορίστηκε ως τροχοπεδητής στον σταθμό του Καζαμίρ, αναγκαστικά, μετακομίσαμε  στο Σεβντίκιοϊ. Τη διακλάδωση της γραμμής για τον σταθμό του Καζαμίρ την είχε χρηματοδοτήσει ο Αναστάσιος Φωτιάδης, μέλος πλούσιας οικογενείας. Ο ίδιος επίσης ανακαίνισε και επέκτεινε, το 1864, τον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου που προϋπήρχε από το 1796. Το Σεβντίκιοϊ παλιότερα κατοικείτο κυρίως από Τούρκους, όπως φαίνεται από τα ερείπια παλαιού τεμένους και μιναρέ στο χωριό, και από λίγους Λεβαντίνους. Από τον 18ο αιώνα άρχισε σταδιακά ο εξελληνισμός του. Έλληνες έποικοι από την Στερεά Ελλάδα κατοίκησαν σ’ αυτόν τον χώρο. Φημίζονταν για τον αγέρωχο χαρακτήρα τους και τη γενναιότητά τους, γι’ αυτό το χαρακτήριζαν ως «το λεβέντικο χωριό» της Σμύρνης. Η ετυμολογία της λέξεως ΣΕΒΝΤΙΚΙΟΪ απασχόλησε τους Μικρασιάτες λογίους. Η λέξη αποτελείται από τα τουρκικά συνθετικά «σεβντί», που σημαίνει αγάπη, έρωτας, εξ’ ου ο σεβντάς, και «κιοϊ» που σημαίνει χωριό. Άρα μεταφράζεται ως «Χωριό του έρωτα». Οι λόγιοι της Σμύρνης του δίνουν το ελληνικό όνομα Ϊμέριον» ή «Ερασίνον», διότι Ίμερος σημαίνει έρωτας, πόνος, πόνος καρδιάς, σεβντάς, ενώ Ερασίνον σημαίνει ερασμιότης, έρως, ερωτική αγάπη, πάθος, εξ ου και εραστής.

Η ζωή της οικογένειάς μου ήταν ευτυχισμένη, όπως μου έλεγε η μητέρα μου. «Είχαμε όλα τα καλά του Θεού, παιδί μου». Το σπίτι μεγάλο, προίκα από τον πατέρα μου, μέσα σε μια έκταση δύο στρεμμάτων, με τέσσερα δωμάτια, κουζίνα, αποθήκες, στάβλο για τα ζώα, κήπο με οπωροφόρα δέντρα, άνθη, λαχανικά, περιστερώνες, κοτέτσια και ένα πηγάδι στο μέσον του κήπου. Παραμυθένια η ζωή μας για τέσσερα χρόνια. Τα μεγάλα αδέλφια μου πήγαν Νηπιαγωγείο και Δημοτικό στο εξατάξιο Αρρεναγωγείο, που βρισκόταν στον αυλόγυρο του Ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.

    ΑΖΙΖΙΕ, το όμορφο χωριό της Σμύρνης

Έπειτα όμως ήρθε η μετάθεση του πατέρα σε άλλον μεγάλο σιδηροδρομικό κόμβο της ίδιας γραμμής, στον σταθμό του χωριού Αζιζιέ, νότια της Σμύρνης, στον νομό Αϊδινίου. Εγκατασταθήκαμε σε ένα ωραίο σπίτι της Αγγλικής Εταιρείας Σιδηροδρόμων. Στο χωριό κατοικούσαν καλοί και απλοϊκοί άνθρωποι. Σύντομα οι γονείς και τα αδέλφια μου απέκτησαν γνωριμίες. Τα παιδιά συνέχισαν το σχολείο. Το 1911, στο Αζιζιέ, γεννήθηκα εγώ, ο Νέστωρ, ο πρώτος Αζιζιώτης, και το 1915, μετά από τέσσερα χρόνια, ο δεύτερος Αζιζιώτης, ο Κωνσταντίνος. Το χωριό παλιά ήταν ακατοίκητο, έμεναν μόνο οι υπάλληλοι του Σταθμού της Τουρκικής Αστυνομίας. Οι Τούρκοι απέφυγαν να το κατοικήσουν για να μην βλέπουν τα τρένα που πηγαινοέρχονταν, τα «Σεητάν Αραμπά», όπως τα έλεγαν, δηλαδή τα «Κάρα του Διαβόλου». Το Αζιζιέ κατοικήθηκε πρώτη φορά από Έλληνες νησιώτες της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, κυρίως από Δωδεκανήσιους και Κρητικούς. Το χωριό ήταν πολύ όμορφο, χτισμένο πάνω σε ένα λόφο. Κάτω απλωνόταν η εύφορη πεδιάδα του, που την πότιζε ο παραπόταμος του Μέλητα, ο Ψευδομέλης ή Ποτάμα. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν χιλιάδες στρέμματα με αμπέλια, καπνά, οπωροφόρα δέντρα, σιτηρά, αλλά κυρίως συκιές. Τα σύκα ήταν το δεύτερο κύριο εξαγώγιμο προϊόν της Σμύρνης. Μάλιστα η γνωστή ποικιλία Ficus Catica εθεωρείτο η καλύτερη παγκοσμίως. Τα βαγόνια των αμαξοστοιχιών μετέφεραν φρέσκα και ξερά σύκα από το Αζιζιέ στην Σμύρνη όπου συσκευάζονταν και εξάγονταν στην Ευρώπη, κυρίως στην Αγγλία και στην Αμερική. Το τρίτο σημαντικό προϊόν της περιοχής ήταν τα καπνά, εγχώρια και αρωματικά, που εξάγονταν στην Ευρώπη, στην Αίγυπτο και στην Αμερική. Το μονοπώλιο των καπνών το είχε μια μεγάλη γαλλική εταιρεία.

Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα είχε αρχίσει ο μεγάλος ανταγωνισμός των Ευρωπαίων στην οικονομία της Τουρκίας προς όφελός τους. Ξένες τράπεζες εγκαταστάθηκαν στη Σμύρνη, Γαλλική, Ιταλική και Αγγλική.  Ένα άλλο πολύ σημαντικό προϊόν του Αζιζιέ ήταν το ορυκτό σμύρις, υλικό βαρύ, ανθεκτικό που περιείχε κυρίως κορούνδιο, μαγνήτη, μαρμαρύγια, κρυστάλλους αλουμίνας και άλλα συστατικά. Το μεταλλωρυχείο έδινε το υλικό του για την παρασκευή μαντεμιού, χυτοσίδηρου, απ’ όπου κατασκευάζονταν διάφορα σκεύη και ανήκε σε αγγλική εταιρεία. Ο κ. Βόκερ και ο κ. Άποτ ήταν Άγγλοι μέτοχοι των μεταλλείων. Αυτοί είχαν αγοράσει από το τουρκικό δημόσιο δύο τεράστιες εκτάσεις και είχαν κατασκευάσει σπίτια «παλάτια», με βοηθητικούς χώρους, οικήματα για τους εργάτες, για τους φύλακες, στάβλους για τα ζώα, κ.τ.λ. Το καλοκαίρι παραθέριζαν εκεί με τις οικογένειές τους. Το ορυχείο απείχε 2-3 χιλιόμετρα από το χωριό. Το ορυκτό μεταφερόταν  στον Σταθμό με γαϊδουράκια που είχαν κρεμασμένα σιδερένια κοφίνια.  Στον Σταθμό, σε ειδικό χώρο, γινόταν η διαλογή του υλικού κι από κει μεταφερόταν με τα τρένα στη Σμύρνη, από όπου το φόρτωναν στα πλοία για την Ευρώπη.  
   (Συνεχίζεται)  

