Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

Οι φυλακές / Παπασταθόπουλος Γεώργιος

                                

 

                      Κάθε πρωί κρεμάς από το πρέκι,  

                            στο παραθύρι σου χρυσόπλεχτο κλουβί,  

                            ενώ τ’ αηδόνι αρχίζει να σου πλέκει  

                            ερωτικά τη μουσική του διατριβή!  

 

                            Επάνω στην ποδιά μια γλάστρα στέκει,  

                            ροδοσυλλέκτης με τα χρώματα μαβί,  

                            που φόρεσε για να συμπαραστέκει  

                            σ’ αυτό τ’ αηδόνι με την τύχη τη ζαβή!  

 

                            Κι εγώ απ’ το δικό μου παραθύρι  

                            επάνω στο περβάζι μου έχω γύρει  

                            και στο καφασωτό σου που εστιάζω  

 

                            σε βλέπω και μου φάνηκες θλιμμένη,  

                            λες κι είσαι της ζωής φυλακισμένη  

                            και μένω ενεός και αναστενάζω!  

ΤΟΥ ΧΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ / Σταυραετός / Β.Α

 

 
Στη ροή και στη δίνη του χαμού και του πόθου
της ημέρας της νύχτας τιποτένιοι μικροί
με περήφανο βήμα σε ψευτόφωτα γνόφου
το μηδέν λιτανεύουν οι ενζώως  νεκροί.
 
Πανηγύρια των κύκλων και σβησμένες εικόνες
σε ανιστόρητη στέγη σε μια στέγη γιαπί
που διαβήκανε γέροι μπαλωμένοι αιώνες
στου κλαρίνου τον ήχο με τα πώς τα γιατί.
 
Του ανέμου τα δίκαια παίρνουν ότι απομένει
από γλέντι από ήχο από γέλιο απαλό
και η λήθη πλανεύτρα παραπίσω προσμένει
μια σβησμένη ευλογία για να πάει στο καλό.
 
Και σκιρτάνε οι μέρες  σ’ αμαρτίας κρεβάτια
μ’ εραστές διεστραμένους οιστρηλάτες καιρών
σ’ ολοσκότεινα μέσα ασοφίας παλάτια
των κυκνίων ασμάτων των κυκνίων χορών.
 
                                                         Β.Α.

Ματωμένος έλεγχος -Ποίημα : Πρεσβυτέρα Καλυψώ Δημητριάδη

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

EΠΑΓΓΕΛΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑ / Μουζάκης Δημήτρης


Της παίρνω από τα χέρια το παιδί κι
εκείνο αρχίζει να κλαίει.
Λογικό, σκέφτομαι
το παιδί θέλει τη μάνα του
και της το ξαναδίνω.
Ύστερα κοιτάζω τα παπούτσια μου.
Μέσα τους είναι τα πόδια μου
κάλτσες ιδρωμένες.
Ευτυχώς, σκέφτομαι
όταν το παιδί μας κοιμηθεί
θα μου τις πλύνει.
Όσο για τις πατούσες μου
θα ξεμυρίσουνε κι αυτές
κάνοντας ποδόλουτρο
μέσα στον ιδρώτα της.

Οι φρουροί της νύχτας και του έρωτα στα δυτικά / Σύρμος Αχιλλέας

 

Αυτός ο απροσδιόριστος σπαραγμός
που αντηχεί μακάβρια
νύχτα καλοκαιριού
από το βάθος της πόλης
στα τσιμεντένια τοιχώματα των πολυκατοικιών
είναι οι γάτες που μαλώνουν
όλο έξαψη
για έρωτα
και οι νεκροί στρατιώτες
στα Συμμαχικά Κοιμητήρια
του Ζέιτενλικ
που για έρωτα
δεν πρόλαβαν
να μαλώσουν
πολύ

