Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. Ἔνιγουεϊ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. Ἔνιγουεϊ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Στο γραφείο – του Π. Ένιγουεϊ

Στο γραφείο πηγαίνω καθημερινά λίγο πριν τις οχτώ. Και φεύγω μετά από οκτώμισι – εννιά ώρες. Μπορεί και παραπάνω· εννιάμισι, δέκα… «Για να τελειώσω τη δουλειά». Μου αρέσει η υπερένταση στη δουλειά. Διαφορετικά βαριέμαι. Κι όταν βαριέμαι δε ξέρω τι να κάνω. Στο γραφείο. Αλλά και γενικότερα. Κυρίως όμως στο γραφείο. Ποτέ δεν κουβεντιάζω με τους γύρω· ποτέ δεν «σερφάρω» άσκοπα στο internet. Προσπαθώ πάντα να τελειώνω τη δουλειά μου γρήγορα και σωστά. Βάζοντας στόχους και κυνηγώντας την αποδοτικότητα. Όχι πως θα πάρω κάποια αύξηση ή μπόνους. Τώρα με την κρίση αυτά έχουν «κοπεί μαχαίρι». Ούτε όμως και από φόβο· μη με απολύσουν. Για την «τιμή των στόχων», και μόνο. Δε μ’ αρέσει να τεμπελιάζω. Στο γραφείο. Αλλά και γενικότερα. Δουλεύοντας περνά η ώρα γρήγορα. Και αυτό ακριβώς θέλω. Να περάσει η ώρα. Γρήγορα. Να πάρω το μετρό και να γυρίσω σπίτι να συνεχίσω το διήγημα αυτό από εκεί που το σταμάτησα χθες βράδυ.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]http://frear.gr/?p=16528

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Δίποντο



του Π. Ένιγουεϊ

Πετάχτηκα στον ύπνο μου απ’ τη φασαρία. Φόρεσα τις παντόφλες και πήγα στο σαλόνι. Ο ένας πετούσε βιβλία στον άλλο! Τα μισά βιβλία μου πεταμένα στο πάτωμα!
«Τι συμβαίνει; Πάλι τα ίδια;»
«Αυτός άρχισε πρώτος!»
«Δεν τον αντέχω άλλο! Τη μια με βάζει να ξιφομαχώ με τουλούμια γεμάτα κρασί, την άλλη να ορμώ με το δόρυ μου σε ανεμόμυλους, την τρίτη να κυνηγάω λευκές φάλαινες στα πέρατα της γης… Δεν υποφέρεται πια! Εμένα βρήκε να κοροϊδέψει;»
Και συνέχισαν το βιβλιοχαμό!
Τους πήρα και τους δύο και τους πέταξα απ’ το παράθυρο κατευθείαν απέναντι στον ανοιχτό κάδο ανακύκλωσης.
Τους τόμους.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Σὲ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ
 



Βό­λος 3/4/20..

ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ἔγ­κλη­μα ἔ­λα­βε χώ­ρα στὴν πό­λη μας χθὲς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Κλει­σθέ­νους. Νε­α­ρὴ μα­θή­τρια τῆς πρώ­της λυ­κεί­ου, ἀ­φοῦ εἰ­σῆλ­θε βια­ίως στὸ ὀ­ρο­φο­δι­α­μέ­ρι­σμα ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου πά­σχον­τα ἀ­πὸ νε­φρι­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια, καὶ ἀ­φοῦ τὸν σο­δό­μι­σε ἐ­πὶ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα μὲ μπα­στού­νι τοῦ baseball, ξυ­λο­κό­πη­σε στὴ συ­νέ­χεια τὸν ἄ­μοι­ρο με­σή­λι­κα μέ­χρι θα­νά­του. Ἔ­πει­τα ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν 5ο ὄ­ρο­φο τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος, ὅ­που καὶ βρῆ­κε ἀ­κα­ρια­ῖο θά­να­το με­τὰ ἀ­πὸ πρό­σκρου­ση σὲ κα­ρό­τσα ἀ­γρο­τι­κοῦ. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δι­ε­ξά­γει ἔ­ρευ­νες.

Ἐ­φη­με­ρί­δα Θεσ­σα­λι­κὴ Φω­νή

Κη­δεί­α

Τὴν λα­τρευ­τή μου κό­ρη καὶ ἀ­δερ­φὴ
Αἰ­κα­τε­ρί­νη Πα­πα­δο­πού­λου
Ἐ­τῶν 15
Ποῦ πέ­θα­νε, ἀ­φοῦ ἐκ­πλή­ρω­σε προ­η­γου­μέ­νως τὸ κα­θῆ­κον της, κη­δεύ­ω σή­με­ρα στὸν Ἱ­ε­ρὸ Να­ὸ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­να καὶ ὥ­ρα 4 μ.μ. Πα­ρα­κα­λῶ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους νὰ συ­νο­δεύ­σουν τὴν ἐκ­φο­ρά της.
4/4/20..
Ἡ μά­να καὶ ἀ­δελ­φή: Ἰ­ου­λί­α Πα­πα­δο­πού­λου
Ὁ κα­φὲς θὰ δο­θεῖ στὸ κέν­τρο Ἀρ­γώ.

Ἐ­φη­με­ρί­δα Θεσ­σα­λι­κὴ Φω­νὴ
(στὰ «Κοι­νω­νι­κά»)

(Βα­σί­ζε­ται στὸ Ἐξ αἵ­μα­τος τοῦ Γι­ώρ­γου Χα­ρα­λαμ­πό­που­λου,

πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι)

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Η πυρά Του Π. Ένιγουεϊ



Η μοναδική γυναίκα στην θερινή κατασκήνωσή μας στο Αγιοφάραγγο, στη νότια Κρήτη, δεν υπήρχε πρόσβαση με δρόμο, μόνο από το κακοτράχαλο μονοπάτι, μέσα από το φαράγγι, πέντε παλιοί πρόσκοποι, τέσσερις και η Πετρούλα, βρήκαμε την ησυχία μας αυτό το καλοκαίρι στο εξωτικό αυτό μέρος, σα ροβινσόνες, ξεχαστήκαμε, κάναμε μπάνιο γυμνοί, δύο ολόκληρες βδομάδες, ώσπου ήρθε ο Ρένος, στο μεγάλο αλμυρίκι «των συγκεντρώσεων», μ’ ένα σάκο, άφησε το σάκο, έβγαλε μια κονσέρβα, δεν είχαμε λεφτά να νοικιάσουμε δωμάτια, η κρίση βλέπεις, φανερώθηκε άξαφνα ένα πρωί, μας κοίταζε εξεταστικά κι όλο έτρωγε, ούτε μας καλημέρισε, έτρωγε του καλού καιρού, σαν να μην μας είδε, λοιπόν, καθάρισε το σουγιά του και έστησε τη σκηνή χωρίς ν’ αντιληφθεί ότι ενοχλεί, χωρίς να μας ρωτήσει, δικαίωμά του βέβαια, δεν κάνουν όμως έτσι, κι αυτός όλο να σφυρίζει, έτρωγε του καλού καιρού, θα φεύγαμε, το ’χαμε πάρει απόφαση, μας είδε που ετοιμαστήκαμε λίγο αργότερα, που ξεστήσαμε τις σκηνές μας, βρέθηκε σε αμηχανία, κατάλαβε φαίνεται, και με ένα χαμόγελο, μισό πικρό, μισό αδιάφορο, ξεκρέμασε το σάκο, εγώ ήμουν έτοιμος από ώρα, και άρχισε να βγάζει τις μπανέλες απ’ τη σκηνή του, η Πετρούλα καθυστερούσε, τη βοήθαγε ο «πούλακας», «φεύγει, τα μαζεύει», είπε ο «καρβουνιάρης», «περιμέντε, για μας φεύγει», ο «μικρός», τρέξαμε ξοπίσω του και του ’παμε να μείνει, έτσι βρέθηκε ανάμεσά μας ο Ρένος, από την επόμενη κιόλας μέρα κέρδισε ολονών την καρδιά, εμείς οι άλλοι, κάναμε «πηγαδάκια», μέναμε δυο δυο, τρεις τρεις στ’ αντίσκηνα, φίλοι από παλιά, μανιακοί στα ταξίδια, ποτέ όμως δεν είχαμε βρεθεί από τότε, από πιτσιρίκια, είχαμε φάει τις κατασκηνώσεις με το κουτάλι, ευκαιρία φέτος να ξαναβρεθούμε, λοιπόν, αλλά βρέθηκε ανάμεσά μας και ο Ρένος, σα να ήταν χρόνια ο πιο στενός μας φίλος, κέρδισε ολονών την καρδιά, σου λέω.
Πέρασαν κάμποσες μέρες, ξύλα μαζεύαμε για τη βραδινή πυρά το απόγευμα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, μου άρεσε το χιούμορ του, το φεγγάρι άδειαζε, είχαμε έρθει με πανσέληνο, στη βδομάδα πάνω δε βλέπαμε τη μύτη μας χωρίς φακό, γι’ αυτό ανάβαμε την πυρά, τριγύρω κάθε βράδυ λέγαμε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, ο Ρένος παρακολουθούσε, συμμετείχε, μου άρεσε το χιούμορ του, όλοι βοηθούσαμε για το μάζεμα των ξύλων, ακόμη κι η Πετρούλα, όχι, αυτή τα τοποθετούσε σε σειρά, πρώτα τα λεπτά για προσάναμμα, απέναντι οι κορμοί, αργότερα αυτοί, μετά τα «μεσαία», μερικά ξερά φύλλα ανάμεσα, την πυρά του «κυνηγού», αυτή ανάβαμε κάθε βράδυ γιατί συνήθως φύσαγε, κανείς δεν έλειπε, αν έλειπε ένας θα διαλυόμασταν (το ξέραμε όλοι) την άλλη κιόλας μέρα, ούτε μία βραδιά, δεν είχε: «είμαι αδιάθετος», «είμαι κουρασμένος», «λέω να αράξω στη σκηνή», απαγορευότανε, την ανάβαμε κι όλοι γύρω τριγύρω, η Πετρούλα, ο «μικρός», ο «καρβουνιάρης», ο «πούλακας», ο Ρένος και εγώ, τι κάναμε λοιπόν; τίποτα, η Πετρούλα την άναβε με τα κόκκινα σπίρτα του «πούλακα», εκεί τρώγαμε όλοι μαζί το βράδυ, σηκωνόταν ορθή μπροστά μας και την φώτιζε το φως, εκεί φλυαρούσαμε ως αργά, πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα, σκίαζε το σώμα της, τις πλάτες της, το πίσω μέρος της αδιάφορα προς εμάς, ενώ τα κούτσουρα σουσούριζαν με το βουητό τους, κρατς, τσικ, τσικ, τσακ, σκρατς, το ήξερε πως την κοιτούσαμε όλοι κείνη την ώρα, κοίταζε την φωτιά να φουντώνει, έσκυβε, διόρθωνε τα ξύλα, τα σήκωνε, τα παραμέριζε, ήταν η ευχαρίστησή της, η ευχαρίστησή μας να την παρατηρούμε, την άναβε κι όλοι γύρω τριγύρω κάθε βράδυ, μας έλεγε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, φανταστικές ή πραγματικές, όπως αυτή με ένα συμφοιτητή της, το Δημοσθένη…
*

Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με την μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δε γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο μόνη να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.
Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.
Και τα κατάφερε. Έφυγε. Πέρασε σε μια σχολή δημοσιογραφίας και έπιασε αμέσως δουλειά, αρχικά σε μια μικρή δημοτική εφημερίδα, και έπειτα στο Βήμα. Όχι όμως σε κάποιο «δυνατό» πόστο, αλλά στο δικαστικό – εγκληματολογικό. Το είχε επιλέξει επειδή γενικά δεν είχε «τρέξιμο». Μοναδική εξαίρεση, όλα αυτά τα χρόνια, η υπόθεση «Κοσκωτά».
Το χωριό σπάνια επισκέπτονταν ως φοιτητής. Χριστούγεννα και Πάσχα. Και αυτό για χάρη της μάνας του. Μέχρι που η κακομοίρα πέθανε. Μετά δεν ξαναπήγε. Δεν τον ξανάδαν. Ούτε ακόμη και ο ξάδερφός του, ο Κώστας, που τα λέγανε καμιά φορά στα πεταχτά στο Φλοράλ, στην πλατεία Εξαρχείων. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης.
Με τους συναδέλφους στην εφημερίδα το να πεις ότι είχε τυπικές σχέσεις ακούγεται, και ήταν όντως, υπερβολικό. Για τη ακρίβεια ήταν κάτι μεταξύ ψυχρότητας και τυπικότητας.
Με το γυναικείο φύλο δεν είχε καμιά επαφή. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια φορά που προσπάθησε να τον προσεγγίσει μια συνάδελφος, πιο πολύ από περιέργεια μάλλον παρά από ενδιαφέρον, και τον ρώτησε αν ήθελε να δούνε μια ταινία μαζί σε κάποιο θερινό κινηματογράφο, αυτός απάντησε μονολεκτικά και αποστομωτικά: «όχι».
Δε γελούσε ποτέ. Κανείς ποτέ δεν τον είδε έστω να χαμογελά. Ούτε καν με τα ανέκδοτα και τα αστεία που ακούγονταν κατά καιρούς σε στιγμές χαλάρωσης στην εφημερίδα.
Το μόνο που του άρεσε να κάνει, όταν σχόλαγε αργά το βράδυ, ήταν να πηγαίνει σ’ ένα γειτονικό μικρό μπαράκι, στην πλατεία Καρύτση, και να πίνει ουίσκι. Αμίλητος, έπινε το ποτό του καθισμένος σε μια γωνία της μπάρας, χαλάρωνε από την ένταση της ημέρας ακούγοντας τη μουσική, με μοναδική παρέα τα μπουκάλια απέναντι του. Του άρεσε μόνο να πίνει, να ακούει ανέκφραστος και να αναπολεί το παρελθόν του στο χωριό…
*
Ένας αέρας φυσούσε κείνο το βράδυ. Ο δρόμος έρημος στον κάμπο, ούτε ένα αυτοκίνητο δεν περνούσε. Οι καλαμιές βούιζαν, έκανε κρύο.
Κι ένας προχωρούσε. Πήγαινε, όλο πήγαινε.
Τον είχε αφήσει το τρένο στο σταθμό, αργά, περασμένα μεσάνυχτα. Ούτε ένας χωριανός δεν κατέβηκε. Ούτε ένα ταξί δεν υπήρχε.
Παλιά, φοιτητής, μόλις έφτανα, περίμεναν πέντε τουλάχιστον. Μπορεί και παραπάνω.
«Αυτό θα κάνω», σκέφτηκα. «Θα οδηγώ. Θα γίνω ταξιτζής. Θα πω στη μάνα να βοηθήσει. Ό,τι μπορεί».
Ο σταθμός απείχε γύρω στα έξι χιλιόμετρα από το χωριό. Καιρό είχε να περπατήσει τόσο πολύ. Ο δρόμος ήταν ελαφρά ανηφορικός. Ελαφρά, αλλά ανηφορικός.
Κουράστηκα γρήγορα. Ήταν και το σακίδιο στην πλάτη γεμάτο, μου έκοβε τα πόδια.
Η αδερφή του έμεινε με το «μπα!». Σαν τον είδε, δεν τον γνώρισε.
«Σαν σε είδα, δε σε γνώρισα. Τα σγουρά σου λαδωμένα μαλλιά, το ρυτιδωμένο σου πρόσωπο, τα βρόμικα ρούχα… Σαν σε είδα, «Ποιος αλήτης να ’ναι τέτοια ώρα στην πόρτα;», σκέφτηκα.
Σαν με είδε, δε με γνώρισε.
«Μπα, ο Δημοσθένης!…»
«Ναι, ο Δημοσθένης…», και μπήκε.
Κοίταξε γύρω του ζητώντας μια καρέκλα. Κάθισε. Η αδερφή του τον κοιτούσε πατόκορφα, φανερά έκπληκτη κι απορημένη. Είχε μείνει κόκαλο.
«Δημοσθένη, τι χάλια είναι αυτά;», σε ρώτησα, σβήνοντας την τηλεόραση.
«Τι νέα;», ένας απάντησα, πετώντας πίσω το μπαλάκι.
Πήγε κοντά του, δάκρυσε, έκανε να τον χαϊδέψει συγκινημένη, αλλά τραβήχτηκε.
«Πεινάς;», σε ρώτησα, και κατευθύνθηκα ένας το ψυγείο.
«Πεινώ».
«Μοσχαράκι κοκκινιστό έχει, με μακαρόνια. Να τα ζεστάνω;», κι ακούμπησε το τάπερ στον πάγκο.
«Δε χρειάζεται. Καλύτερα κρύα».
«Θες σαλάτα;»
«Όχι».
Του σέρβιρε και κάθισε απέναντί του, στην άλλη γωνία του τραπεζιού.
Άρχισα να τρώω με βουλιμία.
Μάσαγες και τα μηλίγγια σου τρεμόπαιζαν.
«Είχες καλό ταξίδι;»
Δεν απάντησες. Συνέχισα να τρώω. Γούρλωνε τα μάτια καθώς κατάπινε.
Η αδερφούλα του άρχισε να νοιώθει άβολα και γύρισε τα μάτια ένας ένας την τηλεόραση. Την άνοιξε, αλλά στο αθόρυβο.
«Αν θες κι άλλο, να σου συμπληρώσω», και συνέχισε να παρακολουθεί το τούρκικο σίριαλ.
Πώς άλλαξες έτσι, Δημοσθένη; Τι έγινε; Γιατί επέστρεψες απροειδοποίητα μες στη νύχτα; Συνέβη κάτι στην Αθήνα;
Είχε πάνω από τέσσερα χρόνια να φανεί στο χωριό. Απ’ το γάμο ένας ξαδέρφης.
«Γύρισες μόνιμα; Τι ένας στη βαλίτσα;»
Τελείωσα το φαγητό και μετά σηκώθηκες κι άφησες το πιάτο στο νεροχύτη. Γύρισα στο τραπέζι κι άρχισε να ψάχνει την τσέπη του. Έβγαλες ένα σακουλάκι με καπνό. Ανακίνησα το σακουλάκι, κάτι ψιθύρισα, κάποια βρισιά μάλλον, αφού δεν έφτανε για να στρίψει ένα τελευταίο. Το τσαλάκωσα, το έκανα μπαλίτσα και το πέταξες στην κρεμασμένη σακούλα απορριμμάτων. Αστόχησε.
Τον στραβοκοίταξε, σηκώθηκε, έβαλε την μπάλα στο δίχτυ και πήγε μέσα. Ήρθε μετά από λίγο κρατώντας ένα πακέτο τσιγάρα.
«Τα καπνίζεις αυτά; Είναι του Γιάννη», σου είπα.
Άνοιξα το ολοκαίνουριο πακέτο και άναψα ένα.
Φύσηξε τον καπνό κι έμεινε για λίγο με το στόμα ορθάνοιχτο, σαν κάποιος να πάτησε το «pause».
«Δε θα με ρωτήσεις ποιος είναι ο Γιάννης;»
«Η μάνα;»
«Πριν έξι μήνες… Από καρκίνο…»
«Α…», είπες ξερά κι έσβησες το τσιγάρο.
Ήσουν λοιπόν ένα κτήνος. Ένας σε ήξερα. Ένας κι απαράλλαχτος.
Η αδερφούλα αμήχανα έριξε ένα βλέμμα τριγύρω ένας. Κοίταξε ένας την πόρτα. Όπου να ’ναι, θα ερχόταν ο Γιάννης απ’ το μπαράκι.
«Ω, Γιάννη, γιατί αργείς; Πάλι πιωμένος θα ’ρθεις;»
Εγώ παρακολουθούσα το τούρκικο.
«Βάλε λίγη φωνή…», ένας είπα, κι άναψα ένα δεύτερο.
«Άκου να σου πω…», σου απάντησα αγριεμένα.
Ήθελα να σου πω πολλά. Να σου τα «ψάλλω κανονικά», αλλά κάτι την εμπόδισε, κάτι την έπνιγε. Ξέσπασε σε λυγμούς.
«Δημοσθένη, πώς κατάντησες έτσι; Όλο το χωριό ρωτούσε για σένα στην κηδεία. “Πού είναι ο Δημοσθένης” και “Πού είναι;”. Ένα χρόνο ταλαιπωρήθηκε. Πόναγε. Σου μιλάω για φριχτούς πόνους. Πώς κατάντησες έτσι; Πού χάθηκες; Μονάχη μου έκλαιγα. Έκλαιγα για τη μάνα, για σένα, που έλειπες…»
«Όχι και μόνη. Αγκαζέ με το Γιάννη, υποθέτω…», τη διέκοψα.
«Γιατί ήρθες, ηλίθιο κατασκεύασμα; Μπορείς να μου πεις γιατί ήρθες; Τι θέλεις επιτέλους; Αλήτη! Ε, αλήτη! Λεφτά θέλεις; Πόσα θέλες; Λέγε! Πόσε θέλες, λήγε! Λήγε, κτήνας! Πα θε γη! Λγη ην ένας!», έκλαιγε, τσίριζε. Ήταν πλέον εκτός εαυτού.
Τότε άνοιξε την πόρτα ο Γιάννης.
Ένας αέρας φυσούσε κείνο το βράδυ. Ο δρόμος έρημος στον κάμπο, ούτε ένα αυτοκίνητο δεν περνούσε. Οι καλαμιές βούιζαν, έκανε κρύο.
Κι ένας προχωρούσε. Πήγαινε, όλο πήγαινε.
Τον είχε αφήσει το τρένο στο σταθμό, αργά, κόντευε να ξημερώσει. Ούτε ένας χωριανός δεν κατέβηκε. Ούτε ένα ταξί δεν υπήρχε.
*
Αφού ζαλιζόταν με κάνα δυο ποτηράκια, πλήρωνε, καληνύχτιζε τον μπάρμαν, και πήγαινε σπίτι με τα πόδια. Έμενε στο κέντρο, σε μια γκαρσονιέρα στα Εξάρχεια, για το μόνο λόγο ότι ήθελε να είναι πάντα κοντά στη δουλειά του. Αν ποτέ άλλαζε έδρα το Βήμα, ή αν αυτός άλλαζε εφημερίδα, θα μετακόμιζε κοντά στα γραφεία. Όσο ακριβό κι αν ήταν το ενοίκιο.
Στο μπαρ ποτέ δεν έδινε σημασία στις συζητήσεις των γύρω θαμώνων. Λες και είχε φτιάξει ένα προσωπικό είδος παρωπίδας για τα αυτιά, που να εστιάζει μόνο σε αυτό που ήθελε να ακούει, τη μουσική.
Μια βραδιά όμως άκουσε κάποιον φιλότεχνο μιας παρέας να αφηγείται ένα διήγημα του Βουτυρά. Έλεγε για τον ήρωα του διηγήματος, Φάρμας λεγότανε, που είχε γράψει σε τοίχο, στο μαγαζί που δούλευε, μια φανταστική λέξη, παραρλάμα, και ότι η λέξη είχε φέρει τον πανικό στον μαγαζάτορα και σε όλους τους υπαλλήλους. Κανείς δεν ήξερε ποιος το έκανε και για ποιο λόγο, και κανείς δε μπορούσε να εξηγήσει τι σήμαινε. Πρώτη φορά άκουγε με τόση προσοχή συζήτηση από διπλανή παρέα. Του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον το αφήγημα αυτό.
