Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαννόπουλος Περικλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαννόπουλος Περικλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Ελληνική γραμμή (απόσπασμα)

ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ
Βάσις τῆς Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς εἶναι ἡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ. Κάθε Γῆ πλάττει τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Ἑαυτῆς. Θέλει τὸν ἄνθρωπόν της, ὅπως τὸ φυτόν της καὶ τὸ ζῷον της, ἐκδηλωτήν της. Κάθε Γῆς ἄνθρωπος εἶναι μόνον τὸ ὄργανον τῆς ἐκδηλώσεως Αὐτῆς. Ἡμεῖς, ἀπό της προϊστορικῆς ἡμῶν ἐμφανίσεως, αὐτὴν ἐξωτερικεύομεν δι᾿ ὅλων ἡμῶν τῶν κινήσεων, αὐτὴν ἀπεικονίζομεν δι᾿ ὅλων ἡμῶν τῶν ἐκδηλώσεων, εἴτε συναισθητῶν, εἴτε ἀσυναισθήτων. Πρώτη λοιπὸν κίνησις, πρὸς ζήτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς, εἶναι ἡ κίνησις πρὸς τὴν Γῆν. Καὶ πρῶτον βῆμα πρὸς αἴσθησιν, νόησιν τῆς Γῆς, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀπορρεύσῃ σαφὴς ἡ Αἰσθητική, εἶναι ὁ ἐνατενισμὸς Αὐτῆς, χιλιάδας χιλιάδων ὡρῶν. Μελετῶντες τὴν Γῆν καὶ ψυχολογοῦντες ἑαυτούς, βλέπομεν ὅτι πᾶσα ἐν Αὐτῇ ὑπάρχουσα ὡραιότης καὶ εὐγένεια ἐνυπάρχει καὶ ἐν ἡμῖν. Ὁμοίως πλασμένοι, ὁμοούσιοι, παρομοίας ἔχομεν καὶ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις. Τὴν Ἑλληνικήν μας Φύσιν ἔχοντες ὁδηγόν, ὡς θεότητα λατρεύοντες Αὐτήν, πιστεύοντες εἰς Αὐτὴν καὶ εἰς τὴν φύσιν ἡμῶν, τηροῦντες τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην, ἀνεμποδίστως δὲ καὶ ὑπερηφάνως ἐκφράζοντες τὸν ἔσω καὶ ἔξω κόσμον ἡμῶν, ἐκφράζομεν καὶ ζωγραφίζομεν εἰς τὴν Ἀνθρωπότητα τὴν τελείαν Ὡραιότητα καὶ Εὐγένειαν τοῦ εἴδους ἡμῶν.
1
Ζητῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κάθε ζωγράφου, γλύπτου, ἀρχιτέκτονος καὶ λογίου καὶ ποιητοῦ καὶ μουσικοῦ ἀκόμη, παντὸς καλλιτεχνοῦντος, φιλοτεχνοῦντος, παντὸς καλαισθήτου ἀνθρώπου διὰ τὰς γραμμὰς αὐτάς. Διότι, ἐάν, καθὼς πιστεύω, ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὀρθή, ὅσον ὀρθὴ ἡ βάσις τὴν ὁποίαν θέτω, ὅταν ἀναλυθῇ καὶ μελετηθῇ παρ᾿ ὅλων ἡμῶν καθ᾿ ὅλας του τὰς λεπτομερείας τὸ τιθέμενον ἐδῶ ζήτημα, δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ τεθῇ ἀπὸ τώρα ἡ θεμελιώδης καὶ ἀδιάσειστος βάσις διὰ τὰς Ἑλληνικὰς Τέχνας τοῦ κάθε σήμερον καὶ τοῦ κάθε αὔριον καὶ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία πρὸς κανονισμὸν τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐπωάζεται καὶ ὁ ὁποῖος μοιραίως θὰ δημιουργηθῇ.
Βεβαίως ἡ σειρὰ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς θὰ εἶχε τὸν τόπον της, ὄχι μόνον μετὰ τὴν ἐντελῆ ζήτησιν τῆς τωρινῆς ζωγραφικῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ζήτησιν τῆς Γλυπτικῆς καὶ τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς καὶ τῆς Φιλολογίας, ὅτε θὰ ἐφαίνοντο ἀρκετὰ γεγονότα, δεικνύοντα τὴν βαθυτάτην ἡμῶν διαφορὰν ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμον τὸν ἀρκετώτατα δεικνύοντα τὴν ἐντελῆ ἀποτυχίαν τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐμβολιασμῶν ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς. Ἀλλὰ βλέπων τὴν πραγματικὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἀρχὴν τάσεως πρὸς τὸν ἑλληνικὸν κόσμον, τὸ ἐκδηλωθὲν ἐνδιαφέρον διὰ τὰς τοιαύτας ζητήσεις, δίδω τὰς πρώτας ἰδέας εἰς τὴν μελετητικὴν διάθεσιν τοῦ καθενός. Καὶ διὰ τοῦτο μεταμορφώνω αὐτὰς πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ τύπου· καὶ ἀνάγκη νὰ λεχθῇ διὰ τοὺς ὀλίγους ἀνωτέρας διανοητικῆς καὶ αἰσθητικῆς μορφώσεως ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εὕρουν χονδροκομμένας τὰς γραμμὰς αὐτὰς -ὅτι τὰ μεταμορφώνω καὶ πρὸς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ μετρίου διανοητικοῦ τύπου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνομαι καὶ εἰς τὸν ὁποῖον θέλω νὰ καταστήσω εὐκολωτέραν τὴν ὁδὸν πρὸς νόησιν τῶν τοιούτων. Διότι δὲν ἔχω καμμίαν φιλοδοξίαν νὰ ἀρχίσω καὶ νὰ τελειώσω τι, οὔτε νὰ φανῶ ἐγὼ σοφός. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω ὡραῖα τὶ βλέπω ἐγὼ καὶ νὰ κομψευθῶ, ἀλλὰ νὰ ὑποδείξω τὸν τρόπον τῶν ζητήσεων, σκέψεων καὶ συγκρίσεων, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἄλλοι δύνανται νὰ ἰδοῦν καλλίτερα καὶ περισσότερα ἐμοῦ. Διότι ἐγὼ ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸ δαιμόνιον τῆς ἑλληνικῆς εὐφυΐας καὶ θέλω μόνον μὲ ἕνα κεφαλοκρούστην κτυπῶν τὸ τωρινὸν στενοκέφαλον, τὸ ὁποῖον ἀκέφαλοι ἄρχοντες ἐδημιούργησαν, νὰ ἀνοίξω χίλια παράθυρα, ὑπερβέβαιος ὅτι μόλις ἐρεθισθῇ ὁ ἑλληνικὸς νοῦς καὶ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὰ σίδηρα τῶν τωρινῶν ἰδεῶν, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδενὸς τυφλοσύρτου. Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ὑποδείξω μόνον τὰ μεγάλα Ἀναγνώσματα τοῦ Βιβλίου τῆς Ἑλληνικῆς Φύσεως καὶ νὰ συστήσω τὸ Βάπτισμα τῆς λευκῆς καὶ παρθένου ψυχῆς μας εἰς τὸ Θεῖον φῶς.
2
Σταθῆτε εἰς ἕνα μέρος τῶν Ἀθηνῶν ἀνοικτόν. Εἰς τὸ Ζάππειον, εἰς τὰ Πατήσια, ὅπου θέλετε. Ἀναβῆτε εἰς ἕνα λοφίσκον, λόφον· εἰς τὸν Ἄρδηττον, εἰς τὸν Λυκαβηττόν, εἰς τὸν Φιλόπαππον, εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, εἰς οἱονδήποτε σημεῖον θέλετε. Προτιμήσατε νὰ ἀναβῆτε εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου, ὑπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, καὶ στρέφοντες δεξιόθεν ὅπου σᾶς ἐχάραξαν καὶ δρόμον νὰ κάμετε ὀλίγα βήματα μέχρις ὅτου σᾶς ἀποκαλυφθοῦν τὰ πάντα πανταχόθεν. Ἐκεῖ εἶναι καλύτερα, διότι ἡ κεφαλὴ τοῦ θεατοῦ εἶναι εἰς ἴσην γραμμὴν μὲ ὅλους τοὺς λόφους καὶ τὰ βουνὰ καὶ βλέπει τὰ πάντα, οὔτε πολὺ ὑψηλόθεν, οὔτε πολὺ χαμηλόθεν.
Πηγαίνετε ἐκεῖ, εἴτε ἕνα ξηρὸν ἀνέφελον ροδοξύπνημα ἡμέρας, εἴτε ἕνα πάμφωτον μεσημέρι, εἴτε καλλίτερον, τρεῖς ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ὅτε ὅλα διαβάζονται καθαρώτερα καὶ ἁπλούστερα ἀπὸ τοὺς ἀμυήτους ὀφθαλμούς. Μείνατε ἐκεῖ, δύο, τρεῖς, τέσσαρες, πέντε ὥρας. Δὲν θὰ πάθετε τίποτε διὰ μίαν φοράν. Εἶναι τόσον ὡραῖα, τόσον ἡδονικὰ νὰ κάθεται κανεὶς εἰς τὸ μητρικὸν χῶμα καὶ νὰ θωπεύῃ τὰ χόρτα καὶ τὰ ὡραῖα πετράδια, μὲ τὰ ὁποῖα τόσον γρήγορα γίνεται ἕνα. Καθίσατε χωρὶς καμμίαν σκέψιν, χωρὶς κανένα σκοπόν· ἀφήσατε τὴν ψυχήν σας ἐλευθέραν νὰ τέρπεται ἀπὸ τὰ ὁρώμενα ἀθύρματα καὶ τὸν ἐγκέφαλόν σας νὰ φωτογραφῇ εἰς τὸν σκοτεινὸν θάλαμον λόφους, βουνά, ἀκτάς, νερά, καπνούς, χρώματα, ὅ,τι φαίνεται.
