Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά Οδυσσέα Ελύτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά Οδυσσέα Ελύτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ από το Άξιον Εστί

Τις ημερες εκεινες εκαναν συναξη μυστικη τα παιδια και λαβανε την αποφαση
,
επειδη τα κακα μαντατα πληθαιναν στην πρωτευουσα
το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει
πουκαμισο
η Ανοιξη
, να βγουν εξω σε πλατειες με: μια παλαμη τοπο κατω απο τ' ανοιχτο, με τις μαυρες τριχες και το σταυρουδακι του ηλιου. Οπου ειχε κρατος.
Και επειδη σιμωνε η μερα που το Γενος ειχε συνηθιο να γιορταζει τον αλλο
Σηκωμο
καταμπροστα στον ηλιο
νεοι με τα πρησμενα ποδια που τους ελεγαν αλητες
πολλοι
αξαφνα στην οψη τους τοσες χαρακιες
σε λιγην ωρα
, τη μερα παλι εκεινη ορισανε για την Εξοδο. Και νωρις εβγηκανε, με πανου ως κατου απλωμενη την αφοβια σα σημαια, οι. Και ακολουθουσανε αντρες, και γυναικες, και λαβωμενοι με τον επιδεσμο και τα δεκανικια. Οπου εβλεπες, που 'λεγες ειχανε περασει μερες πολλες μεσα.
Τετοιας λογης αποκοτιες
, ωστοσο, μαθαινοντες οι Αλλοι, σφοδρα ταραχτηκαν.
Και τρεις φορες με το ματι αναμετρωντας το εχει τους
εξω σε δρομους και σε πλατειες
πηχη φωτια κατω απ
μητε κλωνος μητε ανθος
, λαβανε την αποφαση να βγουν, με το μονο πραγμα που τους ειχε απομεινει: μια' τα σιδερα, με τις μαυρες κανες και τα δοντια του ηλιου. Οπου, δακρυο ποτε δεν εβγαλαν. Και χτυπουσανε οπου να 'ναι,
σφαλωντας τα βλεφαρα με απογνωση
ητανε αλλος δρομος πανω σ
αυτος
της απελπισιας
τους ελεγαν αλητες
και τα δεκανικια
. Και η Ανοιξη ολοενα τους κυριευε. Σαν να μην' ολακερη τη γη, για να περασει η Ανοιξη παρα μοναχα, και να τον ειχαν παρει αμιλητοι, κοιταζοντας πολυ μακρια, περ' απ' την ακρη, τη Γαληνη που εμελλαν να γινουν, οι νεοι με τα πρησμενα ποδια που, και οι αντρες, και οι γυναικες, και οι λαβωμενοι με τον επιδεσμο.
Και περασανε μερες πολλες μεσα σε λιγην ωρα
. Και θερισανε πληθος τα θηρια,και αλλους εμαζωξαν. Και την αλλη μερα εστησανε στον τοιχο τριαντα.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ από το Άξιον Εστί