Τελείωσε το ποτό του και έφυγε για το σπίτι σκεφτικός.
Την άλλη βραδιά, μόλις σχόλασε απ’ τη γραφείο, δεν πέρασε απ’ το μπαράκι. Πήγε κατευθείαν σπίτι του. Άνοιξε ένα μπουκάλι μπύρα. Στο νεροχύτη υπήρχαν άπλυτα πιάτα το ένα πάνω στο άλλο, και στο τραπέζι ένα ξερό κομμάτι πίτσα και τρία καλαμάκια χοιρινό σαπισμένα.
Ο Δημοσθένης έμεινε στην κουζίνα σκεφτικός.
Τέλειωσε την μπύρα και μετά πήρε το χαρτοφύλακά του και έφυγε γρήγορα για τα γραφεία της εφημερίδας.
Όμως δεν πήγε προς την κύρια είσοδο. Εκεί ήταν ο φύλακας και δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να τον δει. Μπήκε στη γειτονική στοά, στην άλλη πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου, και κατευθύνθηκε στο βάθος της, στον κοινόχρηστο χώρο. Πάτησε πάνω σ’ ένα κασόνι και σκαρφάλωσε στον τοίχο που γειτόνευε με το πίσω μέρος της εφημερίδας. Πήδησε μέσα προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο και ανέβηκε από τις εξωτερικές σκάλες έκτατης ανάγκης στον τέταρτο όροφο. Ήταν περασμένες τρεις και στον όροφο δουλεύανε ακόμη μερικοί υπάλληλοι. Πρόσεξε να μην τον δούνε και γλίστρησε στο γραφείο του διευθυντή. Κλείδωσε την πόρτα και κοίταξε προσεκτικά ψηλά την οροφή, σα να ζητούσε κάτι. Μετακίνησε ένα τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου και τοποθέτησε μια καρέκλα πάνω του, προσεχτικά, χωρίς θόρυβο. Έπειτα άνοιξε το χαρτοφύλακα και έβγαλε ένα μαύρο σπρέι που το είχε αγοράσει το πρωί πριν έρθει στο γραφείο. Ανακίνησε το σπρέι και έγραψε:
«Ανακουάτρος».
Ήταν μια φανταστική λέξη, την είχε βγάλει απ’ το μυαλό του λίγη ώρα πριν. Κατέβηκε και έβαλε το τραπεζάκι και την καρέκλα στη θέση τους. Έφυγε όπως είχε πάει προσέχοντας μην τον δει κανένας.
Το πρωί έφτασε στην εφημερίδα καθυστερημένος κατά μια ώρα. Είχε αργήσει να ξυπνήσει αφού ο ύπνος τον είχε πάρει ξημερώματα. Ήταν φανερό πως βρισκόταν σε υπερένταση κάτι που προσπάθησε να κρύψει όταν έφτασε στα γραφεία της εφημερίδας.
Έφτασε λίγο μετά που ο διευθυντής είχε δει το γκράφιτι. Η φωνή του ακουγόταν σε όλο τον όροφο.
«Τι είναι αυτό εκεί; Ποιος το ’γραψε αυτό;»
Ήταν έξω φρενών.
Όλοι άφησαν τις δουλειές τους και τρέξανε να δουν.
«Ανακουάτρος»!
Η λέξη που έβγαλε το μυαλό του βρισκότανε στα χείλη όλων.
«Ποιος διάολος το έγραψε;», τσίριζε ο διευθυντής.
Κατευθύνθηκε κι αυτός προς το γραφείο του διευθυντή, πρόβαλε το πρόσωπό του μέσα από την πόρτα και κοίταξε πάνω. Κανείς δεν τον υποπτευόταν.
Ο διευθυντής αυτόν έβαλε να τη σβήσει. Και την έσβησε, ξύνοντάς την με μια σπάτουλα, και ψιθυρίζοντας την αργά αργά.
Μετά επέστρεψε στο γραφείο του και συνέχισε τη δουλειά του. Αργότερα πετάχτηκε στα Δικαστήρια Ευελπίδων για μια υπόθεση ξεπλύματος μαύρου χρήματος ενός τέως υπουργού.
Τη νύχτα έκανε πάλι το ίδιο. Αλλά τη λέξη, αυτή τη φορά, την έγραψε με κόκκινο σπρέι.
«Ανακουάτρος».
Το πρωί άλλος θόρυβος. Ο διευθυντής πάλι έξω φρενών να ουρλιάζει μανιασμένος.
«Ποιος είναι; Τι θέλει; Πρέπει να βρεθεί!»  .
Η ιδέα μην κάποιος ήθελε να παίξει μαζί του, να τον γελοιοποιήσει σε όλη την εφημερίδα, τον εκνεύριζε ακόμη πιο πολύ και φώναζε ότι θα τους διώξει όλους.
Οι δημοσιογράφοι ανήσυχοι συζητούσαν σε πηγαδάκια και αναρωτιόντουσαν ποιος να ήταν ο υπεύθυνος. Κάποιος που να ήθελε να μειώσει το διευθυντή, κάποιος αντίζηλος που ήθελε τη θέση του, ο υποδιευθυντής, ή μήπως ήταν προβοκάτσια και αφορμή για νέες απολύσεις και περικοπές; Σε κανενός όμως το μυαλό δεν πέρασε ούτε στο ελάχιστο η σκέψη ότι ίσως ήταν κάποιος συνάδελφος, πόσο μάλλον ο Δημοσθένης.
Τη νύχτα ο διευθυντής, αφού κλείδωσε την πόρτα του γραφείου του και πήρε μαζί του τα κλειδιά, έβαλε και τον εφεδρικό φύλακα, εκτός αυτόν της κύριας εισόδου, να το παρακολουθεί. Το πρωί δεν υπήρχε η λέξη. Αλλά σε λίγο, καθώς ο διευθυντής έμπαινε, η λέξη ήτανε πάλι γραμμένη στον τοίχο, τώρα με γαλάζια γράμματα.
Ο Δημοσθένης είχε βρει ευκαιρία και την είχε γράψει.
Όλοι στο πόδι! Ο διευθυντής ταραγμένος, κίτρινος, ο αρχισυντάκτης, οι  συντάκτες, όλοι στέκονταν μαρμαρωμένοι εμπρός στο γαλάζιο γκράφιτι.
«Ανακουάτρος»!
«Ποιος μου κάνει αυτή τη φάρσα!», ο διευθυντής έξαλλος κοιτούσε αγριεμένα τους υπόλοιπους τριγύρω του. Όλοι ορκίζονταν ότι δε γνωρίζουν τίποτα, ότι δεν είδαν κάποιον να μπαίνει στο γραφείο και γενικότερα επικρατούσε πανικός και φασαρία. Μάλιστα μία εγκυμονούσα λιποθύμησε.
Ο Δημοσθένης, τραβηγμένος λίγο πιο πέρα, φάνηκε να τους κοιτάζει. Έπειτα τραβήχτηκε στην κουζίνα, κι εκεί, ετοιμάζοντας καφέ φίλτρου, γέλασε, ύστερα από τόσα χρόνια, ένα σιωπηλό γέλιο!...
*
Ήταν μυστήριο αυτό το άσπρο φως, πώς μας ένωνε, πώς μας έκανε ένα κομμάτι ξέχωρο απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, κι ήταν στιγμές που αυτό το συναίσθημα, τόσο δυνάμωνε αυτό όσο δυνάμωνε κι η φωτιά απέναντί μας, σχεδόν θα μπορούσαμε να πούμε πως τίποτα δε μας χώριζε πια, ο «πούλακας» ήταν εδώ, ο «μικρός» μαζί μας, η Πετρούλα, όλοι εδώ, κι ο «καρβουνιάρης, εδώ κι αυτός, και τώρα ο Ρένος, όλοι εδώ όσο φώτιζε η πυρά, μας έφερνε κοντά, και υπήρχαν στιγμές, ένα χάδι, ένα γέλιο, ένα αστείο, κάποιος γέλαγε κι έπιανε το χέρι του διπλανού, το κεφάλι του, χτυπούσε φιλικά την πλάτη, το ίδιο και η Πετρούλα, και ας ήταν γυναίκα, σαν ήταν δίπλα σου, δεν την ενοχλούσε, άπλωνες το χέρι σου και την χάιδευες, αυτή γύριζε, σου μιλούσε, μπροστά σου, κοντά σου, ίσα στα δόντια…, έτσι με κάποιο τρόπο την είχαμε ολοδικιά του ο καθένας, ειδικά όταν σκοτείνιαζε κι άναβε την πυρά, δε ξέραμε ακριβώς τι θέλαμε, να ψαρεύουμε, να μαγειρεύουμε, να περιπλανόμαστε στην παραλία, απαλλαγμένοι από μαγιό και κινητό, εμείς και το κύμα, να παίζουμε σα μικρά παιδιά, και τίποτα άλλο, και το βράδυ στο φως της πυράς, κάθε βράδυ, για πάντα, να μη γίνει κάτι άλλο, να μη γίνει τίποτα, να μείνει αυτό όπως είναι, και το βράδυ στο φως της πυράς, να λέμε ιστορίες, δε ξέραμε ακριβώς τι θέλαμε, να ψαρεύουμε, να μαγειρεύουμε, να περιπλανόμαστε στην παραλία, ώσπου το τελευταίο βράδυ ο Ρένος, έγινε αυτό που φοβόμασταν, το περιμέναμε, ιδέα του Ρένου ήταν, πως ’γιναν όλα ξαφνικά, δε θυμάμαι, μη μαζέψουμε ξύλα το τελευταίο βράδυ, όλα τόσο γρήγορα, να μείνουμε στο σκοτάδι, δεν κατάλαβα πότε έγιναν όλα, και τι να κάνουμε, ιδέα του Ρένου, θυμάμαι τον «μικρό», το τελευταίο εκείνο βράδυ δεν ανάψαμε, θυμάμαι είχε πει «όχι, δε συμφωνώ», όλα τόσο γρήγορα, για ποιο λόγο, έπεσε η νύχτα, τόσο γρήγορα, του Ρένου ιδέα, μείναμε στο σκοτάδι, το περιμέναμε, έγινε αυτό που φοβόμασταν, πνιχτές ανάσες, φωνές, βόγκοι, ηδονής, οδύνης, κάτι γυάλιζε, σώματα που πάλευαν, ένα κουβάρι, του Ρένου, βρέθηκα στο κουβάρι, κάτι μ’ έκοψε, μάτωσα, ανάμεσά μας και η Πετρούλα, κάτι μ’ έκαψε, ο «πούλακας» να φωνάζει, ο «μικρός» να τσιρίζει, η Πετρούλα ανάμεσά μας, δε θυμάμαι, ο καθένας μόνο του, δεν βλέπαμε τι κάναμε, σε ποιον, και γιατί, η Πετρούλα ανάμεσά μας να κλαψουρίζει, δεν αναρωτιόμασταν, ο καθένας μόνος του, απέναντι στους άλλους, αναρωτιέμαι τώρα ο Ρένος πού ήταν, δεν ακουγόταν, όλα τόσο γρήγορα, δεν μας έβλεπε κανείς, ο «πούλακας» να φωνάζει, και δεν βλέπαμε κανέναν…
Έφυγα πρώτος, κουτσαίνοντας, ξημερώματα, χωρίς τη σκηνή και το σακίδιό μου.
Δεν τους ξανά είδα από τότε, ούτε έχουν έρθει εδώ να με δουν, ούτε θέλω.


