Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαλίλ Γκιμπράν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαλίλ Γκιμπράν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Όταν η αγάπη σε καλεί / Χαλίλ Γκιμπράν


Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την,
μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά και απότομα.
Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου,
μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψέ την,
μόλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρα σου σαν το βοριά, που ερημώνει τον κήπο.

 
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει.
Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορυφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου, που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
έτσι κατεβαίνει και ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Πείτε μου, ώ άνθρωποι, πείτε μου

«Πείτε μου, ώ άνθρωποι, πείτε μου!

Ποιος από σας δε θα ξυπνούσε από τον ύπνο της ζωής

αν η αγάπη ψηλαφούσε το πνεύμα σας με τ΄ακροδάχτυλά της;

Ποιος από σας δε θα εγκατέλειπε τον πατέρα του και τη μητέρα του και το σπίτι του

αν τον καλούσε η κόρη που αγάπησε η καρδιά του;

Ποιος ανάμεσά σας δε θ΄αυλάκωνε τις θάλασσες,

δε θα διέσχιζε τις ερήμους,

δε θα δρασκέλιζε βουνά και λαγκάδια

για να φτάσει στη γυναίκα που διάλεξε η ψυχή του;

Ποιος νέος δε θ΄ακολουθούσε την καρδιά του ως την άκρη της γης

για ν΄ανασάνει τη γλύκα της ανάσας της αγαπημένης του,

να αισθανθεί το απαλό άγγιγμα των χεριών της,

να ευφρανθεί με τη μελωδία της φωνής της;

Ποιος άνδρας δε θα πρόσφερε θυσία την ψυχή του

αν ο καπνός της μπορούσε ν΄ανέβει σ΄ ένα θεό

που θ΄άκουγε την ικεσία του

και θ΄αποκρινόταν στην προσευχή του;»

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

οι υπνοβάτες

Στην πόλη που γεννήθηκα: μάνα και κόρη ζούσαν

στον ύπνο τους που, πότε πότε, νυχτοπερπατούσαν.

Μια νύχτα που ησυχία γλυκιά πλάνευε όλη την πλάση,
κόρη και μάνα, υπνοβατώντας,
ήρθαν κι οι δυο κάτου
και, στην ομίχλη που τον κήπο γύρω είχε σκεπάσει,
αντάμωσαν στον ύπνο, ως λεν' τ' αδέρφι του θανάτου.

Μίλησ' η μάνα:
«Ώ! Πιό φριχτός εχθρός μου, στους ανθρώπους,
Έσύ 'σαι που κατάστρεψες τη θαλλερή μου νιότη.

Τ' ανθί της ζωής σου λίπανες με τους δικούς μου κόπους.

Αν ανθρωπο εγώ σκότωνα, εσύ θα 'σουν η πρώτη».

Κι η κόρη:
«Ώ μισητή γυναίκα, γριά ξεκουτιασμένη,
π' ο εγωισμός σου, εμπόδιό μου, για κάθ' ελευθερία!

Που θέλεις τη ζωή μου ηχώ σου - ζωή, συ, μαραμένη.
Ας ήτανε να πέθαινες, να λήξει αυτή η ιστορία».

Κείνη την ώρα ξύπνησαν' λάλησε το κοκόρι.
Κι η μάνα αγκάλιασε την κόρη και της λέει γλυκά:
-Εσύ 'σαι, αγαπούλα μου;»
καί μ' όμοια γλύκα η κόρη: ..
-Ναι, εγώ, χρυσή μανούλα μου»,
και πάνε αγκαλιαστά.

................
O TΡΕΛΟΣ - Οι παραβολές και τα ποιήματά του
Μετάφραση :Στάυρος Μελισσηνός

η νύχτα και ο τρελλός

-Είµαι σαν εσέ, ω, Νύχτα, σκοτεινός και γυµνός·
περπατώ στο φλογοστρωµένο µονοπάτι
που είναι πάνου από τους οπτασιασµούς µου,
κι οποτεδήποτε το πόδι µου αγγίζει χώµα
µια γιγάντισσα Βαλανιδιά φυτρώνει.

-'Όχι, δεν είσαι σαν εµένα, ω, Τρελέ,
γιατί εσύ ακόµα πισωκοιτάζεις,
να δεις πόσο τρανό 'ναι τ' αχνάρι του ποδιου σου
π'αφηκες στην αµµο.

-Είµαι σαν εσέ, ω, Νύχτα, σιγηλός και βαθύς·
και στην καρδιά της µοναξιάς µου
πλαγιάζει µια Θεά, σε - γέννας µιας - κρεβάτι.
Και γι' αυτό που γεννιέται ο ουρανός αγγίζει την Κόλαση.

