Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποταμιάνος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποταμιάνος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Στων ασφοδέλων τους λειμώνες / Ποταμιάνος Γιάννης



Εκεί που κατοικώ
στ’ αλωνάκι των άστρων
τ’ αστέρια τρεμοσβήνουν
τα ερωτηματικά τους
Κοιτάζονται στα μάτια
ο Αυγερινός κι’ η Πούλια
Και το φως μαχαίρι κοφτερό
καθαρίζει το όνειρο σαν μήλο
Να μένει απροστάτευτη η άσπρη σάρκα
καθώς καρτερεί τη ματαιότητα
Εκεί που κατοικώ στον προθάλαμο
του αδιανόητου
Επαίτης στα σκαλιά της αιωνιότητας
ζητιανεύω αθανασία
Εκεί που οδοιπορώ στο άβατο της σκέψης
υποκλίνομαι
καθώς λαμπυρίζουν τ’ άστρα
στη μαύρη χλαμύδα του αρχιερέα
κεντημένα
Κι όταν η λόγχη της σιωπής καρφώνεται
στα πλευρά του χρόνου
πυκνή πέφτει η καταχνιά
να οξειδώνει την προοπτική μου
Αφού στις σπείρες του γαλαξία μας
στροβιλίζεται η μοναξιά
Εγώ ερεβώδης,
στων ασφοδέλων τους λειμώνες οδοιπορώ
Εγώ ανέστιος
στα νεφελώματα της προσμονής υψιπετώ
Και ως πυράκανθος αειθαλής
ταΐζω τα κοτσύφια
στους δύσκολους καιρούς το καταχείμωνο
Κι’ όπως η στείρα σκέψη παρακμάζει
ατελεύτητη η απαντοχή μου πεζοπορεί
πολύανθη στην άδηλη ελπίδα
Έτσι με οθόνια τις αυταπάτες μου
σκεπάζω τις πληγές μου
καθώς με οιμωγές μοιρολογώ
τις θλιβερές αποδημήσεις μου
Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

Ρήγματα στο λευκό ============== Γιάννης Ποταμιάνος


Να παίρνεις την ελευθερία της θάλασσας
το πάφλασμα της νηνεμίας
την αντάρα της θύελλας
κι αβίαστα να ποιείς συναίσθημα
Να παίρνεις μια φούχτα ανατολή
ένα ουράνιο τόξο και δυο σύννεφα
κι αβίαστα να ποιείς ταξίδι
Να παίρνεις ένα καραβάκι πλησίστιο
και να ταξιδεύεις ανάμεσα
στις γραμμές του τετραδίου,
από περιθώριο σε περιθώριο
Να αγναντεύεις νοσταλγία
Να ψάχνεις ρήγματα στο λευκό
για να ριζώσεις ρήματα
Και να γράφεις
ξέροντας πως έρχεται χειμώνας,
πως το χειμώνα φυσάει
και πως τα ποιήματα πρέπει
να ριζώνουν βαθιά στον κρόταφο
σαν σφαίρες
κι ας πλημμυρίζει με αίμα η σελίδα

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Τα μαύρα πουλιά / Ποταμιάνος Γιάννης


