Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζηλάκος Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζηλάκος Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ

 
 
Ἀλλὰ δὲν πρόσεχα
ὅτι τὸν ἑαυτό µου προσπερνοῦσα
 
Ἕνα γεράκι, πές, σηµατωρό µου
εἶχα βαφτισµένο
ποὺ ὅσο κοντά µου τὸ καλοῦσα
τόσο µακρύτερα κείνο πετοῦσε
 
Κάποτε πορτούλα ἄνοιξα
στὴν ἄλλη τοῦ Χρόνου ἡλικία
κι οἱ γέροντες ἀκόµη
νέοι στὰ µάτια µου φανῆκαν.

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

 
 
Ἕνας νεκρὸς χτύπησε τὴν πόρτα,
µὰ τοῦ εἶπα νὰ περιµένει·
µὲ προσήλωση τὴν ὥρα ἐκείνη
τὸ ἄσπρο ἔβαφα σκήνωµά του
Ἔτσι τὴ σπάνια σκέφτηκα λύπη:
τοῦ φεγγαριοῦ νὰ βλέπεις τὴ βούρτσα
καὶ τὴ µπογιά, ἐνῶ τὸ σῶµα
ἀκόµη χαίρεται τὸ ἀπόγευµα στὴ γῆ.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Ξύλο ξανθό π΄αφράτεψε στο στόμα (απόσπασμα)

το σοβαρο κοριτσι 

Ὑπάρχει µιὰ ἐλιὰ στὴ µέση τῆς χώρας τῶν πάγων
Ὑπάρχει ἕνας δαίµονας ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν
       στὴν κορφή της
Τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς πετά
       µὲ βία στὸ σκοτάδι
Ὑπάρχει ἕνα κορίτσι ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν στὴ σκιὰ
    τοῦ δέντρου
Στρώνει τὰ µαῦρα της µαλλιὰ γιὰ νὰ µὴν τραυµατι-
     σθοῦν ἐκεῖνοι
Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τοῦ δαίµονα
Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ γιατὶ δὲν εἶναι
     παιχνίδι
Τὸ παιχνίδι της δὲν εἶναι παιχνίδι γιατὶ δὲν χρειά-
     ζεται
νὰ ξεριζώσει καὶ νὰ πετάξει τίποτα καὶ κανέναν στὸ
      σκοτάδι
ὥστε νὰ πείσει ἔτσι τὸν ἑαυτό της πὼς µόνο αὐτὸ
     ὑπάρχει.

---------------------------------------------------

 δεν θα χρειαζομουνα τιποτα 

Τὴν αὐγὴ τὸ µαρτυροῦνε οἱ κοῖλες φωτιὲς
στὰ λειβάδια: στὰ κρυφά, στὰ κρυφὰ
σφαγιάζονται οἱ προσευχές µας
οἱ µόνοι µας σύντροφοι τὰ δέντρα!
Ἐκεῖ ἐγώ, ἐκεῖ, προκειµένου νὰ κυλήσω
µέσα στὴν αἰωνιότητα ὅπως ὁ ὕπνος
τῶν βρεφῶν, τὸν Θεὸ συχνὰ ὀνειρεύοµαι
καὶ νοιώθω τὰ λόγια τῆς λευκῆς ὑποµονῆς Του
Εἶµαι αὐτός, µοῦ λένε, ποὺ γυρίζοντας
τὰ χέρια του δεξιὰ κι ἀριστερά, δίνει,
παίρνει καὶ ξαναδίνει τὸ πιάτο του
στοὺς ὁρῶντες τὴν κοιλάδα τοῦ θανάτου
Τότε εὐθὺς καταλαβαίνω: ἂν τέσσερα
µόλις χέρια τὴν ἴδια στιγµὴ ἄγγιζαν µία πέτρα
τὸν κόσµο ὁλάκερο θὰ µποροῦσε αὐτὴ νὰ σηκώσει
Κι ἔτσι γι’ αὐτὰ τὰ χέρια µονάχος περιπλανιέµαι
Τὰ χέρια, ποὺ µὲ τὰ δικά µου χέρια
τὴν ὄψη τοῦ κόσµου τὴν ἁµαρτωλή, µὲ τὶς ἕξι
κοφτερὲς γωνιές της, γιὰ πάντα θὰ σκεπάσουν
Ἄχ, ἂν µόνο βρισκόταν κάποιος ποιητὴς
καὶ στὴν πέτρα νὰ χάραζε τὶς λέξεις
Ἐν τῇ ἀγήρῳ µακαριότητι,
ἂν ἔστω ἕνα παιδὶ ὑπῆρχε ἐδῶ γύρω
ν’ ἀγγείλει τ’ Ἀνθεστήρια τῶν χρόνων τῆς ἄµµου
δὲν θὰ χρειαζόµουν τίποτα ἀπ’ ὅλα τοῦτα
Δὲν θὰ χρειαζόµουν καὶ τὸ τελευταῖο χέρι
ποὺ θὰ µὲ δείξει, λέγοντας: «αὐτὸν τὸν ἤξερα,
ἤτανε φίλος». Δὲν θὰ χρειαζόµουν
τίποτα. Αὐτὴ ἡ γῆ θὰ ἤτανε δική µου.
---------------------------------------