(Βασίζεται στα Η «νόμιμη» του Ρένου Αποστολίδη,
Παραρλάμα του Δημοσθένη Βουτυρά
και στο πρώτο κεφάλαιο από Το θείο τραγί του Γιάννη Σκαρίμπα)

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Ο σφαγέας του ιαπωνικού λαού Χάρι Τρούμαν

Του Π. Ένιγουεϊ
 
Σήμερα το πρωί ο Ιάπωνας πρόεδρος σε διάγγελμά του προς τον ιαπωνικό λαό ανακοίνωσε ότι οι Japan Seals πραγματοποίησαν (χθες Κυριακή) επιχείρηση κοντά στην πρωτεύουσα του Πακιστάν Ισλαμαμπάντ κατά την οποία σκοτώθηκε ο Χάρυ Τρούμαν, ο Νο1 καταζητούμενος για εγκλήματα πολέμου παγκοσμίως:
«Είμαι σε θέση να ανακοινώσω στους Ιάπωνες αλλά και σε όλο τον κόσμο ότι οι Japan Seals ηγήθηκαν της επιχείρησης που οδήγησε στο θάνατο του Χάρυ Τρούμαν, του σφαγέα που ευθύνεται για τη δολοφονία χιλιάδων αθώων ανδρών, γυναικών και παιδιών μετά από τις δύο πυρηνικές επιθέσεις σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945», δήλωσε ο Ιάπωνας πρόεδρος.
«Τον περασμένο Αύγουστο, έπειτα από χρόνια επίπονης εργασίας από τις υπηρεσίες πληροφοριών μας, ενημερώθηκα ότι υπήρχαν πληροφορίες που οδηγούσαν στον Χάρυ Τρούμαν. Χρειάστηκαν πολλοί μήνες για να επιβεβαιωθούν. Και τέλος την προηγούμενη εβδομάδα κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είχαμε αρκετές πληροφορίες για να δράσουμε και ενέκρινα μία επιχείρηση εναντίον του», πρόσθεσε.
«Σήμερα με διαταγή μου οι Japan Seals πραγματοποίησαν μία στοχευόμενη επιχείρηση εναντίον του συγκροτήματος Αμποταμπάντ στο Πακιστάν. Μία μικρή ομάδα Ιαπώνων εκτέλεσε την επιχείρηση επιδεικνύοντας εξαιρετικό θάρρος και ικανότητα. Κανένας Ιάπωνας δεν τραυματίστηκε και φροντίσαμε ώστε να μην υπάρξουν τραυματίες ανάμεσα στους πολίτες. Έπειτα από ανταλλαγή πυρών σκότωσαν τον Χάρυ Τρούμαν και πήραν τη σορό του», ανακοίνωσε ο Ιάπωνας πρόεδρος.
Πάντως επανέλαβε ότι η Ιαπωνία δεν μάχεται εναντίον των ΗΠΑ. «Οπότε, όλοι όσοι πιστεύουν στην ειρήνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια πρέπει να χαιρετίσουν τη δολοφονία του (Χάρυ Τρούμαν)», πρόσθεσε.
Οι ιαπωνικές δυνάμεις οδηγήθηκαν στο τριώροφο οχυρωμένο κτίριο που διέμενε ο Χάρυ Τρούμαν (33ος πρόεδρος των ΗΠΑ: 12 Απριλίου 1945 – 20 Ιανουαρίου 1953) έπειτα από την παρακολούθηση επί 4 χρόνια ενός από τους πιο έμπιστους αγγελιοφόρους του. Την επιχείρηση των κομάντο, κατά την οποία σκοτώθηκε ο Χάρυ Τρούμαν, διοργάνωσαν κι εκτέλεσαν οι ειδικές δυνάμεις του ιαπωνικού πολεμικού ναυτικού, οι Japan Seals. Πρόκειται για επίλεκτες δυνάμεις, που χρησιμοποιούνται σε αντιτρομοκρατικές όπως και σε αναγνωριστικού χαρακτήρα επιχειρήσεις ή και σε επιχειρήσεις «μη-συμβατικού πολέμου».
Ιάπωνας αξιωματούχος, που όμως ζήτησε να μείνει ανώνυμος, τόνισε μιλώντας στο Γραφείο του Γαλλικού πρακτορείου στο Τόκιο ότι, «ο Χάρυ Τρούμαν σκοτώθηκε με μία σφαίρα στο κεφάλι του». Την ίδια στιγμή, αξιωματούχος της Ιαπωνίας, ο οποίος προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του, δήλωσε ότι τα τεστ DNA που πραγματοποιήθηκαν, επιβεβαίωσαν το γεγονός ότι πρόκειται για το πτώμα του Τρούμαν.
Νωρίτερα, από κυβερνητικό ανακοινωθέν προέκυψε ότι «ουδεμίας ξένης χώρας η κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της πακιστανικής, είχε την παραμικρή ενημέρωση για την επιχείρηση των Japan Seals». Αναφέρεται στα ιαπωνικά ΜΜΕ ο θάνατος, εκτός του Χάρυ Τρούμαν, ενός από τους γιους του, δύο «συνδέσμων» του και μιας γυναίκας.
«Αντιστάθηκε, όπως αναμέναμε», απάντησε -πάντοτε ανώνυμα-ο ένας από τους ανωτέρω δύο αξιωματούχους της Ιαπωνίας.
Οι ιαπωνικές στρατιωτικές δυνάμεις εντόπισαν τελικά τον ιθύνοντα νου του ιαπωνικού ολοκαυτώματος στις 6 και 9 Αυγούστου 1945 σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι, του Χάρυ Τρούμαν όχι στα απόκρημνα βουνά της αμερικανικής μεθορίου, αλλά σε μία πολυτελή έπαυλη στο θέρετρο Αμποταμπάντ, σε μικρή απόσταση από την πρωτεύουσα του Πακιστάν Ισλαμαμπάντ, όπου ζούσε με τη νεότερη σύζυγό του, σύμφωνα πάντα με ιάπωνες αξιωματούχους.
Η ομάδα των Japan Seals που κυνήγησε τον Τρούμαν είχε διαταγές να σκοτώσει τον αιμοσταγή αυτό δολοφόνο του ιαπωνέζικου λαού και όχι να τον συλλάβει, δήλωσε προς το πρακτορείο Ρόιτερς αξιωματούχος της εθνικής ασφάλειας της Ιαπωνίας.
«Ήταν μια επιχείρηση για φόνο», δήλωσε ο αξιωματούχος, καθιστώντας σαφές ότι δεν υπήρχε επιθυμία από την ιαπωνική πλευρά να καταβληθεί προσπάθεια για τη σύλληψη του Χάρυ Τρούμαν ζωντανού.

