Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοβού-Ρουμελιώτη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κολοβού-Ρουμελιώτη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

«ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

 

Στέκομαι,  εδώ, μπροστά σας.
Γυμνή και καταματωμένη. 
Το ρούχο μου ξεσκίστηκε. 
τα σάβανα και τα νεκροφιλήματα. 
Φταίω εγώ! Δεν πρόλαβα
του αδελφού μου εχθρού τα χέρια να αφοπλίσω 

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2022 
Μαρία κολοβού ρουμελιώτη

Με ολάκερη την αλήθεια  πετρωμένη στα χέρια μου. 
 
Μακάρι να μπορούσα  να δραπετεύσω, 
έστω για λίγο απ’ το μαρτύριο, 
την τελευταία μου διαθήκη να συντάξω 
με την ελπίδα κάποιου νοήμονα.
 
Χιλιάδες χρόνια με τραβολογούν 
από παζάρι σε παζάρι στις γειτονιές του κόσμου.
 
 Γυμνή και καταματωμένη...
 Ενδύθηκα  ετούτη τη γωνιά, 
Το σώμα μου παγώνει!
με τα χειροφιλήματα... 
Ο πόνος κοστίζει λιγότερο από τη γιατρειά 
κι είπαν  να με  σκοτώσουν…

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

«ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

 


Άρωμα Γυναίκας - Κάθε μέρα είναι μια μικρή ζωή κάθε πρωινό... | Facebook 

 ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Η πρώτη αχτίδα αγκάλιασε  το υπέρλαμπρο  οικοδόμημα. Άστραψε ο μαρμαρένιος σταυρός, ο χάλκινος τρούλος. Ξύπνησαν τ’ αγριοπερίστερα κι ο κότσυφας άρχισε να ερωτοτροπεί στη φυλλωσιά του φίκου. Μακριά ακούγεται  το τρένο να φεύγει‧ να κουβαλάει όνειρα‧ να  χαράζει διαδρομές‧ ν’ ανακατεύεται με φωνές και γέλια που γεμίζουν   το λυκαυγές ως ευχαριστήρια δέηση ζωής, κι  οι επιβάτες ονειρεύονται ταξίδια κάτω απ’ το σκέπαστρο των μελλούμενων καιρών. 

Στο απέναντι πεζοδρόμιο ο σκουπιδιάρης  γεμίζει κι αδειάζει το φαράσι του για ένα  μεροκάματο. Τα χελιδόνια ψαλιδίζουν τον αέρα. Νότες χαράς    πλημμυρίζουν  το στερέωμα. Άνθισε κι ο κήπος της γειτόνισσας! Είμαι ευτυχισμένος.

Μπορώ να βλέπω, να ακούω, να οσφραίνομαι. Μπορώ να περπατώ ξυπόλυτος όπως και οι τσιγγάνοι στα αντίσκηνα που έστησαν προχθές στην Παραλία. Όλη  τη νύχτα στέγνωναν  τα κορμιά  τους κάτω απ’ τ’ άστρα. Τα  ρούχα τους μυρίζουν κάτι από αλμύρα.  Τα ‘χουν πλυμένα με τον αφρό της θάλασσας.  Στο κορμί τους έχει καθίσει αλισάχνη.

Η βουή μεγαλώνει. Όλο  αυξάνει…

Σπιναρίσματα… Κορναρίσματα … Βιασύνη για όλους τους βιαστικούς…

Προσπερνούν ο ένας τον άλλο…. Προσπερνούν τη ζωή! Με ένα κλικ του διακόπτη κι όλα αλλάζουν. Η γάτα  της γειτόνισσας ακριδολογάει  τον κήπο. Χαίρομαι με  την ευτυχία  της!   

Είμαι ευλογημένος! Συνωμότησα με τον χρόνο. Ολονυχτία έκανα μαζί του τοποθετώντας τις φτερούγες μου στο γύψο‧  να δέσει η Υπομονή κι η Αντοχή στη διαδρομή της μέρας. Να βγω στο ξέφωτο. Εκεί που οι δυνατοί ταράσσουν των μελλοθανάτων την αδράνεια και τους επαναφέρουν  στην δράση.

Πάνω, ψηλά στον ουρανό, ένα αεροπλάνο κάνει υπερατλαντικό ταξίδι. Ταξιδεύω μαζί του νοερά,  για την γη της Επαγγελίας‧ να συντάξω με ευλογιστία  τη διαθήκη μου τώρα που η ζέση  του Ήλιου ζέστανε  την ψυχή μου.