παραινεσεις για την θεραπεία της ψυχης 


1.
Ἂν ὁ χρόνος ἐκπορθεῖτο,
στὴ θάλασσα θὰ ἐπιστρέφαµε
Ἐκεῖ, ἐκεῖ θὰ ἔλειωνε ἡ σάρκα µας ἀβοήθητη
Ἐκεῖ θὰ µέναµε γυµνοὶ καὶ µόνοι.
2.
Ποτὲ τὸν δρόµο δὲν δείχνουν οἱ νεκροὶ
οἱ νεκροὶ δὲν ξέρουν:
τὸ σκοτάδι µπροστά µας σκάβουν
ἄλλοτε γιὰ θάνατο κι ἄλλοτε γιὰ γέννα
Χαµήλωσε, λοιπόν, τοὺς ὤµους κι ἄκουγε
τὸν ἦχο τους ψηλὰ στὸν ἀέρα
Θὰ µάθεις ὅλη τὴν ἀλήθεια
σὰν τὸ ψάρι ποὺ πιάνεται στ’ ἀγκίστρι.
3.
Στάζει ὁ θάνατος
στάζει ἀπ’ τὶς καρδιὲς τῶν νεκρῶν
σ’ ἐκεῖνες τῶν ζωντανῶν
Αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια συµµαχία τῆς Ἀγάπης
Οἱ πάγοι λειώνουν, ὁ πυρετὸς
κι ὁ ἱδρώτας ξαναρχίζουν
καθὼς τὴ µαύρη χολὴ του καταπίνεις
Μὴν πεῖς: ἐγὼ εἶµαι ἄλλος
Μὴν πεῖς: θάνατος ὁ βαρὺς κάνθαρος
ποὺ ἀνάµεσα στ’ ἄστρα αἰωρεῖται.
4.
Ἡ καρέκλα δὲν εἶναι τραπέζι
Τὸ τραπέζι δὲν εἶναι τριαντάφυλλο
Τὸ τριαντάφυλλο δὲν εἶναι κυπαρίσσι
Τὸ κυπαρίσσι δὲν εἶναι φεγγάρι
Ξέχασε γρήγορα αὐτὴ τὴ γλώσσα ἂν θέλεις
πάνω στὶς ἑφτὰ νύχτες νὰ ὑψωθεῖς
µὲ τοῦ Ἀρνηµένου µεθώντας τὸ κρασί.
5.
O τρόµος τοῦ θηρευτῆ κι ὁ τρόµος τοῦ θηράµατος
εἶναι καὶ οἱ δυὸ ἀπαλλαγµένοι ἀπὸ κάθε ἁµαρτία
Γι’ αὐτό, δύσκολα τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον ξεχωρίζεις:
Τὸ ἴδιο πυρακτωµένο πουκάµισο φορᾶνε
ποὺ ὑφάναν τὰ χέρια τῆς Ἀγάπης!
Κανεὶς τὸ πουκάµισο αὐτὸ δὲν µπορεῖ ἀπὸ πάνω του
νὰ βγάλει. Ἔτσι ὁ κόσµος µὲ µιὰ φωτιὰ µοιάζει
ποὺ ἂν ἔσβηνε ποτὲ, λάθος τοῦτο θὰ λογιζόταν
Ὄχι, λοιπόν, δὲν πρέπει Ἀγάπη νὰ σηµαίνει
σβήσιµο τοῦ τρόµου, ἀλλὰ ἀναγωγὴ τῆς θλίψης
ἀναγωγὴ τῆς κίνησης, στὴν ἐπιθυµία µας
νὰ ἐπιφέρουµε τὴ γαλήνη στὸν τροµαγµένο.
6.
Στὴ γέφυρα ποὺ χτίζεις καὶ δὲν πολυστολίζεις
γιατὶ πρέπει, ὢ ναί, ὡς γέφυρα πρέπει νὰ συνεχίσεις
Τώρα σ’ αὐτὴν προπάντων τὸ βῆµα σου ὁδήγα
Ξέρει ἕνα βραδυνὸ τραγούδι γιὰ τὸν ἔρωτα
Ξέρει τί περισώζει ὁ θάνατος ποὺ δὲν βλέπουµε.