Ξέρει τι κάνει / Τούλιος Δημήτρης


Ξέρει τι κάνει:
Βυθίζεται στις θάλασσες,
στο πολύ διαφανές
για να πάρει όλα τα ονόματα,
και να βαφτίσει το χάος με το ανώνυμο γράμμα που του ταιριάζει.
Δε θα μιλήσει πάλι ποτέ με ήχους,
επτασφράγιστο το στόμα του, το ρέον.
Όχι από πείσμα σφίγγει τους σιαγόνες του, μα από αιωνιότητας απόφαση.
Στα ύστερα χρόνια που κανείς δεν θα τον θυμάται,
καθώς κι εκείνος δεν θα γνωρίζει κανέναν,
θ’ αναδυθεί πάλι από τη θάλασσα
γεμάτος ονόματα στα μάτια του: πέτρα, άμμος, ψάρι,
χέρι, χείλια, μαλλιά…
Κι ύστερα πάλι: σπίτι, μπαλκόνι, παράθυρο, τζάμι, γυαλί, χαρτί, φιλί, χάδι, αγάπη, χάος…

Άνθη Θεομητορικού Έρωτος 4

"Κάνει κρύο απόψε" - Ποίημα : Σοφία Κιόρογλου

Πειρασμοί - Ιερ. Ευφρόσυνος Σαββαΐτης

ΟΤΑΝ ΨΗΛΑ / Σταυραετός / Β.Α

 


 
Ανάφεγγα κινήσαμε για του καϋμού τις ράχες
φεγγάρια είχαμε χρυσά στην παιδική ψυχή μας
ιριδοστάλες του ουρανού οι σκέψεις μας οι βλάχες
δεμένη στο ηλιόφωτο και πάμφωτη η ζωή μας.
 
Σ’ αστρονυχτίες είχαμε κουβέντα με τα ουράνια
μ’ αστρόσπαρτα διαμαντικά τοπάζια και ζαφείρια
για τις αγάπες φτιάχναμε πολύτιμα γιορτάνια
στου Κένταυρου στου Ωρίωνα ψηλά τα παραθύρια.
 
Θροές ήταν η τέρψη μας γρύλων ωδή η χαρά μας
του γκιώνη αδελφοκάλεσμα ψυχής ιερό ήταν δέος
κι άνοιγε η φύση τ’ άδολα παρθενικά φτερά μας
τη φαντασία στόλιζε πέπλος ένας νυμφαίος.
 
Όταν ψηλά … μα χαμερπή τον άνθρωπο τον κάνει
της πολιτείας σκοτεινή παθών επιθυμία
και προτιμάει σκοταδισμό αντί για φως να βάνει
κι αντί για φύσης λευτεριά πολίτεια αθυμία.
 
Κάθε που φεύγει ο Αύγουστος κι έρχεται χινοπόρι
την ένοχη των χειμαδιών βαλίτσα μου ετοιμάζω
πάει καιρός που λάλησε μετάνοιας αλεκτόρι
του αστού τώρα τα ψεύτικα τα άδικα σπουδάζω.
 
Και με εικόνες άψυχες τις χειμωνιές περνάω
χιονονυφάδας  χάθηκε παλιό το παραμύθι
μόνο με νου ένα μυστικό στ’ ανάραχα γυρνάω
στο μυθολόγημα ως να μπει το τελευταίο επιμύθι.
 
                                                                 Β.Α.

Η αρπαγή της Ελένης / Αλεξανδρής Γιώργος

                

Κουρασμένος κράχτης στο κάστρο ο ήλιος
κι αμίλητος οδοιπόρος σε πεδιάδες και λόφους,

συντροφεύει νεκρούς που δεν πρόλαβαν να δούνε
καβαλάρη τη νιότη στη ζωή τους να καλπάζει
παρά γιοί του πολέμου να φιλούνε της Τροίας  το χώμα.

Της Ελένης ετούτη η δόλια και άτιμη αρπαγή,
την τιμή μας λερώνει, στη γενιά μας φέρνει ντροπή
και για να είμαστε της δόξας αναφορά και λατρεία
στάχτη η Τροία  του Πάρη να γίνει , να ισοπεδωθεί,

ίσκιος από πέτρα μη μείνει και τ' όνομα να σβηστεί.

Πολεμάρχες τρανοί, Βασιλιάδες, της φυλής Αρχηγοί,
κληρονόμοι των λαών και κτήτορες αξιών και συμβόλων,
του πολέμου τη δίψα  στην υπεροχή αρματώνουν,
σημαία τη μορφή της Ελένης σηκώνουν και φτάνουν
σε θάλασσες ανοιχτές και χώρες των μύθων μακρινές.