 

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021 

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη  

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2021

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ (Χαϊκού) της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

 

«ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ» 

της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Μικτή Τεχνική

Διάσταση 60Χ 70cm

 

 

 
 

 ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ   (Χαϊκού)
 
1. 
Το πρόσωπό μας 
με  Ορατά σημάδια 
αδιαφορίας..... 

2.

Μάτια ανοίγω

σε άλλους ορίζοντες 
ταξιδεύοντας...

«ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ» διήγημα της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

 


Καλημερίζω τη ζωή. Την καλημερίζω, καθημερινώς, όπως κι αν έρθει! Είτε με ήλιο, είτε με βροχή, άνεμο ή χαλάζι. Ακόμη και τις πάλλευκες μέρες του χιονιά και της πηκτής ομίχλης, την καλημερίζω. Πώς  δύναται  να ‘ναι   κενή μια ζωή μετά τόσης αγάπης που της μοιράζεται;  Κοινή η Κοινότητα του Κοινού κι η Υπερέχουσα Αγάπη του Σύμπαντος! Καινή μονάχα για τους αμάχους, τους απέχοντες και τους απαίδευτους  βιώσαντες του Μεγαλείου της Βίωσης.

Γλωσσοδέτης ας μη γίνεται η πονεμένη αλήθεια. Κακά τα ψέματα!

Η σύλληψή μου, απροσδόκητη, μες το πυκνό σκοτάδι‧ δίχως καμιά κατηγορία, αίτιο κι αφορμή‧  χωρίς καμία μήνυση ή έστω κάποια μύηση, με παρέδωσαν στη  Δικαιοσύνη της  Γνώσης του Κοινού. 

Οδηγήθηκα, δεμένος, πισθάγκωνα. Φορώντας  μου  στα μάτια παρωπίδες να μη λοξεύουν οι οφθαλμοί από  ισάδη     δρόμο. Πέρασμά μου, μονοπάτια πολλά, πολιτείες και χωριά με φωτεινούς και σκοτεινούς ορίζοντες.  Η  πρώτη στάση, το Τούνελ: Το στενό πέρασμα απ’ το σκοτάδι στο φως, κι από το φως στο αντίκρισμα του  Κόσμου των ανθρώπων με τη μορφή μωρού πλάσματος.

Η Γνώση κατακτιέται βήμα- βήμα, με βιωματικές μνήμες και διδαχές μέσα στων αιώνων την πορεία, σφυρηλατημένη στο αμόνι του Θεού,   μεταλλαγμένη από Αναρχία σε Κοσμική Τάξη. 

Εγώ, δεν προκάλεσα τη σύλληψη μου. Αθόρυβα κυλιόμουν μες το ασύλληπτο του σύμπαντος, μεγαλείο‧  θρυμματισμένη σκόνη που έσμιξε με αγάπη και ρίζωσε μέσα μου ο καρπός της ζωής. Εκκολάφτηκα μες το πηχτό σκοτάδι‧ με θαλπωρή  την τάξη των οργάνων πορεύτηκα. Πορευτήκαμε…

Περάσαμε το Πρώτο, το Δεύτερο, το Τρίτο Μάτι  του Τούνελ, να σμίξω με το πλήθος των συλληφθέντων που τώρα είχαν γίνει οι Δικαστές που θα δικάζανε.

«Η Κοινωνία είναι ο αυστηρότερος και δικαιότερος Κριτής!»  μου υπενθύμισε  το Όργανο του Νόμου, οδηγώντας με  στην Κρύπτη των Μελλοθανάτων.

«Εδώ η τελευταία σου στάση! Πάρε μια βαθιά αναπνοή και βάλε τα μάτια σου στο κιάλι. Με τη βοήθεια του φακού θα μπορέσεις να δεις από κοντά  το πλήθος   που σε περιμένει» είπε κι έσπρωξε το κεφάλι μου στο μεγάλο πέτρινο μάτι στο  βάθος του Τούνελ.

«Ετοιμάσου για την απολογία σου. Εδώ, οι  Κατάδικοι, καταγγέλλουν μονάχοι τις κατηγορίες τους, εκφωνώντας την ετυμολογία των πράξεων τους. Η Κοινότητα περιμένει!»  ενημερώθηκα απ’ τον  Φρουρό κι άνοιξε το κανάλι επικοινωνίας.