-'Όχι, δεν είσαι σαν εµένα, ω, Τρελέ,
γιατί εσύ φρικιάς ακόµα µπρος στον πόνο,
και το τραγούδι της άβυσσος τρόµους σου φέρνει.

-Είµαι σαν εσέ,ω, Νύχτα, άγριος και φοβερός·
γιατί στ' αφτιά µου µυρµηγκιάζουν
οι κραυγές εθνών κατακτηµένων
κι αναστενάγµατα λησµονηµένων τόπων.

-'Όχι, δεν είσαι σαν εµένα, ω, Τρελέ,
γιατί εσύ ακόµα παίρνεις τον µικρο-εαυτό σου, για σύντροφο,
και δεν µπορεις να φιλιώσεις µε τον τερατώδικο-εαυτό σου.

-Είµαι σαν εσέ, ω, Νύχτα, σκληρός κι απαίσιος'
γιατί τα στήθια µου πυρακτώνουνται
από φλεγόµενα καράβια στη θάλασσα,
και είναι µατοβαµµένα τα χείλια µου,
από αιµατα πολεµιστων σφαγµένων.

-'Όχι, δεν είσαι σαν εµένα, ω, Τρελέ'
γιατί η αποθυµιά για µια αδερφή ψυχή ακόµα σε δυναστεύει
κι εσύ δεν έχεις γίνει ακόµα αυτονόµος, για σένα.

-Είµαι σαν εσέ, ω, Νύχτα, χαρωπός κι ευτυχισµένος'
γιατί κείνος που κατοικεί στη σκιά µου
είναι τώρα µεθυσµένος µε παρθενικό κρασί, αγιοσύνης,
κι εκείνη που µε ακολουθει αµαρταίνει περίχαρα.

-'Όχι, δεν είσαι σαν εµένα, ω, Τρελέ,
γιατί η ψυχή σου διπλωµένη είναι, σ' εφτάδιπλα πέπλα,
και δεν κρατάς την καρδιά σου στο ιδιο σου το χέρι.

-Είµαι σαν εσέ, ω, Νύχτα, υποµονετικός κι όλο πάθος'
γιατί στα στήθια µου: µια χιλιάδα νεκροί εραστές,
είναι θαµµένοι - σαβανωµένοι µε φιλιά µαραµένα.

-Ναί, Τρελέ, είσαι σαν εµένα;
Είσαι σαν εµένα;
Και µπορεις εσύ να ιππέψεις την καταιγίδα σαν άτι,
και ν'αδράξεις τον κεραυνό σα σπαθί;

-Σαν εσέ, ω, Νύχτα, σαν εσέ, δυνατός κι αψηλός,
κι ο θρόνος µου είναι θεµελιωµένος πάνω σε σωρούς πεσµένων Θεων·
κι ακόµα, µπροστά µου διαβαίνουν οι µέρες
για να φιλήσουν τον ακρόγυρο του µανδύα µου,
µα ουδέποτε για ν' ατενίσουν το πρόσωπό µου.

-Είσαι σαν εµέ, παιδί της πιό σκοταδιασµένης καρδιάς µου;
Και σκέφτεσαι τις πιο ακαταδάµαστες σκέψεις µου
και µιλας τή γιγάντισσα γλώσσα µου;

-Ναι, είµαστε δίδυµα αδέρφια, ω, Νύχτα·
γιατί εσύ αποκαλύπτεις το διάστηµα
κι εγώ την ψυχή µου.