Κούρσεψαν κάστρα και οχυρά, διαγούμισαν πολιτείες
περήφανοι στην εισβολή και στη λεηλασία ανδρείοι,
η κατοχή και η δούλωση σκοπός και ελευθερία,
με την Ελένη αφορμή και την κατάκτηση αιτία,

να 'ναι το δίκαιο του ισχυρού αποδοχή και  συμφωνία.

Ήρωες και ιδέες, στοιχειώθηκαν εκεί χωρίς  γυρισμό,
στους κάμπους φύτρωναν δέντρα ψηλά και στάχυα ξανθά,
στα λιμάνια σφύριζαν καράβια κι έσμιγαν λαοί  νικητές
και μόνο ο ήλιος, θλιμμένος βιγλάτορας σ’ ανατολή  και δύση,
μαρτύραγε  τις κρυφές συμμαχίες για αρπαγές και εισβολές.

                        Γιώργος  Αλεξανδρής

Εκείνη / Παπασταθόπουλος Γεώργιος

                            

 

                           Εκείνη, που με ζει και με πεθαίνει  

                           είναι φωτιά και μ’ έχει αποτεφρώσει!  

                           Άλλοτε την αγάπη της πληθαίνει  

                           και άλλοτε μπορεί να με πετρώσει!  

 

                           Αυτή την κάθε ημέρα μου εξυφαίνει,  

                           με ανασταίνει για να με σταυρώσει  

                           κι εκεί που τη ζωή μου ομορφαίνει,  

                           αυταρχική μπορεί να της δεσπόσει!  

 

                           Βαριόμοιρος σε χέρια γυναικεία  

                           έκανα την αγάπη μου θρησκεία,  

                           γι αυτό και τ’ αλλοπρόσαλλα παθαίνω  

 

                           κι αλαφιασμένος τρέχω σαν ελάφι,  

                           προτού να πάει η ζωή μου στράφι  

                           και τελικά, δύο φορές πεθαίνω!  

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Γιώργος Βλάχος : Ποίημα

 


ΑΝΑΓΚΗ ΟΥΡΑΝΟΥ / Λαμπράκου Ασημίνα


.
στο μεταξύ ανωνύμου οστού και ισχίου
ποταμός
κι Άτλας
μ' αριστερό στο βάρος βάδισμα
και γερτό τον ώμο
στο βλέφαρο
η έγνοια του κόσμου όλου
η άλλη
μελισσούλα στην περιφέρεια του θολωτού
οι πέριξ
- στις όχθες από άμυνα -
ισχυρίστηκαν θροΐσματα κι
αιφνίδιους ίσκιους στα σκοτεινά
μόνον ο σκύλος διέκρινε
φωνήματα ξωτικών στ' αφτιά του
κι ας σιγούσε ο άνεμος
τα φύλλα υψώνονταν
αντίστροφα
στο εντός του ποταμού
ψάρια φωσφορίζοντα
επιμέριζαν το σκοτάδι
σαν αντήχηση της σιωπής
Ουρανός δεν ευρέθη
ξέμεινε αγνώστου κρύπτης
ώς το επόμενο ποίημα

Να προσέχεις το βλέμμα / Γρηγορία Πελεκούδα

 Να προσέχεις το βλέμμα

περισσότερο από τα λόγια
όταν κάτι αόριστο σπινθηρίζει
στα μάτια του σε εμπνέουν
μέσα τους να χαθείς
κι αλαφιάζουν τα νέφη
στου χαμού το κενό.
Σ΄ένα σύμπαν κρύβονται οι λέξεις
και τα μάτια μου μέσα στα μάτια της
εγκλωβίστηκαν στην έκσταση
στο πιο βαθύ κοίταγμα
στα πιο απόκρυφα τοπία
της μοναξιά της.
Δεν ήταν μπλε ούτε πράσινα
είχαν το χρώμα της καταχνιάς
κι όλος ο κόσμος είχε πιαστεί
σ΄ένα ιστό, σ΄ένα ταξίδι
που ποτέ δεν έκαναν
ν΄αγγίξουν το βάθος τ΄ουρανού
εμένα με αιχμαλώτισαν.
Σ΄ένα κρεσέντο έντασης
στην ξαστεριά της μνήμης
φωνή έλα να κεντήσουμε τη νύχτα
που έρχεται πάνω στο φως
να μας τραβήξει
από τα κάτω που έρχεται
να στροβιλίσουμε στους ώμους
των μύδρων.
Γρηγορία Πελεκούδα