Άνοιξα διάπλατα τα μάτια. Κοίταξα,  ευθεία, μπροστά. Ένιωσα την καρδιά να χτυπά δυνατά. Μια λαοθάλασσα  με αναμμένα κεριά στα χέρια ανέμενε καρτερικά την επομένη άφιξη, να επισφραγίσει το δριμύ κατηγορώ  ή την αθώωση, μετά ακροάσεως.  

Ο κόμπος  που τόσα χρόνια ανέβαινε απ’ τα σπλάχνα και μου ‘σφιγγε το λαρύγγι, λύθηκε. Με ξάστερο βλέμμα και κρυστάλλινη φωνή ξεκίνησα τον απολογητικό μου μονόλογο:

«Γεννήθηκα, δούλος, από δούλους γονείς. Ο Αφέντης μου με αφαλόκοψε από μια μήτρα  σκοτεινή κι  έβαλε το στόμα μου να βυζάξει απ’ το μαστό της ζωής,  φάρμακο και φαρμάκι.  Κάποια απ’ τα μαντζούνια του με πήγαιναν στο παρελθόν κι άλλα με ταξίδευαν στο μέλλον, πλησίον του Θανάτου. Το καμουτσίκι του με ηλεκτροσόκ με συνέφερε… και να ‘μαι  ‘δω ξανά απ’ την αρχή ν’ απολογούμαι για τα δώρα και τα αντίδωρα.   Τον κοιτούσα με δέος‧ υποταγμένος, πάντοτε, στις θελήσεις του‧  εκστασιασμένος για τις μαγικές  του δυνάμεις. Πάντοτε προσπαθούσα να εμβαθύνω, να ερμηνεύσω τις πράξεις του. Γιατί,  άραγε, μα ‘μαι τόσο σημαντικός κι ασήμαντος γι αυτόν, ώστε άλλες φορές να με κεραυνοβολεί κι άλλες να με αφήνει να επιζήσω;

Ξεγλίστρησα του θανάτου, πολλάκις. Βλέπω το φως έξω από τη σκοτεινή μήτρα που με γέννησε. Νιώθω την ευλογία της Ύψιστης Επιλογής να ζήσω ελεύθερος τη σκλαβιά μου‧ ζώντας ως μαθητής του Αφέντη μου.

Με έπαιρνε μαζί του  στις περιοδείες‧ μαθητευόμενος  τις σκέψεις των ανθρώπων, την άναρχη γνώση του όχλου, την ατέρμονη, αφήνοντας να εισβάλουν εντός μου.»

«Δεν υπάρχει εύκολη ζωή», διέκοψε κάποιος απ’ το πλήθος.      

«Δεν υπάρχει εύκολη ζωή! επανέλαβα. Το βίωσα μέσα στο βίο σας και στο βίο μου. Δούλοι του Αφέντη μας, πορευτήκαμε, ζητιανεύοντας  Αλήθεια.»

«Είσαι Ψεύτης!» αναφώνησε κάποιος αγανακτισμένος για την τοποθέτησή μου.

«Τώρα θα λογοδοτήσεις για τα ατοπήματα σου, ενώπιων  όλων. Δεν θα γλυτώσεις τη Θεία Δίκη» ούρλιαζε το πλήθος αφήνοντας  κάτω τις λυχνίες, αρπάζοντας ο καθείς από ένα λιθάρι ετοιμάζοντας τον λιθοβολισμό μου.

Γαλήνιος, με παρωπίδες  στα μάτια συνέχισα την απολογία μου.

«Είμαι  Αποστάτης των θέσεων μας! Είμαι ένοχος. Αμετανόητος αυτοτιμωρός! 

Μαζί σας, καλησπερίζω τη ζωή! Καλησπερίζω το τέλος της μέρας. Την ώρα που ο ήλιος δύει κι αφήνει το σκοτάδι να καλύψει τη γη ως τον ερχομό της επομένης μέρας.           Πώς μπορούμε να μένουμε ασυγκίνητοι, αδαείς κι αμέτοχοι στα αγαθά της κοινοκτημοσύνης μας;

Είμαι, ένοχος! Τελεσίδικη η απόφαση μου. Τιμωρός  του Εαυτού! Έρχομαι μαζί σας να ξεπληρώνω  την εις αεί  δουλεία μου.