Δάκρυα και γέλιο

1. Να μου χάριζαν όλους τους θησαυρούς του κόσμου,δε θα'δινα σ'αντάλλαγμα το γέλιο της καρδιάς μου.Μήτε θα 'θελα , σπρωγμένος απ'την αγωνία μου , να χάσω τα δάκρυά μου, γιαμια άγονη ηρεμία .Κι ελπίζω , ολάκερη η ζωή μου πάνω στην γη τούτη να 'ναι δάκρυα και γέλιο.
Δάκρυα που εξαγνίζουν την καρδιά μου και φανερώνουν το μυστικό της ζωής και του μυστηρίου της .
Γέλιο που με φέρνει κοντά στους συνανθρώπους μου.
Δάκρυα που μ'ενώνουν με τους πονεμένους.
Γέλιο που συμβολίζει τη χαρά για την ίδια μου την ύπαρξη.
Χίλιες φορές καλύτερος ο θάνατος από ευτυχία παρά μια μάταιη ζωή γεμάτη απόγνωση .
Αιώνια να πεινω γι'αγάπη και για ομορφιά είναι ο κρυφός μου πόθος .Και ξέρω τώρα ότι εκείνοι που μόνο πλούτη κρατάνε είναι δυστυχισμένοι, μα εμένα τ'αναστενάγματα των εραστών πιότερο με γαληνεύουν κι από τη μελωδία της λύρας.
Όταν έρχεται η νύχτα το λουλούδι διπλώνει τα πεταλά του και κοιμάται με τον Έρωτα, και τηναυγή ανοίγει τα χείλη του για να δεχτεί του Ήλιου τα φιλιά , που κι αν μια στιγμή τον κρύβουν σύννεφα διαβατάρικα , γοργά όμως φεύγουν.
Η ζωή των λουλουδιών είναι ελπίδα κι ολοκλήρωση και ειρήνη.
Δάκρυα και Γέλιο.
Το νερό χάνεται κι υψώνεται και σύννεφα γίνεται πάνω απ'τους λόφους και τις κοιλάδες.
Κι όταν συναντά τ'αγέρι, πέφτει στούς αγρούς κι ενώνεται με το ρυάκι που κυλάει για τη θάλασσα, τραγουδώντας.
Η ζωή των σύννεφων είναι μια ζωή συναντήσεων.
Δάκρυα και Γέλιο.
'Ετσι το πνέυμα αποχωρίζεται το κορμί και προχωράει στον κόσμο της ύλης, περνώντας σαν σύννεφο πάνω από τις κοιλάδες της θλίψης και τους λόφους της ευτυχίας μέχρι που συναντά την αύρα του θανάτου και ξαναγυρίζει στο ξεκίνημά του, τον ατέλειωτο ωκεανό αγάπης και ομορφιάς που είναι ο Θεός .
 
2. Δημιουργία
 
 
Ο Θεός χώρισε ένα πνεύμα από τον εαυτό του , κι έπλασε μ'αυτό την ομορφιά . Την πλημμύρισε μ'όλες τις ευλογίες χάρης και καλοσύνης.
Της έδωσε την κούπα της ευτυχίας κι είπε:
"Mην πιείς από την κούπα τούτη, παρά μόνο αν ξεχάσεις το παρελθόν και το μέλλον , γιατί
η ευτυχία δεν είναι παρά η στιγμή ".
Και της έδωσε τη κούπα της θλίψης κι είπε :
"Να πιείς από την κούπα τούτη και θα καταλάβεις το νόημα των πρόσκαιρων στιγμών της χαράς της ζωής, γιατί
η θλίψη πάντα είναι περίσσια".
Κι ο Θεός της χάρισε μια αγάπη που θα την εγκατέλειπε για πάντα με τον πρώτο στεναγμό γήινης ικανοποίησης και μια γλύκα που θα 'φευγε με την πρώτη γνώση της κολακείας .
Και της έδωσε σοφία από τον ουρανό για να την οδηγήσει στο σωστό μονοπάτι , και τοποθέτησε στα βάθη της καρδιάς της ένα μάτι που βλέπει το αόρατο και δημιούργησε μέσα της αγάπη και καλοσύνη για όλα τα πράγματα ,Την έντυσε με φορέματα ελπίδας που οι άγγελοι του ουρανού είχαν υφάνει από τα χρώματα του ουράνιου τόξου,Και τη σκέπασε με τη
σκιά της σύγχισης , που είναι η αυγή της ζωής και του φωτός .
Έπειτα ο Θεός πήρε φωτιά από το καμίνι της οργής και καφτό άνεμο από τη έρημο της άγνοιας , και κοφτερή άμμο από την ακρογιαλιά του εγωισμού , και χώμα κάτω από τα πόδια των αιώνω , και τ'ανακάτωσε κι έφτιαξε τον Άνθρωπο .
Έδωσε στον Άνθρωπο μια τυφλή δύναμη που λυσσάει και τον σπρώχνει στην τρέλλα , που σβύνει μόνο με τη ικανοποίηση του πόθου, κι έβαλε μέσατου ζωή που έιναι το φάσμα του θανάτου.
Κι ο Θεός γέλασε κι έκλαψε .Ένοιωσε μεγάλη αγάπη και οίκτο για τον Άνθρωπο, και τον προστάτεψε κάτω από τις συμβουλές του.