============
Τα μαύρα πουλιά ακονίζουν
τα ράμφη τους στις βουνοκορφές
σκάβουν με τα νύχια τους τις πεδιάδες
Τα μαύρα πουλιά κοιτάζουν από ψηλά
τις ανυπότακτες πόλεις
πετάνε κρώζοντας στον γαλάζιο ουρανό
και εφορμούν σε στόχους ακριβείας
Τα μαύρα πουλιά φορούν
μάσκες χαμογελαστές
να κρύβουν το άδειο πρόσωπό τους
τάζουν δημοκρατία στο λαό,
στο φτωχό ψωμί, στον άνεργο δουλειά
Όμως τα μαύρα πουλιά
κρύβουν στα φτερά τους κεραυνούς
βροντές κι ερείπια
κι αίμα πολύ να ρέει στους δρόμους
Τα μαύρα πουλιά πετούν
πολύ κοντά στον ουρανό μας
τρέφονται με πετρέλαιο και αίμα
τάζουν δημοκρατία και ψωμί
μα φέρνουν φωτιά και πόνο
Έρχονται έρχονται
τα μαύρα πουλιά των αργυραμοιβών
χώνουν το ράμφος τους
βαθιά στο στέρνο της ερήμου
Τα μολύβια τους ξύνουν
οι πληρωμένοι καλαμαράδες
προσαρμόζουν το κούφιο εκμαγείο
της δημοκρατίας
κι η πέμπτη φάλαγγα των δοσίλογων
ετοιμάζει εθνικές γιορτές και κόκκινα χαλιά
Τα μαύρα πουλιά έρχονται μες τη νύχτα
ξεσκίζουν το σεντόνι της σιωπής
κι η ποίηση ασώματη κεφαλή στριφογυρίζει
σαν πυξίδα με το βοριά χαμένο
ερείπια, πτώματα, αίμα
κέρδος, κέρδος, καίρδος, καίρδως κέρδως
θρυμματισμένα όνειρα, οι στίχοι αιμορραγούν
Αιμοσταγής βρικόλακας είναι η ιστορία
κι ετοιμάζει πάλι ματωμένο γάμο
Τα μαύρα πουλιά έρχονται
Μα όταν σφάζουν τα μαχαίρια
η καρδιά κτίζει εκδίκηση
αρχιμάστορες οι νεκροί κι οι μάρτυρες
και πλίνθοι μας οι μνήμες
Τα μαύρα πουλιά έρχονται
μα όσο σφάζουν τα μαχαίρια
το αίμα θεριεύει όρκο
Τα μαύρα πουλιά έρχονται
μα οι Δελφοί στέλνουν χρησμό
«Μάχαιραν έδωκαν μάχαιραν ας λάβουν,
ώσπου να γεμίσουν οι κοιλάδες αίμα
να κολυμπάει το βόδι ως τη μέση»
Τα μαύρα πουλιά έρχονται
μα οι φρυκτωρίες στέλνουν μήνυμα:
«Ζήτω η αντίσταση, η εξουσία στους λαούς»
Τα μαύρα πουλιά έρχονται
μα η ιστορία τους ετοιμάζει ματωμένο γάμο
Πως αλλιώς θα ξεγεννήσει το καινούργιο
αν στα βουνά δε μοσχοβολάει αντάρτικο;
Την δική μας μοίρα εμείς θα την ορίσουμε
Η δική μας μοίρα είναι ο ήλιος
που σηκώνουμε στην πλάτη μας,
είναι η γεύση της αλμύρας
στην άκρη των χειλιών μας,
κι ένα ηφαίστειο στο στήθος μας
που βρυχάται έκρηξη
να βάλει φωτιά στο πευκοδάσος
Όχι δεν θα περάσουν τα μαύρα πουλιά
δεν θα φωλιάσουν στα περήφανα βουνά μας
Εδώ μοσχοβολούν λάβα τα ηφαίστεια
και το όνειρο που καίει τα σωθικά μας
θα γίνει κραυγή να σχίσει τον αέρα
με το ψαλίδι του χελιδονιού
με τη φτερούγα γλάρου
Είμαστε εμείς μια μυρμηγκιά λαού
που χτίζουμε τον κόσμο
μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά με ηφαίστεια και λάβα
Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

Φθινοπωρινό τοπίο / Ποταμιάνος Γιάννης


=============
Φαιοπράσινες σκιές μες στην ομίχλη
οι νεραντζιές
Στέκουν όλες μαζί κι όμως μόνες
νυχταγκαλιασμένες της πόλης τη νοτιά
Στα πεζοδρόμια πέφτει η μελαγχολία
διακριτική σαν σιγανή βροχή
Γαριάζουν στον αέρα
τα ξεραμένα φύλλα της ακακίας
σαπίζουν στη βροχή
Κι οι ελπίδες μου
χάνονται μες τη σιωπή σου
Κι όπως δακρύζει η νύχτα
μελανοστάλακτες δροσοσταλίδες
κρέμονται
σκουλαρίκια στα φύλλα της ελιάς
ενώ στις σαβάνες των ονείρων μου
έρπουν σαρκοφάγοι
αίλουροι οι πόθοι
Στο πεζοδρόμιο ηδυπαθείς
πίνουν φιλήδονα το πρωτοβρόχι
οι νεραντζιές
κι εγώ διψασμένος προσμονή
αποζητώ τη φωνή σου
στης βροχής τον ψίθυρο
Έτσι που η ανάμνησή σου
αυθεντική και ζείδωρη
να ζυμώνεται στο στίχο μου
Μονότονες οι συγχορδίες της βροχής
Γι’ αυτό ακριβώς
και κρύβω τις λέξεις μου
ανάμεσα στις σταγόνες της
έτσι που να κρέμονται
σκουλαρίκια στα φύλλα της ελιάς
οι προσμονές
να λάμπουν όπως αστράκια φωτεινά
στης αστραπής το άναμμα
Συννεφιασμένος ουρανός στο βάθος
κι’ η απελπισία μεγάλη
Αχ πόσο αργεί για να ‘ρθει η άνοιξη
Με ψιχαλίζει το φθινόπωρο
ντροπαλή μελαγχολία
Κι όμως εγώ επιμένω
στα πρωτοβρόχια με έρωτα
Γιατί πως αλλιώς
θα γίνει ο πόθος άνοιξη
ν’ ανθίσει η ελπίδα;
Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Χιμαιρικός Νοέμβρης / Ποταμιάνος Γιάννης