ΕΠΊΚΛΗΣΗ ΣΤΟ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΆΡΙ / Παρασκευόπουλος Γιάννης


φεγγάρι αυγουστιατικο
φώτισε την ψυχή μου
να ενωθώ τη θάλασσα
να λουσω το κορμί μου
με μυστικά θαλασσινα
απ του βυθού τα βάθη
τόσο μυσταγωγικα
που άλλος δεν θα μάθει
μόνο αυτός που βρήκε το δρόμο
ακολουθώντας το φεγγάρι
και κοινωνησε τη θάλασσα
τον Αύγουστο

ΑΓΑΠΗ / Χριστοφίδης Τίτος (ποιητής από την Κύπρο)


Περιπλανιέσε άφωτος
ανήμπορος μυστήρια να ξεκλειδώσεις
όταν αδυνατείς να εννοήσεις θαύμα υπαρκτό
με πάθος, φαντασία ενίοτε και γνώση.
Σε προϋπάρχουσα ζωή
την ώρα κρίσης και καταποντισμού
αθόρυβα ο μίσχος
σωτήρας μεσολαβητής με θύελλα αγάπης
στη λάβα άπλετου αισθήματος
έσωσε άνθη απροστάτευτα από καταστροφή
την πλήρη εξαφάνιση των λουλουδιών
πρόσφερε στήριγμα με την προέκταση από κλαδί.
Και στον αντίποδα απόγνωσης
σκληρός ογκόλιθος χωρίς θανατηφόρο τέλος
χωρίς την αίσθηση ότι ζωή
σημαίνει μία ιαχή αντίλαλος
στο πέρασμα της αγωνίας φαραγγιού
χωρίς απαίτηση συνεύρεσης
ορμή ανάγκη συνουσίας
για διαιώνιση του είδους
επέλεξε την απομίμηση μορφής
πήρε λατρευτικό και άψογο το σχήμα
να προσποιείται η πέτρα ανέραστη καρδιά και νου.
Ακαταμάχητη θα είναι είπε
εις τους θαλασσινούς τριγμούς
ανίκητη στην αιχμηρή του βέλους μύτη
θριαμβική ανάκλαση της ηδονής.
Αγάπη όμως πρώτα είναι
αέναη συναλλαγή στην ευφροσύνη
το σωστικό συναίσθημα να πάλλεται
κίνητρο μυροφόρο διέλευσης
στην πέραν του ορίζοντα μη ορατή
μα υπαρκτή μελωδική ακτή.

ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΤΟΥ Σ'ΕΡΩΤΕΥΤΩ ΗΜΟΥΝΑ ΚΙΟΝΑΣ / Φάβιος Τάκης

 

. -----------------------------------------------------
.
. Του Τάκη Φάβιου
. ------------------------------
.
. To σώμα σου
.
. Η υγρασία των χειλιών μου
΄
. Και όλα τα διάκενα των άστρων σου ,σε αδημονία
.
.
. Για το αν υπήρχαν ανάμεσα μας σύνορα
.
. Σε είπα "Ενδοχώρα"
. Ανέμελη κι αέναη μου αιώρα !
.
. Καθώς βυθιζόμουν στα άδυτα των αναμονών σου
. Κι εκείνα τα σκιρτήματα των κοραλλιών
.
. Παράκτια της αρχαίας σου Κορίνθου
. Γυμνός,στις όχθες των πιο μύχιων στεναγμών σου
. &
.
. Γιατί , προτού σ'ερωτευτώ ήμουνα κίονας
. Μπορεί και ραγισμένος αμφορέας
. Στις φλόγες μιας ρομφαίας
.
. Εγώ, ο "Εν οίδα ότι ουδέν δεν είδα"
. Κι εσύ μια Αλκυονίδα
.
. Μια ξανθή Νεφέλη
Ισως και κάποια Ελλη
.
. Που μέσα μου ανατέλλει...
.
Οποτε κι όπου θέλει...
.
.
. Με τις φιλήδονες χειρονομίες
. Των ανδριάντων του ναού της
. Να αξιώνεται τη χάρη
. Του από μηχανής Θεού της
.
. Και το απυρόβλητο του πάθους της
.
.
. Από τη γη μου, ως την άβυσσο
.
. Από τον Αδη ως τον Παράδεισο
.
. Εκεί, στων άχρονων λυγμών της
. Και σύγκορμων σπασμών της
. Το Αιγαίο Δωδεκάνησο ...