Τί βλέπετε;
Ἕνα ὁλόκληρον κόσμον.
Καὶ τοῦ κόσμου αὐτοῦ τὸ κάθε τι λεπτόν, ξηρὸν καὶ τὸ κάθε τι χρωματιστόν. Ἀκολουθήσατε μὲ τὰ μάτια σας τὰ θωπεύοντα δάκτυλά σας τὸ χῶμα. Χῶμα ξηρόν, ἐλαφρόν, τριμμὲνον, κοῦφον, τρίμματα πετραδίων πολυχρώμων, συχνὰ καὶ τρίμματα ἀγγείων τοῦ τριμμένου κόσμου. Προσέξατε περισσὸτερον· μία βλάστησις μόλις διακρινομένη, μόλις προβάλλουσα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, μικροσκοπικωτάτη, λεπτοφυεστάτη, πολύχρωμος, μόλις ἐννοουμένη ἂν εἶναι ξηρὰ ἢ χλωρά. Παρατηρήσατε τὰ ὁρατότερα, τὰ πλησίον σας πετράδια, χορτάρια. Κάθε πετράδι, λιθάρι, χορτάρι, καθήμενον ὡραῖα, διαγραφόμενον διαυγέστατα, προβάλλον τὴν φυσιογνωμίαν του σὰν ἄτομον, σὰν ἄνθρωπος. Τὸ κάθε χορτάρι ἀπὸ τὴν ρίζαν του ἕως τὸν χνοῦν του, ἕως τὴν τελευταίαν του ἀκτῖνα, τὰ πάντα ὁρατότατα εἰς τὸν ὀφθαλμόν. Κάθε λιθάρι, χορτάρι, ἀνθύλλιον, φυτόν, θάμνος, διαγράφεται τόσον καθαρά, διακρίνεται τόσον πολύ, τόσον πολὺ διαφέρει, μὲ τόσην ἔντασιν ἐπιδεικνύει τὴν ὕπαρξίν του, τὴν ἀτομικότητά του, ὥστε κάθε πετράδι, χορτάρι, εἶναι σὰν κάθε κύριον Α., σὰν κάθε κύριον Β. Παρατηρήσατε τὰ πλησίον σας ἄνθη τῶν ἀσφοδελῶν ἕνα ἕνα σᾶς κυττάζει σὰν πρόσωπον· διακρίνετε τὰς ἐλαχίστας ραβδώσεις τῶν πετάλων του· εἰς ἕνα μακρύτερον δύνασθε νὰ μετρήσετε ὅλους τοὺς σφαιροειδεῖς τους σπόρους. Ἐκτείνατε τὸ βλέμμα σας ἐπὶ τῶν ἀνθισμένων ἀσφοδελῶν ποὺ στολίζουν ὅλα τὰ ἐνώπιόν σας καταιβάσματα τῶν λόφων, μὲ τὰ ροδαλά των δονούμενα φῶτα τὰ ἐκπνέοντα ἁβρὰν ἡδυπάθειαν. Ὅσον καὶ ἂν ἐκτείνετε τὸ βλέμμα σας, διακρίνετε παντοῦ, ἕναν ἕναν ἀσφοδελόν, παντοῦ ἔχετε τὴν αἴσθησιν τοῦ μεταξύ των διαστήματος, ἀέρος, φωτός. Παρατηρήσατε μὲ προσοχὴν εἰς κάθε ὀγκώδη λίθον, εἰς κάθε ὄγκωμα, εἰς κάθε ἐξόγκωμα τῆς γῆς, εἰς κάθε βραχώδη προβολὴν ὑδροχρωματισμένην κυανόφαια· διακρίνετε ὅλα τὰ λεπτουργήματα, τὰς φλέβας, τὰ νερά, τὰς ἀποχρώσεις· εἰς κάθε λόφον ὅλα του τὰ κοψίματα, τὰ σκαλίσματα, εἰς κάθε λόφον μακρυνόν, ὅλα τὰ ἀραβουργήματα τῆς φύσεως ποὺ κάμνει παίζουσα μὲ τὴν ὕλην, ὅπως ἐὰν κρατῆτε εἰς τὰ χέρια σας θήκην ἀπὸ σκαλισμένον ξύλον σαντάλ. Μία γίδα εἶναι ἐπάνω εἰς τοὺς μακρυνοὺς λόφους τῶν σφαγείων ἢ ἐπάνω εἰς τὸν Φιλόπαππον· τὴν βλέπετε ὅπως τὴν γίδα τοῦ λεπτουργὴματος ποὺ κρατεῖτε εἰς τὰ χέρια σας. Εἰς τὰ ἀπώτατα βουνὰ διακρίνετε ὅλην των τὴν κατασκευὴν καὶ τὰ κρημνοτσακίσματα, τὰς γραμμὰς ὅλας τοῦ σώματός των, ἀντιλαμβάνεσθε, αἰσθάνεσθε τὸν χαρακτῆρα των, τὴν ἔκφρασὶν των ἐντελῶς. Παρατηρήσατε εἰς τὸν ἐλαιῶνα, τὸν ὁποῖον ἡ θέσις σᾶς παρουσιάζει ὡς ἕνα μεγάλο πύκνωμα· ὅπου ὑπάρχει ὁλίγη ἀραιότης, διακρίνετε τὰς ἐλαίας μίαν, μίαν. Τὰ ἀραιὰ δένδρα μάλιστα τῆς Ἀττικῆς εἶναι φυσιογνωμίαι ἐπιφανεῖς. Παρατηρήσατε τὰ τρία τέσσερα κυπαρίσσια πλησίον τοῦ ἐξωκκλησίου. Κάθε δένδρον ὑψώνεται, ἐπιβάλλεται, διακρίνεται, σὰν ὑπουργός, σὰν πρεσβευτής, σὰν κύριος ἐν τέλει, σὰν συναντώμενος πρωθυπουργὸς ἢ Βασιλεὺς εἰς ἐξοχικὸν δρόμον. Εἰς τὰ πλάγια τοῦ Αἰγάλεω, εἰς τὰ πλάγια τοῦ Ὑμηττοῦ, ὅπου εἶναι δένδρα ἀραιά, ξεχωρίζουν ἕνα ἕνα· εἰς τὴν Πεντέλην, ἡ γραμμὴ τοῦ παλατιοῦ τῆς Δουκίσσης φαίνεται καθαρώτερα· εἰς τὴν πρὸς τὴν Πεντέλην κορυφογραμμὴν τοῦ Ὑμηττοῦ, δύο τρία ὑπάρχοντα ψωραλέα δένδρα κυρτοστραβωμένα διακρίνονται περίφημα· εἰς τοὺς λόφους τῶν σφαγείων, εἰς τὸν Λυκαβηττόν, εἰς τοὺς ἀπωτάτους λόφους τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, τῶν Πατησίων, ἄνθρωπος ἢ κάθε ἄλλο ζῷον εἰς τὴν κορυφήν των διακρίνεται θαυμάσια. Στραφῆτε πρὸς τὸν Πειραιᾶ· ὅλαι αἱ καπνοδόχαι διαγράφονται μία μία· ὁ κάθε καπνὸς χωριστὰ καὶ κάθε καπνὸς γινόμενος ἀσημένιος, ἀεροπορεῖ χωριστὰ εἰς τὸ χρυσοῦν φῶς· ὅσαι καπνοδόχαι, τόσοι καπνοὶ διακρίνονται ἄνωθεν τοῦ Πειραιῶς. Εἰς τὸν δρόμον τοῦ Πειραιῶς καθ᾿ ὅλον τὸν χειμῶνα, διακρίνετε ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτήν, τὸν σκελετὸν κάθε μιᾶς λεύκης ὁλόκληρον, σὰν νὰ εἶναι πλησίον σας ἕνα δένδρον τριχοειδές. Εἰς τὴν θάλασσαν ἕνα πλοῖον περιπατεῖ· τὸ στῆθος του, τὰ ἐξαρτήματά του φαίνονται ὅλα καθαρά, ὅταν φωτίζεται καταλλήλως.
Ἠρώτησα παιδιά, ἄνδρας, γυναῖκας, γέρους, κάθε εἶδος ἀνθρώπων ἰδικῶν μας καὶ ξένων: Βλέπεις αὐτὸ τὸ σαρίδι, τὸ λιθάρι, τὸ κλωνάρι, τὸ κέρατον τῆς γίδας, τὸ ὑπογένειον τοῦ τράγου εἰς τὸν ἀπώτατον λοφίσκον; Ὅλοι μοῦ εἶπον: τὸ βλέπω.
Τώρα, στρέψατε τὰ νῶτα πρὸς τὸν δύοντα ἥλιον καὶ παρατηρήσατε τὴν κατάφωτον Ἀκρόπολιν. Παρατηρήσατε τὸν ἀναβαίνοντα λόφον μὲ τὰ πεῦκα του, τὰς ἐλαίας, τοὺς ἀθανάτους, τὰς παραμικροτέρας γραμμάς. Παρατηρήσατε τὴν φεύγουσαν καμπυλωτὴν πλευρὰ τῶν ροδοπετάλων βράχων ἀπὸ τὴν θύραν της πρὸς τὸ θέατρον τοῦ Ἡρώδου καὶ πέραν· τὰ πάντα φέγγουν σὰν γράμματα Βαλτάσαρ. Παρατηρήσατε τὰ Προπύλαια, τὸν φαινόμενον Παρθενῶνα -ἕνα καλλιτεχνικὸν ἔργον, ἄνθος φυσικὸν θαυμάσιον, ἐναρμονιζόμενον καὶ ἐκφράζον αὐτὴν -τὰ πάντα φέγγουν, λάμπουν. Καὶ δὲν φαίνονται ὅσον ἐφαίνοντο, διότι ὁ καιρὸς ἐρροκάνισεν, ἡ βροχὴ ἐξέπλυνε τὰ χρώματα, τὸ πλήγωμα ἐχόνδρυνεν, ἐνίσχυσε τὰς γραμμάς. Φαντασθῆτε ὅτι εἶσθε εἰς τὰ Προπύλαια· φαντασθῆτε ὅτι ἔχετε ἐνώπιόν σας, οἱονδήποτε τωρινὸν οἰκοδόμημα. Ὅλαι αἱ ἀρχιτεκτονικαὶ καὶ γλυπτικαὶ λεπτομέρειαι, αἱ περίοδοι, αἱ φράσεις, αἱ λέξεις, αἱ τελεῖαι, τὰ κόμματα, οἱ τόνοι, τὰ πνεύματα, τὰ πάντα διαβάζονται ἀνέτως, ὅπως τὰ γράμματα κρατούμενης ἐφημερίδος εἰς τὰ χέρια σας. Εἶναι ἡ ἐντελὴς Ἑλληνικὴ τῶν πάντων εἰς τὰ πάντα: Σαφήνεια.
Ἡ δύναμις λοιπὸν τοῦ Φωτός, ὁ διαπερασμὸς αὐτοῦ, ἡ διαφάνεια τοῦ ἀέρος, ἡ διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς εἶναι καταπληκτική. Εἰς οἱονδήποτε ὕψωμα καὶ ἂν ἀναβῆτε, βλέπετε ἕνα κόσμον ὁλόκληρον. Ἔχετε διὰ τῆς ὁράσεως τὴν αἴσθησιν παντὸς ὅ,τι σᾶς περιβάλλει.
Ὅλα ἀπὸ τῶν μεγάλων μέχρι τῶν μικροσκοπικῶν: Φαίνονται. Τὸ κάθε τι ὅσον μικρὸν καὶ ἂν εἶναι, θέλει νὰ φαίνεται σὰν Ἕλλην πηγαίνων περίπατον. Καὶ τόσον ὅλα θέλουν νὰ φαίνωνται, καὶ φαίνονται τόσον, ὥστε μετὰ τὴν δύσιν ἕνα λεπτὸν δένδρον ἱστάμενον ἔσωθεν τοῦ σκιεροῦ ἀνατολικοῦ τείχους τῆς Ἀκροπόλεως καὶ γραφόμενον τριχοειδῶς εἰς τὸν ὄπισθέν του φωτεινότερον ἀέρα λέγει... εἰς τὸν περιπατητὴν τῆς Ζαππείου πλατείας μέχρι τῆς ὀγδόης ἑσπερινῆς ὥρας: Φαίνομαι καὶ ἐγώ.....................