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ / (Προτείνει η Βασιλική Κοκκίνου)




Η ίδρυση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης ήταν ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που εμπνεύστηκαν ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Δεν οραματίστηκαν μόνο την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας, αλλά και τον εκπολιτισμό και την πνευματική και διοικητική άνθισή της, με επίκεντρο το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης.


Αλλά ας πούμε λίγα λόγια για τον σπουδαίο επιστήμονα  Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή. Ήταν Έλληνας της διασποράς και γόνος μεγάλης ελληνικής οικογένειας από το Μποσνοχώρι ή Βύσσα, προάστιο της Αδριανούπολης. Γεννήθηκε στο Βερολίνο στις 13 Σεπτεμβρίου 1873. Δέχθηκε ελληνοχριστιανική παιδεία και μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική. Παρότι στην αρχή σπούδασε πολιτικός μηχανικός στη  Στρατιωτική Σχολή του Βελγίου στις Βρυξέλλες, κατάλαβε ότι ήταν κάτι που δεν τον ικανοποιούσε κι έτσι συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν που θεωρείτο ως το υψιπύργιον των Μαθηματικών. Με την διδακτορική εργασία του το 1904 για τις Ασυνεχείς λύσεις του Λογισμού των Μεταβολών, αναγορεύτηκε Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας και των Μαθηματικών. Εν συνεχεία διορίστηκε τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Αννόβερου, και χάρη στις μελέτες και στα επιτεύγματά του στο χώρο της Φυσικής, ανέλαβε τη θέση του Τακτικού Καθηγητή σε Πολυτεχνείο της Πολωνίας. Ακολούθησε ο διορισμός του στο Πανεπιστήμιο του Μπρέσλαου, όπου διαδέχτηκε  στην πρώτη έδρα της Μαθηματικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν τον διάσημο Καθηγητή Φέλιξ Κλάιν, ένα από τα σπουδαιότερα μαθηματικά πνεύματα της εποχής, τον Δία των Μαθηματικών, όπως τον αποκαλούσαν. Ο Καραθεοδωρή, με το βιβλίο του Θεωρία των Συναρτήσεων, που εξέδωσε το 1918, είχε κερδίσει την παγκόσμια αποδοχή και τον έπαινο, κι έτσι το ίδιο έτος εκλέχτηκε Τακτικός Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και το επόμενο έτος, στις 3 Ιουλίου 1919, ανακηρύχθηκε Μέλος της Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών.


Παρ’ όλο που ο Καραθεοδωρή ήταν ολόψυχα δοσμένος στα μαθηματικά, η μακροχρόνια ενασχόληση της οικογένειάς του με την πολιτική και τη διπλωματία δεν του επέτρεπε να αδιαφορεί για τα κοινά. Η οικογενειακή αυτή παράδοση, το αναγνωρισμένο επιστημονικό κύρος, η φιλοπατρία, καθώς και τα αποδεδειγμένα διοικητικά προσόντα του Καραθεοδωρή, οδήγησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο να τον καλέσει τον Σεπτέμβριο του 1919 στο Παρίσι από το Βερολίνο. Εκεί ο σπουδαίος επιστήμονας του παρουσίασε κάποιες απόψεις του για την ίδρυση ενός δεύτερου πανεπιστημίου στην Ελλάδα και του υπέβαλε σχετικό γραπτό υπόμνημα. Ο Βενιζέλος αποφάσισε έδρα αυτού του δεύτερου πανεπιστημίου να είναι η Σμύρνη, η οποία από τον Μάιο του 1919 είχε ήδη απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Έτσι τον Ιούλιο του 1920, η Ελληνική Κυβέρνηση καλεί επίσημα με επιστολή της τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή να αναλάβει την έδρα του Τακτικού Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ταυτόχρονα να οργανώσει το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Το σχέδιο της λειτουργίας του το συντάσσει ο Καραθεοδωρή κατά το πρότυπο των Αγγλοσαξονικών Πνευματικών Ιδρυμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν Θεωρητικές και Εφηρμοσμένες Επιστήμες. Επίσημη γλώσσα ορίζεται η ελληνική. Έμβλημά του έχει τη φράση «Φως εξ Ανατολών», επειδή ο κορυφαίος Καθηγητής επιθυμεί να περάσει σε όλους το μήνυμα ότι «η Ελλάδα δεν πηγαίνει στη Μικρά Ασία για να κατακτήσει και να δυναστεύσει ξένους λαούς, αλλά για να μεταδώσει σε αυτήν τον ανώτερο πολιτισμό της».


Επίσημα η οργάνωση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης ανατέθηκε στον Καραθεοδωρή από τον ύπατο αρμοστή της Ελλάδας Αριστείδη Στεργιάδη. Προτεραιότητα του σπουδαίου επιστήμονα ήταν να εφοδιάσει το Πανεπιστήμιο με τα απαραίτητα όργανα και το ειδικό υλικό που απαιτείται. Συμπαραστάτη του στην επιλογή και την προμήθεια όλων αυτών είχε τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου Γεώργιο Ιωακείμογλου. Ο Καραθεοδωρή φρόντισε ακόμη και για την επίπλωση του  πανεπιστημίου.

Σύμφωνα με το διάταγμα της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης, το Πανεπιστήμιο θα περιλάμβανε : 1) Σχολή γεωπονική και φυσικών επιστημών, με σκοπό την εκπαίδευση πολιτικών μηχανικών, μηχανολόγων, αρχιτεκτόνων, ηλεκτρολόγων, χημικών, γεωλόγων, βοτανολόγων, ζωολόγων κ.ά. 2) Σχολή ανατολικών γλωσσών και ανατολικού πολιτισμού, από όπου θα αποφοιτούσαν δάσκαλοι για τα ανώτερα εκπαιδευτήρια. Στη σχολή θα διδάσκονταν η τουρκική, η αραβική, η περσική, η αρμενική καθώς και η αρχαία και νεότερη εβραϊκή γλώσσα. 3) Σχολή δημοσίων υπαλλήλων. 4) Σχολή Εμπορική. 5) Σχολή χωροσταθμών και εργοδηγών, όπου θα φοιτούσαν επιστάτες τεχνικών έργων. 6) Ανώτερο μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο, για τη μόρφωση μουφτήδων και ιεροδικαστών. 7) Ινστιτούτο υγιεινής. 8) Δημόσια βιβλιοθήκη.