Άμμος και Αφρός

Διαλέγουμ’ όλες τις χαρές μας και την κάθε θλίψη,
προτού, για να τις ζήσουμε, μας πέσουν, κάπου απ’ τα ύψη…

*

Ένας μοσότοιχος, και μόνο, τίποτ’ άλλο: η θλίψη,
που κήπους βλέπει ο άνθρωπος, σ’ όποια πλευρά του αν σκύψει…

*

Όταν να μεγαλώσ’ η λύπη σου ή η χαρά – λέει η μοίρα –
να γίνεται μικρότερος ο κόσμος, βλέπεις, γύρα…

*

Ο πόθος η μισή-ζωή, στου βίου μας την πορεία
και είναι μισός – θάνατος, η απλή αδιαφορία…

*

Αυτό, τη σημερνή μας λύπη πιο μικρή, που κάνει
της χτεσινής μας της χαράς η θύμιση-βοτάνι…

*

Μου λένε, «Ανάγκη τώρα να διαλέξεις
του κόσμου τούτου αν θέλεις τις χαρές
ή τ’ άλλου, που μια μόνη εκφράζει λέξις:
«γαλήνη», τώρα πες σε μας ποιες θες».

Γι’ απόκριση, να, ο λόγος ο δικός μου,
«Διάλεξα και τα δυο – με λίγο νου –
Ποθώ και τις χαρές αυτού του κόσμου
και τη γαλήνη θέλω τ’ αλλουνού.

Γιατί η καρδιά μου ξέρει ότι ένα ποίημα
έγραψεν ο Μεγάλος ο Ποιητής,
μα είναι ποίημα τέλειο και στη ρίμα
μα και στο μέτρο τέλειο – αποξαρχής –».

*

Η πίστη είναι μια όαση, μες στης καρδιάς τα βάθη,
που όποιος: του νου το καραβάνι πάρει – δέ θα μάθει…

*

Ψηλά, στο μπόι στου φτάνοντας, πέφτεις στ’ άφταστα εκείνα
το να ποθείς πόθο που σ’ άλλον πόθο θα σε βγάλει,
το να πεινάς μα μοναχά για πιο μεγάλη πείνα,
και να διψάς, για κάποια δίψα απείρως πιο μεγάλη…

*

Τα μυστικά σου αν μπιστευτείς, κάποτε, στον αγέρα
να μην τον ψέξεις που τα λέει, κι αυτός, στα δέντρα πέρα.

*

Άνοιξης λούλουδα: όνειρα που η χειμωνιά μας στέλνει
λόγια, που στα συμπόσια τους, αντάλλαζαν οι αγγέλοι.

*

Στο κρίνο είπ’ η νυφίτσα, «Δες γοργά
πως τρέχω και πηδώ πάνω στο χώμα,
αυτό που εσέν’ ακούνητο κρατά
και σε μποδά και να σουρθείς ακόμα».

Κι ο κρίνος στη νυφίτσα λέει, «Ω, εσύ,
στα θαυμαστά τα γοργοβήματά σου,
φόρτωσε, ευγένεια πόχεις περισσή,
και γρήγορα από μπρος μου, αν θέλεις χάσου».

*

Πληροφορίες καλύτερες, αν θες, για δρόμου αγώνες,
κάλλιο: λαγούς να μη ρωτήσεις – ρώτησε χελώνες…

*

Κάτι – σοφό – της φύσης λεν τα χείλη
– παράξενο – τα πλάσματα όλ’ αυτά,
χωρίς σπονδυλική, που ζούνε, στήλη,
να ’χουν καβούκια από τα πιο σκληρά…

*

Αυτός που φλυαρεί και πιο πολύ,
είναι λιγότερο έξυπνος· συνάμα:
στο ρήτορα και στον πληστηριαστή,
διαφορά: που υπάρχει; Σε ποιο πράμα;

*

Ευγνώμων νοιώθε πάντα εσύ, που δέ χρωστάς τη ζήση
στ’ όνομα του πατέρα σου, στου θειού σου τη διαθήκη,
μα πιότερο που ούτε κανείς μια ζήση δέ θα στήσει
στ’ όνομα και στα πλούτια σου, να τα ’χειρότερο δεκανίκι…

*

Ταχυδακτυλουργός ξεχνάει σ’ εμέ τα χρέη του όλα τ’ άλλα
και μόνο μου φωνάζει «βοήθεια» σαν χαθεί του η μπάλα…

*

Ο φθονερός, δεν ξέρει ο δόλιος, πως του φθόνου η χλεύη
ανυποψίαστά του επαίνους μου επιδαψιλεύει…

*

Στης μάνας σου, του κάθε ονείρου, χρόνια ήσουν τη σφαίρα,
ωσότου, για να σε γεννήσει, ξύπνησε μια μέρα…

*

Όλο το σπέρμα της φυλής πουλί που έχει φωλιάσει,
στη νοσταλγία, της μάνας σου, για τα παρθένα δάση…