# η δική μου Παναγιά # / Θεοδοσιάδη Σοφία


Τούτη είναι η δική μου Παναγιά..μια "έννοια" που στέκεται στο πιο ψηλό το
βάθρο..μα παίρνει σάρκα και οστά..γίνεται γήινη και αιωρείται ανάμεσά μας..
Τούτη είναι η δική μου Παναγιά.. γαλακτοτροφούσα..υπεράνω θρησκευτικών και εκκλησιαστικών στενοτήτων ..μεγαλόκαρδη συγχωρούσα..ελπιδοφόρα..παρηγορούσα ..ζεστή αγκαλιά..βλέμμα παγκόσμιο..
Τούτη είναι η δικιά μου Παναγιά..η νόνα μου ..η μάνα μου..η μάνα..η χάρη της ..το αόρατο χέρι της..η αναγκαία επίκληση του νου μας..το σημείο αναφοράς μας..η προστασία της ψυχής μας..
Μια γιορτή.....για την ''εικόνα''της μάνας του Χριστού...που η αγάπη είναι ....που τη μετατρέπει σε εικόνα παντοτινής στοργής, η αγάπη είναι που την καθιστά απόλυτο σύμβολο της αιώνιας μάνας...χωρίς στολίδια και πλουμίδια..ταπεινά..ευλαβικά.....
# σκέψεις της πίστης μου # - Σοφίας Θεοδοσιάδη

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ / Πηλαβάκη Δέσπω (Ποιήτρια από την Κύπρο)

 

Ολημερίς θρηνολογώ
και νύκτες με τ´αστέρια,
που έμεινες Αμμόχωστος
στων άπιστων τα χέρια.
Βασίλισσα των πόλεων,
χωσμένη μες στην άμμο,
μνημόσυνο σου τάζουνε,
μα εγώ δεν θα σου κάνω.
Το αίμα το Ελληνικό
πώς να σου αλλάξουν
τούτα τα άγρια θεριά
που ´ρθαν να σε σπαράξουν;
Βαρώσι, πόλη φάντασμα,
κόρη μου Ελληνίδα,
είδα του κόσμου ομορφιές,
μα σαν εσέ δεν είδα.
Βάσανο είσαι της ψυχής
πανέμορφη μου κόρη,
περήφανη και ας φορείς
του σκλάβου πανωφόρι.
ΔΕΣΠΩ ΠΗΛΑΒΑΚΗ

ΣΤΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΜΟΥ / Μασμανίδης Ιωάννης


Σὲ μιά σιωπὴ γεμάτη
μὲ τὴ σιωπή σου
ἐμπλουτισμὸ σημαίνει ἡ ἀπουσία σου
ἡ τρυφερὴ σιγὴ τοῦ μολυβιοῦ μου τὸ ξέρει καλὰ
σὰν μαρμαρυγή- ἀντανάκλαση στὸ γκρίζο τοῦ λυκόφωτος
χνωτίζει τὴν ἀποκόλληση τῶν χειλιῶν σου
ἀπὸ τὰ δικὰ μου
Στὸν πόνο τῆς θύμησης ἔτσι
νὰ ἀντέχει ὁ ἀποχωρισμὸς
νὰ μπορεῖ νὰ χαμογελᾶ λίγο
νὰ ἀγγίζει τὶς χορδὲς τοῦ κεμεντζέ στὸ ποντιακὸ μοιρολόι μου
στὸ ἀσύνορο τῶν ματιῶν σου
νὰ μὴν βυθίζει ἀτίθασες σταγόνες
δακρύων μου πάλι
Στὴν ἐνύπνια διαδρομὴ μου
φυλαγμένο τὸ θαῦμα κρατῶ στὴν ἄδεια ἄβυσσο τοῦ Τίποτα
ἡ ἀπουσία ἀσύνορη ἐπώνυμη ἀνατέλει
ἐν ἀγάπῃ ἀγάπης
τί ἐστὶ διττότητα
ἑνότητα τῆς οὐσίας καὶ τῆς ὕπαρξής μας
νιώθω τώρα
Δὲν ἦταν δίψα αὐτὸ ποὺ σβήστηκε
γιατί δέν σβήστηκε ὄχι ὄχι
αὐτὸ πού συνετελέσθη συμμετοχὴ ἦταν
καμίνευση ὅλων τῶν περιττῶν
ποὺ πρὶν ζοῦσα
τώρα
τὸ μέλλον χωρεῖ στὸ παρελθὸν
σὰν ἐν ἐνυπνίῳ πραγματικότητα
ἡ δίψα σου- προσδοκία μιᾶς ἀλήθειας
μέσα στὴ θύμηση θύμηση ἠχεῖ
Ὦ ἡ ἀπουσία
τὸ ἀσύνορο ρεῦμα ποὺ στὸ τέρμα στὸ χῶμα
ὁδηγεῖ
στὴν ποίηση ξεφεύγω σὲ γέφυρα τανυσμένη
μήπως πεταχτεῖ ἀπὸ κάπου ἡ λύτρωση
ἡ ἄρση τοῦ θανάτου πιὸ ἀργὰ κι ἀπ’ τὸ ἀργὰ
ἁλυσίδες ὅμως κουβαλῶ φυλαγμένες γιὰ κεῖνο τὸ θαῦμα
κι ὁ κεμεντζές σὰν ἀντιγύρισμα τῆς φωνῆς σου
ἄσυλο ζητάει στὴν ἀγάπη
ἀφήνει καυτὰ κάρβουνα ἀξεθέρμιστα
Ἄν τὸν σπάσω
σὲ κείνη τὴ θλίψη τοῦ κενοῦ
Πῶς

