Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατσιαντώνης Κυριάκος (ποιητής από την Κύπρο). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατσιαντώνης Κυριάκος (ποιητής από την Κύπρο). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Κυριάκος Κατσιαντώνης (βιογραφικά στοιχεία)



Ο Κυριάκος Κατσιαντώνης κατάγεται από την κατεχόμενη Μακράσυκα Αμμοχώστου. Γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου, 1964 και είναι το τρίτο από εννέα παιδιά του ζεύγους Ανδρέα και Παυλίνας Κατσιαντώνη. Το 1982 αποφοίτησε από το Λύκειο Αγίου Γεωργίου, στη Λάρνακα, στον Εμπορικό Κλάδο. Από την ηλικία των 16 χρόνων εργαζόταν ως μουσικός σε διάφορα κέντρα αναψυχής και ξενοδοχεία ανά την Κύπρο.  Το 1989 νυμφεύεται την Ιωάννα Βασιλειάδου, από την Αγία Μαρίνα Κελοκεδάρων της Πάφου και το 2007 αποκτούν τον γιο τους, Δαμιανό. Το 2003 απέκτησε Πτυχίο Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σήμερα εργάζεται ως Δημόσιος Υπάλληλος στο Τμήμα Εργασίας. Τα τελευταία χρόνια διαμένει στην ιδιόκτητή του κατοικία, στα Λειβάδια Λάρνακας.

Η ενασχόλησή του με την ποίηση άρχισε το 1994. Επηρεασμένος από το επάγγελμα του μουσικού, είχε τότε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «Στίχοι Που Ψάχνουν Μελωδία», με 12 ποιήματα στην ελληνική, δημοτική γλώσσα και με έντονο το λαϊκό στοιχείο. Το 2009 ξεκινά να γράφει κυπριακή ποίηση, τιμώντας έτσι τις καταβολές του (συγγένεια με Κυριάκο Καρνέρα από Ξυλοτύμπου και Κόκο του Μηνά από Μακράσυκα). Τα πρώτα του κυπριακά ποιήματα τα ένταξε στην προσωπική του συλλογή: «Κουβέντες Χωρκάτικες». Τον Φεβράρη του 2014 ξεκινά μια νέα συλλογή, παράλληλα με την προηγούμενη, με τίτλο: «Ανέκδοτα Διασκευασμένα Σε Κυπριακά Σατυρικά Ποιήματα». Στο παρόν στάδιο οι 2 τελευταίες συλλογές βρίσκονται στο στάδιο της επιμέλειας και όταν είναι έτοιμα θα εκδοθούν σε βιβλία.



Ο Διατροφολόγος.


 
Κάποιαν φοράν που έτυχεν να πάω φαρμακείον,
είσιεν πολλές εις την σειράν, το φύλον γυναικείον.

Κάποια κυρία στρουμπουλή την ζυαρκάν εσσιάστην
τζιαι όπως την εσίνιαρα, να ζυαστεί εσάστην.

«Έννεν ανάγκη, σγιάν λαλώ, να ζυαστείς, κυρία,
είσ’ εβδομήντα  τζιαι μισόν, μέν έσιεις απορία!»

Έτσι της είπα, μά ’ν έπιαν τόπον η συμβουλή μου
τζιαι άμαν εζυάστηκεν, γυρίζει τζιαι λαλεί μου:

«(Δ)έν το πιστεύκω, κύριε, το βάρος μου εμέναν
που σύγκοψες ακρίβειαν, χωρίς να λείφκετ’ έναν!»

Την φάσην ούλλην εί(δ)εν την τζιαι μί-α σαν τον ταύρο(ν)
τζι’ αρώτησέν το βάρος της με μιαν μμαθκιάν αν θά ’βρω.

Λαλώ: «Εσού, κυρία μου, χωρίς δεύτερην σκέψη,
δηλώννω το με σιουρκάν, είσ’ ενενήντα έξι!»

Εί(δ)α την που τσουννιάστηκεν! Χωρίς τζιαιρόν να χάσει
αππήησεν στην ζυαρκάν, χαζίριν να την σπάσει.

Όσα εν πού ’πα έδειξεν! Γυρίζουν τζιαι θωρούν με,
οι δκυό κυρίες οι αδρές, τζι’ αμέσως αρωτούν με:

«Που σύγκοψες το βάρος μας, πε μας, ποιος εν ο λόγος;
Άμπα τζιαι είσαι, που λαλούν, ο Διατροφολόγος;»

«Δεν είμαι τούτον πού ’πετε, αφράτες μου κοπέλλες!
Εγιώ νιώννω τζιαι πουλώ ... δαμάλια τζιαι κατσέλλες!»



08 Γενάρη, 2015

(Από τη συλλογή: «Ανέκδοτα Διασκευασμένα Σε Κυπριακά Σατυρικά Ποιήματα»)

Δουλειάν τζ’ υγείαν




Ένας κυπραίος Αλαντίν που ήβρεν το λυχνάρι,
του Ντζίνι μέσα πό ’φκηκεν, εζήτησέν του χάρη:

- Ντζίνιν, αντίς για χάρες τρεις, που μού ’πες να ζητήσω,
δκυό χάρες μόνον σου ζητώ, την μιάν θα την αφήσω.

Δεν θα ζητήσω, με γρουσόν, με μάλια, με αστέρκα,
μόνον να μ’ έσιεις υγιήν, νά ’χω τα δκυό μου σιέρκα,

τζιαι μιάν δουλειάν να μάχουμαι, νάν’ του μεροκαμάτου,
’φού τ’ άδρωπου το καθισιόν χαλά τον τζι’ ’έν φελά του.