Ο Καραθεοδωρή θεωρούσε τη βιβλιοθήκη ως σπονδυλική στήλη του Πανεπιστημίου. Φιλοδοξούσε να την εμπλουτίσει τόσο, ώστε να είναι μοναδική στην Ανατολή. Σ’ αυτό τον βοήθησε ο Άουσερερ, ο οποίος ήταν για 12 χρόνια υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Βερολίνου που επιπλέον ήξερε τουρκικά. Ο Άουσερερ πέτυχε την αγορά σπουδαίων συγγραμμάτων που στάλθηκαν στη Σμύρνη συσκευασμένα σε 36 μεγάλα κιβώτια. Αργότερα σ’ αυτά προστέθηκαν πολλά σπάνια και δυσεύρετα βιβλία σχετικά με τη Μικρά Ασία. Τα είχαν συγκεντρώσει οι Αυστριακοί αρχαιολόγοι, οι οποίοι διενεργούσαν ανασκαφές στην περιοχή της Εφέσου και της Σμύρνης κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επιλογή του καθηγητικού προσωπικού έγινε από τον ύπατο αρμοστή Στεργιάδη, με βάση τα πρόσωπα που υπέδειξε ως κατάλληλα ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή.

Για τη στέγαση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης χρησιμοποιήθηκε ένα μεγάλο και ευρύχωρο κτήριο στον λόφο του Μαχρή Μπαμπά. Το κτήριο ήταν μισοτελειωμένο όταν απελευθερώθηκε η Σμύρνη. Προοριζόταν να στεγάσει δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη τουρκική σχολή. Αμέσως η Ύπατη Αρμοστεία ασχολήθηκε με τη διαμόρφωση και την αποπεράτωση του κτηρίου, που θα περιλάμβανε 70 ευρύχωρες αίθουσες, αμφιθέατρο 320 θέσεων και μεγάλο περίβολο. Οι εργασίες αποπερατώθηκαν τον Οκτώβριο του 1921. Από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο του 1921, ο Καραθεοδωρή πήγε στη Γερμανία για να μεριμνήσει για θέματα του Πανεπιστημίου. Επέστρεψε στη Σμύρνη στις 12 Οκτωβρίου. Από τότε παρέμεινε εκεί μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εργάστηκε με πίστη και ενθουσιασμό για την οργάνωση του Πανεπιστημίου, το οποίο δεν ήταν γραφτό να λειτουργήσει. Ο μοιραίος Αύγουστος του 1922 έφτασε με όλα τα τραγικά επακόλουθά του για τον Ελληνισμό και κυρίως για τον μικρασιατικό Ελληνισμό. Ο Καραθεοδωρή έμεινε εκεί μέχρι την τελευταία ημέρα. Έφυγε με το τελευταίο ελληνικό πλοίο από τη Σμύρνη και μόνο αφού πρώτα κατάφερε να φορτωθούν για την Αθήνα όλα τα βιβλία και ένα μέρος από τα όργανα του Πανεπιστημίου, που με τόση φροντίδα είχε συλλέξει. Ο Καραθεοδωρή ήταν αυτός που κλείδωσε την κεντρική πόρτα του Πανεπιστημίου της Σμύρνης. Οι λυγμοί του συνόδευαν το γύρισμα στην κλειδαριά του μεγάλου κλειδιού της πόρτας. Το κλειδί αυτό το παρέδωσε αργότερα συμβολικά στον Νικόλαο Πλαστήρα. Γράφει ο τότε πρόξενος  της Αμερικής στη Σμύρνη, Τζορτζ  Χόρτον, στο βιβλίο του «Αναφορικά με την Τουρκία» : «Ένας από τους τελευταίους Έλληνες που είδα στους δρόμους της Σμύρνης πριν από την είσοδο των Τούρκων ήταν ο καθηγητής Καραθεοδωρή, πρύτανις του καταδικασμένου εν τη γενέσει του Πανεπιστημίου. Όταν αναχώρησε ο Καραθεοδωρή από τη Σμύρνη, ήταν σαν να έφευγε από τη Μικρά Ασία η ενσάρκωση της ελληνικής ευφυΐας, της τέχνης και του πολιτισμού». Ενώ ο δημοσιογράφος Θεοδόσιος Δανιηλήδης, ο άνθρωπος που τον έσωσε την τελευταία στιγμή από τον θάνατο, γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο : «Ήμουν έτοιμος να αποπλεύσω με μια κατάμεστη βάρκα, όταν είδα στην προκυμαία τον Καθηγητή. Του έκανα νόημα να έρθει, αλλά αυτός προσπαθούσε να παρηγορήσει μια γριούλα. Σχεδόν σηκωτό τον πήγα στη βάρκα. Μέχρι να φτάσουμε στο «Νάξος», είχε στραμμένη την κεφαλή προς τη μεριά της Σμύρνης που καιγόταν. Ήταν αμίλητος και δακρυσμένος…»

Τα πολύτιμα βιβλία, τα όργανα φυσικής και χημείας του Πανεπιστημίου της Σμύρνης, καθώς και το αρχείο του (έγγραφα, επιστολές, λογαριασμοί τραπεζών, προσφορές, αποδείξεις κ.τ.λ.) παραδόθηκαν από τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή στον καθηγητή Δημήτριο Χόνδρο. Σήμερα όλα αυτά φυλάσσονται στο Μουσείο «Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας» του Πανεπιστημίου Αθηνών (Σόλωνος 104).  


(Πηγή : Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή – Ο ιδρυτής του Πανεπιστημίου της Σμύρνης, της Δέσποινας Τραυλού, οικονομολόγου – εκδότριας.)