Ελληνικό χρώμα (απόσπασμα)

7
Ὅπως διὰ τὴν ζήτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Γραμμῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πρώτην Ἰδέαν μιᾶς ἐκρήξεως Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς, τίθεται ὡς βάσις οὐχὶ Τέχνη τις οἱαδήποτε, οὔτε αὐτὴ ἡ Ἀρχαία μας Τέχνη, ἀλλὴ ἡ Φύσις, ἡ Γῆ, ὅπως τὴν βλέπομεν γύρωθεν ἡμῶν, οὕτω καὶ διὰ τὸ ΧΡΩΜΑ. Καὶ ὅπως διὰ τὴν Γραμμὴν ἐξέλεξα ὡς σημεῖον παρατηρήσεως τὸν κάτωθεν τῆς Ἀκροπόλεως ναΐσκον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου καὶ τὴν δεξιόθεν αὐτοῦ χαραχθεῖσαν μόλις ὁδὸν τὴν ἀνιοῦσαν πρὸς τὴν Πνύκα, διὰ τὸ κοντινώτατον καὶ πανοραματικώτατον, οὕτω καὶ διὰ τὸ Χρῶμα. Καὶ ὅπως διὰ τὴν Γραμμὴν οὕτω καὶ διὰ τὸ Χρῶμα ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῶν γραμμῶν αὐτῶν τῶν Ζωγράφων, Γλυπτῶν, Ἀρχιτεκτόνων καὶ Μουσικῶν, ὅλων τῶν Καλλιτεχνῶν, καὶ κάθε φιλοτεχνοῦντος, καλλιτεχνοῦντος ἀνθρώπου.
Ἀνέλθετε λοιπὸν πάλιν ἐκεῖ διὰ νὰ ξεμουδιάσετε καὶ τὰ μέλη σας. Ἀφεθῆτε πάλιν εἰς τὴν θέαν τῆς Φύσεως, ζητοῦντες τώρα νὰ αἰσθανθῆτε καὶ νὰ ἔννοησητε τὸ Φυσικὸν Χρῶμα. Διὰ νὰ ἰδῆτε αὐτὸ καὶ τὴν αἰθεριότητά του, παρατηρήσατε πάλιν καὶ πρῶτον τὴν Γῆν. Εἶναι ἐλαφροτάτη. Παρατηρήσατε τὸ Φαληρικὸν πεδίον. Βλεπόμενον ὑψηλόθεν δίδει τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ πάχος περισσότερον ὀλίγων δακτύλων. Κάμνει τὴν ἐντύπωσιν λεπτοφυοῦς ἁπλωμένου ὑφάσματος· ὁ φυτικός του κόσμος εἶναι μόλις μία ἰδέα· εἶναι σὰν χνοῦς γυναικείου μύστακος. Διὰ νὰ ἰδῆτε ζωηρότατα τὴν λεπτότητα αὐτήν, ὅταν εὑρεθῆτε εἰς τὸ Παλαιὸν Φάληρον παρατηρήσατε τὸ σὰν βαρὺ ὄνειρον κακοστομαχισμένου Καραθανασοπούλειον Ἀκταῖον, τὸ θεόκλειστον σὰν βαρυποίνων καταδίκων φρούριον. Νομίζει κανείς, ὅτι θὰ τὸ βουλιάξῃ τὸ Φάληρον· ἀπορεῖ αἰσθητικῶς πῶς εἶναι δυνατὸν τόσον λεπτὴ βάσις, τόσον λεπτὴ Γῆ, νὰ βαστάζῃ τόσον ὄγκον, τόσον βάρος. Παρατηρήσατε τά... Βουνὰ ἐλαφρότατα, ἐλαστικώτατα, συστέλλονται, διαστέλλονται, ὑψώνονται, χαμηλώνουν, μεγαλώνουν, μικραίνουν, κινοῦνται, περπατοῦν, πηγαινοέρχονται. Τὰ Βουνὰ τῆς Αἰγίνης ἔρχονται ἐνίοτε εἰς τὸ Φάληρον. Ὁ Ὑμηττὸς τὸ πρωῒ φεύγει μακράν· συνήθως φαίνεται ἀπέχων δύο βήματα· περὶ τὰ βασιλεύματα καταφθάνει εἰς τὸ Ζάππειον· τὸ χέρι μας ἀσυναισθήτως σηκώνεται νὰ τοῦ θωπεύσῃ τὴν πλάτην. Ὅλη ἡ γύρωθέν μας Φύσις, ἡ γηΐνη ὕλη, χρωμάτων, πετρῶν, λόφων, βουνῶν, εἶναι τόσον λεπτόγραμμος καὶ λεπτόχρους σὰν ἐὰν Ἀριστοτέχνης Ζωγράφος ἐξῆγεν ἀπὸ ἕνα φυσικὸν τελειότατον τοπίον τὸ οὐσιῶδες του γραμμικὸν καὶ χροϊκὸν κάλλος καὶ συνέθετεν ἕνα μουσικόγραμμον καὶ ἡδονόχρουν ἀερογράφημα. Εἶναι μία εἰκὼν Ἰδανικὴ σὰν ἕτοιμη νὰ ἐξαφανισθῇ· ἕνα ἴνδαλμα σὰν τὰ ζωγραφικὰ καὶ γλυπτικὰ ἰνδάλματα, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ὁ ἐνθουσιῶν νοῦς τῶν Ποιητῶν καὶ τὰ πετᾷ ἀπέναντί των καὶ τὰ βλέπουν, τὰ ζωγραφίζουν, τοὺς ὁμιλοῦν καὶ τὰ ὑμνοῦν. Ὑπάρχουν καὶ δὲν ὑπάρχουν. Εἶναι καὶ δὲν εἶναι. Δὲν εἶναι καὶ τὰ βλέπουν.
Ἕνα τοιοῦτον φάντασμα εἶναι πυκνούμενον, ἀραιούμενον, φαινόμενον ζωηρὰ ἢ ἀμυδρά, κινούμενον, πλησιάζον, μακρυνόμενον, χιλιοτρόπως μορφοποιούμενον, ἑκατομμυριοτρόπως χρωματιζόμενον, ἐξαερούμενον, αἰσθητικῶς ἕτοιμον κάθε λεπτὸν νὰ χαθῇ. Ὁ θεατής, ὅσον συνειθισμένος καὶ ἂν εἶναι, δὲ χορταίνει ποτέ του, θέλει νὰ βλέπῃ ἀδιακόπως, καὶ βλέπων νομίζει κάθε στιγμήν, φοβεῖται διαρκῶς, τρέμει κάθε φορὰν καὶ ὅλην τὴν ὥραν, ὅτι ἡ ὀπτασία θὰ φύγῃ, θὰ χαθῇ σὰν Φαντασίας πλάσμα ἄυλον: Εἶναι Γῆ αἰσθητικῶς Ἄυλος. Πετρώματα, βραχώματα, λοφώματα, Βράχοι, Λόφοι, Βουνὰ -φαντασθῆτε τὶ χώματα, τὶ λίθοι, τὶ βάρη, τὶ ἑκατομμύρια τόννοι ὕλης εἶναι ἕνας λόφος Φιλοπάππου, ἕνας Λυκαβηττὸς- εἶναι σὰν μάγουλα παιδιοῦ φουσκωμένα αὐλοῦντα, σὰν παιγνιώδεις πολύχροαι φοῦσκαι ἱστάμεναι εἰς τὸν ἀέρα. Ὅλα τὰ χώματα, ἀπὸ τῶν χαμηλοτάτων ὑγρῶν ἄμμων τῶν ἀκτῶν ἕως τῶν ὑψηλοτάτων ξηρῶν βράχων Ὑμηττοῦ καὶ Πεντελικοῦ καὶ Πάρνηθος, εἶναι ἐλαφρὰ σὰν Σύννεφα. Παρατηρήσετε τὸν Ὑμηττόν: εἶναι πλησίον ὁλόκληρος· ὁλόκληρος ἐμπρός μας, ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια μας, ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος μας, ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια μας καὶ ὅμως αἰσθητικῶς δὲν μᾶς κάμνει τὴν ἐντύπωσιν ΒΟΥΝΟΥ. Κάθε ἄλλο· τὸ θέλει κανείς· τὸ ζητεῖ· εἶναι τὸ γλυκὸ βουνὸ τοῦ κλέφτου· τὸ ἀγαπᾷ· τὸ ἀποχωρίζεται μὲ λύπην, εἶναι τὸ κλέφτικον: ἔχετε γειὰ γλυκὰ βουνά.
Ὤ! δὲν μᾶς βαρύνει οὔτε τόσον ὅσον ἡ παραμικροτέρα μας στενοχωρία, ἡ ὁποία μᾶς πλακώνει ἀμέσως τὸ στῆθος· τοὐναντίον μάλιστα μᾶς τὴν παίρνει ἀμέσως· δὲν μᾶς ἐμποδίζει διόλου εἰς τίποτε, κατὰ τίποτε· δὲν παράγει τὴν ὑλικὴν αἴσθησιν ἐμποδίου, διὰ νὰ κινήσῃ τὴν περιέργειαν νὰ ἰδῇ κανεὶς τὶ εἶναι ὄπισθέν του· δὲν ἐπιθυμεῖ κανεὶς ποτὲ νὰ ἀπεσύρετο διὰ μίαν στιγμήν. Εἶναι σὰν ἕνα ὕφασμα ἀραχνοϋφέστατον, σὰν τὰ Βυζαντινά μας ὑφάσματα τῶν Πατρῶν, ποὺ ἕνα ὁλόκληρον γυναικεῖον φόρεμα ἐχωροῦσεν εἰς ἕνα καρύδι· κάτι ὀλιγώτερον ἀπὸ ἕνα ὕφασμα· δὲν παράγει τὴν αἴσθησιν οὔτε τοῦ φανταστικωτέρου μεταξίνου πεπλώματος· δὲν ἔχει οὔτε τὴν ὑλικὴν σύστασιν νέφους· δὲν παράγει οὔτε νέφους τὴν αἰσθητικὴν ἀντίστασιν. Ἡ ὀπτικὴ ἀκτὶς δὲν κτυπᾷ πουθενά, εἰσδύει εἰς τὸ σῶμά του ἡδονικὰ καὶ μένει. Γίνεται αἰσθητός, φαίνεται σὰν ἀὴρ ὀλίγον ὑλικώτερος τοῦ οὐρανίου ἀέρος· ἴσως μόλις ὀλίγον πυκνότερος· τὸ σῶμά του καὶ ἡ γραμμή του κόπτουν μόνον τὴν μονοτονίαν τοῦ οὐρανίου ἀέρος καὶ τοῦ οὐρανίου χρώματος, δι᾿ ἄλλου ἀέρος καὶ χρώματος ἄλλου. Εἶναι καὶ εἶναι σὰν νὰ μὴν εἶναι. Εἶναι μόνον Ἡδονικὸν Φῶς. - Ἀφήσετε, ἀφήσετε τὰς Ἑλληνικὸς ἀηδίας, τὰ λωβιασμένα, τὰ σάπια αἰσθήματα ποὺ σᾶς κάμνουν νὰ κλείετε σφικτὰ τὰ μάτια σας μόλις σᾶς εἰπῇ ὁ πλαγινός σας νὰ κυττάξετε τίποτε, μόνον καὶ μόνον διότι σᾶς τὸ εἶπεν ἄλλος· οὔτε ὁ ἄλλος ἔκαμε τὸν Ὑμηττόν, οὔτε ὁ ἄλλος ἔκαμε τὰ μάτια του, καὶ αὐτὰ θὰ λυώσουν αὔριον καὶ οὔτε σημαίνει τίποτε τὸ ὅτι ἔτυχεν ὁ ἕνας μας νὰ ἰδῇ ἢ νὰ εἰπῇ ὅ,τι δὲν εἶδεν ἢ ὅ,τι δὲν εἶπεν ὁ ἄλλος, βάλετε ὀλίγον θειάφι εἰς αὐτοὺς τοὺς ψωροπροφήτας, ποὺ δεικνύουν μόνον σᾶς λυπηρότατα κωμικούς, σὰν ψωριασμένα κοτοπούλια σὲ βρεμμένον σούρπωμα φθινοπωρινοῦ κοτερικοῦ. Καὶ πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετε νὰ τὸν ἰδῆτε περὶ τὰ βασιλεύματα ὅταν τοῦ παίζουν Μουσικὴν ἀπὸ τὸ Ζάππειον. Εἶναι αἰσθητικῶς ἁπαλότερος ἡδονικώτερος τῆς Μουσικῆς.
Αὐτὸς καὶ ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκὸς Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ὑψώματα, βραχώματα, κολπώματα, λοφώματα, βουνώματα, βουνὰ φωτανθισμένα ὅλα, ἀνεβαίνουν, ἀνεβαίνουν ὡραιότατα καὶ ὅλαι των αἱ Γραμμαὶ μὲ Ἀφροδίσεια νῶτα καὶ ὤμους καὶ λαιμοὺς σὰν Νύμφαι ἐαροντυμέναι φθάνουν, θίγουν τὸν οὐρανόν, ἀποτελοῦσαι τὸν ἡδονικώτατον Χορόν, ἀνατείνουν τὸν Χροϊκὸν Στέφανον τῶν κεφαλῶν των -ἕνα ἀγλαώτατον, ἱλαρώτατον, ἐαρινώτατον, μυριώτατον, μυριοπέταλον ἀνθόχρωμα, ἕνα θυμαρόεν, θυμιατόεν πνεῦμα- πρὸ τῶν ποδῶν τοῦ Ὑπερτάτου ΝΑΟΥ τῆς Οἰκουμένης, ὅστις μὲ τὰ λαμπρόφωτα, φλογόχρυσα φορέματά τους, λέγει, εὐγνωμόνως τὸ Χαῖρε εἰς τὸν ἀποσυρόμενον Βασιλέα τοϋ Κόσμου, Βασιλέα Βασιλέων Γαιῶν καὶ Οὐρανῶν: ΗΛΙΟΝ. Ἀποκαλυφθῆτε καὶ σταθῆτε μίαν στιγμὴν μὲ ὅλα σας τὰ αἰσθητήρια εἰς προσοχὴν καὶ παρατηρήσετε τὰ θεῖα Φαινόμενα, ὅταν ὅλα Σεραφειμικώτατα μελωδοῦν τὸ ΧΑΙΡΕ. Εἶναι ὅλα ρυθμικώτερα τῶν ρυθμῶν τῆς Μουσικῆς, ἐλαφρότερα τῶν ἤχων -ἀυλότερα, ἡδονικώτερα, μελωδικώτερα τῶν ἡδονικωτέρων καὶ μελωδικωτέρων ἤχων.
Ἡ ΑΫΛΟΤΗΣ αὐτὴ τῆς ἐπιφανείας τῆς κοσμικῆς Ὕλης, τοῦ Φυσικοῦ χρώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης Ἰδέα, ἡ θεμελιώδης Βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος ΑΝΑΓΚΗ, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν ὅλαι αἱ ΧΡΩΜΟΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ. Εἰς τὴν Φυσικὴν αὐτὴν Βάσιν, στηριζόμενος ὁ Νοῦς θὰ δημιουργήσῃ τὸ εἶδος τοῦ τεχνητοῦ χρώματος, τὸ εἶδος τῆς χροϊκῆς ἐπιφανείας, τὸ εἶδος τῆς χρωματογραφίας, πρωτίστως εἰς τὴν Ζωγραφικήν, Γλυπτικήν, Ἀρχιτεκτονικὴν καὶ εἰς ἁπάσας τὰς διακοσμητικὸς τέχνας ἀπὸ τῆς τοιχογραφίας καὶ ἐπιπλογραφίας, μέχρις ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀντικειμένων τῆς Ζωῆς.
Καὶ ἡ Ἀυλότης αὐτὴ εἶναι τὸ πρῶτον χαρακτηριστικόν τοῦ Ἑλληνικοῦ Χρώματος. Καὶ μόνον αὐτὸ θὰ ἤρκει νὰ ἐπιφέρῃ ὡς συνεπείας διὰ τὸ τεχνικὸν χρῶμα ἕνα πλῆθος ἄλλων χαρακτηριστικῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται ἐδῶ. Ἤτοι καὶ ἀμυδρῶς ἐδῶ φαίνονται τὰ πάντα ἀυλότατα: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς λειοτάτης ζωγραφικῆς ἐπιφανείας. Τὸ φυσικὸν Χρῶμα φαίνεται ἀυλότατον: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τοῦ ἀραιοτάτου, αἰθεριωτάτου, ἀυλοτάτου ζωγραφικοῦ χρώματος. Καὶ ἐδῶ ἀραιότης, ξηρότης, ἀνυπαρξία ἀέρος, δηλαδὴ διαυγεστάτη γραφὴ τοῦ Χρώματος, δηλαδή: Σαφήνεια. Καὶ ἐδῶ τὸ Πᾶν Φῶς: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς ὑψίστης φωτεινῆς χροϊκῆς κλίμακος. Φῶς: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τοῦ φωτεινοτάτου Χρώματος. Φῶς: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς ἑνότητος τοῦ Χρώματος. Φῶς: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῶν ὀλίγων χρωμάτων. Φῶς: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τοῦ σχεδὸν ἑνὸς χρώματος. Φῶς: Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς ἐλαφροτάτης διαφορᾶς μεταξὺ φωτὸς καὶ σκιᾶς. Φῶς: Ἰδοὺ τὸ δυνατὸν τῆς ἐλαφροτάτης διαφορᾶς μεταξὺ δύο χρωμάτων. Φῶς: Ἰδοὺ τὸ δυνατόν τῆς ἐντελοῦς Εὐγενείας δι᾿ ὀλίγων, οὐρανικωτάτης, ἀυλότητος καὶ ἡδονικότητος, χρωματισμῶν.
