Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοχάρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοχάρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

ΒΑΦΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΕ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΠΕΝΘΟΥΣ / Θεοχάρης Γιώργος

 


Η μάνα μου τα τίμησε τα μαύρα.
Προτού να κλείσουν τρίχρονα
όλο και κάποιος άλλος συγγενής
αποδημούσε.

Τέτοια διαρκής προσήλωση, ως φαίνεται,
εκτιμήθηκε
κι ούτε μια τρίχα κάτω από το μαυρομάντηλο
δεν έχει ασπρίσει ακόμα.

ΤΡΙΣΤΙΧΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΥΠΤΗ / Θεοχάρης Γιώργος

 


Πλευρό αλλάζεις
τις νύχτες μέσ’ στο μνήμα
πικρέ πατέρα;

ΑΠΟΨΕ / Θεοχάρης Γιώργος

 

Όλη τη νύχτα τα σκυλιά λεπτό δεν κρατήθηκαν.
Σαν ν’ άκουγα τη μάνα να μιλάει με κάποιον.
«Τί θες εδώ;» σαν να τού ‘λεγε. «Πώς ήρθες;».
Σαν να ΄κλαιγε.
Σαν ν’ άκουγα, βαθιά βαθιά, το κλάμα του.

Ξύπνησα και κατάλαβα πως είχα ονειρευτεί
ζωντανό τον πατέρα μου.

Πράγματι.
Στη ρίζα της πορτοκαλιάς βρήκα το αποτύπωμα
των παπουτσιών του,
κι ως την αυλόπορτα φλούδες από το πορτοκάλι
που πρέπει να καθάριζε φεύγοντας.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Πλησμονή οστών, εκδόσεις Μελάνι / Γιώργος Χ. Θεοχάρης


 Προπληρωμένη παράσταση

Στέκει σιωπηλή στη μέση του δρόμου.
Διαπερνά το στέρνο της το συρματόσχοινο
που καταλήγει στο ανοξείδωτο άγκιστρο του Χρόνου.

Ο άντρας ισορροπεί στο συρματόσχοινο.
Διατρέχει τη διαδρομή επιδέξια.

Κάθε φορά που περνά απ’ το στέρνο της
εκείνη δένει ένα λευκό κορδελάκι
στην άκρη του κονταριού ισορροπίας.

Ώσπου να ξανακάνει ο ισορροπιστής τη διαδρομή
έχει στεγνώσει στην άκρη της κορδέλας
το αίμα.

Όσες φορές την κοιτάζει βαθιά μέσ’ στα μάτια
ένα λευκό λουλουδάκι ανθίζει στο στήθος της.


[…]

και η νύχτα πέφτει
κι ακόμη μια φορά, διαπιστώνεις
την μεγάλη το φεγγαριού αυταπάτη
κι ο στίχος
δεν φεγγρίζει στα σκοτάδια εντός σου
μεσ’ από τις κοφτές της έμπνευσης ρωγμές

και η μνήμη, εντέλει, ένας θρόμβος
νοσταλγία στις φλέβες υγρή, όλο απειλεί να μας σκοτώσει

[…]
Του Φθινοπώρου τα λυπημένα βράδια
τεκμήρια αναμοχλεύει του εφήμερου
που τότε φάνταζαν αιωνιότητα αλλά δεν ήταν· δεν ήτανε
κι ωστόσο, ακόμη τώρα

τροφοδοτούν το ζωτικό του ψεύδος.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Εχτές το βράδυ ΄...του Γιώργου Θεοχάρη


Εχτές το βράδυ
στέναζα πάλι σαν φεγγάρι
στο παράθυρό σου.
Σ’ αφουγκραζόμουνα
μαντεύοντας τ’ άσπρα σου όνειρα.
Ύστερα προσπαθώντας
να περάσω στο δωμάτιο απ’ τις γρίλιες
κόπηκα σαν φεγγάρι
σε φέτες καλοκαιρινού φρούτου
και κύλησα ηδονικός χυμός
στο σώμα σου.