(Εικόνα: Πανεπιστήμιο Σμύρνης - Ιστότοπος "Κωνσταντινούπολη")

ΣΜΥΡΝΗ, ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

 (Προτείνει η Βασιλική Κοκκίνου)



"Στη μητέρα μας το Αιγαίο, κάθε Αύγουστο φυσούν τα μελτέμια. Είναι ο καιρός τους. Τα κύματα δέρνουν τους γυμνούς βράχους των νησιών, και στις ασέληνες νύχτες στεφανώνουν τον αφρό τους με άστρα. Σε κάποιο νησί του αρχιπελάγους μας είναι ένας κόρφος. Λένε πως στο βυθό του αναπαύονται οι αρχαίες θαλασσινές θεότητες του Αιγαίου. Μια απ’ αυτές τις νύχτες του καλοκαιριού θα ξυπνήσουν και θ’ ανεβούν στην επιφάνεια. Είναι ο καιρός τους. Θα πάνε ως το ακρογιάλι και θα ρωτήσουν τα γέρικα δέντρα, τις ελιές με τους τυραννισμένους κορμούς, να μάθουν αν τίποτα νέο υπάρχει από την Ελλάδα – για τον Πάνα και για τους Σατύρους. Τα φύλλα θα σαλέψουν αλαφρά για ν’ αποκριθούν πως 'Όχι. Τίποτε ακόμα'. 'Άραγες θα ζουν;' θα ρωτήσουν πάλι οι πικραμένες θεότητες. Κι οι ελιές που είναι βέβαιες γι’ αυτό θα τις ησυχάσουν. 'Ω! Πώς γίνεται να πεθάνουν;"
   ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Αλήθεια, πώς γίνεται να πεθάνουν; Απ’ όλους τους λαούς που ζήλεψαν τις χάρες ενός ουρανού πάντα γελαστού και μιας γης πάντα απλόχερης, εκείνοι που απόθεσαν δυνατότερα τη σφραγίδα της παρουσίας τους στη Μικρά Ασία ήταν οι Έλληνες. Αιολείς και Ίωνες στην αρχή, Γραικορωμαίοι και Βυζαντινοί αργότερα, περιφρονημένοι ραγιάδες στο τέλος, ουδέποτε, από τους χρόνους της προϊστορικής ομίχλης, έως το 1922 δεν έπαψαν να συνθέτουν το κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτισμικό στοιχείο της περιοχής. Ο Πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος και ο μεταγενέστερός του Παυσανίας – Μικρασιάτες και οι δύο- μας πληροφορούν ότι οι Έλληνες άποικοι που πρωτοπάτησαν εκεί ήταν κυρίως Αθηναίοι, με αρχηγό τον Άνδροκλο, γιο του ηρωικού βασιλιά της Αθήνας Κόδρου. Λίγο αργότερα, αμέσως μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου, οι παλαίμαχοι Αχαιοί οπλίτες του Αγαμέμνονα περιπλανιούνται με τη σειρά τους στις ακτές, σπέρνοντας στο διάβα τους καινούριες πολιτείες – Μίλητος, Έφεσος, Φώκαια, Πέργαμος, Αλικαρνασσός. Αυτοί είναι οι ιδρυτές της Ιωνίας. Καμιά εξηνταριά χρόνια μετά τα Τρωικά κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτοι Αιολείς άποικοι, φυγάδες από την ίδια την πατρίδα τους, εξαιτίας της εισβολής των Θεσσαλών. Αποβιβάζονται στον Έρμαιο ή Ερμαϊκό κόλπο, εκεί όπου σε λίγο θα ξεπροβάλει η Σμύρνη. Αυτές οι αρχαίες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας υπήρξαν αστραφτερά μετέωρα που σελάγισαν και φώτισαν το μολυβένιο ουρανό ενός κόσμου βουτηγμένου στην άγνοια και στη βαρβαρότητα, με πρώτη και καλύτερη τη Σμύρνη.

Προικισμένη με ένα αρκετά μεγάλο φυσικό λιμάνι και ευρισκόμενη στη μέση του Αιγαίου αρχιπελάγους, η Σμύρνη είναι η αντιπροσωπευτική ιδανική πόλη-λιμάνι, με σημαντική δραστηριότητα από την αρχαιότητα. Ωστόσο κατά τον 18ο αιώνα, η Σμύρνη αναδείχθηκε ως το μοναδικό και με διαφορά πιο σημαντικό διεθνές λιμάνι στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπερτερούσε όλων των άλλων λιμανιών, περιλαμβανομένων της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης και της Αλεξάνδρειας. Χειριζόταν τον μεγαλύτερο όγκο εμπορίου, στις εισαγωγές και στις εξαγωγές μεταξύ της τεράστιας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ευρώπης, από τη Δύση και την Περσία και από την Άπω Ανατολή. Κυριαρχούσε στους εμπορικούς δρόμους από ξηρά και θάλασσα. Η πόλη-λιμάνι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται κατά το δεύτερο μισό του αιώνα, με τον ρυθμό να επιταχύνεται στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή η θεαματική και παρατεταμένη άνοδος της Σμύρνης, που από κεκτημένη ταχύτητα συνεχίστηκε και κατά τον επόμενο αιώνα, μειώθηκε μόνο με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 20ου αιώνα.

Όμως η Σμύρνη τράβηξε και με την ομορφιά της τους ξένους επισκέπτες και περιηγητές που πάντοτε σχεδόν περιλάμβαναν αυτή την πόλη στον προγραμματισμό του ταξιδιού τους. Κατασπρη και "δυτικότροπη" βρίσκουν τη Σμύρνη, όταν την πρωταντικρίζουν οι ταξιδιώττες. Τα λευκά μεγαλόπρεπα κτήρια της παραλίας, σπίτια και εμπορικά Ελλήνων και Εβραίων και η εντυπωσιακή στην όψη προκυμαία, επηρεάζουν σίγουρα άμεσα τη θέα. Η προκυμαία, το καμάρι της Σμύρνης, στην κατασκευή της οποίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η τεράστια εμπορική ανάπτυξή της.

Αλλά ας δούμε πώς περιγράφουν με τη λογοτεχνική τους πένα οι συγγραφείς μας την πρωτεύουσα της Ιωνίας, τη Σμύρνη, όταν την βλέπουν από ψηλά.

Αλήθεια, τι ωραιότης από δω πάνω, - δηλαδή, τι ομορφιά. Ο ουρανός αγκάλιαζε τα νιάτα. Μες το μαγιάτικο καταμεσήμερο, ένα θάμπος από χρυσογάλανη αποθέωση άχνιζε τον ορίζοντα και καταστάλαζε στα διάσελα. Μα λίγο πιο κάτω από τα κορφοβούνια, ο ήλιος έκανε την απογραφή της πλάσης. Ο κάθε βράχος, το κάθε φαράγγι, ως και η κάθε πέτρα, ξεχωρίζανε πάνω στα δύο βουνά, τον Τμώλο και το Σίπυλο, τα λάξευε ο ήλιος με τα χίλια καλέμια της αχτιδοβολιάς του – και ύστερα, στον κάμπο, καταπιανότανε ψιλοδουλειά τις φυλλωσιές, ένα ένα φυλλαράκι, κοσκινίζοντας επάνω τους χρυσόσκονη. Μοναχικοί κουλάδες, περήφανοι στη μοναξιά τους, αναβλύζανε μέσ’ απ’ το πράσινο, πέρα, κατά το Καζαμίρ και το Σεβδίκιοϊ, εκεί όπου φλόκωνε μακρόσυρτος ο άσπρος καπνός του τραίνου, και πιο δώθε, έτσι που ν’ άνοιγες απεθαμή το χέρι σου θα τ’ άγγιζες, πνιγμένοι μες στ’ αμπέλια, μες στα πρεβόλια, μες στα λιόδεντρα και τους μπαξέδες, πράσινο παραλήρημα ο ψηλοθώρητος Κουκλουτζάς, ο Μπουρνόβας με τα πλατάνια και τα τρεχάμενα νερά, κι εκεί που σκαρφαλώνουν κάτι τσάμια είναι το Κοζαγάκι, και πλάι του ο χιλιαγαπημένος ο Μπουτζάς – όλ’ αυτά μιαν άλλη ατόφια ρωμιοσύνη...