Ξημερωνοντας τ' Αγιαννιου, με την αυριο των φωτων, λαβαμε
τη διαταγη να κινησουμε παλι μπροστα, για τα μερη οπου δεν
εχει καθημερινες και σκολες. Επρεπε, λεει, να πιασουμε τις
γραμμες που κρατουσανε ως τοτε οι Αρτινοι, απο Χειμαρρα
ως Τεπελενι. Λογω που εκεινοι πολεμουσανε απ' την πρωτη
μερα, συνεχεια, και ειχαν μεινει σκεδον οι μισοι και δεν
αντεχανε αλλο.
Δωδεκα μερες κιολας ειχαμε μεις πιο πισω, στα χωρια.
Κι απανω που συνηθιζε τ' αυτι μας παλι στα γλυκα τριξιματα
της γης, και δειλα συλλαβιζαμε το γαβγισμα του σκυλου ή τον
αχο της μακρινης καμπανας, να που ηταν αναγκη, λεει, να
γυρισουμε στο μονο αχολόι που ξεραμε: στο αργο και στο βαρυ
των κανονιων, στο ξερο και στο γρηγορο των πολυβολων.
Νυχτα πανω στη νυχτα βαδιζαμε ασταματητα, ενας πισω
απ' τον αλλο, ιδια τυφλοι. Με κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο
τη λασπη, οπου, φορες, εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη
το πιο συχνα ψιχαλιζε στους δρομους εξω, καθως μες στην ψυχη
μας. Και τις λιγες φορες οπου καναμε σταση να ξεκουραστουμε,
μητε που αλλαζαμε κουβεντα, μοναχοι σοβαροι κι αμιλητοι,
φεγγοντας μ' ενα μικρο δαδι, μια-μια εμοιραζομασταν τη σταφιδα.
Η φορες παλι, αν ηταν βολετο, λυναμε βιαστικα τα ρουχα και
ξυνομασταν με λυσσα ωρες πολλες, οσο να τρεξουν τα αιματα.
Τι μας ειχε ανεβει η ψειρα ως το λαιμο, κι ηταν αυτο πιο κι απ' την
κουραση ανυποφερτο. Τελος, καποτε, ακουγοτανε στα σκοτεινα η
σφυριχτρα, σημαδι οτι κινουσαμε, και παλι σαν τα ζα τραβουσαμε
μπροστα να κερδισουμε δρομο, πριχου ξημερωσει και μας βαλουνε
στοχο τ' αεροπλανα. Επειδη ο Θεος δεν κατεχε απο στοχους ή
τετοια, κι οπως το 'χε συνηθιο του, στην ιδια παντοτε ωρα ξημερωνε
το φως.
Τοτες, χωμενοι μες στις ρεματιες, γερναμε το κεφαλι απο το
μερος το βαρυ, οπου δε βγαινουνε ονειρα. Και τα πουλια μάς
θυμωναν, που δε διναμε ταχα σημασια στα λογια τους - ισως και
που ασκημιζαμε χωρις αιτια την πλαση. Αλλης λογης εμεις χωριατες,
μ' αλλω λογιω ξιναρια και σιδερικα στα χερια μας, που ξορκισμενα
να 'ναι.
Δωδεκα μερες κιολας, ειχαμε μεις πιο πισω στα χωρια κοιταξει
σε καθρεφτη, ωρες πολλες, το γυρο του προσωπου μας. Κι απανω
που συνηθιζε ξανα το ματι τα γνωριμα παλια σημαδια, και δειλα
συλλαβιζαμε το χείλο το γυμνο ή το χορτατο απο τον υπνο μαγουλο,
να που τη δευτερη τη νυχτα σαμπως παλι αλλαζαμε, την τριτη ακομη
πιο πολυ, την υστερη, την τεταρτη, πια φανερο, δεν ειμασταν οι ιδιοι.
Μονε σα να πηγαιναμε μπουλουκι ανακατο, θαρρουσες, απ' ολες τις