Πρωτομαγιά

του Γιώργου Θεοχάρη 

Μόλις τελειώσει η διαδήλωση
έλα να φύγουμε μαζί.
Πάμε να μάσουμε την άνοιξη
σε δυο μπουκέτα.
Να γίνουμε ένα με τις παπαρούνες
μ’ αυτή τη ξεδιπλωμένη
απέραντη
κόκκινη
σημαία
της επανάστασης.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

η μνήμη ματώνει

Ξεδιαλέξαμε με τη μάνα τα ρούχα του. Πήρα κάποια που μου χωρέσανε. «Δώσε τα άλλα» της είπα «σε κανέναν Αλβανό να σ’χωρέσει».
Φοράω, πότε-πότε, άμα βρέχει, ένα πανωφόρι του.
Έβρεχε και τότε. Ιούνιος του 1957. Απομεσήμερο μέσα στο συννεφόκαμα. Έπαιζα κάτω από την αχλαδιά μ’ ένα ντενεκάκι. Πήρε να σκοτεινιάζει από τα δυτικά. «Το κέρατό μου» είπε, αψύς όπως ήταν, «μαζέψτε τα. Θα πάει η μέρα στράφι!» Άφησαν τα δρεπάνια και ψευτοδεματιάσανε τα χερόβολα. Σαμάρωσαν τα ζώα κι οι γυναίκες μαζέψανε τα πράγματα. Προτού πατήσουμε στη δημοσιά άνοιξε ο ουρανός. Μας έδερνε ένα χοντρό χαλάζι στην αρχή που γύρισε σε λίγο σε βροχή. Ξεντύθηκε μια μαύρη πατατούκα και την επέρασε ανάρριχτα στις πλάτες μου. Τσάκισε η καρδιά μου από τον πανικό, από τον κρότο που ‘κάναν τ’ αστραπόβολα. «Αχά, αχά, Γιωργιάκο», γύρισε και μου ‘πε, «ανάγκασε να μπούμε στο χωριό προτού σαπίσουμε».
Προσπάθησα επιταχύνοντας το βήμα μου μα δεν τους πρόφταινα κι όπως το ρούχο του σερνότανε στις λάσπες, πάτησα τα μανίκια κι έπεσα. Με πήρανε τα αίματα απ’ τη μύτη και τα κλάματα. Εκείνος γύρισε, με σήκωσε και μέσα στην απόγνωση με πλάκωσε στα κατακέφαλα.
Σε λίγο απαγκιάσαμε στο εξωκλήσι της Αγίας Κυριακής. Ζάρωσα κλαίγοντας κρυφά σ’ ένα στασίδι. Ήρθε με χάιδεψε. Έβγαλε απ’ την τσέπη ένα κομμάτι παστέλι. Με φίλεψε.

Των παρόντων καιρών

Εδώ παλαίψανε οι φοιτητές με το μεγάλο δράκο.
Τα χρόνια πέρασαν κι οι πρώτοι τη βολέψανε.
Άλλος στο βουλευτήριο,
άλλος στη δημαρχία,
άλλος κλειδούχος στο κοινό ταμείο
κι άλλος παρατρεχάμενος στου αρχηγού τη βίλλα.


Οι δεύτεροι, παρέμειναν ανώνυμοι,
σαν τους λοιπούς οπλίτες.
Της επταετίας αγωνιστές,
κορόιδα της μεταπολίτευσης,
σαν τα σφαχτάρια κρέμονται
απ’ το τσιγκέλι των ιδανικών τους

υπερ των ποιητών

Να αγαπάτε τους ποιητές.
Προς όψελός σας διαθέτουν την ψυχή τους·
την ειρηνική αυτή επαρχία εκρηξιγενών πετρωμάτων,
επιδιδόμενοι σε διαρκή εκβραχισμό
ώστε να σας προσφέρουν τις πολύτιμές τους λέξεις.

Αποτελούν, από μιαν άποψη,
ένα είδος θαλάμου ακροάσεων
των επιθυμιών και των καημών σας·
μία διώρυγα προσαγωγής της προσδοκίας σας
για κάτι το ωραίον·
ένα ακάτιο που σας διασώζει
από την αγκυλωτικήν αγκίστρωση
στους παγετώνες της ακαλαισθησίας.
Σας παρέχουν την ευκαιρία να ενωθείτε μαζί τους
με δεσμούς ετεροπολικούς,
αν αξιοποιήσετε τα ψυχικά τους αναβλήματα.

Να αγαπάτε τους ποιητές.
Αντιληφθείτε ότι δεν είναι τίποτε άλλο
από μία δεξαμένη έρματος
για να ισορροπούν οι υπερθαλάσσιοι θάλαμοι
του πλοίου με το οποίο ταξιδεύετε.