Και τα θαλασσοπούλια, σκόρπια μέσα στη λάμψη τ’ ουρανού, ζυγιάζανε με ορθάνοιχτες φτερούγες και βουτούσανε από ψηλά.

Και στην καρσινή μεριά του κόρφου, η Άγια τριάδα, το Μπαϊρακλή, το Κορδελιό, προφτάσανε να καθρεφτιστούν μια τελευταία φορά για σήμερα, στ’ ασάλευτα γαλαζωπά νερά. Γιατί το αναρίγισμα της θάλασσας προχωρούσε απ’ το μπουγάζι, ολοένα κατά δω, κι ανέβαινε κιόλας μια φρεσκάδα, παλεύοντας με την κάψα του βουνού. Τα παιδιά τα θωρούσανε όλα αυτά, δίχως να τα χορταίνει η ψυχή τους. Τα χάραζε βαθιά ο νους μέσα στη θύμηση, σα να προαισθανότανε από τώρα, πως σε είκοσι χρόνια, μονάχα στ’ όνειρό τους θα τα βλέπανε. Όσα θα γλιτώνανε.

Πράγματι, είναι απορίας άξιο πώς αυτή η για 500 χρόνια τουρκόπολη κατάφερε όχι μόνο να περισώσει την ελληνική της φυσιογνωμία αλλά και να εξελιχτεί στην ευρωπαϊκή μεγαλούπολη που εγκατέλειψαν οι Έλληνες και έκαψαν οι Τούρκοι το 1922

Θρυλική έχει μείνει η κοσμική ζωή της ιωνικής πρωτεύουσας που πυρήνας της ήταν η εύπορη ελληνική τάξη, ενισχυμένη όμως και από την ποικιλόχρωμη αριστοκρατία των ξένων διπλωματών, καθώς και των αξιωματικών του ναυτικού, που τα πλοία τους έφταναν συνεχώς στο λιμάνι. Σε καιρούς όπου το βικτωριανό πνεύμα προπορευόταν από την ίδια τη Βικτωρία, σκεπάζοντας με τις μελαγχολικές φτερούγες της υποκριτικής σεμνοτυφίας του την Ευρώπη, οι «Ανατολίτες» της Σμύρνης, άντρες και γυναίκες, γλεντούσαν με όλη τους την καρδιά και με ανυπόκριτη ειλικρίνεια. Παριζιάνοι, Λονδρέζοι και Βιεννέζοι έμεναν εμβρόντητοι όταν έφταναν σ’ αυτή την όαση της ελευθερίας, της ανεμελιάς, της νυχτερινής ζωής και των ωραίων γυναικών.

Ειδικότερα για τις γυναίκες της Σμύρνης, πολύ λίγοι πέρασαν από κει χωρίς να τους συναρπάσει η εντελώς ιδιόμορφη γοητεία τους. Ωραίες και έξυπνες, εξελιγμένες και κοσμοπολίτισσες, μορφωμένες και πολύγλωσσες, με πνεύμα σπιθάτο, αν και με κινήσεις κάπως αργόσυρτες, επιβάλλονταν αμέσως στους ξένους επισκέπτες.

Το δίστιχο που ακολουθεί εκφράζει με παραδειγματικό τρόπο τη θέση που κατέχει η γυναίκα στη θεματολογία των τραγουδιών της Σμύρνης.

ΛΕΝΙΩ
Βασίλισσα κι αν ήσουνα δε θα 'χες τέτοια χάρη
να σου γυρεύουν το φιλί σαν το μαργαριτάρι.

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022

ΘΡΗΝΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ (Από την ανθολογία Απόστολου και Καίτης Μαγγανάρη Εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ – Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ )

 (Προτείνει η Βασιλική Κοκκίνου)





Η μικρασιατική τραγωδία δεν είναι η τραγωδία μιας γενιάς, ενός

αρχοντικού οίκου ή μιας δυναστείας, αλλά η τραγωδία ενός ολόκληρου
έθνους στα 1922 που συνεχίζεται μέσα στα ποιήματα, τα τραγούδια και
τα πεζά κείμενα, τις διηγήσεις και τις αφηγήσεις που διαβάζουμε εμείς
οι κατοπινοί Έλληνες. Αυτό το ασύλληπτο και φοβερό που συνέβη στον
ελληνισμό μέσα στο διάβα της ιστορίας διατηρείται ζωντανό σαν
υποχρεωτική εξιλέωση στις μνήμες των μεταγενεστέρων.

    ΟΛΕΘΡΟΣ (αγνώστου ποιητή)

Τι εν τω κακό που γένηκε τούτο το καλοκαίρι
που ξεκληρίστηκε ο ντουνιάς και η Χριστιανοσύνη.

Ο Πόντος ξεριζώθηκε, η Σμύρνη κατεστράφη
στην Προύσα, στην Αττάλεια δεν έμεινε σημάδι!

Πέρα εις την Καισάρεια, Πέργαμο, Μαγνησία
δε φαίνεται, δε βρίσκεται Ρωμιός για να μιλάει.

Οι Τούρκοι τα κουρσέψανε, οι Τούρκοι τα πατήσαν,
τη χώρα την κατέστρεψαν, την πλούσια τη Σμύρνη

Που ήταν τ’ άνθι του ντουνιά, καμάρι της Ασίας
όπου είχε μέσα Έλληνες και μίλαγαν μια γλώσσα,

Τη γλώσσα την ελληνική, την ξακουσμένη γλώσσα.
Εξεκληρίσαν τον ντουνιά, κατάστρεψαν τον κόσμο

έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,
η αδερφή τον αδερφό, Ο άντρας τη γυναίκα

και γυναικόπαιδα πολλά, γερόντισσες και γέροι,
ήρθαν εδώ ξυπόλυτοι, γδυτοί και πεινασμένοι…

Μα ένα πουλί, καλό πουλί, ελάλησε και λέει:
Μην κλαίτε την καταστροφή και μην πολυλυπάστε

ποιος ξέρει τι καιροί θα ’ρθουν, τι χρόνοι θα γυρίσουν
να πάμε να τα πάρουμε για να πολυχαρούμε…

(Εικόνα: Σμύρνη 11 - Levantine Heritage Foundation)

Σάββατο 11 Ιουνίου 2022

ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΟ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ


(Απόσπασμα από το βιβλίο «Κεντώ το Κερατσίνι με στίχους», της Σταυρούλας Ζώρζου)

      Μικρασιατικός ξεριζωμός…

Ένας ολόκληρος λαός, με ιστορία 3000 χρόνων, αφήνει τον τόπο του και το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας και σέρνει τον τρομερό εφιάλτη του ξεριζωμού.