γενιες και τις χρονιες, αλλοι των τωρινων καιρων κι αλλοι πολλα παλιων,
πού 'χαν λευκανει απ' τα περισσια γενια. Καπεταναιοι αγελαστοι με το
κεφαλοπανι, και παπαδες θερια, λοχιες του 97 ή του 12, μπαλτατζηδες
βλοσυροι πανου απ' τον ωμο σειώντας το πελεκι, απελάτες και
σκουταροφοροι με το αιμα επανω τους ακομη Βουργαρων και Τουρκών.
Ολοι μαζι, διχως μιλια, χρονους αμετρητους αγκομαχωντας πλάι-πλάι,
διαβαιναμε τις ραχες, τα φαραγγια, διχως να λογαριαζουμε αλλο τιποτε.
Γιατι καθως οταν βαρουν απανωτες αναποδιες τους ιδιους τους
ανθρωπους παντα, συνηθαν στο Κακο, τελος του αλλαζουν ονομα, το
λεν Γραμμενο ή Μοιρα - ετσι κι εμεις επροχωρουσαμε ισια πανου σ'
αυτο που λεγαμε Καταρα, οπως θα λεγαμε Ανταρα ή Συννεφο. Με
κοπο ξεκολλωντας το ποδαρι απο τη λασπη οπου πολλες φορες
εκατοβουλιαζε ισαμε το γονατο. Επειδη το πιο συχνα, ψιχαλιζε στους
δρομους εξω καθως μες στην ψυχη μας.
Κι οτι ημασταν σιμα πολυ στα μερη οπου δεν εχει καθημερινες
και σκολες, μητε αρρωστους και γερούς, μητε φτωχους και πλουσιους,
το καταλαβαιναμε. Γιατι κι ο βροντος περα, κατι σαν πισω απ' τα βουνα,
δυναμωνε ολοενα, τοσο που καθαρα στο τελος να διαβαζουμε το αργο
και το βαρυ των κανονιων, το ξερο και το γρηγορο των πολυβολων.
Υστερα και γιατι ολοενα πιο συχνα, τυχαινε τωρα ν' απαντουμε, απ' τ'
αλλο μερος vα 'ρχονται, οι αργες οι συνοδειες με τους λαβωμενους.
Οπου απιθωνανε χαμου τα φορεια οι νοσοκομοι, με τον κοκκινο σταυρο
στο περιβραχιωνιο, φτυνοντας μεσα στις παλαμες, και το ματι τους αγριο
για τσιγαρο. Κι οπου σαν ακουγανε για που τραβουσαμε, κουνουσαν το
κεφαλι, αρχινωντας ιστοριες για σημεια και τερατα. Ομως εμεις το μονο
που προσεχαμε ηταν εκεινες οι φωνες μεσα στα σκοτεινα, που ανεβαιναν,
καυτες ακομη απο την πισσα του βυθου ή το θειαφι. "Όι, όι μανα μου","
όι, όι μανα μου", και καποτε, πιο σπανια, ενα πνιχτο μουσουνισμα, ιδιο
ροχαλητο, που 'λεγαν, οσοι ξερανε, ειναι αυτος ο ρογχος του θανατου.
Ηταν φορες που εσερνανε μαζι τους κι αιχμαλωτους, μολις
πιασμενους λιγες ωρες πριν, στα ξαφνικα γιουρουσια που κάναν τα περιπολα.
Βρωμουσανε κρασι τα χνωτα τους, κι οι τσεπες γιοματες κονσερβα ή σοκολατες.
Ομως εμεις δεν ειχαμε, οτι κομμενα τα γιοφυρια πισω μας, και τα λιγα μουλαρια
μας κι εκεινα ανημπορα μεσα στο χιονι και στη γλιστραδα της λασπουριας.
Τελος καποια φορα, φανηκανε μακρια οι καπνοι που ανεβαιναν
μεριες-μεριες, κι οι πρωτες στον οριζοντα κοκκινες, λαμπερες φωτοβολιδες.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Το δωμάτιο με τις εικόνες : απόσπασμα