*

Η μάνα κι ο πατέρας μου, παιδί
πόθησαν, κ’ έτσι γέννησαν εμένα.
Μα όποιος πατέρα, μάνα, λαχταρεί
τη νύχτα και τη θάλασσα έχει γέννα…

*

Απ’ τα παιδιά μας μερικά, δικαιολογία μας, μόνο…
Και τ’ άλλα είν’ η μετάνοια μας, για λίγο φως στο χρόνο…

*

Σαν έρθ’ η νύχτα και σε βρει στο νου σκοτεινιασμένο,
πλάγιασ’ εκούσια σκοτεινός και μείν’ εκεί στο χώμα.
Το χάραμα, αν συ σκοτεινός μένεις στα βάθη ακόμα
σήκω κ’ εκούσια, «σκοτεινός ακόμα είμαι» πες για αίνο.

Ανόητο να υποκρίνεσαι, στη νύχτα και στη μέρα.
Κι οι δυο τους, κοροϊδεύοντας, θέ να σε διώξουν πέρα.

*

Ομιχλοσκέπαστο κι αν είναι το βουνό
μικρό λοφάκι δεν μπορεί να γίνει.
Και βροχερό, η βελανιδιά, καιρό
δέ γίνεται μια ιτιά: που δάκρυα χύνει…

ο κήπος του προφήτη (απόσπασμα)


"Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα  που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ' τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους"...

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

To κάλεσμα του εραστή

Που είσαι αγαπημένη;
Μήπως σ’ εκείνο το μικρό παράδεισο,
να ποτίζεις τα λουλούδια που σε κοιτάνε
όπως τα βρέφη το στήθος της μάνας;

Ή μήπως στο δωμάτιό σου,
όπου ο βωμός της αρετής στήθηκε προς τιμή σου
και που σ’ αυτόν προσφέρεις θυσία
την ψυχή και την καρδιά μου;

Ή ανάμεσα στα βιβλία,
γυρεύοντας ανθρώπινη γνώση
ενώ είσαι γεμάτη ουράνια σοφία;

Ω συντρόφισσα της ψυχής μου, που είσαι;
Προσεύχεσαι στο ναό; Ή καλείς τη Φύση στο λιβάδι,
λιμάνι των ονείρων σου;

Είσαι στις καλύβες των φτωχών,
παρηγορώντας τους πονεμένους με τη γλύκα της ψυχής σου
και γεμίζοντας τα χέρια τους με τη γενναιοδωρία σου;

Είσαι το πνεύμα του Θεού παντού. Είσαι δυνατότερη απ’ τους αιώνες.
Θυμάσαι τη μέρα που συναντηθήκαμε,
όταν μας τύλιγε το φωτοστέφανο του πνεύματός σου;
Και πλανούνταν γύρω μας οι άγγελοι του Έρωτα δοξολογώντας τις πράξεις της ψυχής;

Θυμάσαι τα μονοπάτια και τα δάση που περπατούσαμε μ’ ενωμένα τα χέρια,
σφιχταγκαλιασμένοι σα να κρυβόμαστε μέσα στους ίδιους μας τους εαυτούς;
Θυμάσαι την ώρα που σ’ αποχαιρέτησα και το αγνό φιλί σου πάνω στα χείλη μου;

Εκείνο το φιλί που με δίδαξε ότι η ένωση χειλιών ερωτευμένων
φανερώνει ουράνια μυστικά ανέκφραστα απ’ τη γλώσσα.
Ήταν η εισαγωγή σ’ ένα μακρόσυρτο στεναγμό
σαν την ανάσα του Παντοδύναμου που έκανε άνθρωπο το χώμα.

Εκείνος ο στεναγμός μ’ οδήγησε στον πνευματικό κόσμο
δείχνοντάς μου τη δόξα της ψυχής μου.
Κι αιώνια εκεί θα μείνει μέχρι πάλι να ενωθούμε.

Θυμάμαι όταν με φίλαγες και με φίλαγες
και δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά σου
κι έλεγες: «Συχνά πρέπει να χωρίζονται τα γήινα σώματα
για γήινους σκοπούς και χώρια να ζουν ο κόσμος τ’ αναγκάζει.

Μα ο Έρωτας κρατάει στα χέρια του το πνεύμα ενωμένο
μέχρι να φτάσει ο θάνατος, να πάρει ενωμένες ψυχές.
Πήγαινε, αγαπημένε. Η Ζωή σε διάλεξε εκπρόσωπό της.