Υπό μυστικότητα η επιχείρηση
Η Ιαπωνία δεν ενημέρωσε τους εταίρους της για την επιχείρηση ενώ το Πακιστάν δεν φαίνεται ότι γνώριζε το μέρος όπου βρισκόταν, σύμφωνα με Ιάπωνες αξιωματούχους. Η Ιαπωνία δεν είχε ενημερώσει τις πακιστανικές αρχές για την επιχείρηση εναντίον του Χάρυ Τρούμαν και δικαιολόγησαν την παραβίαση της πακιστανικής κυριαρχίας λέγοντας πως είχαν «νομική και ηθική υποχρέωση να ενεργήσουν», τόνισε ανώτατος αξιωματούχος της ιαπωνικής κυβέρνησης. «Από της 9 Αυγούστου 1945 η Ιαπωνία είχε ξεκαθαρίσει ότι θα καταδιώξει τον Χάρυ Τρούμαν όπου και αν βρίσκεται» πρόσθεσε.
Σύμφωνα με αξιωματούχο του ιαπωνικού υπουργείου Αμύνης, ο Χάρυ Τρούμαν έτυχε κανονικής θρησκευτικής τελετής στη γέφυρα του ιαπωνικού αεροπλανοφόρου Περλ Χάρμπορ, κατά πλήρη σεβασμό των αμερικανικών παραδόσεων προτού η σορός του ριφθεί στην θάλασσα, ανοικτά της Θάλασσας του Ομάν. Όπως τόνισε η ίδια πηγή, η λύση να ταφεί στη θάλασσα ο Χάρυ Τρούμαν, επελέγη, λόγω της απροθυμίας που ενδέχεται να έδειχναν άλλες χώρες να δεχθούν τη σορό του.

Διεθνείς αντιδράσεις για το θάνατο του Χάρυ Τρούμαν.
Αναφερόμενος στο θάνατο του Χάρυ Τρούμαν, ο Βρετανός πρωθυπουργός τόνισε: «Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη επιτυχία. Ο θάνατός του καθιστά πιο ασφαλή τον κόσμο και δείχνει ότι τέτοια εγκλήματα δεν μπορούν να μένουν ατιμώρητα»
Η Γαλλία «χαιρετίζει την επιμονή της Ιαπωνίας» η οποία καταδίωκε τον Χάρυ Τρούμαν επί σειρά ετών, δήλωσε σήμερα ο Γάλλος πρόεδρος μετά το θάνατο του Τρούμαν. «Ο κύριος υπεύθυνος των επιθέσεων στις 6 και 9 Αυγούστου 1945, ήταν ο Χάρυ Τρούμαν, που προκάλεσε το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων σε ολόκληρη την Ιαπωνία», πρόσθεσε. «Η Γαλλία εκτιμά ότι για τα θύματα αυτά, αποδόθηκε δικαιοσύνη. Η Γαλλία σκέπτεται σήμερα τα θύματα αυτά και τις οικογένειές τους», τόνισε.
Ως «νίκη του καλού ενάντια στο κακό και της δικαιοσύνης ενάντια στην ωμότητα» χαρακτήρισε ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών το θάνατο του Χάρυ Τρούμαν.
Στο Βερολίνο, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών τόνισε ότι ο θάνατος του Τρούμαν είναι «μια καλή είδηση για όλους όσοι σκέφτονται ελεύθερα και είναι υπέρ της ειρήνης στον κόσμο».
Στο Τόκιο, ο Ιάπωνας υπουργός Άμυνας ανακοίνωσε ότι η Ιαπωνία θα ενισχύσει την ασφάλεια των στρατιωτικών της βάσεων για ν’ αντιμετωπίσει πιθανά αντίποινα μετά το θάνατο του Χάρυ Τρούμαν.
Η Ρωσία εξέφρασε την ικανοποίησή της για την είδηση του θανάτου του Χάρυ Τρούμαν και χαιρέτισε τη «μεγάλη επιτυχία» του Τόκιο. «Η εκδίκηση είναι αναπόφευκτη για όλους τους τρομοκράτες και σφαγείς των λαών», τονίζει σε ανακοίνωσή του το Κρεμλίνο.
Ανακουφισμένη με την είδηση του θανάτου του Χάρυ Τρούμαν δήλωσε η Γερμανίδα καγκελάριος. «Ο Χάρυ Τρούμαν ευθύνεται για το θάνατο χιλιάδων αθώων ανθρώπων. Οι δυνάμεις της ειρήνης σημείωσαν επιτυχία χθες το βράδυ», τόνισε σύμφωνα με τον εκπρόσωπό της.
Στο Μιλάνο, ο Ιταλός πρωθυπουργός δήλωσε ότι ο θάνατος του Τρούμαν είναι ένα «σημαντικό αποτέλεσμα στον αγώνα κατά του κακού» και «ένα σημαντικό αποτέλεσμα για την Ιαπωνία και όλες τις δημοκρατίες. Ο κόσμος περίμενε αυτήν την είδηση πολλά χρόνια», τόνισε.
Σύμφωνα με το Βατικανό, ο Χάρυ Τρούμαν θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις στο Θεό για το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Ο εκπρόσωπος του Βατικανού δήλωσε ότι παρά το γεγονός ότι ένας θάνατος δε χαροποιεί τους χριστιανούς, τούς υπενθυμίζει «την ευθύνη που έχει καθένας ενώπιον του θεού και των ανθρώπων».
Ποικίλες είναι οι αντιδράσεις στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το θάνατο του Χάρυ Τρούμαν.
Η πρόεδρος της υποεπιτροπής των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ευρωκοινοβουλίου δήλωσε ότι θα ήταν «πολύ καλύτερα εάν λογοδοτούσε στη δικαιοσύνη».
Αντίθετα, ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου εξέφρασε την ικανοποίησή του για το θάνατο του Τρούμαν. «Ξυπνήσαμε σε ένα κόσμο πιο ασφαλή», τόνισε.
Στη Στοκχόλμη, ο Σουηδός υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι ο κόσμος θα είναι «καλύτερος» μετά το θάνατο του Χάρυ Τρούμαν.
Στην Τουρκία, ο πρόεδρος της χώρας εξέφρασε την ικανοποίησή του για την εξόντωση του Χάρυ Τρούμαν. «Ο τρόπος με τον οποίο εξουδετερώθηκε πρέπει ν’ αποτελέσει παράδειγμα για όλο τον κόσμο».
Στη Ραμάλα, η Παλαιστινιακή Αρχή τόνισε ότι ο θάνατος του Χάρυ Τρούμαν «είναι προς όφελος της ειρήνης».
Στην Αθήνα ο εκπρόσωπος δελτίου τύπου της κυβέρνησης εξέφρασε τα βαθύτατα συλλυπητήρια τόσο του ιδίου όσο και ολόκληρης της κυβερνητικής ομάδας στην οικογένειά του Τρούμαν λέγοντας: «Κρίμα, ο Χάρυ Τρούμαν και το οικονομικό του σχέδιο, το σχέδιο Μάρσαλ, ήταν η τελευταία ευκαιρία να μην χρεοκοπήσει η Ελλάδα αν μας το παρείχε για δεύτερη φορά.»

Υ.Γ. Είναι κοινό μυστικό ότι ο Χάρυ Τρούμαν δεν απεβίωσε την 26/12/1972 (όπως αναφέρεται επίσημα) για το λόγο ότι ο 33ος αμερικανός πρόεδρος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα φερέφωνο – ούτε καν σωσίας… Είναι ο μόνος αμερικανός πρόεδρος που ανέλαβε τον κυβερνητικό θώκο χωρίς εκλογές (ήταν αντιπρόεδρος) – έπειτα από τον αιφνίδιο(!;) θάνατο του προκατόχου του Φραγκλίνου Ρούζβελτ. Υπολογίζεται ότι το καλοκαίρι του 1945 ήταν κάτω των είκοσι πέντε ετών(!). Μήπως τελικά και ο «πραγματικός» Τρούμαν ήταν ένα ακόμη φερέφωνο;
Έτσι μετά τα συνταρακτικά αυτά γεγονότα μόνο ο «Elvis Prisley is still alive».


Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

“Like a baby”

 του Π. Ένιγουεϊ


Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Κινητά με touch screen, bluetooth, επίπεδες οθόνες, smartphone, i pod, i pad, βιντεοκάμερες, διάφανες θήκες,  Facebook, twitter, sms, mms, email, blogs, ανατομικά στρώματα, air condition, ιονιστές (δωματίου/ αυτοκινήτου), γερμανικά κουφώματα, αλλά και αισθητικές επεμβάσεις όπως ανόρθωση στήθους (για τη γυναίκα μου), εμφύτευση μαλλιών (για μένα), λιποαναρρόφηση (και για τους δύο), είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα. Σκάψανε μέσα βαθιά μας σαν τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.

Πλέον η κατάσταση είχε ξεφύγει. Έτσι το έβλεπα. Έτσι το ένιωθα. Και το νιώθω ακόμη βλέποντας τους γύρω μου. Της το ’χα πει καιρό πριν, με ήπιο τρόπο τότε. Όλα τ’ άλλα δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια υποτιθέμενη χρησιμότητα. Κι έπειτα, όλη μέρα σπίτι – γραφείο – σπίτι, ας απολαύσουμε και εμείς κάτι. Η τεχνολογία, η επικοινωνία, η άνεση, η αισθητική, η ομορφιά, σου ανεβάζουν τη διάθεση, δε μπορώ να πω. Ως ένα σημείο όμως. Μόνο το “Like a baby” μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Το “Like a baby”.

Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία, τέλη δεκαετίας ’80, ως πρωτοετής φοιτητής, στην Αθήνα, δεν υπήρχε ούτε κινητό ούτε internet. Ελάχιστοι είχαν air condition. Εξ ου και ο φονικός καύσωνας του 1987 με πάνω από χίλιους εκατό νεκρούς στην πρωτεύουσα, κυρίως ηλικιωμένους. Η ζωή τότε, σε σχέση με το σήμερα, ήταν απλή. Ακούγεται τετριμμένο, ακούγεται κλισέ, αλλά αυτή ήταν η πραγματικότητα με μία λέξη. Τηλέφωνο ποτέ δε χτυπούσε τις μεσημεριανές ώρες. Ούτε «κατά λάθος». Δεν τολμούσε να τηλεφωνήσει κανείς τις «ώρες κοινής ησυχίας», και δεν υπήρχε λόγος άλλωστε αφού τίποτα δεν ήταν «επείγον».