8
Καὶ ὅλα τὰ χώματα πεδίων, λόφων, βουνῶν, ὅλα τὰ νερά, ὅλοι οἱ ἀέρες, εἶναι ὅλα φωτεινότατα χρωματιστά. Τὸ κύριον Χρῶμα, τὸ χαρακτηριστικὸν Χρῶμα εἶναι τὸ Κυανοῦν. Ὁ συνηθέστερος χρωματισμὸς εἶναι ὁ κυανοῦς. Ἀήρ, οὐρανός, ὄρη, θάλασσα εἶναι κυανᾶ. Εἰς οἱονδήποτε ὑψηλὸν σημεῖον σταθῇ κανείς, βλέπει εἰς τὸν τελευταῖον στέφανον τῶν ὑψηλῶν ὀρέων -Ὑμηττός, Πεντελικόν, Πάρνης- καὶ εἰς τὰς ἀπωτάτας κορυφὰς τῶν ὄπισθεν αὐτῶν φαινομένων ὀρέων, πάντοτε δεσπόζον τὸ Κυανοῦν. Καὶ τὸ αἰθέριον αὐτὸ Κυανοῦν διέρχεται ὅλων τῶν τόνων, ὅλην τὴν κλίμακα τῶν δυνάμεων καὶ τῶν ἀτονιῶν, ἀπὸ τῶν βαθυτάτων βρεμμένων σταφιδοσωρῶν μέχρι τῶν ἀσυλληπτοτάτων γαλανοτήτων ἡλιορρύτου ὀφθαλμικῆς κόρης γάτας, ἀπὸ τῶν πυκνοτάτων μέχρι τῶν ἀραιοτάτων· ἀπὸ τῶν τονωτικωτάτων ἀγαλλιάσεων μέχρι τῶν ἀτονωτάτων μελαγχολιῶν, ἀπὸ τὰ ἐλπιδοφόρα ροδαυγήματα καὶ τὰ μεσημερινὰ ἐνθουσιάσματα ἕως τὰ δειλινὰ κρυώματα τῶν μελῶν καὶ τὰ ἡδυπαθέστατα κλεισίματα κουρασμένων ματιῶν. Καὶ τὸ ἕνα αὐτὸ κύριον χαρακτηριστικὸν Χρῶμα, τὸ ἁπλούμενον εἰς ἀέρα, ὄρη, νερά, δέχεται τοὺς καταιωνισμοὺς τοῦ Ἀργύρου, ἀργυρονεφοῦται, ἀργυροσκονίζεται, ἀργυρανθίζεται, ἀργυροβρέχεται, ἀργυροφλεβοῦται, ἡ ἀργυρορροὴ διακλαδοῦται εἰς συρματένια ρυάκια ἐπὶ τῶν ὀρέων, εἰς μεγάλα ἀργυρᾶ ρεύματα ἐπί της θαλάσσης· καὶ τὰ μαργαριταρόχροα θωπεύματα ἀπὸ τῶν μαυροτέρων, μαῦρον μαργαριταριοῦ, μέχρι τῶν φωτεινοτάτων καὶ ὑελοδεστάτων ἀργυρορρευμάτων σεληνοφωτίστων θαλασσῶν, τρέχουν ἁπαλύνοντα, βελουδίζοντα καὶ στιλπνόνοντα.
Καὶ τὸ ἕνα αὐτό, ἀπώτατον, ὀρεινότατον χαρακτηριστικὸν Χρῶμα, δέχεται εἰς τὸν ὑπεράνω αὐτοῦ ἀέρα καὶ τὴν πρὸ τῶν ποδῶν του γηΐνην ὕλην τοὺς καταιωνισμοὺς τοῦ Χρυσοῦ, ἄνωθεν καὶ κάτωθεν, χρυσοφιλεῖται, χρυσογραμμίζεται, χρυσακτινοῦται, χρυσολούεται, χρυσανθίζει, χρυσοκαίεται εἰς χρυσοστέμματα νεφῶν, εἰς ἐκρερηγμένα πυροτεχνήματα χρυσοβελωνωτῶν πευκώνων, εἰς χρυσόρροα ρεύματα χρυσοτυφλοῦντος ἔρωτος θαλασσῶν· καὶ τὰ χρυσόχροα φιλήματα ἀπὸ τῶν βαθυτέρων χρυσοβυσινοφλόγων καὶ χρυσοκοκκινοπύρων μέχρι τῶν φωτεινοτάτων χρυσαναμμάτων τῶν ἀέρων, τρέχουν παντοῦ, χρυσογράφοντα, χρυσοξανθίζοντα, χρυσονεκροῦντα ἢ χρυσογυαλίζοντα. Καὶ βαίνοντες ἀπὸ τὰ γενικώτερα, τυπικώτερα εἰς τὰ εἰδικώτερα καὶ ἀραιότερα, τὰ ροδαλὰ καὶ γαλανὰ ἀνοίγματα καὶ ἀνθίσματα, ἱλαρύνουν, ἡδονίζουν τὸ Κυανοῦν, τὰ Ἀργυρὰ ἐξευγενίζουν, τὰ Χρυσᾶ καὶ κοκκινόφλογα θουριάζουν, τὰ σμαράγδινα καὶ φυστικίζοντα καὶ γαζιόχροα καὶ λεμονόχροα ἐκποιητικίζουν καὶ τὰ φαιά, τεφρά, καφφετιὰ περάσματα σκυθρωπάζουν τὴν Κυανῆν Θέαν.
Τὸ ἀπώτατον αὐτὸ Ὀρεινὸν Κυάνεον Κύκλωμα, τοῦ ὁποίου τὰ στήθη ἀργυρώνει καὶ τοὺς ὑπεράνω αὐτοῦ ἀέρας, καὶ τὰς ὑποκάτω αὐτοῦ ὕλας χρυσώνει, Χρυσὸςκαὶ Ἄργυρος σχεδὸν οὔτε ὡρισμένως οὐρανόθεν, ἀλλ᾿ ἀοράτως ἀερόθεν καταχεόμενον, κόπτει ὁ ἐντὸς αὐτοῦ καὶ πλησιέστερον ἡμῶν σχηματιζόμενος δεύτερος Κύκλος, ἀπὸ πεδία, λόφους καὶ βράχους -Ὁσίου Λουκᾶ, Λυκαβηττοῦ, Ἀρδηττοῦ, Φιλοπάππου, Ἀστεροσκοπείου. Καὶ μὲ εὐρυτέραν ἀκόμη περιφέρειαν περιλαμβάνουσαν τὴν Φαληρικὴν γῆν, τὴν Καστέλλαν καὶ τὰ πρὸς ἡμᾶς φουσκώματα τῆς Κορυδαλλείου καὶ Σκαραμαγγείου βουνογραμμῆς, Κύκλος οὐδέποτε κυανοῦς, μὲ ἐντελῶς ἄλλα χρώματα, ὁλόκληρος πολύχρους, σὰν νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδεικνύεται καὶ διὰ τοῦ... Χρώματος! ἡ χαρακτηριστικὴ ἑνότης τοῦ συνόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ Ἕλληνος καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν μερῶν, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ χωρογραφικῶς καὶ χρωματικῶς καὶ γραμμικῶς καὶ ἐκ τῆς συνόλου Ἑλλάδος καὶ ἐκ τοῦ κάθε τμηματικοῦ σημείου. Ὁ ποικιλόχρους αὐτὸς κύκλος ὁ δεσποζόμενος ἀπὸ τὸ Χρυσοῦν, ὁ Ξανθὸς Κύκλος, τὸν ὁποῖον ἐδῶ δὲν περιγράφω ἀναλυτικώτερον, διὰ νὰ μὴ μακρύνω, ἀφοῦ θὰ ἐπανέλθω ἑκατομμυριάκις λεπτομερέστατα μέχρι τελείας ἀποδείξως καὶ ἐξαντλήσεως θέματος, ἐμοῦ καί... ἡμῶν -διότι εἶπα, ὅτι ἐννοῶ νὰ σᾶς τρελλάνω μὲ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα καὶ νὰ σᾶς κάμω νὰ φᾶτε ἑλληνικὴν τροφὴν ὅσην δὲν φάγατε τουλάχιστον ἕναν αἰῶνα- εἶναι χρυσόχρους, κιτρινόχρους, φαιόχρους καὶ τὰ ταυτοειδῆ. Τὰ μακρυνὰ δὲ Κυάνεακαι Ἀργυροκυάνεα καὶ βοκαμβυλεόχροα θιγόμενα ὀπτικῶς ἀπὸ τὰ Ξανθά, τὰ Χρύσεα, τὰ γαζιανθῆ, ἀπὸ τὰ αἱμοχροΐζοντα λοφίδια -ὅπως τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ- τὰ κεραμοχροΐζοντα, τὰ κανελίζοντα, τὰ χρυσοκίτρινα, τὰ γλυνόχροα, τὰ σκονόχροα, τὰ καφφεόχροα, ἀντιβάλλουν παραδοξότατα τὰς μᾶλλον ἀπροόπτους, ἀφαντάστους καὶ δυνατωτάτους ἀντιθέσεις καὶ ὅμως κατορθώνουν νὰ δένωνται ἐξαισιώτατα, νὰ ἁρμονίζωνται θαυμασιώτατα, συνθέτοντα τὸ ἀπαραμίλλου πρωτοτυπίας καὶ ὀξυτάτης καλλονῆς σύνολον, τὸ ὁποῖον βλέπομεν.
Καὶ ὅπως ὁ ἀπώτατος Κύκλος ἔχει τὸ χαρακτηριοτικόν του γενικὸν Χρῶμα καὶ διέρχεται ὅλων τῶν τόνων αὐτοῦ, οὕτω καὶ ὁ δεύτερος. Καὶ ὅπως εἰς τὸν πρῶτον κάθε βουνὸν εἶναι ὁλόκληρον ἕνας τόνος καὶ κάθε ἕνα εἶναι ἕνας τόνος ἄλλος, οὕτω καὶ εἰς τὸν δεύτερον κάθε βράχωμα, λόφωμα ὁλόκληρον εἶναι ἕνα ἁπλοῦν χρῶμα ἄλλο. Καὶ ὅπως εἰς τὸν πρῶτον αἱ ἀποχρώσεις περιστρέφονται πάντοτε ἐντὸς τῶν αὐτῶν ἰδιαιτέρων των ὁρίων, ἐπανερχόμεναι κατὰ ὡρισμένας ὥρας καὶ ἀτμοσφαιρικὰς συνθήκας, οὕτω καὶ εἰς τὸν δεύτερον, ὥστε εὐκόλως εὑρίσκεται οὕτω καὶ ὁρίζεται ὁ τύπος, ὁ χαρακτήρ, τὸ εἶδός των, τὸ Χρῶμά των.
Καὶ ὅπως ἡ χρυσῆ λυχνία περιφέρεται εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ὁ ἀπώτατος Κυανοῦς Στέφανος καὶ ὁ πλησίον Πολύχρους Κύκλος καὶ τὰ πάντα, ἀλλάζουν ὄψιν ἀενάως. Κάθε βράχωμα, ὕψωμα, λόφος τοῦ πλησίον μας κύκλου δίδει τὸ φόρεμα ποὺ ἐφόρεσε δι᾿ ὀλίγον εἰς τὸ πλησίον του καὶ κάθε φόρεμα περνᾷ ἀπὸ χέρι σὲ χέρι, ἀπὸ τὸ πρῶτον ὕψωμα ἕως τὸ τελευταῖον τοῦ κάθε κύκλου. Καὶ δὲν ὑπάρχει στιγμὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχουν, νὰ μὴ φαίνωνται ὅλα τὰ συνήθη φορέματα τοῦ κάθε κύκλου. Καὶ δὲν ὑπάρχει κυριολεκτικῶς ΣΤΙΓΜΗ σταματήματος καὶ δὲν ὑπάρχει ΣΤΙΓΜΗ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἕνα ὕψωμα νὰ ὁμοιάζῃ μὲ τὸ ἄλλο.
Καὶ ἀκόμη περισσότερον καὶ αἰθεριώτερον ἀπὸ τὰ λιθοχώματα, τὰ σὰν τριμμένα μάρμαρα καὶ σὰν τριμμένα πήλινα ἀγγεῖα καὶ σὰν πολυτίμων λίθων τρίμματα ποὺ εἶναι τὸ χῶμα μας, τὸ κοῦφον σὰν ἀὴρ χῶμα, ἀπὸ τὴν πολύχροον Ἱερὰν Τέφραν ποὺ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Γῆ, ἡ Μητέρα μας Γῆ, ἡ Γῆ μας, σὰν νὰ ἐξατμίζωνται -ὅπως ἡ ζέστη- σὰν νὰ σαλεύωνται χρώματα καὶ ἀπὸ τὴν αἰθερίαν ὕλην καὶ ἀπὸ τῶν κυριωτέρων αἰθερίων χροϊκῶν βάσεων καὶ αἰθερίων χρωμάτων, τῶν κάπως κάπου ἐνσαρκουμένων καὶ ἀπὸ τὴν τελευταίαν μόλις ὁρατὴν ἐπιφάνειαν ὅλων τῶν Φαινομένων περνοῦν Χρώματα ἀκόμη ἀσυλληπτότερα, ἀκόμη ἡδονικώτερα, ἀεικίνητα, θωπευτικὰ καὶ ἄυλα σὰν τὰς εἰς τὰ πλάγια τῶν λόφων Σκιὰς τῶν μικρῶν βραδυπορούντων νεφῶν τοῦ οὐρανοῦ, μετεωρούμενα σὰν ἀραιὸς καπνός, πιανόμενα σὰν καπνὸς ἀπὸ μαλλιά, συρόμενα ἡδυπαθῶς, σὰν διαλυόμενον θυμίαμα, Χροϊκαὶ Αὖραι μεταμορφώνουσαι τὴν ὅλην κοσμικὴν ὕλην, εἰς σωροὺς ἀπὸ σκόνιν πολυχρόων χρυσαλλίδων, τὰ ὄρη εἰς ἀναμμένους ἀρωματικοὺς κώνους, τὰ χρώματα εἰς φλόγας γλυκυτάτας οἱ ὁποῖαι φέγγουν ἔνδοθεν ἅλω θυμιαμάτων ἢ κατὰ τὰς ἀκροτάτας θερινὰς χρυσοπυρκαϊᾶς ὑγρῶν, στερεῶν, οὐρανῶν καὶ ἀέρων, κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς τῆς ἀοράτου ἀπορροφήσεως κάθε ἀτμίδος καὶ κάθε ἰκμάδος, τῆς διαστολῆς καὶ ἐξαφανίσεως τοῦ ἀέρος, ἡ κοσμικὴ ὕλη ὅλη μεταποιεῖται εἰς κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ σταθεροειδές τι, μὲ γήϊνόν τι, μὲ ὑλοειδές τι, μὲ ὑπαρκτόν τι, εἰς κάτι τι μεταλλικόν, ἀλλὰ λάμψιν, μετάλλων, ἀλλὰ μόνον μεταλλικὸν Φῶς, εἰς κάτι τι δακτυλιολιθικόν, ἀλλὰ βλέμμα πολυτίμων λίθων, ἀλλὰ μόνον τοιούτων λίθων Φῶς, εἰς ἕνα ὑέλινον πολύχρουν ἀέρα, τὸν ὁποῖον ὅμως περνᾷ κανεὶς ἀνέτως ὅπως ἡ ἀκτὶς τὸ γυαλί, εἰς ἕνα ὑέλινον πολυήδονον ἀερόχρωμα, διότι μετουσιώνεται καὶ ἐξαεροῦται καὶ αὐτὸς ὁ θεατής, αἰσθάνεται σὰν νὰ περιφέρεται εἰς τοὺς οὐρανίους ἀέρας καὶ νὰ περιπατῇ εἰς τοὺς οὐρανίους λίθους, μετουσιώνεται καὶ αὐτὸς εἰς Ἰδέαν, Ἀέρα, Χρῶμα, νομίζει ὅτι εἶναι μία τεχνητὴ ἀνύπαρκτος ὑπόστασις, εἰκὼν ἀνθρώπου εἰς εἰκόνα φύσεως ζωγραφημένην ὑπὸ καλλιτέχνου πλανήτου ἄλλου· καὶ εἴτε αἱ οὕτως, εἴτε αἱ ἄλλως ὄψεις, ἐξαίρουν τὴν Χροϊκὴν Αἴσθησιν τοῦ θεατοῦ εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον τοῦ δυνατοῦ ἐξευγενισμοῦ καὶ λεπταισθητισμοῦ, ἀποπνέουν τὴν θειοτάτην Χροϊκὴν Ἡδονήν, πανοραματίζοντα θέαμα Φύσεως, τοῦ ὁποίου, ΚΑΝΕΙΣ χωρὶς νὰ ἰδῇ δυνατὸν νὰ φαντασθῇ καὶ ἰδὼν ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τελειότερον καὶ ἡδυπαθέστερόν τι ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ.......................................