Ο Φρουρός έκλεισε το κανάλι  επικοινωνίας. Το  Όργανο του Νόμου πήρε στα χέρια του τα κιάλια παραδίδοντας τα στον επόμενο κι άνοιξε την πύλη, αφήνοντας με ελεύθερο.

Στην καινούργια μου πολιτεία αντίκρισα λυχναράκια να φωτίζουν  κι αναμμένα κεριά να καίγονται λιώνοντας  πάνω στο  σώμα μου.  

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

«Δρομείς» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες από τον 37ο μαραθώνιος  2019





Ο Γιάννης, η Μαρία, ο Πετρής
η Κατερίνα, η Μαντούλα, η Νεφέλη
ξεκίνησαν δεκάτη του Νοέμβρη
να κατακτήσουν τη Μεγάλη διαδρομή.

Δώδεκα μπλόκα στηθήκαν στη σειρά
κι ακούστηκε της έναρξης κανόνι
τα πόδια τους απέκτησαν φτερά
και γέμισαν πουλιά οι δρόμοι όλοι.

Κι ήρθε βροχή από τον ουρανό
θεού ιδρώτας πότισε  το δρόμο
και η καρδιά χτυπούσε με ρυθμό
τραγούδια λέγοντας παρέα με το χρόνο:

Προχώρα εμπρός και πάντα να θυμάσαι  
κλαδί ελιάς στον Τύμβο να κρατήσεις
στεφάνι πλέξε με  θάρρος, μη φοβάσαι,
να το φυλάς έως ότου  τερματίσεις!

Κοίταξε  εμπρός ,  ποτέ, μη σταματήσεις
και  να σε τρέφει παντοτινή ελπίδα
πάνω στα βήματα του Λούη να πατήσεις
του ημεροδρόμου να αγγίξεις  την ασπίδα!

Ποτέ, τον στόχο,  δεν πρέπει να αλλάξεις,
σίγουρος να ‘σαι, τη μάχη θα κερδίσεις,
στο Καλλιμάρμαρο στην ώρα σου να φτάσεις
γιατί το θέλησες πολύ να τερματίσεις!

Και μη  ξεχάσεις, ξανά, όταν περάσεις
φόρο τιμής  στους μαραθωνομάχους
δώσε ξανά , τον Τύμβο όταν κοιτάξεις,
γιατί τα όπλα τους χαρίσανε  σ’  αμάχους!

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

«ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη




Σχετική εικόνα 
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Με ρώτησες για την αθωότητά μου, τα χρόνια που ήμουν παιδί, ένα μικρό κορίτσι. Τότε, δεν ήσουν γεννημένη… Δεν είχες ακόμη αντικρίσει  τον ήλιο, το φεγγάρι, τα άστρα. Δεν ήσουν πουθενά και τίποτα… Ίσως, ήσουν  ένα μικρός σπόρος λουλουδιού στα σπλάχνα της μάνας και του πατέρα. Εγώ ζούσα σε ένα όμορφο λιβάδι, μα εσύ κατοικούσες σ’ ένα σκοτεινό κήπο. Εγώ τσαλαβουτούσα στα καθαρά νερά  της λίμνης κι εσύ έκλαιγες σιωπηλά σε άγνωρους ωκεανούς. Πιθυμούσες να βγεις απ’ την κρυψώνα σου. Να γνωρίσεις αυτούς που κυοφόρησαν τη ζωή σου.
Η πρώτη μου  δασκάλα ήταν η μητέρα μου. Ήταν η γυναίκα εκείνη που με κανάκεψε  και τραγούδησε για μένα∙ που χτένισε τις πλεξούδες μου κι έπλεξε άστρα  στα μαλλιά μου∙ που έδωσε όλο το γάλα της και μ’ αποκάλυψε  αιώνια μυστικά.  Έπαιζα μαζί της κι εκείνη απολάμβανε τα φιλιά μου. Ήταν περήφανη για μένα μα περισσότερο περήφανος ήταν ο πατέρας. Εκείνος με δίδαξε να εξασκώ τις αισθήσεις μου. Να τολμώ το αδιανόητο. Να καβαλικεύω το άλογό του, το μαύρο και δυνατό.  'Ελεγε πως ήμουν το δεξιό του χέρι,  η προέκταση  της ουρά του, επειδή ονομαζόταν Κολοβός... μα η ουρά του αλόγου του,  ήταν μακριά,  σαν την προέκταση του χεριού του, και χτυπούσε δυνατά κι αγριεμένη τον αέρα. Τις Κυριακές με έπαιρνε μαζί του. Πηγαίναμε  στην  εκκλησιά. Ακούγαμε ψαλμωδίες  κι  έπειτα παίρναμε το δρόμο της επιστροφής στο φιδωτό  μονοπάτι.
Τα πρωινά έβγαινα στα σκαλιά  φορώντας το κόκκινο φουστάνι μου. Πατούσα   τα πόδια μου γερά στα σκαλοπάτια. Τάιζα ηλιόσπορους τα περιστέρια. Η  φύση ζούσε μέσα μου. Μα- θήτευσα στο πλάι της.  Προσπάθησα να μεταφράσω τη γλώσσα της. Να αφουγκραστώ τις κραυγές της, μαζί  να  καταγράψουμε τα αγαπημένα μου παραμύθια. 
Πάντα αγαπούσα τη φύση  και η ζωή  μου ήταν όμορφη και τότε και τώρα. Το παρελθόν μου ήταν καλό και το παρόν μου καλύτερο.  Με ευχές αποχαιρέτησα την παιδικότητα μου  γευόμενη τις χαρές της αθωότητας και το αντίδωρο μου επιμένω να το φυλώ σε παιδικά αλέκιαστα χέρια.