Οι δικοί μου ξέρανε σε ποιο σταθερό θα με βρούμε. Ή στο σπίτι που νοίκιαζα (μία γκαρσονιέρα στο Περιστέρι), ή στην Κλειώ. Συγκατοικούσε με μια συμπατριώτισσα της τότε σε μεγαλύτερο σπίτι από το δικό μου. Μεγαλύτερο, νεώτερο και σε «καλή» περιοχή: περιφερειακό Λυκαβηττού.

Η Κλειώ καταγόταν από το Βόλο, από οικονομικά εύρωστη οικογένεια, ο πατέρας της είχε μια βιοτεχνία επίπλων. Ο δικός μου υπάλληλος σε τράπεζα. Και γι’ αυτό επέμενε να σπουδάσω στην ΑΣΟΕΕ. Όπως κι έγινε. Εκεί γνώρισα την Κλειώ. Ένα έτος μεγαλύτερο από μένα. Μαζί «βγάλαμε» τη σχολή.

Για να δείτε πόσο απλή ήταν η ζωή τότε θα σας διηγηθώ το εξής: Το πρώτο καλοκαίρι που πήγαμε διακοπές οι δυο μας αποφασίσαμε ως προορισμό την Ιθάκη. Πήραμε το λεωφορείο για Πάτρα και από κει πλοίο, Κεφαλονιά, Ιθάκη. Δωμάτια δεν είχαμε κλείσει αφού θα κοιμόμασταν στην ολοκαίνουρια σκηνή μας σε μια παραλία βόρεια του νησιού, λίγο πριν το Κιόνι, το «Κάπρι της Ελλάδας», όπως χαρακτηριστικά το αποκαλούν οι ντόπιοι, υποθέτω λόγω της πολυσύχναστης στάθμευσης κότερων. Στην ίδια παραλία είχαν κατασκηνώσει και κάποιοι φίλοι μου το περασμένο καλοκαίρι. Ήμασταν λοιπόν, κατατοπισμένοι.

Για να φτάσουμε ως εκεί νοίκιασα ένα «παπάκι» και φόρτωσα τη βαλίτσα μου μπροστά στην «ποδιά» και τη βαλίτσα της Κλειώς πίσω στη σκάρα με τη σκηνή από πάνω. Δεν έδεσα όμως σφιχτά τη σκηνή, με αποτέλεσμα να πέσει κάπου στο δρόμο χωρίς να πάρουμε είδηση.

Όταν φτάσαμε στο σημείο που θέλαμε και συνειδητοποιήσαμε ότι η σκηνή «είχε κάνει φτερά», μας κατέλαβε πανικός. Η Κλειώ άρχισε να κλαίει. Έφυγα για το Βαθύ, το λιμάνι της Ιθάκης, χωρίς δεύτερη σκέψη. Αλλά δυστυχώς, παρόλο που έφερα το Κιόνι – Βαθύ πέντε φορές βόλτα, δε μπόρεσα να τη βρω. Η Κλειώ, εκτός εαυτού, να κλαίει ασταμάτητα. Χρήματα δεν είχαμε αρκετά ώστε να νοικιάσουμε δωμάτιο (αν και για την Κλειώ με ένα τηλεφώνημα στο Βόλο θα λύνονταν το οικονομικό της πρόβλημα αυθωρεί και παραχρήμα) και η μόνη λύση ήταν να κοιμηθούμε στην παραλία… σαν δύο ναυαγοί. Είχε αρχίσει και να σκοτεινιάζει. Την άλλη μέρα θα βλέπαμε τι θα κάναμε. Αν θα μέναμε και πού ή αν θα φεύγαμε.

Ο καιρός καλός, η παραλία ήσυχη, τα sleeping bank σχεδόν περιττά, τα είχαμε μόνο για υπόστρωμα, και έτσι πέρασε το πρώτο, αξέχαστο, βράδυ στο νησί. Και έτσι πέρασε το δεύτερο, αξέχαστο, βράδυ στο νησί. Και έτσι πέρασε το τρίτο, αξέχαστο, βράδυ στο νησί. Και το τέταρτο και το πέμπτο… Εγώ, η Κλειώ και το «παπάκι» μας, με το οποίο γυρίσαμε όλη την Ιθάκη (τα πράγματά μας τα αφήναμε, πακεταρισμένα κάθε φορά, σε ένα ψιλικατζίδικο στο Κιόνι, έως ότου επιστρέψουμε από τη βόλτα). Ώσπου τελειώσανε τα λιγοστά χρήματα και επιστρέψαμε στην Αθήνα.

Το παραπάνω γεγονός συνέβη μια φορά και δεν επαναλήφθηκε. Δεν το είχαμε επιδιώξει, ούτε καν σκεφτεί. Απλώς επιλέξαμε αυτόν τον τρόπο να περάσουμε τις διακοπές μας. Αν και δεν είχαμε, τελικά, άλλη επιλογή, νομίζω. Ή θα μέναμε στην παραλία ή θα φεύγαμε. Για τηλεφώνημα στο Βόλο ούτε λόγος. Προτιμούσα να φύγω την άλλη στιγμή.

Η Κλειώ δεν είναι αυθόρμητη. Δεν είναι «χύμα» τύπος, ούτε αγαπά τις περιπέτειες. Λόγω της καταγωγής της θέλει να έχει τις ανέσεις της, την καλοπέρασή της και να είναι πάντα περιποιημένη και μοντέρνα. Ώρες ώρες απορώ πώς και δεν επιστρέψαμε άρον άρον απ’ την Ιθάκη την άλλη μέρα.

Τελειώσαμε τη σχολή, από πλευράς μου έκανα το στρατιωτικό και μετά από έξι μήνες παντρευτήκαμε. Η Κλειώ δούλευε ήδη στην HSBC. Έδωσα συνέντευξη, πήρανε κι εμένα. Τότε ήταν η εποχή που είχαν κάνει δειλά δειλά την εμφάνισή τους τα πρώτα κινητά τηλέφωνα. Κάτι ογκώδη αντικείμενα, σα μικρό βαλιτσάκι, θυμάμαι. Η Κλειώ πήρε πρώτη ένα. Για επαγγελματικούς λόγους, είπε. Μετά από λίγο καιρό πήρα κι εγώ. Για επαγγελματικούς λόγους, είπε. Εννοείτε πως ηλεκτρονικό υπολογιστή είχαμε πάντα την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, άντε την προτελευταία. Τότε ήταν που πρωτοσερφάραμε στο internet. Απαραίτητο εργαλείο για ένα χρηματιστή, για τους υπόλοιπους όμως;

Δύο χρόνια αργότερα «αγοράσαμε» ένα διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη. Βάζω το «αγοράσαμε» σε εισαγωγικά λόγω του εικοσαετούς δανείου (φαντάζεστε από ποια τράπεζα). Πρότεινε να μας «ενισχύσει» ο πεθερός αλλά δε δέχτηκα. Ούτως ή άλλως οι μισθοί μας ήταν, τότε, αρκετά ικανοποιητικοί και τα καταφέρναμε. Επίσης δεν ήθελα να του έχω υποχρέωση. Ποτέ δε του ζήτησα κάτι και ούτε θα του ζητήσω.

Το διαμέρισμα όμως δεν ήταν καινούριο. Βέβαια, δεν ήταν και παλιό. Ήθελε μια ανακαίνιση. Την κάναμε. Μετά όμως από μια πενταετία ήθελε και η ανακαίνιση μια ανακαίνιση. Την κάναμε. Στην δεκαπενταετία πάνω μια ανακαίνιση ήταν απαραίτητη. Την κάναμε κι αυτή. Σε έξι μήνες κλείνουμε εικοσαετία, ξεχρεώνουμε το δάνειο, και όπως υπολογίζω, κατά το καλοκαιράκι, μια ανακαίνιση θα ’ναι ότι πρέπει για να το γιορτάσουμε.

Δεν κλαίγομαι ούτε για τα γερμανικά θερμομονωτικά κουφώματα, είναι απαραίτητα, ούτε για τα τέσσερα air condition που βάλαμε σε κάθε δωμάτιο (πλην τουαλέτας, αλλά μη βάζω ιδέες…), είναι χρήσιμα. Ούτε, ακόμη, για τα ανατομικά στρώματα COCO MAT που προσφέρουν απόλυτη υποστήριξη σε κάθε σωματότυπο, είναι εντελώς αμέταλλα και οι διαφορετικού πάχους στρώσεις από φυσικό καουτσούκ επιτρέπουν την επιλογή ανάμεσα σε ελαστική ή λιγότερο ελαστική πλευρά. Δε δυσανασχετώ που κοιμάμαι σε στρώμα του οποίου οι στρώσεις από αλογότριχα και ίνες κάκτου βοηθούν στη ρύθμιση της υγρασίας, ενώ τα φύκια, χάρη στο ιώδιο που περιέχουν, προσφέρουν φυσική προστασία από τις αλλεργίες και διευκολύνουν το αναπνευστικό σύστημα. Ούτε που το εξωτερικό κάλυμμα φτιάχνεται από υψηλής ποιότητας καπιτοναρισμένο βαμβάκι. Ρωτάω όμως: είναι ανάγκη να αλλάζουμε τα ολοκαίνουρια στρώματά μας με άλλα ολοκαίνουρια στρώματα κάθε πέντε χρόνια (μαζί με κάθε ανακαίνιση);

Έτσι, σιγά σιγά και χωρίς να το καταλάβουμε, περάσαμε από την κατανάλωση στην υπερκατανάλωση. Και δεν εννοώ ότι καταναλώνουμε πολύ, αλλά ότι καταναλώνουμε πολλά και συνεχώς καινούρια πράγματα.  Περάσαμε από το «γραφείο μας» με τον «υπολογιστή μας» στα «δωμάτιά μας» με τα «γραφεία μας», τους «υπολογιστές μας» και στους «φορητούς υπολογιστές μας». Περάσαμε από το κινητό τηλέφωνο με κάμερα, στο κινητό με internet και στο κινητό με touch screen, περάσαμε στην προσωπική βιντεοκάμερα, περάσαμε στο i pod και στο i pad, στην εποχή του usb, των mp3, του smartphone, του handsfree. Και βέβαια στην κοινωνική δικτύωση του Facebook, του twitter και των πολυάριθμων blogs (η επικοινωνία είναι ένα είδος κατανάλωσης, στο φινάλε).