======================
Κι όμως δεν υποτάχτηκα ακόμα
-------------------- επιμένω αγέρωχο καμπαναριό
Να στέλνω στον αέρα
πότε πένθιμες και πότε χαρούμενες
---------------------------- τις κωδωνοκρουσίες μου
Πρώτα
Ήχοι , ψαλμωδίες που με γαλούχησαν
κι ο Παπαβασίλης Βυζαντινό αηδόνι
-------------------------------------- που κελαηδούσε
------- απ’ τον άμβωνα το δωδέκατο ευαγγέλιο
Α ρε μνήμες παιδικές
-------------------------- θυσαυρισμένη νοσταλγία!
Κι ύστερα οι μεγάλες στιγμές
Κραυγές, συνθήματα, διαδηλώσεις
Κάτω η χούντα, δεν περνάει ο φασισμός
------------------------- Ψωμί, παιδεία, ελευθερία!
Η θύελλα κι ο φόβος
Κι η γλυκιά οσμή του αίματος
---------------------- που ανασύρεται απ’ το βυθό
και πάνω απ΄ όλα η άσβεστη αίσθηση
----------------- του χρέους και της αξιοπρέπειας
Α ρε ‘συ νιότη των άδολων αγώνων μου
------------------------------- των γηρατιών καμάρι!
Ο χρόνος ανεπίστρεπτος ποταμός
------------------------------ τσακίζει τα όνειρά μου
Κι όμως δεν υποτάχτηκα ακόμα
Όσο ο βυθός αναμοχλεύεται τα βράδια
-------------- και το όνειρο αντιστέκεται ζείδωρο
είμαι κοντά σας
-------------------- να τοξοβολώ τον εφησυχασμό
με λέξεις βουτηγμένες στο μαύρο αίμα
---------------------------------- της Λερναίας Ύδρας
Πως αλλιώς αφού θησαύρισα τα όνειρα
όσων τόλμησαν
-------------- να κοιτάξουν κατάματα την αδικία;
Κι αυτό το φαράγγι μαχαιριά
--------------- στο σώμα του γρανιτένιου βράχου
επιμένει ν’ αντιλαλεί τις κραυγές πόνου
αυτών που αντιστάθηκαν στα φουσάτα
-------------------------- περιφρονώντας το θάνατο
Όχι δεν υποτάχτηκα
Γι αυτό ακόμα και στην κάθοδο
-------------------------------- άσβεστη φωτοβολίδα
επιμένω να φωτίζω πολύχρωμο τον ουρανό
Πως αλλιώς αφού μέχρι να ξημερώσει
έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη
----------------------------- από όνειρα πολύχρωμα;
Μήνας Νοέμβρης από σήμερα
Μήνας χιμαιρικός,
της ουτοπίας, της νοσταλγίας
------------------------------ και της περηφάνιας μας
Ας τον καλωσορίσουμε λοιπόν
---- αναζητώντας στον κοραλλιογενή βυθό μας
τα μαργαριτάρια των αξιών
-------------------------- των νεανικών ονείρων μας
Αχ τι γλυκές που ‘ναι οι νύχτες του Νοέμβρη
---------------------- σαν έχεις αγώνες να θυμάσαι!

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Πανδημία / Γιάννης Ποταμιάνος

Πανδημία
========
Ασπρόμαυρη η μοναξιά περιφέρεται
----------------------- στους δρόμους της Πόλης
Η μελαγχολία πίσω απ’ τα τζάμια
------------------ αναμετρά της νύχτας τις σκιές
Ο μέγας τρόμος περιπολεί στους δρόμους
Κι εγώ βαδίζω ολομόναχος παραδομένος
--------------- στα πυρπολημένα δευτερόλεπτα
με σκοτεινό βλέμμα
--------------------------εσώκλειστης απόγνωσης
Κρυμμένη πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα
----------------------------- παραμονεύει η σιωπή
καθώς μαχαιροβγάλτης ύπουλος ο φόβος
---------- ακονίζει το μαχαίρι του στη μοναξιά
Στου φεγγαριού τη θλίψη λούζεται
---------------------------------------------- ο θάνατος
Κι ο Γαλαξίας παγερά αδιάφορος
---------------------------------- στριφογυρίζει αργά
----------------- τα διπλοκλειδωμένα μυστικά του
Κάποια αγάλματα κοιτάζουν απορημένα
----------------------------------τις έρημες πλατείες
Στη χοάνη του φόβου που καταβροχθίζει
--------------------------------------- τα μελλούμενα
------- οι άνθρωποι έχασαν τα πρόσωπά τους
Στην πανδημία η θαλπωρή της αγάπης
----------------------------------------- είναι ιαματική
Κι ελπίδα η αλληλεγγύη που μοιράζει
---------------- αναπνευστήρες στα νοσοκομεία
Οι γέροι με βαθιές εισπνοές θανάτου
------------------------------------------- αφυπνίζουν
το μέσα μας, κοιμισμένο από καιρό, Εμείς
Ελάτε να στήσουμε το έρκος
----------------------------------- των ασπίδων μας
Από μονοπάτια μυστικά
--------- ο Εφιάλτης οδηγεί τις ορδές θανάτου
Ευτυχώς που η Ιστορία είναι πανούργα
------------ και πάντα χαρίζει στήθος κι όνειρα
-------------- σ’ όσους γενναίους αντιστέκονται
31 Μαρτίου 2020
Γιάννης Ποταμιάνος

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Νοσταλγικό Νιοχώρι / Ποταμιάνος Γιάννης