Περικλής Γιαννόπουλος (βιογραφία)

Ο Περικλής Γιαννόπουλος (Πάτρα 1869 - Αθήνα 8 Απριλίου 1910), λογοτέχνης, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, υπήρξε ελληνολάτρης διανοητής. Ήταν γιος του Ιωάννη και της Ευδοκίας Θεοφράστου Χαιρέτη. Καταγόταν δηλαδή από την αρχοντική κρητική, βυζαντινής καταγωγής, οικογένεια Χαιρέτη, της οποίας μέλη είχαν εγκατασταθεί στην Πάτρα. Γι' αυτό φέρεται ότι επηρεάστηκε ιδιαίτερα από το έργο του θείου του Εμμανουήλ Χαιρέτη.13

O Περικλής Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα και αυτοκτόνησε στον κόλπο του Σκαραμαγκά.
Τελείωσε το Α' Γυμνάσιο Πατρών κι έπειτα παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής για ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άλλα δύο χρόνια στο Παρίσι. Μετά το θάνατο του πατέρα του, όμως, εγκατέλειψε τις σπουδές του και πήγε για οχτώ μήνες στον αδελφό του στο Λονδίνο, όπου μελέτησε αγγλική και γαλλική λογοτεχνία. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Άρχισε από το 1894 να δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων των Ντίκενς, Πόε, Λοτί, Ουάιλντ, Μποντλέρ, Μιρμπό, Τελιέ, καθώς και δικά του "πεζά ποιήματα". Από το 1899 αρθρογραφεί στις εφημερίδες Ακρόπολις, Το Αστυ, Εστία κ.ά. και στα περιοδικά Κριτική, Παναθήναια, Ο Νουμάς κ.ά., χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα όπως Λωτός, Απολλώνιος, Νεοέλλην, Μαίανδρος, Θ. Θάνατος. Με εντελώς προσωπικό ύφος και γλώσσα, και ασυγκράτητο πάθος, εκφράζει τις ελληνοκεντρικές του ιδέες και καταγγέλλει τα κατ' αυτόν αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας - προπαντός την ξενομανία, τον "φραγκοραγιαδισμό" όπως τον ονόμασε ο ίδιος. Το 1906 εκδίδει ως αυτόνομο βιβλίο το "Νέον Πνεύμα", και το 1907 την εκτενέστερη "Έκκλησι προς το Πανελλήνιον Κοινόν" - τα ιδεολογικά του μανιφέστα. Οι "περικλογιαννοπούλειες" ιδέες, σε σύγκρουση με κάθε κατεστημένο, προκαλούν αντιδράσεις στην Αθήνα της εποχής. Από άλλους θεωρείται απλώς ρομαντικός και ωραίος τρελός, από άλλους υβριστής, άλλοι όμως αναγνωρίζουν από την πρώτη στιγμή την πρωτοτυπία του και εμπνέονται από αυτόν. (Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Αριστος Καμπάνης, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Σπύρος Μελάς δημοσιεύουν πολύ εγκωμιαστικές κριτικές. Ο Ίων Δραγούμης γίνεται αδελφικός του φίλος, και μάχεται μετά τον θάνατο του Γιαννόπουλου να κάνει το όραμα του φίλου του πολιτική πράξη6. Ο Άγγελος Σικελιανός θα ακολουθήσει δική του, πρωτότυπη ελληνοκεντρική πορεία, θα υμνήσει όμως και αυτός τον Γιαννόπουλο και βεβαίως δεν θα μείνει ανεπηρέαστος από αυτόν.7)
Αν και ο Γιαννόπουλος ευτύχησε να είναι πολύ γνωστός και να έχει αφοσιωμένους φίλους στον πνευματικό κόσμο των Αθηνών (τόσο για το πρωτότυπο, ελληνοκεντρικό, παθιασμένο πνεύμα του, αλλά επίσης και για τον "μποέμικο" και άκρως φιλελεύθερο για τα συντηρητικά ήθη της εποχής τρόπο ζωής του - κατά τις μαρτυρίες μάλιστα υπήρξε και ωραιότατος άνδρας12), εν τούτοις δεν ευτύχησε να έχει την ευρύτερη αποδοχή που ποθούσε ως συγγραφέας, πόσο μάλλον να αναμορφώσει κατά το όραμά του την ελληνική κοινωνία.
Δεν ήθελε, αυτός ο λάτρης του ωραίου, να γεράσει (όπως υπέθεσε ο Ίων Δραγούμης); Ένιωσε ότι έφθανε στην εξάντληση της καλλιτεχνικής του δημιουργίας; Ότι δεν είχε άλλο τίποτε πια να προσφέρει πια, ούτε μπορούσε να αναμορφώσει την ελληνική κοινωνία; Απογοήτευση από την μη ευόδωση με γάμο της ερωτικής σχέσης του με την Σοφία Λασκαρίδου, ζωγράφο και χειραφετημένη γυναίκα της εποχής; Ρομαντικός και "ερασιθάνατος" (η λέξη του Ιωάννη Συκουτρή, του επίσης μεγάλου ελληνολάτρη αυτόχειρα); Όλα αυτά μαζί, σημειώνει ο ψυχίατρος και λογοτέχνης Πέτρος Χαρτοκόλλης.
Στις 8 Απριλίου 1910, ο Περικλής Γιαννόπουλος δημιούργησε και εκτέλεσε το τελευταίο έργο του - κατά πολλούς το αποκορύφωμα του έργου του. Όπως είχε προσχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια πολύ καιρό πριν9, στεφανωμένος, καβάλησε το άσπρο άλογό του και μπήκε μαζί του στην θάλασσα του Σκαραμαγκά. Με μία σφαίρα στο κεφάλι, ενώθηκε για πάντα με την ελληνική φύση που τόσο είχε αγαπήσει. Προηγουμένως είχε κάψει πολλά ανέκδοτα έργα του (κατά μαρτυρίες μια εργασία περί της αρχιτεκτονικής, καθώς και διηγήματα φαντασίας), σημειώνοντας ότι αφού η Ελληνική Φύση τα ενέπνευσε στον ίδιο, θα τα ενέπνεε και σε άλλους στο μέλλον. Το νεκρό σώμα του το έβγαλαν τα κύματα στην στεριά δέκα μέρες μετά. Πριν ταφεί, δύο άγνωστες κυρίες, σαν νύμφες της Αττικής γης, στόλισαν τον νεκρό με λουλούδια (πιθανότατα η Σοφία Λασκαρίδου).
Ο θάνατος, ο τρόπος μάλιστα του θανάτου του Περικλή Γιαννόπουλου συγκλόνισε την κοινωνία και τον τύπο της εποχής, τόσο που δεν είχε γίνει για τα έργα του όσο ζούσε. Για πολλές ημέρες δημοσιεύονταν λεπτομέρειες για τον τρόπο του θανάτου του, ενώ ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Μαλακάσης και η Μυρτιώτισσα του αφιέρωσαν ποιήματα.9



Απόψεις και αποσπάσματα από το έργο του

Η ελληνικότητα στις τέχνες κατά τον Γιαννόπουλο
Κατά τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, «Ο Περικλής Γιαννόπουλος υπήρξεν ο μεγαλείτερος, ο ευγλωττότερος και ο φωτεινότερος απόστολος του κατά φύσιν ελληνικού ζην. [... ] ηγωνίζετο να καταδείξη όχι απλώς και μόνον ότι το ελληνικόν είναι το μόνον αρμόζον, αλλά και ποίον είναι αυτό το ελληνικόν.» Την ελληνικότητα αυτήν, το «κατά φύσιν» του Έλληνα, από την πολιτική και τήν κοινωνία μέχρι τις τέχνες, ο Γιαννόπουλος το ανήγαγε στην Ελληνική Φύση. Αισθητικός με σπάνια ευαισθησία, στην Φύση έψαχνε την αρχή των πάντων. Και πριν την Ιστορία, την κοινωνία και την πολιτική, ο Γιαννόπουλος, την πρώτη και βασική στρέβλωση και απομάκρυνση από την «ελληνικήν φύσιν» την εντοπίζει στις τέχνες.
Για να αποσαφηνίσει ο Γιαννόπουλος τις θεμελιώδεις αρχές της ελληνικότητας στις τέχνες (Ζωγραφική, Γλυπτική, Αρχιτεκτονική, Μουσική κ.ά.), από τις οποίες, κατ' αυτόν, λόγω της ξενομανίας, συμπλέγματος κατωτερότητας έναντι της Δύσης, η νεώτερη ελληνική κοινωνία είχε απομακρυνθεί, δεν θέτει ως βάση οποιαδήποτε τέχνη, ρυθμό ή τεχνοτροπία, αλλά αυτήν ταύτην την Ελληνική Φύση. Με θαυμαστή ευαισθησία, ορίζει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Ελληνικής Γραμμής και του Ελληνικού Χρώματος, όπως αυτά απορρέουν φυσικά από την Ελληνική Γη και το Ελληνικό Φως γύρω του. Τις θεμελιώδεις του αρχές για τις τέχνες, αναπτύσσει στα έργα του «Ἑλληνικὴ Γραμμή» (1903) και «Ἑλληνικὸν Χρῶμα» (1904). Συγκεκριμένα, κατά τον Γιαννόπουλο:
α) Η Ελληνική Γραμμή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, διαύγεια, καθαρότητα, απαλότητα, καμπυλότητα, λυγεράδα, χάρη, αρμονία του συνόλου αλλά ποικιλία των λεπτομερειών.14
β) Το Ελληνικό Χρώμα χαρακτηρίζεται από: αϋλότητα, ελαφρότητα, με βασικά χρώματα το κυανό και το χρυσό, αλλά και ποικιλία στις λεπτομέρειες και διαρκείς παραλλαγές και παιχνίδισμα σε ολόκληρο φάσμα λεπτοτάτων αποχρώσεων.15
«Αὐτὸς ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκὸς Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος», σημειώνει με εκστατικό οίστρο ο Γιαννόπουλος, αυτά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της Ελληνικής Φύσης πρέπει να καθορίζουν και κάθε έκφανση της Ελληνικής Τέχνης, όπως καθορίζουν και την ψυχή, τον χαρακτήρα του Έλληνα: «σὰν τὴν παλαιάν μας τέχνην, ὅπου ὅλα φαίνονται ἀδελφά, καὶ ὅμως κανὲν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο [...] σὰν τὸν Ἕλληνα ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς εἰς τὸ σύνολον καὶ εἰς κάθε βῆμα ποτὲ ὅμοιος, [ἡ ἑλληνικὴ γραμμὴ] ἀποδεικνύουσα καὶ αὐτὴ τὴν ὅλην μας φύσιν, ἧς ἓν τῶν ριζικῶν διακριτικῶν της εἶναι: ἡ ἑνότης τῶν σπουδαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν δευτερευόντων [...] ἡ χαρακτηριστικὴ ἑνότης τοῦ συνόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ Ἕλληνος καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν μερῶν, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ χωρογραφικῶς καὶ χρωματικῶς καὶ γραμμικῶς».
Ο Χριστιανισμός ενώ αφ” ενός εφαίνετο σώζων την Φυλήν και την διέσωζε πράγματι εν μέρει αφ” έτερου όμως υπήρξε και είναι και τώρα γενικώς: ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ. Ο Εγκληματίας Καλογερισμός ο πάντοτε εμπνέων την αποθάρρυνσιν εις την φυλήν και υπό τους Αυτοκράτορας, ο φωνάζων και εξηγών όλα ως Τιμωρίαν Θεϊκήν, ο ξεσβερκωμένος ότι επέσαμεν ένεκα των αμαρτιών μας, ήτο ευτυχής να απαλλαχθή του Αυτοκράτορος και να ΜΟΝΟΚΡΑΤΟΡΗΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΣ και κατά το μέγα μέρος Πραγματικώς, πραγματοποίησις ονείρου του, που δεν την εφαντάσθη ποτέ του από της Ιδρύσεως του Χριστιανισμού μέχρι της ημέρας της Πτώσεως. Τον Τούρκο δεν τον έμελλε τίποτε, διότι ο Τούρκος θέλει μόνον να δουλεύης και να μην τον ανησυχής. Όταν τον παρασκοτίσης, σύντομα σου κόβει το κεφάλι και ησυχάζεις και συ κι αυτός μαζύ. Ούτω ο Καλογερισμός ευρέθη περίφημα, θαυμάσια, διδάσκων ότι εκ Θεοΰ το Κακόν, λέγων γύρισε κι απ” άλλο μέρος να σε χαστουκίσουν, και λέγων εις τον Ελληνισμόν Κύριε δεν είμαι μόνον ιδικός Σου αντιπρόσωπος, δεν ανήκω μόνον σε σένα, εγώ είμαι Κύριος και Αντιπρόσωπος και προστάτης όλων των Χριστιανών της Ανατολής. Αυτός είναι ο μοναδικός Λόγος, της εντελώς απιστεύτου και αφαντάστου ΔΟΥΛΕΙΑΣ της φυλής επί τόσους αιώνας. Η ΜΟΝΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ.