1.500.000 Έλληνες έρχονται στην Ελλάδα πρόσφυγες. Φτάνουν άγνωστοι, κυνηγημένοι, ρακένδυτοι, έχοντας αντικρύσει τις περιουσίες τους να ληστεύονται, τα σπίτια τους να καίγονται, τους δικούς τους να σφαγιάζονται. Τα καράβια τους ξεφορτώνουν βιαστικά στα λιμάνια, στον Πειραιά και στον Αι-Γιώργη στο Κερατσίνι. Εδώ, στον Αι-Γιώργη, παραμένουν για κάποιο διάστημα –υπό μορφή καραντίνας – ώσπου να μεταφερθούν σε τόπους μονιμότερης εγκατάστασης. Εξουθενωμένοι, αναζητούν κατάλυμα όπου μπορούν… κι ένα κομμάτι ψωμί.

Το Ελληνικό κράτος εκποιεί ακατοίκητες εκτάσεις, δημόσιες και ιδιωτικές. Εκεί εγκαθιστά τους πρόσφυγες. Τέτοια ακατοίκητη περιοχή είναι και το Κερατσίνι και χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση των προσφύγων. Πρώτα σε σκηνές… αργότερα σε παράγκες. Παράγκες από λαμαρίνα, τσίγκο, σανίδια, μουσαμά. Ηλεκτρικό ρεύμα… ανύπαρκτο. Νερό… δύσκολα μοιράζεται με δοχεία. Αποχέτευση… ανύπαρκτη! Κι η επιδημία του Δάγκειου πυρετού να θερίζει… Αυτές οι παράγκες είναι οι πρώτες κατοικίες στο Κερατσίνι του 1923. Κι εδώ, οι ψυχές στοιβάζονται για δέκα, είκοσι και περισσότερα χρόνια.

Το Ελληνικό κράτος, κάνει έναν τιτάνιο αγώνα – παρά την φτώχεια του – να τακτοποιήσει όσο το δυνατόν καλύτερα και γρηγορότερα τους πρόσφυγες. Χτίζει τις πρώτες « προσφυγικές κατοικίες ». Στον Αι-Γιώργη, στην Αμφιάλη, στη Δραπετσώνα, στην Ευγένεια, στη Χαραυγή, στον Αγ. Παντελεήμονα και στα Ταμπούρια χτίζονται προσφυγικοί οικισμοί. Κι ακόμη, τα δημοτικά λουτρά, δηλαδή δημόσιες τουαλέτες και μπάνια, γιατί οι κατοικίες δεν διαθέτουν ούτε νερό ούτε μπάνιο.

Μετά τη στέγαση, δεύτερος στόχος η ανεργία. Το κράτος δίνει κίνητρα σε επενδυτές και ιδρύονται τα πρώτα εργοστάσια της περιοχής. Πού αλλού, άλλωστε; Εδώ, διαθέσιμες εκτάσεις. Εδώ, η θάλασσα για τις μεταφορές. Εδώ, άφθονα φτηνά -και συχνά εξειδικευμένα- εργατικά χέρια. Αρχίζουν να λειτουργούν οι υαλουργίες στη Δραπετσώνα. Οι κλωστοϋφαντουργίες στον Αγ. Παντελεήμονα κι άλλες βιομηχανικές μονάδες. Πολλοί, στρέφονται και στα καρνάγια, στα ναυπηγεία δηλαδή, του Κερατσινίου και του Περάματος, που κι αυτά γνωρίζουν άνθηση. Επιτέλους, η περιοχή ανασαίνει!

Οι πρόσφυγες, μόλις στέκονται στα πόδια τους, οργανώνονται. Δημιουργούν. Στήνουν πια τις δικές τους επιχειρήσεις και μαγαζιά. Διακρίνονται στις επιστήμες και τις τέχνες. Μέσα από τις στάχτες της καταστροφής, άρπαξαν φεύγοντας τα όνειρά τους και τα έστησαν εδώ, στη νέα πατρίδα.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

Η ΑΠΟΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ [στη Σμύρνη]

 Γράφει ο Βασίλης Τσακίρογλου




(Εικόνα: Ιστότοπος LiFO)
Οι Έλληνες της Σμύρνης παρακολουθούν από την ταράτσα του Sporting Club τα πλοία του ελληνικού στόλου να εισέρχονται στον κόλπο της Σμύρνης, 2 Μαΐου 1919.




Η αντίστροφη μέτρηση για την παράδοση της Σμύρνης στην Ελλάδα είχε αρχίσει από το πρωινό της πρώτης του Μάη (14 με το παλαιό ημερολόγιο) όταν ο Βρετανός ναύαρχος Γκαλφ Κάλθροπ έφτασε με τη συνοδεία του στην κατοικία του βαλή Ιζέτ Μπέη για να τον πληροφορήσει ότι οι συμμαχικές δυνάμεις ήταν έτοιμες να καταλάβουν την πόλη του. Στην ερώτηση του Μπέη αν ο ελληνικός στρατός θα συμμετείχε στην απόβαση η απάντηση του ναυάρχου προκάλεσε σοκ καθώς τον πληροφορούσε πως πράγματι οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν επιλέξει τον ελληνικό στρατό για την κατάληψη της Σμύρνης.

Τα νέα για την κατάληψη της πόλης διέτρεξαν τις διαφορετικών εθνοτήτων συνοικίες προκαλώντας πατριωτική έξαρση στους Έλληνες και σπέρνοντας τον πανικό στους Τούρκους. Μια ομάδα από Τούρκους υποκινητές συνέστησαν αμέσως μια Επιτροπή κατά της προσάρτησης της Σμύρνης στην Ελλάδα και κάλεσαν με μπροσούρες αναρτημένες σε δημόσια κτίρια τους ανθρώπους της  τουρκικής συνοικίας σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας ενάντια στην ελληνική κατοχή.

Οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλης έλαβαν εντολή να συγκεντρωθούν το ίδιο βράδυ πάνω από το εβραϊκό νεκροταφείο, ενώ εν αγνοία των συμμάχων άρχισαν να μεταφέρουν όπλα και πυρομαχικά στην ύπαιθρο. Μέσα στην πόλη, κατά την διάρκεια της νύχτας με την συνέργεια του Ιταλού ταγματάρχη Καροσσίνι, (επικεφαλής της συμμαχικής επιτροπής για τον έλεγχο των φυλακών, αλλά φανατικού υποστηρικτή των διεκδικήσεων της Ιταλίας στη Μικρά Ασία), αφέθηκαν να αποδράσουν από τις κεντρικές τουρκικές φυλακές εκατοντάδες βαρυποινίτες.  Οι Ιταλοί πήραν τον έλεγχο της οργάνωσης της αντίστασης και λεηλατώντας τις στρατιωτικές αποθήκες εξόπλισαν τον τουρκικό όχλο με βαρύ οπλισμό.