«Σκοπός μου δεν ήταν να παίξω. Ήταν να μεταγράψω την ποιητική μου σ' ένα επίπεδο αποσπασμένο από τους ήλους του σταυρού της γλώσσας. Και μου φάνηκε, με το πείραμα που έκανα, ότι κρατούσα ίσως στα χέρια μου το κατάλληλο κλειδί. Πολλές παλιές μου ορέξεις άρχισαν σιγά – σιγά, με άλλου είδους απαιτήσεις, ν' ανεβαίνουν από τον βυθό των ποιημάτων μου στην επιφάνεια»


«H κόρη – άγγελος· ένας άγγελος θηλυκός σε όλη του τη δόξα· με φτερούγες από κάτι άλλο, που η ζωή δε μας το είχε προσφέρει ως τότε: φτερούγες από θαλασσινά όστρακα. Ναι, αυτό ήταν. Να σημάνει ο συναγερμός των φυσικών στοιχείων· ο μετεωρισμός τους στον αιθέρα της φαντασίας· και το κατακάθισμά τους σε μια διαφορετική, απρόβλεπτη, μη ωφελιμιστική (επιμένω σ’ αυτό) επανασύνθεση».


Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος

ΤΟΝ ΕΚΛΕΙΣΑΜΕ σ'ένα μικρό κουτί μεταλλικό που τ'ονομάσαμε "ωρολόγιον", και ησυχάσαμε. Όμως αυτό το κλασικό τικ τακ που απασχολούσε τους παλαιούς μυθιστοριογράφους μπορεί να είναι μέτρηση, μπορεί και διαμαρτυρία. Τίνος είναι, ο ένας του άλλου, δεσμωτής; Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα να κάνουμε τον ήλιο τον ανίδεο μετρητή μας; Και τι'ναι τα ημερονύχτια; κέρματα που τα ρίχνουμε σ'ένα τρύπιο κουμπαρά;
Οι σοφοί, μερικοί σοφοί τουλάχιστον, διατείνονται ότι ο χρόνος δεν υπάρχει. Άλλοι το αντίθετο. Ας τα βρούνε μεταξύ τους. Εμείς, που δεν διαθέτουμε παρά τις γνώσεις ενός μέτριου μαθητή λυκείου, ας τα πούμε αλλιώς. Απλοϊκά. Όσο απλοϊκός είναι κι ο τρόπος που βλέπουμε να προσπαθούν οι περισσότεροι ν'αντιμετωπίσουν και να εξουδετερώσουν τον υποθετικό τους εχθρό, που τον φαντάζονται να καραδοκεί σε κάποια γωνία το πέρασμά τους, μ'ένα σακούλι, γεμάτο ρυτίδες και λευκά μαλλιά, στο χέρι. Αξίζει να τους ιδούμε.
Υπάρχουν, εν πρώτοις, οι εκατομμυριούχοι των βιωμάτων, που με απανωτές περιπέτειες, ταξίδια, γάμους, επιχειρήσεις, δολοπλοκίες, μυστικές συμφωνίες και τα παρόμοια ζητούν να τον γεμίσουν, να τον στουμπώσουν σε τέτοιο σημείο, που κυριολεκτικά να μη βρίσκει τρόπο να υποδηλώσει την παρουσία του· να'ναι σαν να μην αφορά τουλάχιστον τη δική τους περίπτωση. Στο άλλο άκρο υπάρχουν οι μοναχικές υπάρξεις, οι ασκητές, οι στυλίτες στο είδος τους, που του αρνούνται την τροφή κι αισθάνονται ότι έτσι του έχουν αφαιρέσει κάθε υπόσταση· ότι ζούνε χωρίς να υπάγονται στους δικούς τους νόμους. Τέλος, υπάρχουμε κι εμείς, οι άλλοι, που βαυκαλιζόμαστε προς στιγμήν με την ιδέα ότι εάν δεν υπήρχε ο χρόνος θα μπορούσαμε να'μαστε οι αιώνιοι νεόνυμφοι μιας άγνωστου ταυτότητας ευτυχίας. Ύστερα, το βάζουμε κάτω, και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε.
Κανείς μας δεν έδειξε την πρόθεση να τον κτυπήσει στο αδύνατο σημείο του, που είναι η συμβατική του υπόσταση, αυτή που εμείς οι ίδιοι του προσδώσαμε απλώς για να διευκολύνει τις καθημερινές μας συναλλαγές. Μας τρομάζει το ποσοστό της αυθαίρετης σκέψης που απαιτείται για να σπάσουμε το φράγμα του κοινώς νοείν και ν΄αντιληφθούμε ότι τα κομμάτια της ζωής που προσκτάται και συμπαρασύρει στην ευθύγραμμη πορεία του ο χρόνος είναι δυνατόν να νοούνται ως ανεξάρτητα, ν'αρμόζονται από διαφορετικές πλευρές και να σχηματίζουν μιαν άλλου είδους αλληλουχία, εξίσου αν όχι και περισσότερο έγκυρη, από την άποψη ότι προβάλλει ανάγλυφη την ονειρική φύση της ζωής μας και την κατακυρώνει.