Άδρωπον π’ ’όν έσιει δουλειάν, τρώει τον το σαράτζιν,
εν το βλαντζίν τ’ ολόμαυρον τζιαι στην καρκιάν φαρμάτζιν.

Μιάς τζι’ έτυχέν μου, Ντζίνιν μου, τζι’ επλάστηκες ομπρός μου,
να σιαίρεσαι τα γρόνια σου, δουλειάν τζ’ υγείαν δώσ’ μου!



Κυριάκος Κατσιαντώνης
05 Φεβράρη,  2014
(Από τη συλλογή: «Κουβέντες Χωρκάτικες»)

Το χωράφιν



 (Γιος:)

 Που να μέν πω! Ήρτεν πάλε … Τι θέλεις τωρά δαμέ;
Ρε πατέρα, πιον παρέτα, άστην τσάππαν τζιαχαμέ.

Είσαι γέρος, ενενήντα, έφας τα ψουμιά σου πιον!
Στο χωράφιν τι γυρέφκεις τζι’ έχω σε που πανωθκιόν;

 (Πατέρας:)

 Ά(φ)ησ’ με να σου τανίσω, γιε μου, τζιαι μεν παουρίζεις,
τα δεντρά να ξιχορτήσω με την τσάππαν, σαν ποτίζεις.

 (Γιος:)

Ούτε τσάππαν, ούτε φτζιάρι, ούτε τζιαι για χωραττά!
Πιάσε πάνταν τζιαι παρέτα, μέν πάθεις καναν χαττά.

Μιαν ζωήν μέσ’ τα χωράφκια, δεν τα εβαρέθηκες;
Τζ’ ήρτες πάλε να τανίσεις … Ίνταλως το σκέφτηκες;

Σαν τον σσιύλλον ούλλη μέρα μάχουμαι, σκοτώννουμαι,
γέννημαν με δύμμαν ήλιου με την γην τσακκώννουμαι …

… τζιαι βαρκούμαι πριν αρκέψω γιατ’ εν σκόρσον η δουλειά.
Ξέρω: πρέπει να τα κάμω τζι’ έν μ’ αρέσκ’ η ττεμπελιά.

Ούλλη μέρα βασανιούμαι, μ’ άν διαμαρτύρουμαι,
να ’ρτει η ώρα να σκολάσω τζιαι να φύω που δαμέ.

Έσσω μου να πά’ να πνάσω, την γεναίκαν μου να δω,
λλίον για να της συντύχω τζιαι να παίξω με τον γιό.

Πως τζι’ εγιώ πλάσμαν πως είμαι, να το νοιώσω νακκουρί,
στο κρεββάτιν να ξαπλώσω τζιαι να κόψω ’ναν κουρί[1].

Δεν μπορώ να καταλάβω: Τι του βρίσκεις ρε πατέρα
τούντου χωραφκιού του μαύρου τζιαι βουράς το ούλλη μέρα;

(Πατέρας:)

Για να έρτω στο χωράφι, θα ’καμνα την γην πηγή!
Τα δεντρά εν’ τα παιθκιά μου τζιαι γεναίκα μου η γη.

Μέσα στες αναμεσιές τους άμαν πω να παρπατήσω,
νοιώθω πως μεσ’ τούν’ τον κόσμο σσιίλλιους γρόνους εννα ζήσω.

Τζιαι πως είμαι ενενήντα, ούτε που το σκέφτουμαι,
ούτε τζιαι τραβώ μαράζι, ούτε τζιαι παιδεύκουμαι.

Καρτερώ την ώραν τούτην στο χωράφιν να βρεθώ,
να αρπαξω τούν’ την τσάππαν, στον δουλειάν για να στρωθώ.

Ούλλη μέρα στο χωράφιν, αν εσού ποστέκεσαι,
εγιώ πνάζω, πίστεψέ με, σαν να τζι’ αναστέννεσαι!

Των ανθών η μυρωθκιά τους θκιά σου δύναμιν ψυσιής
τζιαι αν δεν το καταλάβεις, ευλογίαν δεν έσιεις.

Οσην ώραν πά’ στο χώμα στέκεσαι τζιαι παρπατάς,
ήντα ώρα είναι, γιέ μου, μέν σε νοιάζει, μέν ρωτάς.

Κρύψε τζιαι απόλαυσέ το, κάμε το να σου αρέσει!
Το χωράφιν εν γρουσάφιν, πιο πολύτιμον δεν έσιει!

Τζι’ αν την ώραν που γυρίζω μέσ’ τα δέντρα, στο χωράφι,
δώκει τον γυρόν του ο Χάρος τζι’ αντακώσει να με γράφει …

… στο δευτέριν του το μαύρον, πως για μέναν εν η ώρα
που το σιέριν να με πιάσει, να με πά’ στην Κάτω Χώρα, …

… φτάννει πού ’μουν στο χωράφιν, στα δεντρά τζιαι στους βραμούς[2] μου!
Θάνατον τέθκοιον ωραίον, αλλον δεν χωρεί ο νους μου!



[1] να κόψω ’ναν κουρί  = να πάρω έναν υπνάκο

[2] βραμός  = φραγμός, δόμη

Κυριάκος Κατσιαντώνης
24 Νοέμβρη,  2011

(Από τη συλλογή: «Κουβέντες Χωρκάτικες»)

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.