Κάθε φορά που τους πληγώνετε
υφίστανται μικρά εγκάρδια ραγίσματα
μη επισκευάσιμα.

γύρω γυρω όλοι

   Vais-je être enlevé comme un enfant, pour jouer   
                    au paradis dans l’ oubli de tour le malheur ?
                                                                  Arthur Rimbaud


Ανέβηκα κι εγώ
το παιδάκι που ήμουν.
Χαίρομαι τον κυματιστό στροβιλισμό
μαζί με τ’ άλλα παιδάκια που είναι.

Στο λευκό αλογάκι, ξαναμμένος, τώρα καλπάζω,
και γυρίζω, γυρίζω, γυρίζω….

Ω, των σαράντα οχτώ μου χρόνων πολύχρωμο                      καλειδοσκόπιο…
Τα παιχνίδια στο χωριό που στερήθηκα.
Τα συρματένια αμαξάκια με καρότσες από κούτες     τσιγάρων.
Το μισολιωμένο ζαχαρωτό ευζωνάκι μου
                πεσμένο στις καβαλίνες.
Ω, οι τελικές εφορμήσεις στα λαθουρόκαστρα
και ω, ο μικρός Νικολάκης της θείας Ελένης
κομματιασμένος από την ξεχασμένη χειροβομβίδα.

Και γυρίζω, γυρίζω, γυρίζω….

Ώσπου, άγρια, η κυρία με επιτίμησε:
«Descendez. Vous n’ avez pas honte!
Un âne sur le Carrousel!»

«Pardonnez-moi, madame», της απαντώ,
«mon vocabulaire n’ est pas suffisant
pour vous expliquer».

Άλλωστε και η ποίηση –σκέπτομαι-
αδυνατεί να μεταφράσει τη δυστυχία της μνήμης.

Grenoble, 5.7.1999


   
      ****

Ύστερα θυμήθηκα εκείνη τη λυπημένη γυναίκα. Τα
μεγάλα της μάτια λίμνες απελπισίας. Τις κόγχες
των ματιών της. Τις παράκτιες συστάδες της
μαύρης φτέρης τα ματόκλαδά της.

Θυμήθηκα εκείνη τη λυπημένη γυναίκα. Τα
παιδικά της χρόνια σε άπονα χέρια. Το νήπιο που
πάσχιζε να βυζάξει τα πέτρινα ρωγοβύζια. Το
φουσκωμένο ποτάμι που είναι η ψυχή της. Το
φουσκωμένο ποτάμι που είναι.

      ****

Νυχτερινή βάρδια

-  -

Απόψε το εργοστάσιο είναι ένα πειθαρχημένο φυτό θερμοκηπίου.
Εκατοντάδες μηχανές βουίζουν ρυθμικά.
Αταραξία ρυθμού. Φωνή των ντεσιμπέλ.
Νύχτ’ αποκοιμισμένη στις επιφάνειες των μετάλλων.
Παρατημένοι γερανοί. Δεν έχουν πια τι να σηκώσουν.
Ούτε καν την ανυποληψία των χειριστών τους.
Έρπουν λευκόπαχoι ατμοί. Τα χημικά υγρά ραντίζουν το σκοτάδι.
Κυλούν στους υπονόμους της μέρας τα απόβλητα πεπραγμένα.
Υπονομεύουνε την ηθική της νύχτας.
Έρπουν τα όνειρα των εργατών της βάρδιας.
Τα μάτια χύνονται σε δάκρυα νοσταλγίας
πάνω στο μαύρο ταινιόδρομο του σπαστήρα.
Όταν θα φτάσουν στις σχάρες διαλογής
όσα δεν έχουν το αναγκαίο μέγεθος θ' απορριφθούν.
………………………………………………………………………..
Τι θέλω εγώ σ’ αυτή τημοναξιά;
Σ'αυτή την πειθαρχία της στερεομετρίας;
Τι γυρεύω εγώ στη λογική των χημικών ενώσεων;
Εγώ δεν έχω χέρια καλώδια
ούτε δάχτυλα ηλεκτρόδια.
Δεν έχω φωνή ανοξείδωτη
έχω μια γλώσσα ασύδοτη.
Δεν εχω δόντια εξωλκείς
σε γραμμή παραγωγής.