Χρειάζεται να αποβάλεις το λίπος του τυπικού των καθημερινών σου αναγκών, καθώς και όλα τα ουδέτερα ή άχροα στοιχεία που παρεμβάλλονται ανάμεσα στη σημαντικά της ζωής σου και τ'αποδυναμώνουν, για να νιώσεις τις πραγματικές σου διαστάσεις. Διαφορετικά, χάνεις τα μέτρα σου, περιπίπτεις από'να σε άλλο αδιέξοδο, και στα ύστερα συνθηκολογείς. Δέχεσαι να ενσαρκώνεις το περίφημο πρακτικό πνεύμα, που μπορεί να αποσπά τον έπαινο των δικών σου επειδή σου παρέχει πλουσιοπάροχα να φας και να πιεις, την ίδια στιγμή όμως σε προσβάλλει με τον ιό της πλήξης και της μοναξίας.
Άμε ύστερα, όσο κι αν ξαναρίχνεις την τράπουλα, να βρεις την ντάμα σπαθί της ζωής σου. Έχει γίνει αέρας. Ψάχνεις μέσα στο απορριματοφόρο της μνήμης σου. Τίποτα. Μόνον καμία φορά, τις νύχτες που η στεναχώρια σε πνίγει, σαν να υποψιάζεσαι ότι κάτι μισοαρχινισμένες σκηνές της ζωής σου, που δεν τους είχες δώσει ακόμα τη δέουσα σημασία, παραμένουν ακόμα ζωντανές, σαλεύουν, και, μόλο που τις διώχνεις, εκείνες επανέρχονται και σε παρενοχλούν μέσα στο παραΰπνι σου. Δεν καταλαβαίνεις γιατί. Και όμως. Ζητούν να συνεχίσουν κάτι που αγνοείς επειδή το έχεις ήδη απολέσει, και να συνεχιστούν από κάτι άλλο, που επίσης αγνοείς επειδή δεν έχει επισυμβεί ακόμη, θα σημάνει όμως η ώρα του, έστω και ερήμην της δικής σου παρουσίας.
Χρησιμοποιώ εξεπίτηδες την υπερβολή, που συνήθως με απωθεί, αλλ'ακριβώς στην περίπτωση αυτή με βοηθά να πλησιάσω και να πλευρίσω το παράλογο μέρος μιας τέτοιας υπόθεσης. Όπου ανάμεσα σε μιαν υπέρμετρη αποτίμηση κι έναν άστοχο παραλληλισμό ζητώ να βρω τον κοινό τους παρανομαστή. Αλλά μήπως τι άλλο ζητάμε να κάνουμε όλοι μας, από τη γέννηση ως τον θάνατό μας, παραπλανημένοι μέσα στις συμπτώσεις και τις τυχαιότητες, που άλλοτε βλέπουμε να μας αποκλείουν την έξοδο, άλλοτε πάλι μας διανοίγουν ευρείες λεωφόρους.
Κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να μπει σ'ένα τέτοιο επικίνδυνο παιχνίδι, προπάντων αν συμβαίνει να είναι, όπως λέμε στα νομικά, "συνετός οικογενειάρχης". Αρκεί εντούτοις να ρίξει λίγο διαλυτικό στο άθροισμα των ημερών του, για να δεις ότι προ πολλού έχει μπει κι εκείνος, χωρίς ίσως να έχει πλήρη επίγνωση. Κακά τα ψέματα. Πρόκειται για μια υπόθεση που τη σηκώνει ο καθένας μας, αλλά την υποδύεται και την ερμηνεύει κατά διαστήματα και σε γραμμή ευθεία, τη στιγμή που ο αόρατος σκηνοθέτης με αλλεπάλληλους τεχνικούς χειρισμούς ολοκληρώνει ένα σενάριο δικό του όπου πρωταγωνιστείς, είναι όμως αμφίβολο -ή μάλλον από σένα εξαρτάται- αν θα παραστείς ποτέ στην προβολή. Έτσι, και το πιο παράδοξο αποκαλύπτεται φυσικό, ή αντιστρόφως.
Αλλά μια που φτάσαμε παίζονται ίσαμε δω, ας κάνουμε κι ένα βήμα πιο πέρα.
Έχουν να λένε ότι, έαν υπήρχε τρόπος να ξεπεράσουμε την ταχύτητα του φωτός, θα προφταίναμε στο διάστημα σκηνές της ιστορίας που η αληθινή τους φύση μας διαφεύγει. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό, προσθέτω εγώ, θα ήτανε αν διαθέταμε διαφορετικές ταχύτητες και τις βάζαμε αδίστακτα σε ενέργεια. Οπόταν θα βλέπαμε το ίδιο φαινόμενο να επαναλαμβάνεται από την ατομική στην κοσμική κλίμακα.
Μη γελάμε. Υπάρχει για όλα τα πράγματα μια έσχατη εκδοχή, που δεν ωφελεί σε τίποτα να την αγνοούμε ή να την περιπαίζουμε. Τα εμπόδια που μας τίθονται σημερα τελούν υπό συνεχή άρση και ανατροπή. Μια μέρα τα βαλανίδια δεν θα πέφτουν κάτω από τη βαλανιδιά, ενώ τα κατορθώματά μας θα περνάν ψηλά, πολύ πέραν από τις προθέσεις μας. Τότε και η ποίηση, που συλλαμβάνει και αποδίδει την ψυχή του ανθρώπου με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου, δεν θα μας φαίνεται πλεόν ακατανόητη.
Μουσικήν ποιείτε, ω φίλοι!