Ο ελληνικός στόλος με προορισμό την Σμύρνη είχε αγκυροβολήσει στη Μυτιλήνη και  ο συνταγματάρχης Ζαφειρίου έχοντας επίγνωση της λεπτότητας των χειρισμών που απαιτούσε η επιχείρηση προειδοποιούσε τους άνδρες του να συγκρατήσουν τον πατριωτισμό τους. Τους έλεγε πως δεν πρέπει να ξεχνούν πως η Σμύρνη δεν είναι μια αποκλειστικά ελληνική πόλη και θα συναντήσουν εκεί Τούρκους, Εβραίους, Αρμένιους και Φράγκους και θα πρέπει να φερθούν με τον ίδιο τρόπο σε όλους.

Ένα πολύ συνετό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη της πόλης χωρίς να χυθεί αίμα αφού τα παράκτια οχυρά ήταν υπό συμμαχικό έλεγχο και ένα σύνταγμα Ελλήνων θα δημιουργούσε θύλακα στην τουρκική συνοικία με σκοπό να αποτρέψει εθνοτικές συγκρούσεις. Το πρωί της 2 του Μάη (15ης με το παλαιό ημερολόγιο) η έξαψη στην πόλη ήταν φανερή. Χιλιάδες Έλληνες ξεχύθηκαν στην προκυμαία για να καλωσορίσουν τα ελληνικά στρατεύματα. Γαλανόλευκες σημαίες ανέμιζαν σε κάθε κτίριο και τα πλήθη φώναζαν «Ζήτω ο Βενιζέλος».

Λίγο μετά τις 7 π.μ. το μεγάλο επιβατηγό Πατρίς πλεύρισε την προβλήτα ακολουθούμενο από τα πολεμικά Αβέρωφ, Ατρόμητος και Λεωνίδας που  σημαιοστολισμένα, με σφυρίγματα και κανονιοβολισμούς έμπαιναν στο λιμάνι, ενώ   οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούσαν χαρμόσυνα λες και ήταν Πάσχα. Ο κόσμος ζητωκραύγαζε την αποβίβαση των στρατιωτών, αλλά όταν αποβιβάστηκε το Σύνταγμα Ευζώνων και έστησε τον τσάμικο στην προκυμαία, η Σμύρνη σείστηκε από το παραλήρημα του πλήθους καθώς ο μητροπολίτης Χρυσόστομος φορώντας τα άμφιά του με δάκρυα στα μάτια γονάτισε και φίλησε τη σημαία του Συντάγματος. Υποδέχτηκε τον συνταγματάρχη Σταυριανόπουλο, ευλόγησε τους Ευζώνους και τους προέτρεψε να τον ακολουθήσουν. Με μάτια δακρυσμένα οι κάτοικοι τους βλέπουν να προχωρούν σε σχηματισμό παρέλασης, τους ραίνουν με λουλούδια και οι κωδωνοκρουσίες δονούν τον αέρα επιτείνοντας τον πανηγυρικό τόνο της υποδοχής του λυτρωτή στρατού που ακολουθώντας τη διαδρομή που επέλεξε ο μητροπολίτης παρέκλινε από τον αρχικό σχεδιασμό και μοιραία βρέθηκε μπροστά σε τουρκικούς στρατώνες όπου εκατοντάδες στρατιώτες είχαν περιοριστεί εκεί από την προηγούμενη νύχτα με συμμαχική διαταγή.

Φθάνοντας σε ένα σημείο κοντά στην παραλία όπου μερικά τουρκικά πλεούμενα ήταν αραγμένα, ένας πυροβολισμός ακούστηκε και το πανηγύρι μετατράπηκε σε μακελειό. Η ανταπόδοση πυρών από τους Έλληνες και τους Τούρκους διήρκεσε περισσότερο από μισή ώρα, ώσπου ένας ανεμοστρόβιλος και μια ραγδαία βροχή έκανε τα πυρά να παύσουν. Στη σύγχυση και στο κομφούζιο των στιγμών εκείνων κάποια ακραία στοιχεία των Ελλήνων τυφλωμένα από φυλετικό μίσος, επειδή είχαν χάσει δικούς τους από τουρκικό μαχαίρι, άρχισαν να σπάζουν πόρτες και παράθυρα, να εισβάλουν στα σπίτια, να τα λεηλατούν και να σέρνουν έξω από αυτά τους Τούρκους. Τους υπέβαλαν σε αμέτρητες ταπεινώσεις, τους ξυλοκοπούσαν άγρια με τους υποκόπανους και τις ξιφολόγχες των όπλων, τους έσχιζαν τα φέσια και τους ανάγκαζαν να φωνάζουν «Ζήτω ο Βενιζέλος». «Το αποτέλεσμα αυτής της βίας ήταν σαν να εισέβαλε κάποιος σε σφηκοφωλιά», γράφει ο σερ Ρόμπεκ. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτό το χάος υπήρχαν παραδείγματα Σμυρνιών που έσωζαν την ζωή των Τούρκων γειτόνων τους από το μένος των στρατιωτών.

Κανείς μέχρι σήμερα δεν είναι σίγουρος ποιος έριξε τον πυροβολισμό που δημιούργησε το πανδαιμόνιο στην προκυμαία. Κάποιοι λένε πως προήλθε από Τούρκους που ήταν στον στρατώνα, άλλοι από τουρκικό πλοιάριο αραγμένο στην ακτή και άλλοι από ιταλικό πλοιάριο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο ταγματάρχης Καροσσίνι. Τα γεγονότα αυτά και η κατάρρευση της έννομης τάξης, έστω προσωρινά, εξασφάλισαν στους Τούρκους εθνικιστές μια ισχυρή πολεμική κραυγή. «Θα απελευθερώσουμε τη Σμύρνη ακόμα και με το αίμα των παιδιών μας».    