-------------------------------------------------------------

Αναχωρηση

Ἕνας νεκρὸς χτύπησε τὴν πόρτα,
µὰ τοῦ εἶπα νὰ περιµένει·
µὲ προσήλωση τὴν ὥρα ἐκείνη
τὸ ἄσπρο ἔβαφα σκήνωµά του
Ἔτσι τὴ σπάνια σκέφτηκα λύπη:
τοῦ φεγγαριοῦ νὰ βλέπεις τὴ βούρτσα
καὶ τὴ µπογιά, ἐνῶ τὸ σῶµα
ἀκόµη χαίρεται τὸ ἀπόγευµα στὴ γῆ.

---------------------------------------------------------------------------------


Ο καθρεπτης

Ἀλλὰ δὲν πρόσεχα
ὅτι τὸν ἑαυτό µου προσπερνοῦσα

Ἕνα γεράκι, πές, σηµατωρό µου
εἶχα βαφτισµένο
ποὺ ὅσο κοντά µου τὸ καλοῦσα
τόσο µακρύτερα κείνο πετοῦσε

Κάποτε πορτούλα ἄνοιξα
στὴν ἄλλη τοῦ Χρόνου ἡλικία
κι οἱ γέροντες ἀκόµη
νέοι στὰ µάτια µου φανῆκαν.

Βασίλης Ζηλάκος (βιογραφικό)



O Βασίλης Ζηλάκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980 και σπούδασε Φιλοσοφία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ (McGill) στο Μόντρεαλ του Καναδά.   Από το 2009 εκδίδει το περιοδικό Κουκούτσι, περιοδικό περί ποίησης.  

έργα:  --«Η κούπα του τσαγιού» (εκδ. Οδός Πανός, 2011)
---«Ξύλο ξανθό π΄αφράτεψε στο στόμα»

Η ΚΟΥΠΑ ΤΟΥ ΤΣΑΓΙΟΥ (απόσπασμα)


(ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ τετράδια ἑνὸς τραυλοῦ Ἐρημίτη)


ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΟ
 
λα, ἀδελφέ μου, μοίρασε τὴ στέγη σου μαζί μου.
Τὸ σεληνόφως δὲν λευκαίνει πιὰ τὰ κυπαρίσσια.
Πότε κοιτώντας τὸν πεντοζάλη τῶν κυμάτων
κατὰ τὸ σύθαμπο
πότε τὰ ἀστείρευτα σίδερα τῆς φυλακῆς μου
τὸ βράδυ πέφτει βρίσκοντάς με σκυμμένο
νὰ διαβάζω τὶς διακλαδώσεις τοῦ ἁλατιοῦ
πάνω στὸ ἐλευθερωμένο κορδόνι τοῦ χιτώνα μου.
Σφυρίζουν τότε τὰ μηνίγγια μου ἀπὸ τὸ πολὺ
πού 'μεινα μόνος. Κι εἶναι Νοέμβριος σταθερά.
Ὅπως τὰ σύννεφα λευτερώνουν τὴ βροχὴ
τὴ βροχὴ ποὺ ἀναπηδᾶ στὸ χῶμα πρὸς τὰ πάνω
ἔτσι θαρρῶ ἡ θάλασσα ἀναδύει τὴν ψυχή μου.
Μὲ τρικυμίες καὶ φαντάσματα καὶ γέλια
ποὺ κάθε τόσο μέσα ἀπ' τὴν ὑγρασία ἐπιστρέφουν
γιὰ νὰ γυρίσουν τὸν κόσμο μὲ βάρκα τὴ φωνή σου.
Νά κοίτα: καταμεσῆς τοῦ πελάγους, ὁ νοῦς μου
σκαρφαλώνει στὸ φτερὸ τοῦ καρχαρία· χτίζει
μιὰ ἐκκλησιὰ πού 'παψε μὲ αἷμα τὴ θάλασσα νὰ εὐλογεῖ
κι ἀπὸ βαθιὰ κι ἀπὸ μακριὰ κάτι ἄλλο μὲ προσμένει.
Κι ἀπὸ βαθιὰ κι ἀπὸ μακριὰ ὁ κόσμος ἀργεῖ
τὰ σπλάχνα του ν' ἀδειάσει —
Ἔλα, ἀδελφέ μου, μοίρασε τὴ στέγη σου μαζί μου.
Κάποιος ἀπ' τοὺς δυό μας πεθαίνει γιὰ πρώτη του φορά.
(Ἀπὸ τὸ Τετράδιο 1)