=====================
Νοσταλγία μου εσύ που μυρίζεις
--------------------------- άνθη λεμονιάς,
ντυμένη της πασχαλιάς το μωβ
--------------- και της γαζίας το κίτρινο
Εσύ η μυρουδιά του σπληνάντερου
---------------- και του ζεστού ψωμιού
Εσύ η νύχτα με τις πυγολαμπίδες
---------------- και η λαλιά του γκιώνη
Εσύ καταμεσής του κάμπου
----- κι ο ασημένιος ποταμός
----------------------- που φιδοσέρνεται
Κατακαλόκαιρο
---- στη μέση του χωραφιού τ’ αλώνι
κι ο γίγας πλάτανος
------------------- που μάχεται τον ήλιο
έτσι που στον ίσκιο του
-------------- να ξανασαίνει ο ξωμάχος
Κατακαλόκαιρο
Ιδρωμένα μπράτσα ορειχάλκινα
----------------- δουλεύουνε την άρπη
για του χειμώνα το ψωμί
---------------- και τον χυλό της μάνας
Πίσω ξυπόλυτος
---- στο ζεστό χώμα του καλοκαιριού
Εξήντα χρόνια πίσω
ανάμεσα στου κήπου τ’ ασπραγκάθια
με τις ξόβεργες στημένες
------------ να παραμονεύω καρδερίνες
Εξήντα χρόνια πίσω
Στις νύχτες των παραμυθιών
------- με τις νεράιδες της γιαγιάς μου
Και τα μαύρα φουστάνια της τσιγκάνας
που μου ‘λεγε στην ‘ξώπορτα
---- τη μοίρα μου, για ένα ξεροκόμματο
Πίσω ολοταχώς
στα οικόπεδα με τις τσουκνίδες
---------------- και τους χωματόδρομους
στο χωριό μου των δύσκολων καιρών
------------------- και των αγνών ερώτων
στις μνήμες που μινυρίζουν τα πουλιά
---------------- και κελαηδούν τ’ αηδόνια
Νοσταλγία μου εσύ ανθάκι
--- της κρινόσπαρτης ακτής του Ιονίου,
καημέ της λιμνοθάλασσας
--------------------- των άγριων πουλιών
------------ και των ελεύθερων αλόγων
Εσύ η γεύση της αλμύρας
---------------------------- και του μόχθου
Εσύ ο κρυφός πόθος
-------- της μνήμης και της νοσταλγίας
Χωριό μου εσύ γενέθλιο ενδιαίτημα
των εφηβικών ονείρων
-------- και των αειθαλών μου πόθων
σε ψάχνω ανάβλυσμα μνήμης
------------------ στη ρωγμή του χρόνου
Μήτρα μου εσύ
------------- αλλά κι ανοιχτή πληγή μου
Αφού
Εσύ ο παράδεισος που διακορεύτηκε
------------------ απ’ το αδηφάγο κέρδος
Εσύ που μαχαιρώνεσαι αλύπητα
απ’ το υνί της λάγνας εκμετάλλευσης
Εσύ που πνίγεσαι
--------------------- απ’ τα φυτοφάρμακα
Εσύ που έχασες τα’ αρίφνητα
--------------------------------- πουλιά σου
---------------------- και τ’ άγρια ζώα σου
Χωριό μου
--- εσύ ο απολεσθείς παράδεισός μου
Η Ιθάκη που μου ‘κλεψαν
-------------------- ανάλγητοι μνηστήρες
Κι όμως σίγουρα αρκούν
------------- ένα κλαρίνο και μια πίπιζα
για να τρέχω νοσταλγός
στης μνήμης τα πράσινα λιβάδια σου
------------------------------- και ας πονάω
------------------------ 29 Μαρτίου 2019
----------------------- Γιάννης Ποταμιάνος

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Της βροχής το ξωτικό/ Γιάννης Ποταμιάνος

Της βροχής το ξωτικό
================
Πρώτα ήρθε το θυμωμένο σύννεφο
σκορπώντας παντού αστραπές
--------------------------------- και κεραυνούς
Έπειτα ήρθες εσύ
--------------- με τον άνεμο στα μαλλιά σου
Έπιασες το χέρι μου
----------------- και το σύννεφο έγινε βροχή
κύλισε ταπεινά στο δρόμο
-------------------- γλύφοντας τα πόδια σου
Γύρω μου οι σταγόνες της βροχής,
--------------- τα βρεγμένα δένδρα, ο αέρας
Κι εντός μου μια υποψία
------------------ να ροκανίζει το στήθος μου
Μπας κι είσαι της βροχής το ξωτικό;
Γιατί άραγε
με μια τελευταία βροντή αποχαιρετισμού
---- το σύννεφο ξεψύχησε στα πόδια σου;
Γιατί λάμπουν σαν διαμάντια
----- οι τελευταίες σταγόνες της βροχής
------------------------------- στα μαλλιά σου;
Τώρα το ξέρω
Όλα ήταν μια συνωμοσία του έρωτα
--------------- κι εσύ της βροχής το ξωτικό
Έτσι ακριβώς
αφού μια μέρα βροχερή
----------------------- σταμάτησες το χρόνο
Και κάθε που βρέχει
γυρνώ σαράντα χρόνια πίσω
στην οδό Σταδίου να σου κρατώ το χέρι
Η βροχή απόψε επιμένει
------ κι εγώ επιμένω να σε θυμάμαι
------------- ως την τελευταία σταγόνα της
Περιμένω να έρθεις
----- με τον άνεμο στα μαλλιά σου
------------- κι εγώ να σου κρατώ το χέρι
Ένας κεραυνός, μια αστραπή
------------------ ένα θυμωμένο σύννεφο,
---- ένα τρεμάμενο χέρι στη φούχτα μου
Ναι, εσύ είσαι της βροχής το ξωτικό
----- και η νοσταλγία μου απόψε
--------- αξίζει όσο ολόκληρη η ζωή μου