Εγώ βρίσκομαι σε θερμοκρασία τήξεως
σε σταση ερωτικής περιπτύξεως
και χωρίς σημεία στίξεως.

Βαλσαμωμένη ανάμνηση

-  -

Όλο το καλοκαίρι μάζευε βότσαλα στις παραλίες.

Τελειώνοντας οι διακοπές τα ‘βαλε σε μια γυάλα
- όπως συνηθίζεται -.

Με τον καιρό ξέπλυνε τα χρώματά τους
η χλωρίνη.

Ξεχνάει ν’ αλλάξει κι όλας το νερό.
Μουχλιάσανε.

Στέκουνε τώρα μια παρατημένη
άνυδρη ξερολιθιά.

Στον πάτο της γυάλας
ιδρώνει λίγο
το κατακάθι των αναμνήσεων.

Εχτές το βράδυ

-  -

Εχτές το βράδυ
στέναζα πάλι σαν φεγγάρι
στο παράθυρό σου.

Σ' αφουγκραζόμουνα
μαντεύοντας τ' άσπρα σου όνειρα.

Ύστερα προσπαθώντας
να περάσω στο δωμάτιο απ' τις γρίλιες
κόπηκα σαν φεγγάρι
σε φέτες καλοκαιρινού φρούτου
και κύλησα ηδονικός χυμός
στο σώμα σου.

piano

-

I
Μέσ’ στα μπαΐρια που ξεχέρσωσες
φυτρώνουν οι καημοί που σπέρνεις.
Γιομίζει το περβολάκι της ψυχής μου
μυρωμένα μικρά ποιήματα.

II
Τις νύχτες σ’ ονειρεύομαι
να παίζεις ένα λυπημένο ακορντεόν.
Ξυπνώ και θλίβομαι
που σε κρατάω ακόμα λυπημένη.

III
Στα βουρκωμένα μάτια σου
ένας πορτοκαλένιος ήλιος ανατέλει.
Στα λυπημένα χείλη σου
μι' αυγή από δροσερά χαμόγελα ροδίζει.
Μέσ' απ' την πικραμένη σου ψυχή
η φλόγα του έρωτα
ζεσταίνει τις ελπίδες των απεγνωσμένων.

IV
Πες μου τι ώρα ανοίγει
το μυροπωλείο του κορμιού σου
να τρέξω ν’ αγοράσω.

V
Μέσα στην ίριδα των ματιών σου
βρέθηκε η παλέτα του Μοντιλιάνι.

VI
Πίσω από την γραμμή των χειλιών σου
ανατέλουν οι ήλιοι μου.

VII
Αχ! οι ατέλειωτοι στεναγμοί σου!
Ο μετρονόμος της αγωνίας μου.

VIII
Τι κι αν γεννήθηκες την 5η δεκαετία
του 20ου αιώνα.
Ο Ελύτης απ' το '40
για σένα έγραψε
το Adagio των «Προσανατολισμών» του.

IX
Τις δύσκολες νύχτες ξορκίζω τη μοναξιά μου
μ’ ένα τριαντάφυλλο
βουτηγμένο στα κόκκινα λόγια
που μού ‘πες τη μέρα.

Χ
Δεν σ’ αγαπώ.
Σ' αγαπάω!
Έτσι όπως τ’ ακούς.
ασυναίρετα.


Πρωτομαγιά

-  -

Μόλις τελειώσει η διαδήλωση
έλα να φύγουμε μαζί.

Πάμε να μάσουμε την άνοιξη
σε δυο μπουκέτα.

Να γίνουμε ένα με τις παπαρούνες
μ' αυτή τη ξεδιπλωμένη
απέραντη
κόκκινη
σημαία
της επανάστασης.

Με την υπομονή της πέτρας

-  -

Αν κάποια μέρα φύγεις
προς τη μεριά της θάλασσας
θα γίνω έν’ άσπρο βότσαλο
να καρτερώ το γυρισμό σου
στην ακρογιαλιά.

Θα καρτερώ με την υπομονή της πέτρας
όσο κι αν αργείς.

Οι πέτρες ξέρεις περιμένουν χρόνια.

δυσκολία διάγνωσις

Είναι τώρα λίγο καιρός
που δεν μπορώ να διαβάσω τα μάτια σου
γιατί το ήμερο βλέμμα σου
έχει κάτι το μή αναγνωρίσιμο.