ΜΝΗΜΗ ΚΙΤΡΙΝΗ ΣΑΝ ΑΙΜΑ
 
Δίχως κεφάλι ἀλλὰ μὲ ἥσυχα
καὶ μεγάλα πορφυρένια μάτια
στοὺς ἀγροὺς μιᾶς ἄνοιξης
ἀλλοτινῆς κολυμπήσαμε.
Μακρινὸς ἀντίλαλος χαρᾶς
θάμπωνε ἀκόμη τὰ ῥόδα τῆς γῆς
τὸ θυμίαμα καλοῦσε τοὺς Ἀγγέλους
ὥσπου μονωδοί, λές, μιᾶς νοσταλγίας
τῆς ἐρημιᾶς τὸ θάμπος μετρήσαμε
μὲ ὅρκους ποὺ χαράσσονταν στὶς πέτρες
καὶ σβήνονταν στὴ βροχή.
Ἀσχημάτιστοι καὶ γυμνοὶ σὰν τὸ νερὸ
πέρα ἀπὸ τὸ σάστισμα
ὅπως συμβαίνει συνήθως—
ἡ μέρα κραυγάζει τὴν ἀγωνία
ὁ τρόμος κοιμᾶται στὸ προσκεφάλι
καὶ χωρὶς νὰ εἴμαστε τίποτ' ἄλλο
παρὰ μόνο τ' ὄνομά μας
στὴν ἀρχὴ ἡ λέξη ἦταν Θεός.
 
(Ἀπὸ τὸ Τετράδιο 2)

το σοβαρό κορίτσι

Ὑπάρχει µιὰ ἐλιὰ στὴ µέση τῆς χώρας τῶν πάγων
Ὑπάρχει ἕνας δαίµονας ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν
στὴν κορφή της
Τραβᾶ πρὸς τὰ κάτω τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς πετά
µὲ βία στὸ σκοτάδι
Ὑπάρχει ἕνα κορίτσι ποὺ κάθεται ὀκλαδὸν στὴ σκιὰ
τοῦ δέντρου
Στρώνει τὰ µαῦρα της µαλλιὰ γιὰ νὰ µὴν τραυµατι-
σθοῦν ἐκεῖνοι
Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τοῦ δαίµονα
Τὸ παιχνίδι της εἶναι πιὸ ἀληθινὸ γιατὶ δὲν εἶναι
παιχνίδι
Τὸ παιχνίδι της δὲν εἶναι παιχνίδι γιατὶ δὲν χρειά-
ζεται
νὰ ξεριζώσει καὶ νὰ πετάξει τίποτα καὶ κανέναν στὸ
σκοτάδι
ὥστε νὰ πείσει ἔτσι τὸν ἑαυτό της πὼς µόνο αὐτὸ
ὑπάρχει.

Μετάνοιας βλέμμα



Αρκεί ένα κερί ν' ανάψει τ' ουρανού
για να σειστεί ολόκληρη η πλάση
Αρκεί οι ζωντανοί να σπείρουν τη διχόνοια
για να φυτρώσει η Αγάπη μέσ' στους τάφους
Ας πω, λοιπόν, τη φράση, ας πω:
Αλήθεια, τη μαγεία θέλω ίσα-ίσα ν' ακουμπώ!
Τώρα που η κραυγή μου σα βέλασμα
με επιστρέφει στην κοιλιά σου, κι έχω
την ευωδιά του δυόσμου μέσ' στο στόμα
για να κρατώ τον θάνατο απέξω, είναι
το σκοτάδι που γεννά το διάφανο χέρι
της απουσίας, είναι τα μάτια της καρδιάς
(γιατί δεν έχουν κλείσει ακόμη), είναι
το φεγγάρι πριν του κόσμου τις Βαβυλώνες.



 Ποίημα από τη συλλογή Ξύλο ξανθό π' αφράτεψε στο στόμα,
 
Εκδόσεις Οδός Πανός 2012

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.