Αν θέλετε / Κεστρινού Γεωργιάννα

Χωρίς να είναι άψογος

διάβαζε
«ότι η ψυχή, κατεξοχήν και
καταρχήν, είναι αυτό
που δίνει κίνηση»

Ερειπωμένες πεθυμιές κι η
παυσπερμία των ατόμων
είναι μια ασφάλεια
σχετική

Αν θέλετε με έναν ήχο
ανάρμοστο και τελειωτικό
θυμίστε μου πως
είμαι άνθρωπος

Αν θέλετε να λυπηθούμε
τα άψογα λόγια των γραφιάδιων
ξεριζώστε τις εικόνες

Ίσως, αυτό που έφταιγε
ήταν πως ελπίσαμε
Ίσως η παρακμή να γεννήθηκε
αργά.

Αφέντρα και Κυρά / Αλεξανδρής Γιώργος

 



 

Κόκκινα γραμμένα χείλη,
φλογάτα σύννεφα στο δείλι,
μήλα ρόδια και σταφύλι,
να τα κοιτώ,
να τα ποθώ,
να τα φιλώ.

Μαύρα μάτια ζωγραφιά,
παιχνίδι ίσκιος αντηλιά,
γλύκασμα μάγια και γητειά,
να απορώ,
να λαχταρώ,
να ‘μολογώ.

Πρόσωπο γλυκό φεγγάρι,
χρώμα γέλιο και δοξάρι,
άστρο θα ‘ρθει να σε πάρει,
να καρτερώ,
να ξενυχτώ,
να διακονώ.

Έλα αφέντρα και κυρά,
δρόμοι παράθυρα ανοιχτά,
όνειρα   έρωτας χαρά,
να σε καλώ,
να σε θωρώ,
να σε χαρώ.

Γιώργος Αλεξανδρής

«ΣΜΥΡΝΗ… Ακόμη καπνίζεις στην καρδιά μου: Ο ΜΠΟΓΟΣ»

 

  (Μονόπρακτο/Μονόλογος/Δραματοποιημένο)
  Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ 2021 ΕΤΕΠΚ – Θεατρικό

**(Απόσπασμα)**
(Γουρλώνει τα μάτια της, η Εριφύλη, αγριεμένη)

Από τη μια μας πετσοκόψανε οι Τσέτες, από την άλληνε μας προδώσανε οι «φίλοι» μας, οι τάχατες «φίλοι» μας, οι διπλωμάτες, οι ξένοι, οι δικοί μας,  ούλοι, ούλοι, ούλοι ανάθεμά τους!