Όπως τα εικονοστασάκια
στην άκρη του δρόμου
που έτσι καθώς περνάς

δεν ξέρεις αν αναφέρονται
σε κάποιον που σκοτώθηκε
ή σε κάποιον που σώθηκε.

- Ταξίδεψε με -




Ταξίδεψε με. Πάρε με.
Ρίξε με στο πελώριο κύμα
της ορμής σου.

Ανύψωσέ με.

Βγάλε με στον αφρό των επιθυμιών.

Ναυάγισέ με στο πέλαγο των ματιών σου
εκεί που λαμπυρίζουν όλα τα όνειρα μαζί.

Άσε με να περιπλανιέμαι
ευτυχισμένος ναυαγός
στην απεραντωσύνη των ματιών σου,
να κολυμπώ και να μη βρίσκω ορίζοντα
άλλον,
πέρα απ' τ' απαλά σου βλέφαρα.

της μάνας


Μπήκα στο δωμάτιο. Τη βρήκα ντυμένη με τα ρούχα του χειρουργείου. Ο ορός στο χεράκι της μετρούσε στάγδην το χρόνο. Σε λίγο θα την έπαιρναν. Μου φάνηκε πολύ γερασμένη. Το στόμα της σουφρωμένο, χωρίς τη μασέλα, πιεζόταν να σχηματίσει ένα πικρό χαμόγελο. Τη βέρα της είχε περάσει στο δάχτυλό της η αδερφή μου. Άλλα χρυσαφικά δεν είχε. Ποτέ δεν είχε.
Σε καμιάν ώρα ήρθε ο νοσοκόμος και την επήρε. Περπατούσα πλάι της, δίπλα στο κυλιόμενο κρεβάτι. Με κοιτούσε παρακλητικά και, πριν τα πόδια του κρεβατιού παρασύρουν τη δίφυλλη πόρτα του χειρουργικού διαδρόμου, έβαλε στη δεξιά μου παλάμη ένα χαρτάκι διπλωμένο στα τέσσερα που, απ’ ό,τι συμπέρανα, είχε ετοιμάσει την προηγούμενη νύχτα.
Προσμένοντας την έξοδο του χειρουργού και ό,τι το βλέμμα του θα μας ανακοίνωνε, ξεδίπλωσα το χαρτί. Ήτανε κάποια στιχάκια με ομοιοκαταληξίες αδέξιες. Έλεγε για τη βασανισμένη ζωή της, για τη μάνα της που κι εκείνη νωρίς ο χάρος εθέρισε, για τον πατέρα που θα μείνει μονάχος και για την αδερφή μου που τώρα θα πρέπει να προσέχω.
Διάβασα αυτό, το μόνο της ζωής της γραπτό, και κατάλαβα πως όταν ο άνθρωπος το παγωμένο χέρι του χάρου αισθάνεται στη ματαιότητα της ποίησης προστρέχει.

καθημερινοί θάνατοι

Ένας άλλος θάνατος
είναι οι απογευματινές συγκεντρώσεις
τις άχρωμες Κυριακές.
Με τα κουλουράκια και τα φυστίκια,
τα πατατάκια με ρίγανη,
με το κονιάκ και τους καφέδες.
Με το «πώς πάνε τα παιδιά στα μαθήματα;»
και με το «τι καινούριο μας γράψατε;».
Με τις ατέλειωτες συζητήσεις
για τη δουλειά στο εργοστάσιο,
τις ατελέσφορες απόπειρες
ν’ αλλάξει επιτέλους το θέμα συζήτησης.
Με το «έτσι ο ένας κι έτσι ο άλλος!»,
με το «ακούστε και τούτο που άκουσα!!».
Στο μεταξύ καρφώνεις το βλέμμα σου
στα δέντρα του κήπου.
Τι καλά να ήμουν μια διακριτική ακακία,
σκέπτεσαι όλη την ώρα.
Ένας άλλος θάνατος
είναι η έγνοια σου για τον λεκέ από αίμα
που θα αφήσεις στη ράχη της πολυθρόνας
όταν θα σηκωθείς και θα φύγεις.
Η έγνοια σου για τη φιλόξενη οικοδέσποινα
που δεν θα ξέρει πώς να τον καθαρίσει.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.