*****
Πρόκειται για την ικανότητα να μεταβάλλεις τα ελάχιστα σε θησαυρούς, χάρη στον τρόπο που τα χειρίζεσαι, και που το μεγάλο της αντίκρισμα είναι η αθωότητα. 
(σελ. 70)

*****

Όμως ο “αριστερισμός” δεν περιοριζόταν στον ενεργό κομμουνιστή και αργότερα τροτσκιστή Κάλας. Εκείνη την περίοδο αποτελούσε ήδη χαρακτηριστικό του υπερρεαλιστικού ρεύματος τόσο στη Γαλλία, με πρωτεργάτη τον Μπρετόν, όσο και στην Ελλάδα.. Γιατί βέβαια μαρξιστής και τροτσκιστής υπήρξε και ο Ανδρέας Εμπειρίκος.
“Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο” ( σελ 120)

*****

Πώς να θεσπίσουμε τη νομιμότητα του Ανέλπιστου;
Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του Κόσμου, ένα λουλούδι που διαιρεί άνισα πλην σωστά το χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. 
(σελ. 169)

*****
"Τριξίματα και ψίθυροι, άρωμα γιασεμιών από τη ζώνη του μη ορατού, όλ' αυτά έρχονται να ενισχύσουν τη σκοτοδίνη ενός ανθρώπου που είναι ταυτόχρονα μέσα στον κήπο και έξω απ' αυτόν, μη ξέροντας αν ονειρεύεται ή μήπως έχει πεθάνει και τον ονειρεύεται ο κήπος (Ο κήπος βλέπει).
Αραγε, ο έρωτας δεν είναι η στιγμή κατά την οποία μας ονειρεύεται ο Παράδεισος;
Ο έρωτας δεν είναι ο Παράδεισος ο ίδιος (αν ήταν, δεν θα προκαλούσε αγωνία), αλλά η στιγμή που κάτι ή κάποιος μέσα στον Παράδεισο στρέφει επάνω μας το κιάλι του, υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο. 
(σελ. 262)

*****

Μπροστά στη ράχη της Σέριφος, όταν ανεβαίνει ο ήλιος, τα πυροβόλα όλων των μεγάλων κοσμοθεωριών παθαίνουν αφλογιστία. Ο νους ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες - κάτι παράλογο ίσως, παρ' όλα αυτά ικανό να φέρνει τον άνθρωπο στις πραγματικές του διαστάσεις. Επειδή, τι άλλο θα του ήτανε πιο χρήσιμο για να ζήσει; Αν του αρέσει να ξεκινά λάθος, είναι γιατί δεν θέλει ν' ακούσει. Ερήμην του το Αιγαίο λέει και ξαναλέει, εδώ και χιλιάδες χρόνια, με το στόμα του φλοίσβου, σ' ένα μήκος ακτών απέραντο: αυτός είσαι!
. . .

Είναι λοιπόν αλήθεια ότι το φως συμβαίνει να αναπηδά από την ύστατη ένταση του μαύρου; Με άλλον τρόπο το επιβεβαιώνει και ο έρωτας. Όταν δυό γυμνά σώματα μιλούν, κάτι από το ανεκδοτολογικό μέρος της ιστορίας τους - το αφόρητο - ξεγράφεται. Το φιλί, που δεν εξελίχθηκε ουδέ κατ' ελάχιστον από καταβολής κόσμου, τυχαίνει να είναι το πιο καινούργιο και αμεταχείριστο πράγμα που διαθέτουμε. Σίγουρα, κάποια ιστορία ερωτική, με διαστάσεις θεϊκές, θα προηγήθηκε από τους τεκτονικούς παλμούς και τις ανακατατάξεις των υδάτων, όταν γεννήθηκε το ελληνικό αρχιπέλαγος. Τον παραλογισμό που κλείνουν για μας οι μύθοι, κάποτε η ίδια η φύση τον ανατρέπει. Τότε μόνον αναλογιζόμαστε ότι, παρ' όλα αυτά, εμείς οι ίδιοι είναι που, παρά τη θέληση μας ίσως, τους δημιουργήσαμε. Απομένει να μάθουμε: αυτό το φως, αυτές οι συστάδες των νησιών, τι είναι; Ονειρευόμαστε;