Δεν θα επεκταθώ σε όλες τις φρικαλεότητες που άκουσα από τα χείλη της μάνας μου που με την αφήγησή της ήθελε να μου δείξει αφ’ ενός, πως ο στρατιώτης κάθε χώρας όταν βρεθεί στον πόλεμο είναι έτοιμος να μετατραπεί σε κτήνος, αφού αν δεν σκοτώσει κινδυνεύει ο ίδιος να σκοτωθεί και αφ’ εταίρου ήθελε να μου επαινέσει το κύρος και την κρίση του Βενιζέλου, που όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα, με εντολή του, χωρίς στρατοδικείο και με συνοπτικές διαδικασίες, ο στρατιωτικός διοικητής διέταξε να εκτελεστούν δυο ανώτεροι Έλληνες αξιωματικοί που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι της μη τήρησης του αρχικού σχεδίου, ενώ στις οικογένειες τους εστάλη το συλλυπητήριο τηλεγράφημα πως έπεσαν υπέρ πατρίδος από τα πυρά των Τούρκων, για να μείνουν τα ονόματα τους καθαρά στην ιστορία.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

ΣΜΥΡΝΗ – ΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ

 Γράφει ο Βασίλης Τσακίρογλου


 

Τον Σεπτέμβρη του 1922, με το σπάσιμο του μετώπου στον Σαγγάριο και την άτακτη υποχώρηση, η επέλαση του Κεμάλ επιστεγάστηκε με την καταστροφή της Σμύρνης. Ήταν μια τραγωδία που κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές κι έριξε στην αποδυναμωμένη χώρα μας το βάρος ενός και παραπάνω εκατομμυρίου προσφύγων. Οι συνέπειές της ταλάνισαν την Ελλάδα με ένα κύμα αντεκδικήσεων που γκρέμισε τη μοναρχία και στήθηκαν στον τοίχο κάποιοι από τους πρωταιτίους της συμφοράς.  

Η πυρπόληση πόλεων δεν είναι κάτι νέο. Η Ρώμη, το Λονδίνο, το Σικάγο, αποτελούν παραδείγματα πόλεων που ξαναγεννήθηκαν από τις στάχτες τους, ενώ οι θρύλοι γι αυτές τις φωτιές πέρασαν ως ένα βαθμό στην Ιστορία. Όμως η φρικιαστική  πυρκαγιά της Σμύρνης ήταν τραγική, όπως τραγικά ήταν και τα αποτελέσματά της.

Οι Έλληνες στην αρχή δεν μπορούσαν να φανταστούν, να πιστέψουν τι τους περίμενε. Όταν οι Ελληνικές αρχές εγκατέλειψαν τη Σμύρνη κι έφυγαν με τα καράβια που εστάλησαν γι’ αυτόν τον σκοπό, η πόλη ήταν ήσυχη λες και κρατούσε την αναπνοή της. Οι ειρηνικοί, αθώοι κάτοικοι ούτε που υποψιάζονταν τους σκοπούς των Τούρκων κι όταν άρχισε η πυρκαγιά όλοι πίστεψαν πως ήταν τυχαία.

Πολύ γρήγορα όμως δεν έμειναν περιθώρια για παρανοήσεις. Ό Τουρκικός όχλος με μπροστάρηδες τους Τσέτες λιντσάριζε, έκλεβε, βίαζε και πολλές φορές έσφαζε όποιο χριστιανό έβρισκε μπροστά του με πρώτο και καλύτερο σφαχτάρι τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο που μέχρι σήμερα κανείς δεν ξέρει τι απέγινε το βασανισμένο του κορμί μέσα στα χέρια-μαχαίρια των βασανιστών του.

Αλλά ακόμα πιο φριχτή από τις θηριωδίες ήταν η αδιαφορία των Συμμάχων μας που ο στόλος τους (είκοσι και πλέον πολεμικά πλοία) ήταν έξω από το λιμάνι της  Σμύρνης και που μόνο μία ομοβροντία των κανονιών τους θα αρκούσε να πει στον Κεμάλ να μην πειράξει την πόλη. Οι Αμερικάνοι έμεναν πεισματικά ουδέτεροι γιατί είχαν μόνο τα πετρέλαια της Ανατολής στο νου τους. Οι Άγγλοι ήταν υποστηριχτές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για εκατό και παραπάνω χρόνια και δεν τολμούσαν να διακινδυνέψουν πόλεμο με μια  επαναστατημένη Τουρκία, ενώ οι Γάλλοι και οι Ιταλοί έσπευσαν να αναγνωρίσουν τους εθνικιστές Νεότουρκους πριν από τους Άγγλους για να έχουν τον πρώτο λόγο φιλίας με τον επερχόμενο με δικά τους όπλα Κεμάλ.
 
Χαρακτηριστικό δείγμα κυνικότητας των Γάλλων ήταν οι μουσικές που παιάνιζαν στα καταστρώματα των πλοίων τους για να μην ακούγονται μέχρις εκεί οι οιμωγές των βασανισμένων και ο Γάλλος ναύαρχος όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Χρυσόστομου σήκωσε τους ώμους και είπε: « Έπαθε αυτό που τον περίμενε».

Είναι αδύνατο να μην αναθεματίσει κανείς τη διαγωγή των συμμάχων μας το καλοκαίρι του 1922 . Ναύαρχοι και διπλωμάτες απαρνήθηκαν αυτά που είδαν τα μάτια τους στην τραγωδία της Σμύρνης. Έγκριτοι δημοσιογράφοι πείστηκαν πως έπρεπε να γράφουν ψέματα προς χάρη των συμφερόντων  των κυβερνήσεών τους. Έτσι που να αποδίδουν το ολοκαύτωμα και την καταστροφή της Σμύρνης στα θύματα και όχι στους πραγματικούς και ηθικούς αυτουργούς.

Το 1922 η Σμύρνη πέθανε. Η προσωπικότητά της ποδοπατήθηκε, το όνομά της σβήστηκε από όλους τους χάρτες του κόσμου και στη θέση της ξεφύτρωσε το Ιζμίρ, ένα μέρος άσημο που έλκει τη γοητεία του από τα ερείπια του παρελθόντος. Χωρίς να φωνάζει, το Ιζμίρ ελεεινολογεί το παρελθόν του και οι θρύλοι του δεν λένε τίποτα για τη φωτιά. Κανένας σήμερα στο Ιζμίρ δεν θέλει να μιλάει γι’ αυτή. Κι όσο για τους ταξιδιώτες, λίγοι ρωτάνε, γιατί λίγοι έχουν ακούσει.

Το Ιζμίρ ξεπήδησε από τις στάχτες της Σμύρνης με την επίσημη επιδοκιμασία των Συμμάχων, που πριν λίγο είχαν παρακολουθήσει την καταστροφή της πόλης μέσα στην επίσημη εκκωφαντική σιωπή τους. Υποδέχτηκαν την Τουρκία στην κοινοπραξία των πολιτισμένων χωρών, συγχαρήκανε τους ηγέτες της που λύσανε τόσο δυναμικά το πρόβλημα των μειονοτήτων της και την χαιρέτησαν σαν ειρηνικό και ανεξάρτητο κράτος.

Την πτώση του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 που απεργάζονταν η Βρετανική διπλωματία, ακολούθησε και η ολοκληρωτική πτώση του πρωθυπουργού της Αγγλίας Λόυδ Τζωρτζ τον Οκτώβρη του 1922  από τους ίδιους κύκλους, επειδή ήταν ένθερμος  υποστηρικτής της Ελλάδας.  Η Σμύρνη μαζί με την κατοχή των Δαρδανελίων, όπου ο Κεμάλ αψήφησε με επιτυχία την Βρετανική Αυτοκρατορία, ήταν η τραγωδία του Λόυδ Τζωρτζ, όπως ακριβώς του Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.