20 Μαρτίου 2016

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Τα χέρια σου, δεν άγγιξαν ποτέ, βελούδο και μετάξι. Μήτε τους κόμπους της γραβάτας καλοπιάσανε. Νωρίς  παστώθηκαν στην άλμη της ζωής κι από τη γέννα τους αντάμωσαν του χώματος τη δράση… κι  έγιναν  τα χέρια σου, δέντρων κορμοί, κλαδιά που αγκάλιαζαν  γη κι  ουρανό, γροθιές   που γκρέμιζαν τοίχους, μυστριά που έκτιζαν τον κόσμο γύρω μας. Κι έγερνε η νύχτα να ξεκουραστεί και φούντωνε εντός σου ο πόθος της ανατολής. Σήκωνες  τα μανίκια, αχάραγο ριχνόσουν στη δουλειά και φώλιαζε    στις φούχτες σου τ’ αρματηλάτη ήλιου το φως. Ύψωνες  τα χέρια, φάρδαινε ο ορίζοντας,   άνοιγαν οι κρουνοί να ποτιστούν  τα όνειρα, να ριζώσουν. Ξεγέλασες τη λήθη μ’ ένα πρόσφορο  και ζωοφόρο  μύρο χύθηκε απ’ τα χέρια σου. Οι  προσευχές, μαντατοφόρα πουλιά γινήκαν τ’ ουρανού που φούσκωσαν τις φλέβες της ζωής. Ποτίστηκε  η διψασμένη μας ψυχή  κι άνθισε γύρω μας  η απελέκητη πέτρα, προκόψανε οι κήποι μας.
Με τα αργασμένα χέρια σου, απαλά ύφαινες, πόντο πόντο, το χαλί της ψυχής μας απλώνοντας δίχτυ προστασίας μη μας πατήσουν  λασπωμένα πόδια, μη μας σφαλίσουν μάτια, στόμα, αυτιά. Ομπρέλες στο ανεμόβροχο, τα χέρια σου, κορφόκοψαν   τα γιασεμιά και ευωδίασε η πλάση. Δάκρυσε  η  κληματαριά και γιάνανε στα  χέρια σου οι πληγές της‧ γιγάντωσε το μπόι της και γείρανε μεθυστικούς  καρπούς οι κληματόβεργες. Μέλισσες γυρόφεραν  της άξιας νιότης τους ανθούς. Ορμητικό   νερό  της βιωτής  σου   ο αγώνας. Αποφασιστικό ποτάμι  που βράχια ξέσχιζε και συναντούσε  τη θάλασσα της υπομονής. Ένας άνθρωπος, υπεράνθρωπος, ήσουν,  που αγωνίστηκε με την ψυχή στα δόντια και κέρδισες τους πιο σκληρούς αγώνες της ζωής. Κέρασες, με τα δυο σου χέρια, γλυκό κρασί τα χείλη μας κι έκαμες  το διάβα μας  ανθοφόρο ορίζοντα γιομάτο αμαρυλλίδες, χρυσάνθεμα, κυκλάμινα και γιασεμιά, λες κι ήτανε γραφτό να γίνουνε έτσι.
Τα χέρια σου, πύρωσαν τις παγωνιές κι η  άνοιξη, ακόμη, αντέχει!