Η μέθοδος του ΑΡΑ

Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα – ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν. Πρωθυπουργοί συναλλάσσονται με προσωπιδοφόρους, ποικίλες ομάδες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και συλλαμβάνουν ομήρους, ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με μιαν ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, διά, επί -άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι· καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο “άρα” και να ‘χεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το ”άρα” στομώνει;
Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια, στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό. Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του είναιπαραμένει στην πρώτη του Δημοτικού. Γιατί;
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει· άρα; Μηδέν ο μαθητής.-Ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε· άρα; Κενό.
Το τρανζίστορ μας, ναι· αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε σβήσε.

Επειδή -να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. Τότε μόνον προχωρείς ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις, που σημαίνει: αναπτύσσεις ένα πρίσμα διάφανο, ικανό να σε κάνει να βλέπεις όπως ακούς, ή ν’ ακούς όπως βλέπεις, και ούτω καθεξής, όπως μόνον η ψύχη γίνεται να το επιτρέψει. Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγο νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο· είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά το χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου
.

Ο κήπος με τις αυταπάτες

"Το αντίθετο που κυριαρχεί στην ζωή μας , μη μπορώντας να ελέγξουμε τα γεγονότα που έτσι κι αλλοιώς θα γίνουν όπως κι αν τα αντιμετωπισουμε, είτε αποδέχοντας τα απλώς είτε αφήνοντας τα να μας επηρεάζουν: «ανέκαθεν στον κόσμο αυτό βασιλεύει μια κάποια όπως θα λέγαμε άνισος ισομετρία». 

Ο τόσο μα τόσο περίπλοκος – πολύπλοκος άνθρωπος που δεν είναι παρά ένα απλό σπίρτο με στιγμιαία λάμψη που αν την είδες, είδες. Τιμή σε όλα τα ασήμαντα – σημαντικότατα για τον κάθε ένα ξεχωριστά που τα φυλάει στην καρδιά του για τον λόγο που αυτός ξέρει.

«Στο απλώς κυανό για το απείρως παρόμοιο» . Το απόλυτο γαλήνιο γαλάζιο . Η ζωή : χιλιάδες κομμάτια διαφορετικά του ενός και του αυτού κατ΄ουσίαν κομματιού . «Τι είναι λοιπόν αυτό που μας κάνει να παίζουμε διαφορετικό ρόλο σε κάθε πράξη ενός και του αυτού έργου; Γιατί εννοούμε να δοκιμαζόμαστε πάλι και πάλι;» Όλα αλλάζουν συνεχώς παραμένοντας τα ίδια, «Κι ας μην είχαν οι φουτουριστές του 1920 αντιληφθεί ότι τροχάδην φεύγουν τα πάντα στην ίδια θέση όπως τ΄αστρα.»

«Αχ αγάπη, πως καταφέρνεις ν΄αποχωρίζεσαι απ΄το στοιχείο του έρωτα! Πως τ΄αφήνεις να φτάνει σε μιαν ύστατη έκρηξη και να εξαντλείται , τη στιγμή που εσύ ατάραχη συντηρείσαι και ανεβαίνεις όπως το λάδι πάνω απ΄το νερό, για να κρατήσεις αναμμένη την φλόγα μιας ατελεύτητης ημέρας.» Το τέλειο βρίσκεται στα τιποτένια . Η μάνα νεοσσών που αποκομίζει μέρα-νύχτα σποριά , πέτρες , άχυρα, πούπουλα για το χτίσιμο φωλιάς για τα παιδιά της .