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Γιάννης Ποταμιάνος / Ταξιδιώτης του φωτός

Ταξιδιώτης του φωτός
====================
Πλαταίνει ο ορίζοντας
----------- καθώς το καράβι της ποίησης
οιακίζει πλησίστιο 
--------------- στης γλώσσας τον ωκεανό
Ο βιγλάτορας δεμένος στο κατάρτι
-------------------------- ανιχνεύει το βυθό
κι ακούει τους ανέμους
---------- να παίζουν φλάουτο
-------------------- στ’ αυτιά των κοχυλιών
Η γλώσσα είναι η θάλασσα
όπου το μυστήριο του βυθού αδελφώνει
---- με την απεραντοσύνη του ορίζοντα
έτσι που η αφωνία να είναι καρπερή
--------------- και να γεννοβολάει κάλος
Απ τις θαλασσινές σπηλιές η φώκια
στέλνει το μοιρολόγι της στον άνεμο
----------- για να κοινωνεί τη μοναξιά της
έτσι ακριβώς, γιατί η αγωνία του εγώ
με την κραυγή απαλύνεται
---------------- σε πληθυντική συναγωνία
Πως αλλιώς αφού
η συν-αίσθηση με το αλλότριο,
----- η συνομιλία με το ανείπωτο
-------------- κι η συνουσία με το ποθητό
θρυμματίζουν τα εγώ στις ψηφίδες τους
και τα αναδομούν
----- μειγνύοντας τα ψήγματά τους
--------- με την ελπίδα της αναγέννησης;
Η γλώσσα είναι έρημος
------- κι ο ποιητής ταξιδιώτης του φωτός
περπατάει στους κατοπτρισμούς της,
----- ξαγρυπνά στην αμφιλύκη της
-------------------- ψηλαφίζοντας τ’ αστέρια
τουτέστιν
διαχέεται στην απεραντοσύνη της
--------------- συνομιλώντας με το άρρητο
Η γλώσσα είναι έρημος
έτσι που καβάλα στο στίχο να πορεύεσαι
------------ διευρύνοντας και διερευνώντας
Η γλώσσα είναι έρημος
κι η ποίηση ένα ταξίδι στη απουσία της
--------- ψάχνοντας ελπίδα και συνεύρεση
Η γλώσσα είναι έρημος
----------- κι η μοναξιά ενδημικό πουλί της
που έχτισε φωλιά στο στήθος μου απόψε
--------- και κελαηδάει λυπητερό τραγούδι
------------------------

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Μοναξιά δωματίου / Ποταμιάνος Γιάννης


Ένα πρόσωπο μπρος στο παράθυρο
Απέναντι στο πάρκο η ζωή
-------------------------- καλλικέλαδη
Τα παιδιά παίζουν, οι φωνές τους
------------ αντιλαλούν χαρούμενες
Οι μητέρες στα παγκάκια άγρυπνες
-------- καμαρώνουν και προσέχουν
Ώρα πολλή τα κοιτώ, κουράστηκα
Ένα σύννεφο σκέπασε τον ήλιο
Οι πρώτες σταγόνες πέφτουν
------------------- το τζάμι θολώνει
Οι μητέρες με τα παιδιά φεύγουν
---------- το παιγνίδι μένει ατέλειωτο
Εγώ ακόμα μπρος στο παράθυρο
--------- κοιτάζω τ’ άδεια παγκάκια
Ώρες ατέλειωτες, το σύννεφο φεύγει
----------------------- ο ήλιος φεύγει
Ένας άστεγος έρχεται, ψάχνει
---------- στεγνό μέρος να κοιμηθεί
Τελικά φεύγει κι’ αυτός μες τη νύχτα
Έξω σκοτάδι
Εγώ ακόμα μπρος στο παράθυρο
Κοιτάζω τώρα το πρόσωπό μου
---------- να καθρεφτίζεται στο τζάμι
Η νύχτα έξω απλώνεται στην πόλη
-------------- κι αργεί να ξημερώσει

Καταμεσής του Ιουλίου / Ποταμιάνος Γιάννης



Τα λουλούδια
που φύτευα ολημερίς
ανθίζουν μες στον ύπνο μου
απόψε
Ανοίγουν
τα μεγάλα μάτια τους
και ψάχνουν στις σκιές μου

Αχ! αυτές οι μυρουδιές
που τραγουδούν τα γιασεμιά
χαϊδεύουν τα όνειρά μου
Αχ! αυτές οι γυναίκες
με τ’ αλαβάστρινα στήθη
χορεύουν ολονυχτίς
στα ξέφωτα του ύπνου μου