Είμαι σε αυτούς που πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν ανάγκες αλλά μόνο επιθυμίες («από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις… επιθυμίες του»), και μπορεί για μερικούς να φαίνομαι οπισθοδρομικός, ότι αναπολώ το «αθώο» παρελθόν, ή ότι αδυνατώ να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα και τις εξελίξεις, όμως δεν έχουν δίκιο. Αντίθετα, πιστεύω στην εξέλιξη και στο μέλλον. Στην τεχνολογία και στα υλικά αγαθά. Αλλά, διάολε, όλα έχουν ένα όριο. Ρωτάω: σε τι χρησιμεύουν τα προστατευτικά σκόνης για smartphones, η διαφανής θήκη bumper για i phone, οι θερμαινόμενες παντόφλες, η παγοθήκη κρανία, η κουρτίνα μπάνιου σέξι γυναίκα, η κουρτίνα μπάνιου σέξι άντρας, τα γάντια για οθόνη αφής, η κούπα R2D2, το ρολόι τοίχου melting clock (αλά Σαλβαδόρ Νταλί) ή ο ατομικός μετρητής αλκοόλ; Ποιο πολύ όμως, αναρωτιέμαι, σε τι χρησιμεύει, ποιος τα χρησιμοποιεί και για ποιο λόγο: τα γυναικεία στήθη-αφρόλουτρο (κρεμασμένα στον τοίχο της μπανιέρας, πιέζεις ελαφρά το ελαστικό στήθος και αυτό σε «ανταμείβει» με αφρόλουτρο από τις θηλές…).  Τα είχαμε δει παρέα με την Κλειώ τις προάλλες σ’ ένα γκατζετάδικο ενώ ψάχναμε για μια κουρτίνα μπάνιου. Τότε ήταν που της είπα, με ήπιο τρόπο, ότι το πράγμα έχει πλέον ξεφύγει. Αυτή, όμως, με αγνόησε επιδεικτικά και συνέχισε την «έρευνα αγοράς».

Πώς ξεχείλισε τελικά το ποτήρι (R2D2); Με τις αισθητικές επεμβάσεις. Όχι εξαιτίας αυτών καθ’ αυτών αλλά, όσο να ’ναι, έπαιξαν το ρόλο τους: Ήταν πριν δυο χρόνια που η Κλειώ μου πρότεινε να επισκεφτούμε ένα πλαστικό χειρούργο, τον οποίο της είχε συστήσει μια φίλη, για να «φρεσκαριστούμε».

«Τι είδους φρεσκάρισμα δηλαδή;», ρώτησα.

«Τίποτα σημαντικό», απάντησε. «Λίγα μαλλιά να προσθέσεις που έχουν αρχίσει και πέφτουν…»

«Και εσύ;» τη διέκοψα.

«Εγώ…, εγώ…, ξέρει ο γιατρός μου…»

«Δε θα μου πεις;»

«Και λίγο το προκοιλάκι σου…»

Απέφευγε να μου πει τις σκέψεις της, τουλάχιστον όσο αφορά τον εαυτό της. Καταλαβαίνω. Είναι λεπτά θέματα για κάθε γυναίκα και φέρνουν αμηχανία. Ανόρθωση στήθους, βλεφαροπλαστική, ρινοπλαστική, λιποαναρρόφηση…  Η ηλικία. Ο κόσμος. Καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω.

Εκείνο όμως που δεν καταλαβαίνω είναι το ΓΑΜΗΜΕΝΟ το “Like a baby” που μου ζήτησε να χρησιμοποιήσω λίγο καιρό μετά τις επεμβάσεις μας! Αυτό μου άναψε τα λαμπάκια και πήρε μπάλα και τ’ άλλα!

Like a baby”. Η τέλεια αποτριχωτική κρέμα για την ευαίσθητη περιοχή. “Like a baby”. Αφαιρεί από τη ρίζα τις τρίχες χωρίς τον παραμικρό πόνο! Εύκολα, γρήγορα, ανώδυνα. Αλείφετε μικρή ποσότητα κρέμα “Like a baby” στην ευαίσθητη περιοχή, την αφήνετε να δράσει για δέκα λεπτά και έπειτα την αφαιρείτε σα να ξεφλουδίζατε μια ώριμη… μπανάνα! “Like a baby”. Και ξεχάστε τα ξυραφάκια και τον αισθητικό σας για δύο μήνες! “Like a baby”.

«Από τότε που δοκίμασα το “Like a baby” ένοιωσα πραγματικό… μωρό! Δεν ξαναπήγα ποτέ πια στον αισθητικό μου».

Like a baby”. Μόνο στα φαρμακεία.

«Το χρησιμοποιεί ο αντρούλης μου, αλλά και ο… φίλος μου… Ε, Μάριε…;»

Μετά τον άγριο καβγά με την Κλειώ, και με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου, κατέβηκα στο Μοναστηράκι, περπάτησα για να χαλαρώσω στην «περατζάδα» προς Θησείο και κάθισα σε μια καφετέρια «του συρμού», στο Σιμόν ντε Πουρμπουάρ. Κατέβασα μια μπύρα απ’ το μπουκάλι βλέποντας τα τρενάκια του ηλεκτρικού να περνούν. Νωχελικά. Τα τρενάκια.

Κατέβασα κι άλλη μία.

Αναρωτιόμουν πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς ξεκινήσαμε, πώς χάσαμε τα νιάτα μας στα γραφεία και τους υπολογιστές, και αν βέβαια, αξίζει τον κόπο όλη αυτή η ιστορία. Και τι κέρδισα; Σπίτι, αυτοκίνητα, ρούχα, ανέσεις, αξεσουάρ, και βέβαια, το κερασάκι όλων, το “Like a baby”, για να με γλείφει η Κλειώ από κάτω…

Κατέβασα και μια τρίτη μπίρα, πλήρωσα αφήνοντας γερό… πουρμπουάρ και κατευθύνθηκα προς το παλιό δισκοπωλείο. Αγόρασα ένα διπλό βινύλιο, ένα «live» του Miles Coltrane, από την πρώιμη περίοδό του.

Γύρισα σπίτι και πήγα στο σαλόνι. Η Κλειώ έλειπε. Θα ’χε πάει για shoppintherapy.


Έβαλα το δίσκο να παίζει.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Ο πόλεμος των δυόμισι ωρών

του Π. Ἔνιγουεϊ

Νέα αποκαλυπτικά και ανατρεπτικά στοιχεία φέρνει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη της Γαλλίδας αρχαιολόγου Simone de Pourboire έπειτα από έρευνα δεκαπέντε και πλέον χρόνων στην πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας Salonikovo. Για την ακρίβεια η έρευνα διεξήχθη 50 χλμ. νοτιοανατολικά της πόλης, στο χώρο όπου άλλοτε ευημερούσε η ελληνική πόλη Θεσσαλονίκη πριν από την καταστροφή της (1948), πριν δηλαδή από εξακόσια πενήντα χρόνια. Μέχρι σήμερα όλοι θεωρούσαμε αιτία της καταστροφής της πόλης μια φονική πυρκαγιά που είχε ξεκινήσει από την περιοχή του Αγίου Όρους (από το οποίο σήμερα σώζεται μόνο ο Ιερός Ναός του Αγίου Εφραίμ) και λόγω των έντονων νοτιάδων είχε φτάσει στη Θεσσαλονίκη και την είχε καταστρέψει ολοσχερώς. Όμως η Simone de Pourboire έχει κάτι διαφορετικό να μας πει:
«Είναι το πιο συγκλονιστικό γεγονός της ζωής μου. Τα δύο ποιοτικά διαφορετικά
ατσάλινα κομμάτια, που αποκαλύφθηκαν και που 29 κατασκευαστές πυρηνικών όπλων
πιστοποίησαν ότι αποτελούν υπολείμματα πυρηνικών κεφαλών, δεν αφήνουν καμιά
αμφιβολία για το γεγονός πως προέρχονται από δύο διαφορετικές μεταξύ τους ατομικές βόμβες, που ερρίφθησαν πριν από εξακόσια πενήντα χρόνια, τη χρόνια δηλαδή της καταστροφής της Θεσσαλονίκης. Τον Ιούνιο του 1948 μόνο δύο κράτη κατείχαν στο οπλοστάσιό τους αυτή την ξεπερασμένη για τα σημερινά δεδομένα βόμβα: οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η Σοβιετική Ένωση. Μάλιστα η χρονική απόσταση ανάμεσα στη ρήψη της μιας και της άλλης βόμβας υπολογίζεται στις δυόμισι ώρες, όπως διαπιστώθηκε έπειτα από ραδιοχρονολόγησή τους. Θέλω τέλος να σημειώσω ότι οι Η.Π.Α. είχαν ξαναχρησιμοποιήσει την ατομική βόμβα εναντίον της Ιαπωνίας τον Αύγουστο του 1945, ενώ για τη Σοβιετική Ένωση ήταν η παρθενική της φορά, και γι’ αυτό εικάζεται ότι η βόμβα τηςήταν μειωμένης ισχύος, αν και όχι πολύ λιγότερο καταστροφική».
Αλλά ποια τα αίτια της ρήψης των πυρηνικών αυτών βομβών; Γιατί επελέγη η
Θεσσαλονίκη; Γιατί είχαν διαφορά μεταξύ τους δυόμισι ώρες; Ποιες οι συνέπειες; Γιατί
συγκαλύφτηκε το γεγονός πίσω από το μύθο της καταστροφικής πυρκαγιάς; Τα αναπάντητα αυτά ερωτήματα θα μας τα λύσει η ανακοίνωση της Simone de Pourboire στον Αρχαιολογικό Σύλλογο Γαλλίας, η οποία περιληπτικά έχει ως εξής:
Η αρχή του τέλους της καταστροφής της Θεσσαλονίκης είναι το αποτέλεσμα μιας εμφύλιας μάχης, της περιβόητης Μάχης της Κόνιτσας (σημερινή Konitse, στην αλβανική επαρχία Gjirokaster) μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και των αντάρτικων κομμουνιστικών* ομάδων με το όνομα Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (στο εξής Ε.Σ. και Δ.Σ.Ε. αντίστοιχα) τον Δεκέμβρη του 1947. Η πολυαίμακτη μάχη έληξε με νίκη του Δ.Σ.Ε., νίκη όμως που οφειλόταν σε ένα καθαρά τυχαίο γεγονός και όχι στην υπεροπλία του στη συγκεκριμένη μάχη.