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2019

Αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου, Παύλου.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

«ΧΑΡΑ Σ΄ ΑΥΤΟΝ!» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Χαρά σ’ αυτόν που πρώτος φεύγει
κι αφήνει πίσω του συντρόφι και παιδιά
κι αβέρτα φίλους
τη μνήμη την καλή να συντηρούνε
κι αναπαμού δεήσεις να παρέχουν…
Χαρά σ΄αυτόν!  

Χαρά σ΄ αυτόν,
που δεν τον μοίραναν οι Μοίρες να θρηνήσει πρώτος,
την κακορίζικη στιγμή που εκτάκτως μπαίνει
και ξεριζώνει από τη θέση της,  
της φύτρας του το φύτρο…
Χαρά σ΄ αυτόν!  

Χαρά σ΄ αυτόν που πρώτος κονταρομαχεί
στο σταυροδρόμι ετούτο
και πρώτος
στο αχαλίνωτο του Χάρου άτι ανεβαίνει
κι αφήνει πίσω του όλα όσα η ζωή
του έχει φορτωμένο…
Χαρά σ΄ αυτόν!  

20 Οκτώβρη 2018

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΟΥ : Παρουσίαση της Συλλογής Διηγημάτων της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη



«Αχ Ελλάδα μου, νεράιδα πληγωμένη» (απόσπασμα) / Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη








Γέμισαν τις δεξαμενές του μυαλού Ψέματα και Υποκρισία.
Μας πότισαν το φαρμάκι τους υποτιμώντας την ανθρώπινη λογική.
Αντικρίσαμε εικόνες αποκρουστικές, ακούσαμε εξαθλιωμένα κηρύγματα.
Βάπτισαν την κακογουστιά «Πρωτοπορία» και την αλήθεια «Πανάκεια».
Ήλθε κι η Ανοχή προσποιούμενη την Υπομονή.
Υπηρέτρια των γεγονότων χωρίς καμιά πρόθεση Αντίδρασης.
Της ανοίξαμε την πόρτα.
Χωρίς να το πολυσκεφτούμε της χτίσαμε βασιλικό θρόνο.
Της βάλαμε  διαμαντένια τιάρα στα μαλλιά.
Της δώσαμε δεσποτική ράβδο, της κρατήσαμε θέση στο ναό της ψυχής.
Κι εμείς ρακένδυτοι ζητιάνοι  αξιών…
Χωρίς ποτέ να χάσουμε τη γοητεία της Αλήθειας.



Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη


Από τη βραβευμένη  ποιητική συλλογή «Αχ Ελλάδα μου, νεράιδα πληγωμένη»

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

Η μεγαλη Αποφαση

Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη


Πήρα τη μεγάλη απόφαση να ταξιδέψω με το πρώτο τρένο διαφυγής.
Με ταχύτητα φωτός.
Κάτω από ένα ουρανό αβέβαιο.
Να αποχαιρετήσω τα εκκωφαντικά βογκητά των κεραυνών.
Να  προσπεράσω τον μανιασμένο άνεμο που βρυχάται σαν  θηρίο.
Κι εγώ ακλόνητη κι αγέρωχη να φεύγω μακριά.
Με το τελευταίο τρένο της γραμμής.
Προορισμός: Διαφυγή απ' την πραγματικότητα.
Για ένα κόσμο παρθενικό με μόνη αποσκευή τον εαυτό μου.

Εναποθέτω την πνοή μου πάνω στο τζάμι των οραματισμών μου.
Αγγίζω τη διαφάνεια των επιθυμιών  που με ταξιδεύουν.
Πετώ τη θλίψη πίσω κοιτώντας μπροστά.
Τη  διαδρομή  λύτρωσης!

Τόσα χρόνια ζούσα ένα κόσμο πολύβουο.
Σε μια κυψέλη  θανατηφόρων  εντόμων.
Που κερνούσαν δηλητήριο την ψυχή μου και με πονούσαν αφάνταστα.