Έγραψαν για τον Περικλή Γιαννόπουλο

Χαρακτηρίστηκε από τους ομόδοξούς του πατέρας του πνευματικού κινήματος του ελληνοκεντρισμού5 και του ελληνικού εθνικισμού, «ο εξοχώτερος των νέων Ελλήνων»1, «ο μεγαλείτερος, ο ευγλωττότερος και ο φωτεινότερος απόστολος του κατά φύσιν ελληνικού ζην»2, «άγιος της ελληνικής νεολαίας»3, «αηδόνι της ελληνικής γης»3, «μάγος της ελληνικής γλώσσας»3, ή ακόμη, απλά και πάνω απ' όλα, «ο Έλλην»4. Και ακόμη, αισθητικός της ελληνικότητας, σουρεαλιστής πριν τον σουρεαλισμό5, οικολόγος πριν το οικολογικό κίνημα5, Εθνικός αλλά και Βυζαντινός μαζί3, «ξανθός ιππότης»12, μποέμ, χίππης και δανδής μαζί3, αναρχικός και σαμουράι3, ρομαντικός, ιδιόρρυθμος, δριμύς κατήγορος της κοινωνίας της εποχής του5.
Ο Ίων Δραγούμης έγραψε για τον Γιαννόπουλο: «...μου φάνηκε σαν τον βοριά τον παγωμένο που μανιασμένος σαρώνει τους βρώμικους από μικρόβια αέρηδες και από κάθε βρώμα ή σκουπίδι καθαρίζει τον κόσμο... Σ' αυτού τον ρυθμό τη ζωή μου τονίζω.»6 Ποιητές και καλλιτέχνες τον ύμνησαν (Κωστής Παλαμάς («ο Αντίνοος έφηβος, ο πιο λαμπρός που ζούσε»), Άγγελος Σικελιανός («Κι έφερε η φήμη ... μοναχό κριτή τον Ήλιο»), Μιλτιάδης Μαλακάσης («σ' ευλάβεια μνήμης, ω Απολλώνιε ζήσε, Νέος μαζί κι Αρχαίος»), Μυρτιώτισσα («Ευγενικέ μας φίλε...»)) και εμπνεύστηκαν από αυτόν10 (Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης και ολόκληρη η Γενιά του '30, Δημήτρης Πικιώνης, Άρης Κωνσταντινίδης, Γιάννης Τσαρούχης, Κώστας Φέρρης, Λίνος Καρζής, Γ. Κατσίμπαλης, Αγγελική Χατζημιχάλη8 κ.ά.)



Εργογραφία

  • «Ἡ σύγχρονος ζωγραφική», Δεκ. 1902
  • «Πρὸς τοὺς καλλιτέχνες μας», Φεβ. 1903
  • «Ξενομανία», 16 Ιαν. 1903
  • «Πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀναγέννησιν», 11-13 Μαρτ. 1903
  • «Τηλεφωνήματα», 1903
  • «Ἑλληνικὴ Γραμμή», Μαρτ. 1903
  • «Ἑλληνικὸν Χρῶμα», 3-11 Σεπτ. 1904
  • «Καὶ περὶ Ἑλληνικῆς Μουσικῆς τίποτε;», 18 Ιουλ. 1904
  • «Ἑλληνικὴν Μουσικὴν ἐμπρός», 25-28 Ιουλ. 1904
  • «Νέον Πνεῦμα», 1906
  • «Ἔκκλησις πρὸς τὸ Πανελλήνιον Κοινόν», 1907

Παραπομπές-σημειώσεις

  • 1: Βλάσσης Γαβριηλίδης
  • 2: Γρηγόριος Ξενόπουλος
  • 3: Δημήτρης Κιτσίκης, «Ο άγιος της ελληνικής νεολαίας Περικλής Γιαννόπουλος», περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 107, Νοέμ. 2002
  • 4: Επαμεινώνδας Παντελεμίδης, «Περικλής Γιαννόπουλος, ο Έλλην», «Τετρακτύς Αείγνητος»
  • 5: Μ. Μελετόπουλος, «Περικλής Γιαννόπουλος: Βίος, έργο και αυτοκτονία», περ. «Νέα Κοινωνιολογία», τ. 39, Φθινόπωρο 2004, ISSN 1105-8099, σελ. 137-178: "Αποτίμηση", σελ. 176
  • 6: "Σ' αυτού τον ρυθμό τη ζωή μου τονίζω", γράφει για τον Γιαννόπουλο ο αδελφικός του φίλος Ίων Δραγούμης. Κατά τον Π. Ταγκόπουλο, "ο Ίων ολόκληρος θαρρείς κι έχει αναπηδήσει από τα κηρύγματα του Γιαννόπουλου, σα νά 'ναι το δεύτερο εγώ του, πιο φίνο και λαμπικαρισμένο". (Ελλ. Γράμματα, 1-2-1929 και 1938. Στέφανος Μπεκατώρος, «Ίων Δραγούμης - Το ανθολόγιο του Νουμά. Επίμετρο: Εννέα επιστολές του Περικλή Γιαννόπουλου στον Ίωνα Δραγούμη», Εναλλακτικές Εκδόσεις, σελ. 209)
  • 7: Κατά τον Α. Καραντώνη, "Ο Ίων Δραγούμης και ο Άγγελος Σικελιανός, μορφοποιήσαν τη συνείδηση του ελλαδισμού τους μέσα στην ατμόσφαιρα και το προφητικό θάμπος που σκορπούσε ο Γιαννόπουλος ζώντας και δημιουργώντας." (Ελλ. Γράμματα, 1-2-1929 και 1938. Μπεκατώρος, ο.π. σελ. 209) Ο Σικελιανός μελετά τον Γιαννόπουλο και διατυπώνει τις συμφωνίες και τις διαφωνίες του σε σχετικό κείμενό του το 1919. (Μπεκατώρος, ο.π. σελ. 211)
  • 8: Μπεκατώρος, ο.π. σελ. 209
  • 9: Πέτρος Χαρτοκόλλης, «Ιδανικοί αυτόχειρες - Έλληνες λογοτέχνες που αυτοκτόνησαν», Εστία, 2003, ISBN 960-05-1101-2, σελ. 51-56
  • 10: Για την επίδραση του Περικλή Γιαννόπουλου στο έργο των αρχιτεκτόνων Δ. Πικιώνη και Άρη Κωνσταντινίδη, και των ποιητών Γ. Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη βλ. π.χ. Μπεκατώρος ο.π. σελ. 212-217. Χαρακτηριστικά ο Ελύτης γράφει για τον Γιαννόπουλο και τον Δραγούμη: "Η γονιμοποιός δύναμη του αιώνιου και υγιούς μέρους των απόψεών τους ... το μήνυμά τους το βαθύτερο με άγγιζε και τότε... Ε λοιπόν κι εγώ θα το εξομολογηθώ με μιαν ειλικρίνεια που δεν αξίζει να την ειρωνευτεί κανείς: ένιωθα ένας αριστοκράτης που είχε -ο μόνος που είχε- το προνόμιο να λέει τον ουρανό "ουρανό" και την θάλασσα "θάλασσα", άκριβώς όπως η Σαπφώ, ακριβώς όπως ο Ρωμανός, εδώ και χιλιάδες χρόνια, και μόνον έτσι να βλέπω αλήθεια το γαλάζιο του αιθέρος ή ν' ακούω το ρόχθο του πελάγους... Καμιά υπερβολή δεν είχε πει, από την άποψη αυτή ο Περικλής Γιαννόπουλος."
  • 11: Ο Γ. Σεφέρης ("Δοκιμές", τ. Β', Ίκαρος, 1974, σελ. 54-55. Πέτρος Χαρτοκόλλης, ο.π., σελ. 36), αφού διατυπώσει την άποψή του για την "ταύτιση ανθρωπιάς και ελληνικής φύσης", θα σημειώσει ειρωνικά: "Βλέπω τα παιδιά έτοιμα να ξαναπιάσουν την πρόγκα: "Ο τυμβωρύχος του Γιαννόπουλου!" Τι να γίνει, πιστεύω πως υπάρχει μια λειτουργία ενανθρωπισμού στο ελληνικό φως."
  • 12: Ο Παύλος Νιρβάνας χαρακτηρίζει τον Γιαννόπουλο "ξανθόν ιππότη" και θυμάται με θαυμασμό τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε εκείνος: " Ο Γιαννόπουλος μπορούσε να μιλή ώρες ολόκληρες, χωρίς να ξέρεις στο τέλος τι σου είπε. Είχα όμως την αίσθηση πάντοτε μιας γοητείας, που δεν μπορούσες να καταλάβης αν ήτανε από τα λόγια που άκουσες, απ' τη μελωδία της φωνής του ή από κάποια άλλη μυστική ενέργεια, που ακτινοβολούσε ο εσωτερικός παλμός του λόγου του." Ο δε θεατρικός συγγραφέας και χρονογράφος Σπύρος Μελάς αναφέρει ότι «ο Γιαννόπουλος ήταν ένας ωραιότατος νέος, λεβέντης κυπαρισσόκορμος, αλαβάστρινος, με θαυμάσια σαγηνευτικά, γαλανά μάτια, ένας αρχαίος Έλληνας με περιβολή δανδή, δικής του συνθέσεως, ζακέττα γκρι-περλ, χιονάτο πλαστρόν, που διετηρείτο πάντοτε άσπιλο και, αντί άνθους, ένα... γαϊδουράγκαθο στην κομβιοδόχη. Ήταν μια εμφάνιση άφθαστα κομψή, φυσικά εντυπωσιακή και παρ' όλη την ιδιορρυθμία της αντρίκια κι' επιβλητική." (Χαρτοκόλλης, ο.π. σελ 57)
  • 13: Δημήτρης Λαζογιώργος-Ελληνικός, «Μανουήλ Θ. Χαιρέτης: Ο άγνωστος προφήτης του Ελληνισμού», Πελασγός, 1998, σελ. 59-67
  • 14: Περικλής Γιαννόπουλος, «Ἑλληνικὴ Γραμμή» (1903): «Κάθε πετράδι, λιθάρι, χορτάρι, καθήμενον ὡραῖα, διαγραφόμενον διαυγέστατα, προβάλλον τὴν φυσιογνωμίαν του σὰν ἄτομον, σὰν ἄνθρωπος. [...] Εἶναι ἡ ἐντελὴς Ἑλληνικὴ τῶν πάντων εἰς τὰ πάντα: Σ α φ ή ν ε ι α. [...] Ἡ δύναμις λοιπὸν τοῦ Φωτός, ὁ διαπερασμος αὐτοῦ, ἡ διαφάνεια τοῦ ἀέρος, ἡ διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς εἶναι καταπληκτική. [...] Εἶναι μία μόνη γραμμὴ καμπύλη. Παντοῦ μιὰ ἁπλουστάτη, μαλακωτάτη καμπύλη [...] σαφεστάτη, ἁπλουστάτη, ἡδονικωτάτη, ἁρμονικωτάτη, μουσικωτάτη, μὲ μίαν αἰθεριωτάτην εὐγένειαν καὶ ἕνα μέθυ μελαγχολίας, παραλλάσσουσα εἰς κάθε βῆμα, ὅσον παραλλάσσει τὸ ἓν κῦμα ἀπὸ τὸ ἄλλο. [...] Εἶναι μία μόνη γραμμή, σὰν τὴν παλαιάν μας τέχνην, ὅπου ὅλα φαίνονται ἀδελφά, καὶ ὅμως κανὲν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸ ἄλλο [...] σὰν τὸν Ἕλληνα ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς εἰς τὸ σύνολον καὶ εἰς κάθε βῆμα ποτὲ ὅμοιος, ἀποδεικνύουσα καὶ αὐτὴ τὴν ὅλην μας φύσιν, ἧς ἓν τῶν ριζικῶν διακριτικῶν της εἶναι : ἡ ἑνότης τῶν σπουδαίων χαρακτηριστικῶν καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν δευτερευόντων. [...] Ἡ φυσικὴ αὐτή, διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἡ θεμελιώδης βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος Ἀνάγκη, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν αἱ Τεχναι ὅλαι.»
  • 15: Περικλής Γιαννόπουλος, «Ἑλληνικὸν Χρῶμα» (1904): «Ὅπως διὰ τὴν ζήτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Γραμμῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πρώτην Ἰδέαν μιᾶς ἐκρήξεως Ἑλληνικῆς Αἰσθητικῆς, τίθεται ὡς βάσις οὐχὶ Τέχνη τις οἱαδήποτε, οὔτε αὐτὴ ἡ Ἀρχαία μας Τέχνη, ἀλλὰ ἡ Φύσις, ἡ Γῆ, ὅπως τὴν βλέπομεν γύρωθεν ἡμῶν, οὕτω καὶ διὰ τὸ ΧΡΩΜΑ. [...] Διὰ νὰ ἰδῆτε αὐτὸ καὶ τὴν αἰθεριότητά του, παρατηρήσατε πάλιν καὶ πρῶτον τὴν Γῆν. Εἶναι ἐλαφροτάτη. [...] Αὐτὸς καὶ ὁλόκληρος ὁ Γήινος Γραμμικὸς καὶ Χροϊκος Χορός, ὁ ὑμνῶν τὴν Δόξαν τοῦ Παγκάλου Τρελλοθεοῦ τῆς Ἑλλάδος. [...] ἕνα ἀγλαώτατον, ἱλαρώτατον, ἐαρινώτατον, μυριώτατον, μυριοπέταλον ἀνθόχρωμα, ἕνα θυμαρόεν, θυμιατόεν πνεῦμα λέγει εὐγνωμόνως τὸ Χαῖρε εἰς τὸν ἀποσυρόμενον Βασιλέα τοῦ Κόσμου, Βασιλέα Βασιλέων Γαιῶν καὶ Οὐρανῶν: ΗΛΙΟΝ. [...] Η ΑΫΛΟΤΗΣ αὐτὴ τῆς ἐπιφανείας τῆς κοσμικῆς Ὕλης, τοῦ Φυσικοῦ χρώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης Ἰδέα, ἡ θεμελιώδης Βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος ΑΝΑΓΚΗ, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν ὅλαι αἱ ΧΡΩΜΟΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ. [...] Καὶ ἡ Ἀϋλότης αὐτὴ εἶναι τὸ πρῶτον χαρακτηριστικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Χρώματος. Ἰδοὺ ἡ Ἀνάγκη τῆς λειοτάτης ζωγραφικῆς ἐπιφανείας. [...] Καὶ ὅλα τὰ χώματα πεδίων, λόφων, βουνῶν, ὅλα τὰ νερά, ὅλοι οἱ ἀέρες, εἶναι ὅλα φωτεινότατα χρωματιστά. Τὸ κύριον Χρῶμα, τὸ χαρακτηριστικὸν Χρῶμα εἶναι τὸ Κυανοῦν. [...] Καὶ τὸ ἕνα αὐτό, ἀπώτατον, ὀρεινότατον χαρακτηριστικὸν Χρῶμα, δέχεται εἰς τὸν ὑπεράνω αὐτοῦ ἀέρα καὶ τὴν πρὸ τῶν ποδῶν του γηΐνην ὕλην τοὺς καταιωνισμοὺς τοῦ Χρυσοῦ [...] ἡ χαρακτηριστικὴ ἑνότης τοῦ συνόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ Ἕλληνος καὶ ἡ ἄπειρος ποικιλία τῶν μερῶν, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ χωρογραφικῶς καὶ χρωματικῶς καὶ γραμμικῶς [...] θὰ ἐπανέλθω ἑκατομμυριάκις λεπτομερέστατα μέχρι τελείας ἀποδείξεως καὶ ἐξαντλήσεως θέματος, ἐμοῦ καὶ ...ἡμῶν — διότι εἶπα, ὅτι ἐννοῶ νὰ σᾶς τρελλανω μὲ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα καὶ νὰ σᾶς κάμω νὰ φᾶτε ἑλληνικὴν τροφὴν ὅσην δὲν ἐφάγατε τουλάχιστον ἕναν αἰῶνα. [...] ἔχει τὸ χαρακτηριστικόν του γενικὸν Χρῶμα καὶ διέρχεται ὅλων τῶν τόνων αὐτοῦ [...] Κάθε βράχωμα, ὕψωμα, λόφος τοῦ πλησίον μας κύκλου δίδει τὸ φόρεμα ποὺ ἐφόρεσε δι᾿ ὀλίγον εἰς τὸ πλησίον του καὶ κάθε φόρεμα περνᾷ ἀπὸ χέρι σὲ χέρι, ἀπὸ τὸ πρῶτον ὕψωμα ἕως τὸ τελευταῖον τοῦ κάθε κύκλου. Καὶ δὲν ὑπάρχει στιγμὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπάρχουν, νὰ μὴ φαίνωνται ὅλα τὰ συνήθη φορέματα τοῦ κάθε κύκλου. Καὶ δὲν ὑπάρχει κυριολεκτικῶς ΣΤΙΓΜΗ σταματήματος καὶ δὲν ὑπάρχει ΣΤΙΓΜΗ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἕνα ὕψωμα νὰ ὁμοιάζῃ μὲ τὸ ἄλλο.»
  •  
  •  
  • την διαβάσαμε:  http://el.wikipedia.org
  •  
  • για την ζωή, το έργο του Περικλή Γιαννόπουλου μπορειτε να επισκεφτείτε την σελίδα: http://pheidias.antibaro.gr/Giannopoulos/poems.html