Όταν κάτω απ’ τ’ άστρα
στα καπούλια των ανέμων
καλπάζουν πολύχρωμες νεράιδες,
ξαπλώνουν οι πόθοι
στο μπαμπάκι τ’ ουρανού
και μυθεύουν όνειρα απατηλά.
Τότε εγώ μηρυκάζω
ονειρόψωμο
ορέγομαι θαλάσσιες αύρες
και ταξίδια
στις γραμμές των οριζόντων

Ολονυχτίς απόψε,
καταμεσής του Ιουλίου
κόβω τις φλέβες τ’ ουρανού
να κολυμπάει ο γλάρος
στις ματωμένες θάλασσες
Ολονυχτίς απόψε,
καταμεσής του Ιουλίου
στον αμνιακό μου σάκο
εμβρυακός
παραληρώ ζωή

Ένα κλωνάρι αμυγδαλιάς / Ποταμιάνος Γιάννης


===============

Το άσπρο φέτος μας μισεί
Λίγες λυμφατικές νιφάδες του χιονιού,
αρκούν για να γκρεμίσουν
----------- την αυτοκρατορία του ήλιου
Μες το καταχείμωνο ήρθε
-------------- κι ο καινούργιος χρόνος
κατάκοπος, μίζερος, στριφνός
-------------- σαν τρεμουλιάρης γέρος
Στο βάθος η άνοιξη ξεχασμένο όνειρο

Όμως εγώ κρατιέμαι ακόμα
καθώς τρελή η αμυγδαλιά
---------------- μοιράζει υποσχέσεις
Μεγάλη στο στήθος ταραχή
----- της μυγδαλιάς ο ανθισμένος κλώνος
βγήκε στους χειμωνιάτικους αέρηδες
--------------------- κραδαίνοντας
ελπίδα κι επιθυμία για ζωή
-------------- βαθύτερη απ’ το θάνατο

Ας μυρίζουν οι ξυλόσομπες
--------------- μιζέρια και απόγνωση,
το αρχέγονο ξύλο πάλι σώζει το λαό
------------------------- στη νυχτωδία
Ας τρέχει το αμέριμνο παιδί
------------------ σαν το μικρό ζαρκάδι
να ρουφάει στα πάρκα άπληστα
--------------------- τον βρώμικο αέρα
Ένα κλωνάρι μυγδαλιάς όμορφο
-------------------------- σαν νυφούλα
βγήκε σε χειμωνιάτικους αέρηδες
------------------- να τραγουδήσει ελπίδα

Η Ανάσταση (απόσπασμα) / Ποταμιάνος Γιάννης

Με την αγάπη αντέχω
την μοναξιά
Αντέχω τον θάνατο
Ξεδοντιάζω το χάρο
Και σαν ακολουθήσει
η μεγάλη έκρηξη
Θα ξετυλιχθούν τα κουβάρια των ονείρων
Ώστε η αγάπη μου
να γίνει ύπαρξη
Έτσι για να πάρουν τα όνειρά μου εκδίκηση
Περιμένω να γίνω φως
ανέσπερο
στις γειτονιές του κόσμου

Σ’ αυτή την πόλη / Ποταμιάνος Γιάννης


===========

Στη μεγάλη λεωφόρο βαδίζουν
------- όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος

Όλοι βλέπουν
τα ίδια δένδρα, τα ίδια πρόσωπα
---------------- τους ίδιους δρόμους
Σ’ αυτή την πόλη
ο καθένας έχει τ’ όνειρό του
------------------- κι όλοι μαζί το ίδιο
Ο καθένας ζει το δικό του εφιάλτη
----------------- κι’ όλοι μαζί τον ίδιο

2.
Σ’ αυτή την πόλη
----------- οι μυλόπετρες της μέρας
μας αλέθουν
όλους μαζί και τον καθένα μόνο του
Σ’ αυτή την πόλη
τα σκυλιά κι οι άνθρωποι
---------------- έχουν θλιμμένα μάτια
Σ’ αυτή την πόλη
------------- άνθρωποι και σκυλιά
--- ψάχνουν αποφάγια στα σκουπίδια
Σ’ αυτή την πόλη τη σκληρή
------------ αυτό που δίνεις παίρνεις
μοναξιά στη μοναξιά
-------- φτώχεια στη φτώχεια
------------------- θάνατο στο θάνατο

3.
Αυτή η πόλη πρέπει ν’ αλλάξει
Στη μεγάλη λεωφόρο πρέπει
------------------------ να βαδίσουμε
--------- όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος
με τα ίδια όνειρα γραμμένα
-------------------- στο μέτωπό μας
με τα ίδια συνθήματα
------------ γραμμένα στα πανό μας
Αυτή η πόλη σου επιστρέφει
-------------------------- ό,τι της δίνεις
αγάπα τη να σ’ αγαπήσει
-------------- κάψε τη για να σε κάψει
να φυτρώσουν στ’ αποκαΐδια της
---------------------------- λουλούδια
Αυτή η πόλη είσαι εσύ
------------- άλλαξε λοιπόν, ν’ αλλάξει
Βγες επιτέλους στη μεγάλη λεωφόρο
μ’ ένα όνειρο στο μέτωπο
------------------- έτοιμος για να καείς