Υπάκουσέ την,
γιατί είναι η Ομορφιά που προσφέρει
στον πιστό της την κούπα της γλύκας της ζωής.
Όσο για τη δική μου αδειανή αγκαλιά,
η αγάπη σου θα ‘ναι η παρηγοριά μου.
Κι η θύμησή σου Αιώνιος Γάμος.»

Που είσαι τώρα, άλλε μου εαυτέ;
Είσαι ξύπνια μέσα στη σιωπή της νύχτας;
Ας σου φέρνει ο καθάριος άνεμος
τους χτύπους της καρδιάς μου κι όλη μου την αγάπη.

Χαϊδεύεις άραγε το πρόσωπό μου με τη θύμησή σου;
Η εικόνα δεν είναι πια σωστή,
γιατί η θλίψη έριξε τη σκιά της
στην άλλοτε χαρούμενη έκφρασή μου.

Τα δάκρυα μάραναν τα μάτια μου
που καθρέφτιζαν την ομορφιά σου
και ξέραναν τα χείλια που γλύκαινες με τα φιλιά σου.

Που είσαι αγαπημένη;
Ακούς το κλάμα μου πέρα απ’ τον ωκεανό;
Καταλαβαίνεις την ανάγκη μου;
Γνωρίζεις πόσο μεγάλη είναι η υπομονή μου;

Υπάρχει στον άνεμο κάποιο πνεύμα
για να σου φέρει την ανάσα της ετοιμοθάνατης νιότης μου;
Υπάρχει μυστική επικοινωνία ανάμεσα στους αγγέλους
για να σου φέρει το παράπονό μου;
Που είσαι, όμορφο αστέρι μου;

Το σκοτάδι της ζωής μ’ έριξε στην αγκαλιά του.
Η θλίψη με νίκησε.
Πάρε το χαμόγελό σου στον ουρανό.
Θα ‘ρθει και θα με ζωντανέψει!
Ανάσανε την ευωδιά σου στον άνεμο!
Θα με στηρίξει!

Που είσαι, αγαπημένη;
Ω, πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη!
Και πόσο μικρός εγώ!

ο τρελλός

Με ρώτησες πώς έγινα τρελός. Να πώς:
Μιαν αυγή, καιρό πολύ πριν γεννηθούνε άμετροι θεοί, ξύπνησα από ένα λήθαργο κι είδα πως μου είχαν κλέψει όλες τις μάσκες μου -τις εφτά μάσκες που είχα δημιουργήσει κι είχα φορέσει σ' εφτά ζωές.
΄Ετρεξα τότε ακάλυπτος στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους φωνάζοντας: "Κλέφτες, κλέφτες, καταραμένοι κλέφτες!"
Πολλοί άντρες και γυναίκες με περιγέλασαν, κι άλλοι έτρεξαν φοβισμένοι στα σπίτια τους.
Σαν έφτασα στην αγορά, ένας νέος πάνω από μια στέγη φώναξε:
"Είναι τρελός!". Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω. Τότε, για πρώτη φορά, ο ήλιος φίλησε το γυμνό πρόσωπό μου και η ψυχή μου γέμισε αγάπη για τον ήλιο, κι απ΄τη στιγμή εκείνη δεν ήθελα πια τις μάσκες μου. Και εκστασιασμένος φώναξα: " Ευλογημένοι, ευλογημένοι εκείνοι που έκλεψαν τις μάσκες μου!"
΄Ετσι έγινα τρελός.
Και μέσα στην τρέλα μου βρήκα και τα δυο: λευτεριά και σιγουριά. Τη λευτεριά της μοναξιάς και τη σιγουριά πως δεν με καταλαβαίνουν. Γιατί αυτοί που μας καταλαβαίνουν κάτι υποδουλώνουν μέσα μας..
Αλλά, ας μην είμαι και τόσο περήφανος για τη σιγουριά μου. Κι ένας κλέφτης ακόμα, όταν είναι φυλακισμένος, είναι προφυλαγμένος από έναν άλλον κλέφτη.

Για τα παιδιά

Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.
Δημιουργούνται διαμέσου εσένα, αλλά όχι από σένα
Κι αν και βρίσκονται μαζί σου, δε σου ανήκουν.
Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου, αλλά όχι τις σκέψεις σου
Αφού ιδέες έχουν δικές τους.
Μπορείς να δίνεις μια στέγη στο σώμα τους, αλλά όχι και στις ψυχές τους
Αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο
που εσύ δεν πρόκειται να επισκεφτείς ούτε και στα όνειρά σου.
Μπορείς να προσπαθήσεις να τους μοιάσεις
αλλά μη γυρέψεις να τα κάνεις σαν εσένα
Αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χτες
Είσαι το τόξο από το οποίο τα παιδιά σου
ωσάν ζωντανά βέλη ξεκινάνε για να πάνε μπροστά.
Ο τοξότης βλέπει το ίχνος της τροχιάς προς το άπειρο
και κομπάζει ότι με τη δύναμή του
τα βέλη του μπορούν να πάνε γρήγορα και μακριά.
Άς χαροποιεί τον τοξοτή ο κομπασμός του
Αφού ακόμα κι αν αγαπάει το βέλος που πετάει
έτσι αγαπά και το βέλος που μένει στάσιμο.”