(Μιλάει δυνατά με κραυγή)

Ποιος μωρέ ήθελε ζωντανή τη Σμύρνη; Ποιος ήτονε αυτός και ποιος είναι; Να ‘ρθει να μου το πει! Να ‘ρθείτε, σαν τον έβρετε, να μου τονε δείξετε για να τον φτύσω κατάμουτρα και να τον ρωτήξω και εγώ. Να τον ορκίσω στα παιδιά του, στη μάνα του, στα κόκκαλα του πατέρα του που 'μείνανε ξώδρομα παρατημένα στ' αποκαΐδια πάνω και καταμεσίς. Εκεί θα τον ρωτήξω εγώ και θα τον ορκίσω μπροστά στη φωτογραφία των γονιών του που θα τον κοιτάζουνε και θα του λένε κατάματα: «Πες μόνο την αλήθεια! Μόνο! Γι αυτό σε μεγαλώσαμε, παιδί μου. Να λες την αλήθεια και τίποτις άλλο. Ακούς! Και τίποτις άλλο! Μόνο αλήθειες θα λες… Μόνο… για να ‘χεις την ευκή μας!» Και την ώρα που θα μου απαντεί θα του τρυπώ τα μάτια του με τα δικά μου και θα βλέπω την καρδιά και την ψυχή του. Ναι! Θα τονε ετρυπώ και θα τονε βλέπω στα κατάβαθά του την ώρα ‘κείνη... σαν μου απαντεί!

(Επανέρχεται αλλά πάντα αγριεμένη)