4.
Σ’ αυτή την πόλη οι ήρωες είναι
----------------------- άνθρωποι απλοί
προχωρούν σκυφτοί στα σκοτεινά
----------------- του φόβου μονοπάτια
Ο ήρωες σ’ αυτή την πόλη
--------- φοβούνται αλλά προχωρούν
είναι πολλοί
------ μα δεν διστάζουν να γίνουν ένας

Σαν έρθουν οι καιροί
σ’ αυτή την πόλη οι άνθρωποι
------- γίνονται δέντρα, γίνονται δάσος
ριζωμένοι βαθιά στο χώμα
δρασκελούν πολλά χιλιόμετρα ιστορίας
----------------------------- σε μια νύχτα

Σαν έρθουν οι καιροί
Αυτοί που δεν έχουν τίποτα να χάσουν
------------------ θα δείξουνε το δρόμο
Αυτοί π’ αρνούνται τη ζωή
----------------------- που τους χαρίζουν
και διαλέγουν μόνοι το δρόμο τους
----------------------- και το θάνατό τους
Αυτών το μπόι, θα μετρήσει η ιστορία,
-------------- με τη μεζούρα των αιώνων

τα σύννεφα / Ποταμιάνος Γιάννης

Ολημερίς βλέπω τ’ άσπρα σύννεφα
να δολιχοδρομούν ράθυμα
----------------- για άλλους ουρανούς
Μόνο το ηλιοβασίλεμα
------ στέκονται λίγο στις βουνοκορφές
να κόψουν ένα μπουκέτο
------- κόκκινα τριαντάφυλλα
-------------- στο περιβόλι τ’ ουρανού
Τότε εγώ ουρανόπληχτος
-------------- τα βλέπω καθημαγμένα
Να λούζονται στο αίμα
--------- που άφησε η μέρα φεύγοντας
για να βλαστήσει στα όνειρα
------------------------ η εκδίκηση

Η νύχτα όμως έρχεται βαθύσκιωτη,
τα αλεξικέραυνα
------- παραμονεύουν στα καμπαναριά
Γι’ αυτό κι’ εγώ
τάζω στ’ άσπρα σύννεφα
---------------------- απάνεμο λιμάνι,
ένα κρεβάτι θολωτό με κόκκινο ουρανό
και σαν πέσει το σκοτάδι ύπνο βαθύ
------ ως το πρωί μ’ ονειρικό φεγγάρι

Τ’ άσπρα σύννεφα που φεύγουν
-------------------- δεν θα τα ξαναδώ
Γι’ αυτό πριν έρθει το πρωί τους στέλνω
---------------------- κορίτσι όμορφο
μ’ ένα μαντήλι αποχαιρετισμού
------------ και γλάστρες στο μπαλκόνι
Να χαιρετάει ώσπου να βγουν
---------------- στης μοίρας το ταξίδι

Τα χαιρετώ κι εγώ μαζί
------------ τα σύννεφα που φεύγουν
Γιατί
ακούω απ’ το βοριά να ‘ρχονται
----------------------------- καταιγίδες
που φέρνουν άλλα σύννεφα
---------------- τα σύννεφα της μέρας

Μεσάνυχτα και κάτι / Ποταμιάνος Γιάννης



Μεσάνυχτα και κάτι
το φεγγάρι μπήκε απ’ το παράθυρο
------------ και τον πήρε απ’ το χέρι
Αυτός άφησε το σώμα του
----------------- μέσα στις κουβέρτες
κι έφυγε για τον ουρανό πετώντας
-------- πάνω απ’ τις βουνοκορφές
Κανένας δεν κατάλαβε πως έλειπε
Η γυναίκα του τον αγκάλιασε
------------- κι έκανε έρωτα μαζί του
Το πρωί γύρισε κρατώντας
------------------ μες τη χούφτα του
ένα σμάρι αστέρια
------- περασμένα σε χρυσοκλωστή
Χώθηκε σιωπηλά
----- μες στο ακίνητο σώμα του
---------------------- κι αποκοιμήθηκε
Όταν ξύπνησε,
η γυναίκα του τον κρατούσε ακόμα
--------------------- στην αγκαλιά της

Ολημερίς
φορούσε στο μέρος της καρδιάς του
-------- μια χρυσοκλωστή μ’ αστέρια
και περίμενε να ‘ρθει το φεγγάρι
----------------- μεσάνυχτα και κάτι

Η μεγάλη Αγκαλιά / Ποταμιάνος Γιάννης




Μιλούσε για τα μεγάλα όνειρα
------------------ για τις μεγάλες ιδέες
για το επιτακτικό καθήκον...