η αγάπη ...

Tότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.

Και με φωνή μεγάλη είπε:

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ' όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,

Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.

Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει.

Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.

Σε αλέθει για να σε λευκάνει.

Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.

Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,

Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα 'πρεπε να λες: "Ο Θεός είναι στην καρδιά μου", αλλά μάλλον "Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού".

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.

Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.

Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά

Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

Αποφθέγματα Khalil Gibran

  • Πιότερο αγαπητό το επιθυμητό από το αποχτημένο.
  •  Η επιθυμία είναι το μισό της ζωής. Η αδιαφορία είναι το μισό του θανάτου.
  •  Γενναιοδωρία είναι να δίνεις περισσότερα από αυτά που μπορείς. Υπερηφάνεια είναι να παίρνεις λιγότερα από αυτά που χρειάζεσαι.
  •  Όποιος δεν ξέρει και δεν ξέρει πως δεν ξέρει, είναι τρελός, απόφυγε τον.
    Όποιος δεν ξέρει και ξέρει πως δεν ξέρει, είναι παιδί, μόρφωσέ το.
    Όποιος ξέρει και δεν ξέρει πως ξέρει, κοιμάται, ξύπνα τον.
    Όποιος ξέρει και ξέρει πως ξέρει, είναι σοφός, ακολούθησε τον.

Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν

Ο Γκιμπράν Χαλίλ Γκιμπράν (αραβικά: جبران خليل جبران‎ ​), ή Χαλίλ Γκιμπράν, ή «ο άνθρωπος από τον Λίβανο», όπως είναι γνωστός στο παγκόσμιο κοινό, υπήρξε ποιητής, φιλόσοφος και καλλιτέχνης. Γεννήθηκε στον Λίβανο στις 6 Ιανουαρίου του 1883, σύμφωνα με το πιστοποιητικό της γέννησής του, καταχωρημένο στο Μπσαρί της σημερινής Δημοκρατίας του Λιβάνου, στις πλαγιές του Ουάντι Καντίσα. Τα εκατομμύρια των αραβόφωνων λαών που γνωρίζουν τα κείμενά του, τον θεωρούν διάνοια της εποχής του.
Η φήμη και η επίδρασή του, όμως, απλώθηκαν πέρα από την Εγγύς Ανατολή. Η ποίησή του μεταφράστηκε σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Τα σχέδια και οι πίνακές του εκτέθηκαν σε πολλές πρωτεύουσες του κόσμου. Ο Αύγουστος Ροντέν, ο δάσκαλός του, τα συνέκρινε με εκείνα του Γουΐλιαμ Μπλέικ. Εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα τελευταία χρόνια της ζωής του άρχισε να γράφει στην αγγλική γλώσσα. Ο Προφήτης, το γνωστότερο ίσως, μαζί με τα έργα του, που εκδόθηκαν με τα μυστικιστικά του σχέδια, αγαπήθηκαν από αναρίθμητους αναγνώστες, που βρίσκουν μέσα τους μια έκφραση των βαθύτερων συλλήψεων της καρδιάς και του νου. Στις 22 Αυγούστου του 1931, ο Γκιμπράν πέθανε στην ηλικία των 48 ετών σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, από κίρρωση του ήπατος. Η σορός του μεταφέρθηκε τον Ιούλιο του 1931 για να ταφεί σύμφωνα με τη θέλησή του στο Μπσαρί, την ιδιαίτερη πατρίδα του.


Έργα γραμμένα στην Αραβική:
  • Επαναστατημένα Πνεύματα (1908)
  • Σπασμένα Φτερά (1912)
  • Δάκρυ και Χαμόγελο (1914)
  • Η Λιτανεία (1918)
Έργα γραμμένα στην Αγγλική
  • Ο Τρελός (1918)
  • Ο Πρόδρομος (1920)
  • Ο Προφήτης (1923)
  • Άμμος και Αφρός (1926)
  • Ιησούς ο Γιος του Ανθρώπου (1928)
Έργα που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του:
  • Οι Θεοί της Γης (1931)
  • Ο Περιπλανώμενος (1932)
  • Ο Κήπος του Προφήτη (1933)
  • Ο Λάζαρος κι ο Αγαπημένος του (1933)
Συνθέσεις κειμένων του όπως το Σκέψεις και Διαλογισμοί εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, όπως και αρκετά πεζοτράγουδα, ποιητικά και λογοτεχνικά κείμενα σε διάφορους τίτλους.