Ναι, κι οι δικοί μας! Και τώρα δε μας θέλουνε στον τόπο μας, που τον ελένε τόπο τους, λες και πατρίδα είναι μόνο αυτό που πατούμε και όχι κι αυτό που νιώθουμε στα σπλάχνα μας! Στη καρδιά μας. Η καρδιά παίζει και η ψυχή χορεύει στο σκοπό του νιωσίματος τούτου! Ελληνικά μιλάμε μωρέ… Ελληνικά! Πόσοι φύγαμε από δω και πήγαμε ‘κει! Μας μέτρησε κανείς; Και τώρα; Που να πάμε; Εδώ μας φέρανε με το έτσι θέλω. Με το «έτσι θέλω αυτοί», με το «έτσι θέλαμε εμείς»… πάντως με το «έτσι». Οι δρόμοι κλειστοί. Από τους καβαλάρηδες, από το στρατό τους, από τους σκοτωμένους μας. Σωροί… σωροί ολάκεροι. Σφαγμένοι πίσω από τοίχους, στα κατώφλια, στις εκκλησιές. Και ‘μεις να τρέχουμε, να τρέχουμε, να τρέχουμε στους μαχαλάδες με τα παιδιά στα χέρια, με το βάρος στους ώμους. Να κατηφορίζουμε μπας και φτάναμε προς στις βάρκες. Τι να κάναμε άλλο; Που να πηγαίναμε; Στους δρόμους μέσα σου λέω, στις αυλές, στα χαλάσματα. Εκεί μας σέρνανε γυμνούς, λερωμένους, μισούς σου λέω. Μισούς μας αφήνανε μπροστά στα μάτια των παιδιών. Των δικών μας παιδιών, των άλλων παιδιών. Μπροστά στα παιδιά! Οργώσανε τις παιδικές ψυχούλες, μωρέ, με μαχαίρια και πιστόλια! Με βιασμούς! Αχ, να ‘ξερες τι έχουνε δει τούτα δω τα μάτια… Να ‘ξερες! Πόσα κορμιά καμένα, πόσα άλλα παιδιά ανάσκελα καταμεσής στις κάμαρες, πόσα δάχτυλα κομμένα δίχως τα μαλαματικά και τις βέρες τους, πόσα στόματα σφαγμένα, σκισμένα ίσαμε το λαιμό και σαν κοίταγες μέσα τους λείπανε τα δόντια μπας και βρίσκονταν ανάμεσά τους κανένα χρυσαφένιο ή αργυρό. Και φλόγες, παντού φλόγες και αποκαΐδια. Πρώτα στην αρμένικη περιοχή, μετά στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου, μετά στην αρμένικη εκκλησία, στη συνοικία των Μεγάλων Ταβερνών, στη συνοικία της Αγοράς, στις συνοικίες Άη Νικόλα, Ελ-μάς σοκάκ, Άγιος Δημήτριος. Και τρέχανε άνθρωποι κατατρεγμένοι μπροστά, στο πλάι ζωντανά παιδιά μικρά, χαμένα κι άχαστα, καβαλάρηδες με γιαταγάνια να ανεμίζουνε, λες κι είμαστε το εικοσιένα με τις φουστανέλες, κόβοντας τον αέρα και ξανακόβοντάς τον. Μια, δυο, χίλιες δυο φορές. Κι ύστερα σταματήσανε να κόβουνε τον αέρα και κόβανε κορμιά. Τα κορμιά που τρέχανε, που πέφτανε, τα ανήμπορα να πορπατήσουνε. Που σερνόντουσαν με τις κοιλιές, να πάνε που, Θεέ μου; Και ‘κείνοι κόβανε σα θεριστές τον Αύγουστο. Κόβανε κεφάλια και τα ρίχνανε στο λάκκο κι αφήνανε τα κορμιά μας να σπαρταράνε… να αναζητάνε λύτρωση από την κόλαση και το κατάκομα. Κι όποιος κοίταζε, όποιος τα ζηγε γυρνάγανε τα μάτια του και τρελαινότανε. Και δώστου να τρέχουνε τα παιδιά, οι μανάδες, οι πατεράδες, οι ξυπόλητοι και μισόγυμνοι φαντάροι που τους κυνηγήσανε και τους πήρανε στο κατόπιν οι Τούρκοι σαν ξομείνανε οι δικοί μας μόνοι κι έρημοι εκεί που τους είχανε ξαποστείλει να πάρουνε τι; Αλήθεια τι, Παναγία μου; Και οι άλλοι οι Τουρκαλάδες, οι Τσέτες… Αλήθεια, που βρεθήκανε τόσοι λυσσασμένοι κακούργοι; Τόσους φυλακισμένους είχανε; Πιο πολλοί ήτονε τα αποβράσματα πίσω από τα σίδερα παρά οι καλοί όξω στη κοινωνία! Άγριοι, αλλόκοτοι, ένα κομμάτι κρέας. Τι κρέας! Το κρέας τρώγεται. Το βλέπεις ωραίο μπρός σου, μοσχοβολάει, το καμαρώνεις. Εκείνοι ήτονε διψασμένοι και χρόνια άφαγοι και πεινασμένοι για αίμα, για σάρκες, για ανάσες, για ζωές, για μαλάματα…  κόβανε, κόβανε κόβανε, ξεκοιλιάζανε! Κόβανε και παίρνανε ότι βρίσκανε. Ότι γυάλιζε. Και ξοπίσω οι φλόγες, και στα πλάγια οι φλόγες, και μπροστά οι φλόγες. Στάχτη και μπούρμπερη παντού. Παντού συμφορά μαύρη! Μαύρη και κόκκινη. Και ροδοβολητό. Ποιος να σώσει ποιόνε! Γι’ αυτούς όλοι είμαστε ή “γκιαούρηδες’’ ή χριστιανοί. Τρέχαμε, τρέχαμε του σκοτωμού στην κυριολεξία. Και μας πέφτανε πίσω μας πράματα που ποιος γνοιαζότανε και αφήναμε πίσω μας ανθρώπους που για ‘κείνους γνοιαζόμαστε αλλά…! Ακόμα και από αγκαλιά μιας μάνας γλίστρησε το παιδί που κράταγε κι έπεσε στη θάλασσα σαν ήντουσαν στη βάρκα για το καράβι κι ανέβηκε η θλιμμένη στο πλοίο μόνο με την πάνα δίχως το… (σηκώνει απεγνωσμένα τα χέρια και το κεφάλι). Δεν το χωράει ο νους, Χριστέ μου! Και κει μας σέρνανε και δω μας τραβάνε. Εκεί μας σκοτώνανε κι εδώ μας φτύνουνε. Το λοιπόν;


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Δημήτρης Κολιδάκης γεννήθηκε στην Πετρούπολη τής Αθήνας με καταβολές από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Ναυπηγική και Διοίκηση Επιχειρήσεων, ενώ μελέτησε Ελληνικό Πολιτισμό μέσω του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Έχει εκδώσει βιβλία: Ποίηση, Μυθιστόρημα, Διήγημα, Θεατρικό κείμενο δραματοποιημένο. Λογοτεχνικά και ποιητικά έργα του έχουν διακριθεί και βραβευτεί σε Πανελλήνιους και Διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.