για το βάρος του μέλλοντός μας
---------------- που συνθλίβει το παρόν
Μιλούσε
Και τα παιδιά έπαιζαν στο πάρκο
------------ με αφηνιασμένα ποδήλατα
σηκωμένα στην πίσω ρόδα τους
Μιλούσε για τα μεγάλα όνειρα
Όταν οι ανασφάλιστοι τεχνίτες
------------------ έκοβαν τα χέρια τους
και στα μάτια του τρεμόπαιζε
------------------------- η μέσα φλόγα
Μιλούσε και το ρέμα που κυλούσε
--------μινυρίζοντας στις πλατανόριζες
έδειχνε το μεγάλο δρόμο,
το αναπόφευκτο ταξίδι
----------------- για την αιώνια θάλασσα
με τα σιωπηλά τέρατα
--- και τους ανεξερεύνητους βυθούς της
Μιλούσε και το ρέμα τραγουδούσε
------------------------ το μεγάλο ταξίδι
για τη μεγάλη μητέρα των όντων
τη μεγάλη αγκαλιά των ποταμών
---------------------- και των ονείρων

Σύννεφο με νυφικό / Ποταμιάνος Γιάννης


=============
Το σύννεφο φορούσε άσπρο νυφικό
----- ήταν διάφανο όπως γυάλινο ενυδρείο
και μέσα του κολυμπούσαν 
---------------------------- όμορφα κορίτσια
γυμνά, με τον ήλιο ανάμεσα
--------------- στους ανοιχτούς μηρούς τους
Κι ο αέρας έφερνε τον εύοσμο οίστρο
--------------------------- της υγρασίας τους
Κι ορθώνονταν το φλογοδίαιτο ορμέφυτο
------------------- των νυμφόληπτων νεαρών

Ένας ψαλμός ανέβαινε ως τα ουράνια
------------- μακάριοι οι ιπτάμενοι άγγελοι,
------------------- μακάριοι κι οι νηφμόληπτοι
Ίσως αυτοί μυρίσουν τα λευκά στήθη
--------------------- μες τα διάφανα σεντόνια
Εκεί κοντά στο λυκαυγές
----- που τα χέρια ασυναίσθητα
-------------------------- ψάχνουν άλλα χέρια
τα σώματα άλλα σώματα,
----------------------- τα όνειρα άλλα όνειρα
Όταν ο βραχνός τζίτζικας τραγουδάει
------------------------- μόνο για το τραγούδι
κι ο πόθος γυρεύει απεγνωσμένα πόθο,
ίσως κι ο ξαγρυπνισμένος ποιητής βρίσκει
----- τον έρωτα στην άκρη της γραφίδας του
Κι όλα αυτά πριν το ξημέρωμα
----------- που ξυπνάει ο ανθρωποφύλακας,
αυτός ο ληξίαρχος των πόθων
----- που τακτοποιεί το χάος του βυθού
----------------------------- πριν την κάθε αυγή
Ποιος ξέρει; Ίσως ο έρωτας
----------------------- είναι μύστης των σκιών
φυτρώνει σε μέρη σκιερά κι απρόσιτα
όπως αγριολούλουδο στα κρημνά των βράχων
Εκεί ανθίζει και σκορπάει την ομορφιά του
να τη φοράει το άσπρο σύννεφο,
------ που ταξιδεύει στους γλαυκούς ορίζοντες
Έτσι για να κολυμπούν μέσα του,
όμορφα κορίτσια με ανοιχτούς μηρούς
-------------------- και μακροβούτια του βυθού

Διαρρήκτης της νύχτας / Ποταμιάνος Γιάννης

Διαρρήκτης της νύχτας
==================
Η εικόνα σου στο σεντούκι της μνήμης
-------- παλιώνει μαζί με τις επιθυμίες μου
που ξεχάστηκαν εκεί με τα υπόλοιπα 
----------------------------------- τιμαλφή μου
Κιτρίνισαν, οξειδώθηκαν
-------- παρέα με τα παλιά μου γράμματα
Με τον καιρό χάθηκε και το κλειδί
Μερικά βράδια της αγρύπνιας
------ ακούω τριξίματα και μακρινές φωνές
Κι ένα αεράκι νοιώθω να ‘ρχεται
------------ απ’ τη μεριά αυτή της κάμαρας
Φαίνεται πως έφτασε ο καιρός να ελέγξω
μήπως και κάποιο τρωκτικό μπήκε
----------------------------- στο συρτάρι μου
Αλλά φοβάμαι να το διαρρήξω
Ξέχασα τι φυλάω εκεί μέσα
--------------------- μαζί με την εικόνα σου
Ίσως παλιές ελπίδες που διαψεύστηκαν
Ίσως προδομένες ιδέες που μας έταξαν
---------- κόσμους ιδανικούς και δίκαιους
Μα πιο πολύ φοβάμαι ν’ αντικρίσω
------------------- στην παλιά φωτογραφία
τον ονειροπόλο νέο που σου κρατάει
---------------------- το χέρι κι ονειρεύεστε
Τι ν’ απαντήσω σ’ εκείνη
------------------ την λάμψη των ματιών μας
Προκρούστης ανελέητος ο χρόνος,
----------------------------------- των ονείρων
φοβάμαι τη διάψευση
--------------------- αυτών που αγαπήσαμε
Μα κάποιο βράδυ της αγρύπνιας
----------------------- διαρρήκτης των σκιών
ίσως σπάσω τη σκουριασμένη κλειδαριά
και στην άσβεστη σπίθα που σιγοκαίει
------------------------------ στο στήθος μου
ρίξω ιδέες και όνειρα και την
------------------ παλιά φωτογραφία μας
έτσι που να κορώσει ξανά η φλόγα της
------------- να μην πάει η ζωή μας στράφι
Γιάννης Ποταμιάνος

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.