Η ψυχή μου μου μίλησε

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με βεβαίωσε
Ότι δεν είμαι πιο ψηλός από τον πυγμαίο
Ούτε πιο κοντός από τον γίγαντα...
Πριν από αυτή τη μέρα έβλεπα την ανθρωπότητα
Σαν δυο ανθρώπους,
Τον ένα αδύναμο που τον κορόιδευα ή τον λυπόμουν
Και τον άλλο ισχυρό που είτε τον ακολουθούσα
Ή του αντιστεκόμουν επαναστατικά
Αλλά τώρα ξέρω ότι πλάστηκα από την ίδια σκόνη
Που πλάστηκαν όλοι οι άνθρωποι,
Ότι τα στοιχεία μου είναι τα στοιχεία τους
Κι ο εσωτερικός μου εαυτός είναι ίδιος με το δικό τους.
Ο αγώνας μου είναι ο αγώνας τους και το προσκύνημά τους το δικό μου.
Αν οι άλλοι κάνουν παραβάσεις κι εγώ είμαι παραβάτης,
Αν καλοπράττουν, τότε κι εγώ μετέχω στην καλή τους πράξη.
Όταν υψώνονται, υψώνομαι κι εγώ μαζί τους
Αν ξεμένουν πίσω κι εγώ μαζί τους, συνοδός τους.

Η ψυχή μου με ορμήνεψε και με δίδαξε να βλέπω πως το φως
Που κουβαλάω, δεν είναι δικό μου φως,
Ότι το τραγούδι μου δεν πλάστηκε μέσα σε μένα
Γιατί, αν και ταξιδεύω με το φως, εγώ δεν είμαι το φως
Και αν είμαι το λαούτο δεμένο με χορδές,
Εγώ δεν είμαι ο λαουτιέρης.

Η ψυχή μου με ορμήνεψε, αδελφέ μου, και με φώτισε.
Και συχνά η ψυχή σου σε ορμήνεψε και σένα και σε φώτισε.
Διότι εσύ είσαι σαν και μένα και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσά μας,
Μόνον που εγώ μιλώ για όσα είναι μέσα μου
Με λόγια που άκουσα στη σιωπή μου
Κι εσύ φυλάς όλα όσα είναι μέσα σου
Κι η φύλαξη σου αυτή έχει αξία
Τόση όση κι η δική μου πολλή ομιλία.

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Αυτογνωσία



Και κάποιος άντρας είπε, Μίλησέ μας για την Αυτογνωσία.

Κι εκείνος απάντησε λέγοντας:

Οι καρδιές σας γνωρίζουν σιωπηλά τα μυστικά των ημερών και των νυχτών.
Αλλά τ' αφτιά σας διψούν για τον ήχο της γνώσης της καρδιάς σας.
Θέλετε να γνωρίσετε με λόγια αυτό που γνωρίζετε από πάντα στη σκέψη.
Θέλετε ν' αγγίξετε με τα δάχτυλά σας το γυμνό σώμα των ονείρων σας.
Και είναι καλό που το θέλετε.
Το κρυφό πηγάδι της ψυχής σας πρέπει να αναβλύσει και να τρέξει κελαρύζοντας προς τη θάλασσα.

Και ο θησαυρός του άπειρου βάθους σας πρέπει να αποκαλυφθεί στα μάτια σας.
Δεν πρέπει όμως να υπάρχουν ζυγαριές για να ζυγίζουν τον άγνωστο θησαυρό σας. Και μη μετράτε τα βάθη της γνώσης σας με το βυθομετρικό κοντάρι ή το σχοινί.
Γιατί ο εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη.
Μη λέτε, «Βρήκα την αλήθεια», αλλά να λέτε, «Βρήκα μιαν αλήθεια».
Μη λέτε, «Βρήκα το μονοπάτι της ψυχής», αλλά να λέτε, «Συνάντησα την ψυχή που περπατούσε στο μονοπάτι μου».
Γιατί η ψυχή περπατά πάνω σ' όλα τα μονοπάτια.
Η ψυχή δεν περπατά πάνω σε μια γραμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι.
Η ψυχή ξεδιπλώνεται, όπως ο λωτός με τα αναρίθμητα πέταλα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.