Αἰγαίου Ἑσπερινός ...


... Ὁ ἥλιος ἔπεσεν ὄπισθεν της πόλεως Σύρου... Παντοῦ βασιλεύει σιγή, οὐδαμοῦ σείεται αὔρας πνοή: παντοῦ ἁπλώνεται νωχέλεια θερμοτάτη καὶ ἡ θάλασσα πνιγμένη ἀδρανεῖ. Πτερόεντα πλοιάρια ὅπου ἔτυχαν μένουν κολλημένα μὲ διπλωμένα τὰ πτερά, σὰν πτηνὰ ἀναπαυόμενα ἐπάνω εἰς νερά.
... Ὅταν τὸ πολυάνεμον, πολυκύμαντον καὶ πολυθόρυβον ρεῦμα τοῦ Αἰγαίου, τοῦ ὁποίου ἡ διάθεσις διευθύνει τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἔκφρασιν ὅλων τῶν νησιωτικῶν ὄντων ἠρεμεῖ, ὅλα λαμβάνουν ὄψιν ἄλλην, ὄψιν νέαν. Τότε ἀπὸ ὅλων τῶν σημείων ἀναφαίνονται ὁλοφάνεροι μεγαλονόμεναι, ὑπερυψούμεναι καὶ πλησιάζουσαι ἐν σιγῇ, αἱ κυλοῦσαι τὸν ὁρίζοντα νῆσοι, σὰν νὰ τελῆται ἱερουργία τις καὶ μέγα τι ἐν τῇ φύσει νὰ συντελῆται.
... Ἀζωγράφιστος, ἀτραγούδιστος, ἀνεκλάλητος εἶναι τότε ὁ χορὸς τῶν Νυμφῶν τοῦ Αἰγαίου, στέφανος ἀνθισμένης ἡδυπάθειας. Ἡ Τῆνος, σωρὸς ἴων θερμοτάτων, μιμουμένη τὸν ἀμίμητον Ὑμηττὸν κατὰ τὰς στιγμὰς τῆς ἐντονωτάτης του ζωῆς, τῶν ὑστάτων θωπειῶν τοῦ Ἡλίου. Μία ἑνωτικὴ γραμμὴ θαλάσσης μελανὴ ἑνώνει τὴν Τῆνον μὲ τὴν Μύκωνον. Ἡ Μύκωνος ἁπαλώτατα ροδίνη, τριαντάφυλλον Ἀπριλίου μαραινόμενον. Ἄλλη ἑνωτικὴ γραμμὴ θαλάσσης ἀνοικτοτέρα καὶ ἔπειτα ἡ Νάξος βελούδινον, βυσσινόχρουν ρόδον διαπύρως ἀκμαῖον. Ἡ ἱερὰ Δῆλος κολυμβῶσα εἰς τὸ σταματημένον ὕδωρ. Ἕνα θαυμάσιον περιδέραιον ἀνθέων κυκλῶνον τὸν οὐρανόν, ἔχον ἄνθος μεσαῖον τὸ νησίδιον τοῦ Φάρου, χρυσοβόλον δέσμην γαζιῶν.
... Τὰ κυκλοῦντα τὸν οὐρανὸν ἰορρόδινα ἄνθη, τὰ περιβρέχει τὸ κυανοσκότεινον ἀργυρολαμπὲς ὕδωρ, σὰν ἄνθη βουτημένα εἰς νερὸν καὶ ἀπὸ τὸν σμαράγδινον οὐρανὸν ἀποκρεμᾶται καταρρέων ἁπαλώτατα στέφανος ἄλλος χρυσοκίτρινος, στεφανώνει καταρρέων χαμηλὰ θάλασσαν καὶ νησιὰ μὲ φωτεινὴν θωπείαν διαβάσεως ἀγγελικῶν ταγμάτων μὲ καναρίνεια πτερά.
... Εἰς τὴν ἀθόρυβον πόλιν τῆς Σύρου, ποὺ λάμπει μὲ τοὺς κυανολεύκους καὶ ροδολεύκους χαρωποὺς οἰκίσκους ποὺ ἀναβαίνουν ὁ ἕνας εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ἄλλου, ἕως τὴν κορυφὴν τῶν δύο κωνικῶν της βουνῶν, διὰ νὰ ἰδοῦν μὲ μάτια λάμποντα καὶ πλησίον τοῦ μόλου σχήματα ἀνθρώπων καθισμένα μελανὰ καὶ ἄφωνα, ἔχουν τὸν ἀέρα ἀκολουθούντων νωχελῶς λειτουργίαν ἢ ἀγαθῶν γελαδινῶν ζῴων ἁπλῶς ἠρεμούντων. Εἰς τὸν ἐρυθροκίτρινον κυματοθραύστην βρεφῶν καὶ δουλαρίων σμῆνος σὰν ἔντομα πολύχρωμα.
... Ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ὁλοὲν καταβαίνουν νέαι φωτεινοὶ θωπεῖαι, ἡδύτατα φιλήματα αἰθεριότητος καὶ διαρκείας ἀσυλλήπτου, ἀλλ᾿ ἐκπληκτικῆς διαυγείας. Χρυσομηλόχρους στέφανος ἁπλώνεται λαμπρότατος, ροδίνη χύνεται σκόνη ζώνουσα ξηρὰ καὶ ὑγρά. Τώρα ἡ Τῆνος βαθύχροα ἴα δροσολουσμένα. Τώρα ἡ Μύκωνος πυρουμένη μιμουμένη τὸν Ὑμηττόν. Τώρα ἡ Πάρος ἴα μαραμένα. Τώρα τὸ Νησίδιον τοϋ Φάρου βαθυχροΐζον. Τώρα ἡ θάλασσα... ἕλκουσα, πίνουσα τὰ χρώματα, φωτιζομένη, λευκαινομένη, γινομένη γάλα πηγνυόμενον, κυλίον εἰς τὴν ἐπιφάνειάν του χρυσούς.
... Τὰ πάντα ζοῦν καὶ δονοῦνται ἐντονώτατα θερμαινόμενα ἢ ψυχόμενα, ἀλλὰ τὰ πάντα ἀενάως μεταμορφούμενα. Ἀνθρώπινον σχῆμα ταχυποροῦν φθάνει εἰς τὴν ἀκτὴν καὶ μόλις ἀντικρύσῃ τὴν θάλασσαν, ἵσταται, ἀποκαλύπτεται, κρατεῖ χαμηλὰ τὸ κάλυμμά του, κάμνει εὐρύτατον σημεῖον σταυροῦ μὲ βαθυτάτην εὐλάβειαν: Σταυροκόπημα καὶ δέησις διευθύνονται πέραν τῆς Σύρου, ἄνωθεν τῶν ὑδάτων, εἰς τὴν ἀντίπεραν Τῆνον -συνήθεια τῶν γειτόνων νησιωτῶν- ἀποστέλλονται εἰς τὸ φαινόμενον κωδωνοστάσιον τῆς Παναγίας της.
... Ἀπὸ τῶν οὐρανίων ἀποκρεμᾶται ζωηρότατος ρόδινος στέφανος ἐφαπτόμενος ξηρῶν καὶ θαλασσῶν, ἄνωθεν ἄλλος ἀκολουθεῖ ἀερωδέστερος, μετεωρίζεται φωτεινοκίτρινος καὶ ὑπεράνωθεν αὐτῶν ὅλων τὸ οὐράνιον κυανοῦν τώρα ἀνοίγει ὁλοὲν ἀτονοῦν ἁβρότατα. Καὶ αἱ Νύμφαι συναλλάζουν καὶ ἀνταλλάζουν τὰ ρόδινα καὶ ἰώδη καὶ ἰορόδινα καὶ χρυσοκίτρινα αἰθέρια ἐνδύματα, ὡσὰν αὐτὴ ἡ συνοδεία τῶν Ἐρώτων καὶ Χαρίτων τῆς Ἀφροδίτης ἀνεκίνει καὶ ἐδοκίμαζεν αἰθερίων πέπλων ἁρμονίας, διὰ τὴν περιβολὴν τῆς ἐκεῖ ποὺ εἰς τὰ βάθη τοῦ Αἰγαίου εὐρισκομένης θεᾶς.
... Κόρη εἰς περιστύλιον, περιφερικὸν παραλιακοῦ ἐξώστου προσθέτει τὴν ποίησιν τοῦ θήλεως, περιφέρει μαλακώτατον ραδινὸν σχῆμα σὰν δονουμένη καὶ κυμαινομένη ὑπὸ τῶν καλλονῶν, τείνουσα μεγάλους ὀφθαλμοὺς νοσταλγοῦ ἄνωθεν μελαγχολικῶν πόθων ἀνθούντων εἰς μειδίαμα χειλέων, σὰν λυπουμένη παρομοίως μὲ τὰς Νύμφας, διότι τὸ φῶς ἀποσύρεται ἀπὸ τὴν μορφὴν ὅλων των καὶ μετ᾿ ὀλίγον δὲν θὰ φαίνωνται πλέον. Καὶ γίνεται αἰσθητὴ ἡ κυμαινομένη κόρη σὰν ἆσμα ναύτου μελαγχολικώτατον, ὡς νυκτωδία τις ἡδυτάτη περιραίνουσα τὸν ἀέρα. Κόρη τῆς ὁποίας τὰ μάτια ἐμεγάλωσαν, ἐμεγάλωσαν καὶ ἔπειτα ἔσβησαν ἀπὸ τὸν ἐπάνω κόσμον.
... Ὤ, τί ἀπίστευτον, τί ἀπερίγραπτον θέαμα πραγματικώτατον καὶ ὅμως ὑπερβαῖνον πᾶν ὄνειρον! Ἀπὸ τῶν μυχιαιτάτων τοῦ ὄντος ὅπου ζῇ ἡ λατρεία, ἀνέρχεται ἡ ζωὴ τηκομένη καὶ καιομένη ὡς πῦρ βωμοῦ καὶ ὡς κυάνεον θυμίαμα διαλύεται εἰς τὰ μαγικὰ χρώματα καὶ ὁράματα τὰ ὁποῖα ὅλα δονοῦντα τὴν διάνοιαν ἐν ἡδονῇ, κάμνουν αἰσθητὴν τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ διανοεῖσθαι.
... Ἀθρόαι ἀναδύουν τῆς ψυχῆς καὶ πάλλονται ἐν συγκινήσει ὡς θούρια, αἱ παλαιαὶ εἰκόνες λαμπρῶς φωτιζόμενοι. Τοιαῦτα μόνον οὐράνια χρώματα, τοιοῦτοι μόνον παραδείσιοι οὐρανοὶ δύνανται νὰ γεννήσουν μεταξὺ τῶν ἀνθρωποειδῶν ζῴων τὸν ἄνθρωπον Ἕλληνα. Αὐτοὶ οὗτοι ἦσαν καὶ αὐτοὶ οὗτοι εἶναι οἱ μόνοι γεννῶντες καὶ ἀνατρέφοντες ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρωποειδῶν θηρίων τῆς γῆς, τὸ ἥμερον ἄνθος, τὸν ἄνθρωπον Ἕλληνα.
... Ἐδῶ παντοῦ καὶ πανταχόθεν, ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ Αἰγαίου, ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῶν μαγικῶν αὐτῶν χωμάτων, τῶν τριμμένων ὡς ἑτοίμων διὰ νὰ πλασθοῦν εἰς πολύμορφον καλλονήν, ἀνέδυσεν εἰς τὸ φῶς ἡ φυλὴ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὸ τῶν μητρικῶν θωπειῶν τῶν θείων αὐτῶν σκηνωμάτων διεπλάσθη. Ἐδῶ μόνον οὐρανοὶ καὶ γῆ καὶ θάλασσα καὶ ἄνεμοι καὶ χρώματα φιλανθρώπως περιθωπεύοντα τὰς αἰσθήσεις ἀενάως, ὡς ὡραία μήτηρ πολυφίλητον τέκνον, ἀνατρέφουν μὲ στοργὴν τὸν ἐγκέφαλον ὡς ἄνθος φυσικόν, ἄνθος ὑπέρτατον τοῦ ὀρατοῦ ζωϊκοῦ κόσμου τῆς γῆς. Σῶμα καὶ ψυχή, καρδία καὶ νοῦς ἀνοίγουν ὡς ἄνθη ὡραῖα καὶ ὡς δέσμη ἀνθέων ἀποπνέουν ἡδονικὰ ἀρώματα.
... Λίνου καὶ Ἀδώνιδος καὶ Κύπριδος ἅγιοι θρύλλοι· φυσικῶν ἐρώτων ἄσματα γαλήνια· σαρκὸς καὶ οἴνου ἁβρὸν ἀνακρεόντειον μέθυ· σαπφικὸν πῦρ· διάνοιαι φωτεινόταται γηΐνων ἀνθέων κορυφαια ἀριστοτεχνήματα· τραγωδίαι Αἰσχύλειοι· δράματα Σοφόκλεια ἔρωτος ἡδύτερα καὶ θρησκευμάτων θειότερα· Πλάτωνος δρᾶμα ὅπου αἱ ἰδέαι ἱέρειαι ἱερουργοῦσαι ἐν παγκάλλῳ τελετῇ, ἀνέρχονται ἐν ρυθμῷ σεμναὶ καὶ κοσμημέναι δι᾿ ὅλων τῶν γηΐνων ἀθυρμάτων, ὡς ἵνα ἀπὸ τοῦ ναοῦ τῆς Παρθένου ἀνέλθουν πτερούμεναι ὑπὸ τοῦ ἔρωτος πρὸς τὸ παμφαὲς σύμπαν, ἀναζητοῦσαι νὰ εὕρουν καὶ περιφιλήσουν τὸν ἀκατανόητον Δημιουργόν· ὅλα, ἀναδύουν ὡς ἄνθη αὐτοφυῆ καὶ μέχρις αὐτῶν τῶν λίθων μεταμορφουμένων εἰς τελείους τύπους ἀνθρώπων, οὓς ἡ φύσις δὲν κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ, μέχρι τῶν λίθων αὐτῶν συνδεομένων εἰς ἁρμονίας λιθίνας, δοξαζούσας τὸ θεῖον βαθύτερον, αἰθεριώτερον ὅλων τῶν γηΐνων μουσικῶν, ὅλα αὐτὰ τὰ πιστευόμενα θαύματα ἀναφαίνονται ἄνθη φυσικώτατα.
... Καὶ ὅλα, ἀνεξαιρέτως ὅλα: Στρατοί, πνευματικοὶ ὡπλισμένοι δι᾿ ἐπιστημῶν, γραμμάτων καὶ τεχνῶν, χυνόμενοι εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὄπισθεν τοῦ ἅρματος ἑνὸς ὡραίου μας θεοῦ, ἡμερώνοντας καὶ μαγεύοντες τοὺς λαούς, δουλοῦντες καὶ καταβυθίζοντες τοὺς Ρωμαίους μὲ τὸ φῶς, ἁρπάζοντες γυμνὸν καὶ τετραχηλισμένον τὸν Ναζωραῖον καὶ δημιουργοῦντες θρησκείαν νέαν, νέον κόσμον χιμαιρικόν, κοσμοκράτορες κρατοῦντες τὴν τύχην τῆς γῆς ἡρωϊκῶς ἐπὶ αἰῶνας αἰώνων, ὅλα τὰ περασμένα ἀνεξύμνητα κλέεα κλέη, διότι εἶναι νοητὰ μόνον εἰς τὰ ἡρωϊκὰ καὶ τὰ μεγάλα πνεύματα, ὅλα ἰσοϋψῆ καὶ τρισμέγιστα διερχόμενα ἄνωθεν τῶν ἀνθρωπίνων· ἰσοϋψῆ καὶ τρισμέγιστα ὅπως ὁ δαυλὸς τοῦ Κανάρη, ὅλα ζωντανώτερα τῶν ζωντανωτέρων καὶ ἁπτοτέρων πραγμάτων τῆς ζωῆς, ὅλα τὰ κορυφαιότατα ποιήματα τοϋ πλανήτου αὐτοῦ ἀναφαίνονται ἄνθη φυσικώτατα.
... Ὤ! Τί ὥρα ἀλησμόνητος! Ἐνῷ ὁ νοῦς φλογίζεται ἀπὸ ἐνθουσιασμὸν καὶ ἡ ψυχὴ ἀπὸ ὑπερηφάνειαν, ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ πανοράματος ποὺ ζωγραφίζεται εἰς τὰ βάθη τοῦ Ὄντος, εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, ὅλα ὁλοὲν ἀλλοιοῦνται ἀνταλλάσσοντα φωτεινὰ φιλήματα, ἐνῷ ὑπὸ τὴν λάμψιν τοῦ θερμοῦ νωχελοῦς ρευστοῦ ἀμαυροῦται τὸ νησίδιον τοῦ Φάρου, ἀβανόχροοι γίνονται οἱ βράχοι τῆς νήσου, ἐνῷ πλοιάρια φαινόμενα καρφωμένα πρὸ τῶν ἀπωτάτων νήσων διαγράφονται μελανώτατα καὶ διαυγέστατα μέχρι τῶν λεπτοτάτων ἐξαρτημάτων καὶ νημάτων, σὰν ἔντομα ὁρώμενα διὰ φακοῦ. Τὰ ἰώδη ἄνθη τῶν νήσων ἐν ἀρρήτῳ ἡδυπαθείᾳ μαραίνονται, ναρκοῦνται, νεκροῦνται καὶ εἶναι λευκοκίτριναι καὶ ἀνθορρόδιναι προβολαὶ ἐρχόμεναι μὲ τὴν γλυκύτητα φιλήματος καὶ ἀφίνουσαι μειδιάματα, ἀποσυρόμεναι καὶ ἀφίνουσαι χροϊκὸν λυγμόν.
... Ὤ! παρομοία θὰ ἦτο ἡ ὥρα καὶ ἡ σκηνογραφία ἡ προπέμψασα ἀπό τῆς ἱερᾶς Δήλου τὴν τριήρη τὴν μεταφέρουσα τοὺς θησαυροὺς εἰς τὰς Ἀθήνας, παρομοίως θὰ ἐπάλλοντο ὅλαι αἱ Νύμφαι τοῦ Αἰγαίου, οὐρανοί, ξηραὶ καὶ θάλασσαι ἐν παρομοίᾳ κατευοδοῦσαι λαμπροφανείᾳ τὸ πτερόεν πλοῖον, προαισθανόμενα ὅλα ὅτι εἶχεν ἔλθη ἡ ὥρα, ἵνα πάντα ταῦτα ἐκδηλωθοῦν εἰς μίαν πρώτην μορφὴν ὑπὸ τοῦ εὐγενεστάτου ἀνθρωπίνου εἴδους ποὺ εἴμεθα ἡμεῖς δι᾿ αἰῶνα τὸν ἅπαντα.
... Καὶ εἶναι ἀκόμη μία στιγμή, καθ᾿ ἣν ἡ θάλασσα σὰν νὰ ἔπεσεν εἰς τὸν πυθμένα της ἥλιος φωτίζων ἔνδοθεν, ὅλη γάλα ἐφ᾿ οὗ ρέει χρυσός, πάλλεται καὶ λάμπει ὡς ὀπτασία, καὶ εἶναι μία στιγμὴ ἀκόμη, στιγμὴ ὑστάτη, καθ᾿ ἣν ὅλη ἡ θάλασσα εἶναι θερμότατον πυρωπὸν ἴον, ἐνῷ τὰ νερὰ εὐωδιάζουν καὶ τὰ πάντα ζοῦν ἐν ἐκτάσει ἐνῷ δρομοῦσα ἡ σελήνη κατακόρυφος διὰ νὰ ἰδῇ, ἀναστέλλει τὰς ἀκτῖνας βαίνουσα μέσα εἰς τὸν ἱστάμενον ἀέρα, πελώριον πρόσωπον ἔκπληκτον ἐτάζον τὴν ἄπειρον ἡδυπάθειαν μὲ φευγαλέον ἀέρα εἰρωνείας.
... Ὦ ὡραῖε Θεὲ τῆς Ἑλλάδος. Μίαν μοναδικὴν φορὰν τὰ χείλη μου ἐκινήθησαν εἰς δέησιν, μίαν μοναδικὴν φορὰν ἐπρόφεραν αἴτησιν, νὰ εἶναι ὥρα παρομοία καὶ παρόμοιον τὸ θέαμα, ἡ ὥρα ποὺ θὰ κλείουν οἱ λατρεύοντες ὀφθαλμοί μου καὶ μία μόνη ἰδέα ἐκφράσεως τῆς ἱερᾶς γοητείας ὑπερισχύει νὰ κύψῃ κανεὶς καὶ νὰ φιλήσῃ τὸ γενέθλιον χῶμα νὰ ἐγερθῇ καὶ νὰ κάμῃ ἐν βαθυτάτῃ εὐλαβείᾳ τὸν σταυρόν του, λατρεύων τὸ χῶμα καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὸν ἀέρα τῆς ἱερᾶς Ἑλλάδος.