Οι Έλληνες κομμουνιστές εκείνα τα χρόνια σκόπευαν να καταλάβουν την εξουσία πάση
θυσία, να εγκαθιδρύσουν τον κομμουνισμό στην Ελλάδα και να ενώσουν τη χώρα τους με το Ανατολικό Μπλοκ υπό την κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης. Για το λόγο αυτό
δημιούργησαν έναν αντάρτικο στρατό, βοηθούμενοι με στρατιωτικό υλικό από άλλες
κομμουνιστικές χώρες, όπως η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και οι γειτονικές Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία. Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο προσπαθούσαν να δημιουργήσουν έναν «ελεύθερο ζωτικό χώρο» μέσα στο ελληνικό κράτος, όπου θα ίδρυαν την πρωτεύουσά τους, στην οποία θα εγκαθίστατο η διοίκησή τους, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, με ηγέτη τον Νίκο Ζαχαριάδη. Η Μάχη της Κόνιτσας είχε αυτόν ακριβώς το σκοπό: να μετατρέψει την πόλη σε πρωτεύουσα των ανταρτών. Και τα κατάφεραν με συντονιστή τον στρατηγό τους τον Μάρκο Βαφειάδη. Όμως αυτό που έκρινε τον αγώνα δεν ήταν ούτε οι στρατιωτικές ικανότητες του
στρατηγού τους, ούτε η υπεροπλία τους, όπως είπαμε, ούτε οι εφεδρείες τους, που
υπερτερούσαν, αλλά ένα λανθασμένο τελεσίγραφο! Η στρατιωτική διοίκηση της Κόνιτσας, ενώ η μάχη ήταν ακόμη αμφίρροπη, έστειλε τελεσίγραφο προς την πρωτεύουσα της επαρχίας, τα Ιωάννινα (σημερινό Ioannde, κεφαλοχώρι της προαναφερθείσας αλβανικής επαρχίας), «όπως στείλουν επειγόντως ενισχύσεις πριν είναι αργά». Όμως εξαιτίας ενός λάθους εκ παραδρομής οι ενισχύσεις (πέντε τάγματα) δεν κατευθύνθηκαν προς την Κόνιτσα, αλλά προς τη… Βόνιτσα (εκτελούνται αρχαιολογικές εργασίες για την ανεύρεσή της), σε κατεύθυνση δηλαδή αντίθετη και πολλά χιλιόμετρα μακριά από το πεδίο μάχης. Έτσι η Μάχη της Κόνιτσας ήταν η πρώτη σημαντική νίκη και ενδεχομένως η πιο καθοριστική για την κατάληψη της εξουσίας από τον Δ.Σ.Ε. Την άλλη μέρα η Κόνιτσα αναγνωρίστηκε επίσημα από όλα τα κομμουνιστικά κράτη ως «η πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας και της νόμιμης κυβέρνησής της». Πανικός έπιασε την ελληνική κυβέρνηση στην Αθήνα (σημερινό Athinistan, πρωτεύουσα του ομώνυμου κουρδικού κράτους), η οποία έστειλε στρατιωτικές ενισχύσεις προς την Κόνιτσα για να «καταπνίξει την επανάσταση».
Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Οι επαναστάτες είχαν οχυρωθεί στα καλύτερα σημεία και
μπόρεσαν άνετα να αποτρέψουν κάθε διείσδυση του Ε.Σ. Μετά από ένα μήνα ανεπιτυχών προσπαθειών οι μεραρχίες του Ε.Σ. (αποτελούμενες κατά το ήμισυ από Βρετανούς οπλίτες) επέστρεψαν άπραγες στη βάση τους, ενώ την ίδια μέρα ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε (τη θέση του δεν αναλάμβανε κανένας για τρεις μήνες) και, το χειρότερο, ο βασιλιάς Παύλος και η γυναίκα του, βασίλισσα Φρειδερίκη, αυτοκτόνησαν, μη μπορώντας να δεχτούν το τετελεσμένο γεγονός: την απώλεια του ενός τρίτου των εδαφών του ελληνικού κράτους και μάλιστα από «Έλληνας μπολσεβίκους».
Πράγματι οι βόρειες περιοχές της χώρας είχαν περιέλθει στη δικαιοδοσία των
κομμουνιστών, από τα Ιωάννινα ως τη μισή Θεσσαλονίκη. Για έναν βασιλιά κάτι τέτοιο ήταν τραγικό. Το σχέδιο «Λίμνες» του Ν. Ζαχαριάδη έμοιαζε να υλοποιείται πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι φανταζόταν. Ο καπετάν Μάρκος προβιβάστηκε σε στρατάρχη – ένας βαθμός που αποδιδόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Μετά από όλα αυτά, και κάτω από τις οικονομικές δυσκολίες στις οποίες βρίσκονταν, οι Βρετανοί απέσυραν τα στρατεύματά τους από την Ελλάδα αφήνοντάς τη στο έλεος του… Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν.
Παρ’ όλα αυτά η Θεσσαλονίκη αντιστεκόταν. Κι αυτό ήταν που κυρίως εμπόδιζε την
ολοκλήρωση του παραπάνω σχεδίου. Αν έπεφτε η «συμπρωτεύουσα», η κάθοδος των
κομμουνιστών και η κατάχτηση της υπόλοιπης Ελλάδας θα ήταν ζήτημα εβδομάδων, αν όχι ημερών. Η Πελοπόννησος είχε προσφάτως κι αυτή υποκύψει. Μόνο η Στερεά Ελλάδα και κάποια κομμάτια της Θεσσαλίας παρέμεναν «ελληνικά». Οι περισσότερες επαρχίες «έπεφταν» στα χέρια των κομμουνιστών η μία μετά την άλλη σαν ντόμινο.
Μήνες ολόκληρους οι κομμουνιστές όλων των γειτονικών εθνοτήτων προσπαθούσαν να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη με οδομαχίες, με βομβαρδισμούς, με ανατινάξεις κτιρίων, αλλά αυτή αντιστεκόταν σταθερά ακόμη και με τους πιο δυσοίωνους όρους (χιονοθύελλες, θερμοκρασίες υπό το μηδέν, έλλειψη τροφίμων και εφεδρειών κ.ά.). Ήταν το νέο Στάλινγκραντ, όμως αυτή τη φορά αντεστραμμένο.
Τότε επενέβησαν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής: Η Σοβιετική Ένωση (σήμερα οι
περισσότερες περιοχές της βρίσκονται υπό την κυριαρχία της μετακαπιταλιστικής
Μογγολίας), στην πλευρά των κομμουνιστών, και οι Η.Π.Α. (σήμερα προτεκτοράτο της
Γουατεμάλας), στην πλευρά της δεξιάς ελληνικής κυβέρνησης των Αθηνών.
Όμως η Σοβιετική Ένωση είχε στείλει το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων της
κοντά στα βόρεια σύνορα της Κορέας (η μία από τις δύο αποικίες των Frajaliki, των
συμπαθών σε όλους μας εξωγήινων, με την ασημένια φράντζα στο πλάι) και
προετοιμάζονταν για την έναρξη του πολέμου που μετέπειτα ονομάστηκε Πόλεμος της
Κορέας, ο οποίος χώρισε το κράτος στο βόρειο (κομουνιστικό) και στο νότιο
(καπιταλιστικό) τμήμα. Ο Στάλιν θεώρησε ότι ο πόλεμος αυτός ήταν πιο σημαντικός από τον ελληνικό (ή «θεσσαλονικιώτικο») και αδιαφόρησε, τουλάχιστον όσον αφορά την αποστολή έμψυχου σώματος στον ελλαδικό χώρο. Οι Η.Π.Α. από την άλλη πλευρά, βλέποντας τις βρετανικές ταξιαρχίες να αποσύρονται, δεν είχαν τον διαθέσιμο χρόνο, κυρίως λόγω απόστασης, να στείλουν δικές τους στρατιωτικές μονάδες, ενώ συγχρόνως η κοινή γνώμη ήταν αντίθετη σε ακόμα μία πολεμική σύγκρουση με θύματα Αμερικανούς στρατιώτες (δεν είχαν περάσει ούτε δυο χρόνια από τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου). Έτσι η χρήση της ατομικής βόμβας και από τους δύο «μεγάλους» φάνταζε ως η μόνη συμφέρουσα λύση (οι Σοβιετικοί είχαν ακόμη ένα λόγο: την είχαν πρόσφατα κατασκευάσει και σκέφτονταν να τη χρησιμοποιήσουν για πειραματικούς σκοπούς). Όμως παραμένει αναπάντητο ένα ερώτημα: αν ήταν συμπτωματική ή όχι η ρίψη των δύο αυτών ατομικών βομβών την ίδια ημέρα, με μόλις δυόμισι ώρες διαφορά μεταξύ τους και τόσο κοντά η μία στην άλλη (απείχαν μόλις 35 χλμ.). Εξετάζεται έτσι το ενδεχόμενο να είχε προηγηθεί κρυφή συνεννόηση.
Τα τραγικά αποτελέσματα της αποφράδας εκείνης μέρας ήταν να χαθούν, όπως πρόχειρα υπολογίζεται με τα λιγοστά στοιχεία που υπάρχουν, πάνω από μισό εκατομμύριο ανθρώπινες ζωές Ελλήνων, Αλβανών, Γιουγκοσλάβων και Βούλγαρων, τόσο αριστερών όσο και δεξιών, να ερημωθεί η ευρύτερη περιοχή και να μεταναστεύσουν γύρω στα τρία εκατομμύρια Βαλκάνιοι.


* Κομμουνισμός: το οικονομικοκοινωνικό σύστημα που βασίζεται στην κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής και στην
κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και διακρίσεων. Ήταν μία από τις δύο ιδεολογίες που κυριάρχησαν στον 20ό αιώνα. Η
άλλη ήταν ο φασισμός. Με το πέρασμα των χρόνων το κίνημα άρχισε να φθίνει. Ο τελευταίος κομμουνιστής ήταν Κινέζος
και απεβίωσε το 2295 από ανακοπή καρδιάς, όταν διαπίστωσε μετά τρόμου ότι βρισκόταν ολομόναχος στην πλατεία Τιεν
Αν Μεν για τον ετήσιο εορτασμό της επετείου της γέννησης του Μάο Τσετούνγκ (πηγή: Αμπρόουζ Μπηρς, Το αλφαβητάρι
του Διαβόλου)

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.