Απρόσκλητη επισκέπτης σε αφιλόξενο τόπο.
Μπήκα στη ρότα τους μέσα από πολύβουες διαδρομές.
Γεμάτες πολύχρωμα φαντάσματα που δολοφονούσαν
Την Ειρήνη, την Ελευθερία, το Όνειρο της ζωής,
Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κόσμου.
Που αντικαθιστούσαν το Σεβασμό
Με το σεβασμό του φόβου και του τρόμου.

Τώρα μειλίχια λόγια δεν χρειάζομαι.
Τα γεύτηκα όλα σε δίστομη κούπα που άδειασε
πάνω στο μεγαλύτερο συμπόσιο της ζωής.

Σκιές κηλιδωμένων σωμάτων.
Κερωμένα χαμόγελα σε φανταχτερές βιτρίνες.
Λόγια παχιά από πουλημένες ψυχές
Ήταν το κέρασμα των αναζητήσεών μου.

Τώρα προσπαθώ ν' ακούσω τη μελωδία των φύλλων,
Καθώς το δέντρο αντιστέκεται στη δύναμη του ανέμου.
Ν' αφουγκραστώ  το τραγούδι των κυμάτων,
Καθώς χτυπιούνται  τα βράχια που άφησα πίσω.
Σαν βιαστική εταίρα έκλεισα απειλητικά την πόρτα  του παρελθόντος.
Πίσω μου άφησα τους συνδαιτυμόνες στο μεγάλο τραπέζι.
Έφυγα δίχως το παλαιό άρωμα στο σώμα μου...

Συμβούλεψα  τον φίλο εαυτό μου
Να επαναστατήσει στους κανόνες των «Πρέπει»
Χαράζοντας τη διαδρομή  διαφυγής μου.
Άφησα πίσω τους ακκισμούς.
Ντύθηκα με το ακριβότερα λιτό φόρεμα μου.
Φόρεσα τρύπιο σανδάλι και είπα:
« Η ζωη θελει απλοτητα για να τη ζησεις »
Κι έφυγα συμβιβασμένη με τα λάθη μου που με έκαναν πιο δυνατή.

Κοιτάζω μπροστά περιμένοντας να δω ανατολή.
Πίσω μου αφήνω έναν κόσμο που δύει.
Ανεμοδαρμένη και μαγεμένη αντικρίζω την καινούργια μου πατρίδα.
Είναι η πατρίδα των ονείρων μου!
Η Ιθάκη που δεν είχα γνωρίσει ποτέ μου!!!

(Β' ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΕΛΛΗΝΟΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ)

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

ΚΑΤΗΦΟΡΑ

 της Μαρίας Κολοβού – Ρουμελιώτη


Πως με τρελαίνουν οι ανούσιες εργολαβίες.
Οι αναμασημένες κουβέντες στο στόμα.
Ο ιδρώτας ο αρωματισμένος σε μασχάλη αδούλευτου.
Τα φουσκωμένα μπράτσα από αναβολικά.
Η αχαλίνωτη ευκολία.

Θέλω να φτύσω κατά πρόσωπο την προστυχιά.
Την καιροσκοπία των εαυτούληδων.
Την καταπίεση των αδυνάτων από τους δυνατούς.

Θέλω να ουρλιάξω!
Σαν το θεριό σε κλούβα σφραγισμένη.
Ο βρυχηθμός να σπάσει εκουσίως κωλυόμενα ώτα.
Ν’ ανοίξουν τα μάτια και  τα τύμπανα
μήπως κι   αντιληφθούμε:
Πως η ζωή κατάντησε να τραβά την κατηφόρα
με σημαίες και με ταμπούρλα…

ΑΓΑΠΗΣΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ!

της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη

Αγάπησα την ανθρωπότητα!
Ναι!
Πολύ αγάπησα τους ανθρώπους
Κι οι άνθρωποι μου φαίνεται είναι τρεις:
Ο ένας που καταριέται τη ζωή
Ο  άλλος που την ευλογεί
Κι ο άλλος που την στοχάζεται.

Αγάπησα τον πρώτο για τη δυστυχία του
Τον δεύτερο για την καλή του πράξη
Και τον τρίτο για την σοφία του.

Έτσι πέρασαν όλα τα χρόνια της ζωής μου
Και διάβηκαν οι μέρες μου  κι οι νύχτες μου,
ακολουθώντας η μια την άλλη
τον Ανηφοκατήφορο της Ζωής.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.