Ὁ τραγουδιστής


Ἡ πόλις εἶνε λευκή. Ἡ πόλις εἶνε ὡραία. Ἡ πόλις εἶνε γεμάτη παλάτια. Παραδίσεια στολισμένα κάθονται γύρω της ὅλα τὰ βουνά, νυμφικὰ λάμπουν τὰ μαρμαρένια της παλάτια. Καὶ ὁ Ἥλιος κατάχρυσος περιπατεῖ μόνος εἰς τοὺς ἐρήμους της δρόμους καὶ κλαίει. Κατάκλεισται εἶνε ὅλαι αἱ θύραι, κατάκλειστα εἶνε ὅλα τὰ παράθυρα, ἡ πόλις εἶνε νεκρά. Ἡ πόλις ἄλλοτε ἦτο ὅλο ζωὴ καὶ ἑώρταζε λαμπρὰς ἑορτὰς καὶ ἕνα Κακὸν Πνεῦμα ἐπέρασε καὶ ἐμαρμάρωσε τὴν χαράν. Οἱ ἄνθρωποι εἶνε κλεισμένοι εἰς τὸ σκότος, αἱ ψυχαὶ δεμέναι εἰς σώματα νεκρά.
Ἀλλὰ τώρα τὴν πάμφωτον ἐρημίαν ἕνα ἆσμα ταράζει. Εἶνε ἕνας τραγουδιστής, ἕνας τραγουσιστὴς ποὺ περνᾶ. Ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκε τὴν δύναμιν, ποὺ τίποτε δὲν τὴν νικᾶ, ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκεν ἕνα θαυμάσιον σπαθὶ ποὺ κόβει ὅλα τὰ δεσμά. Ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύθη τὴν ὡραίαν πόλιν, ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύεται ὅλας τὰς ψυχάς, τὸν ἔστειλλε νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν πόλιν, νὰ ἐξυπνήσῃ ὅλας τὰ ψυχάς. Ὁ Τραγουδιστὴς περνᾶ καὶ τραγουδεῖ «ὦ λιγερὸν καὶ κοπτερὸν σπαθί μου», διαμαντένιο σπαθὶ τῆς Εὐμορφιᾶς. Καὶ γελᾷ καὶ περνᾷ τραγουδῶν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐρήμους δρόμους μαζὶ μὲ τὸν Ἥλιον ποὺ κλαίει.
Τραγουδεῖ, τραγουδεῖ καὶ ὅλαι αἱ κλεισμέναι ψυχαὶ εἰς τὰ νεκρὰ σώματα, αἰσθάνονται εἰς τὰ σπλάγχνα των τὰ ἡδονικὰ ἀναταράγματα τῆς ὡραίας Σουλαμίτιδος. Καὶ ὁ Τραγουδιστὴς θὰ τραγουδῇ, θὰ τραγουδῇ, μὲ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ γλυκυτέραν του φωνήν, θὰ τραγουδῇ ἕως ὅτου αἱ ψυχαὶ πεταχθοῦν καὶ ἀνοίξουν ὅλας τὰς θύρας, ὅλα τὰ παράθυρα, ἕως ὅτου προβάλλουν ὅλαι ἐρωτευμέναι εἰς τὸ φῶς, διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν τραγουδιστήν, ἀλλ᾿ ὁ τραγουδιστὴς δὲν θὰ εἶνε πλέον. Δὲν θὰ εἶνε ὁ τραγουδιστής, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ξυπνημέναι, ὅλαι αἱ θύραι καὶ τὰ παράθυρα ἀνοικτά, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐλευθερωμέναι, θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐρωτευμέναι, ἐρωτευμέναι εἰς τὸ Φῶς.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.