« Όποιος δεν ξυπνήσει τ΄αλλο πρωί να βρεί μια φωλιά στο γείσο της ταράτσας του και να σαστίσει απ΄αυτό το στιγμιαίο μήνυμα ζωής και μαγικής μαστοριάς δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει πως με το ίδιο τιποτένιο υλικό, αποκόμματα εικονογραφημένων περιοδικών , κάποτε και βιβλίων μπορεί να φτάσει κανείς , με μιαν ανάλογη μαγική μαστοριά στην τεχνική της συνεικόνας»

Στιγμές ελευθερίας ανεξέλεγκτης , ίσως στιγμιαίας μα εντελώς αποκλειστικά δικής σου . Η ύπαρξη της ανυπαρκτης δικής σου πραγματικότητας που δεν μπορείς να την εξωτερικεύσης που αν και υπάρχει χάνεται. «Υπήρξαν μερικές περιόδοι που τις χαρήκαμε όπως ο τρελός την ελευθερία του ………………..κομμάτια θάλασσας όπως κανείς ποτέ δεν τα΄δε ιππάρια κυματοειδή , αυλακιές αφρού περιούσιου . Μιλώ για κάτι που είναι και όχι. Κείνο το καίριο κι ένα που το βρίσκεις σε μια πρώτη σελίδα κοριτσιού κι ώσπου να το΄ξηγήσεις χάνεται.»

«Εχουμε τόσο πολύ τριφτεί πάνω στην κοινωνία και το κοινωνικό ψεύδος που και η πιο σημαντική αλήθεια ευθέως διατυπωμένη μοιάζει παραδοξολογία»

«Στη διάρκεια ενός σιγαρέτου που είναι η ζωή μας και όπου χαιρόμαστε και αυτοκαταστρεφόμαστε όπως αλλωστε και στους έρωτες , τις απόπειρες δημιουργίας και οπουδήποτε αλλού το μόνο φωτάκι που δεν σβήνει ακόμη κι αν ο χρόνος μας το πατά χάμω είναι το κάλλος . 

Η απειροελάχιστη στιγμή όπου γευτήκαμε το κάλλος και την ενσωματώσαμε μια για πάντα μες στην ιδιωτική μας αιωνιότητα»
Κάποτε το μήνυμα της τέχνης αργεί να φτάσει μη μπορώντας να περάσει. «Παρά ένα ψηφίο η λέξη σου διαφεύγει ‘ χρειάζεται τάξη» τάξη όμως δεν είναι η απλή τοποθέτηση αλλά η απομίμηση σε μια αλλη κλίμακα της ίδιας της ύλης οπου ενα διάφανο κρύσταλλο ή ένα έργο τέχνης κάνει το ίδιο , έχουν την ίδια (σχεδόν αισθητική «και τάξη δεν σημαίνει να βάζεις απλώς στη σειρά δώδεκα ποτήρια΄. Σημαίνει , σε μιαν άλλη κλίμακα , να απομιμείσαι την συναρμογή των μορίων της ύλης ως το σημείο να επιτυγχάνεις μπροστά σου ένα διάφανο κρύσταλλο ή ένα έργο τέχνης , που κάνει το ίδιο»"

“Όπου ανθεί ο μέσος όρος παύω να υπάρχω. Μου είναι αδύνατον να ευδοκιμήσω μέσα στην μάζα της εκάστοτε πλειοψηφίας. Οι ωραίες μειοψηφίες είναι το κάτι άλλο.
Ή τις κάνω σμαράγδι να φωτίζουν την νύχτα μου, ή τις τρώω με σοκολάτα και σαντιγύ. Γι΄ αυτό και καμιά ολιγαρχία που εκτιμώ δεν έρχεται στα πράγματα. Όμως γι΄ αυτό ακριβώς την επιλέγω.
Για να μην έρχομαι ποτέ στα πράγματα”.

"Και σκληρή σωστή πέτρα μπορεί να γίνεται κάποτε η μοναξιά σου. Και άλλες φορές πάλι σκέτο πούπουλο. Είναι που την βρίσκεις να διαμορφώνεται άλλοτε μέσα στην μεγάλη σύναξη των ανθρώπων κι άλλοτε πάλι στην ερημία των πάρκων, την ώρα που κι οι πάπιες ακόμη δεν σου δίνουν σημασία κι αποσύρονται στην χλόη να κοιμηθούν. Τότε είναι που νιώθεις την απελπισία να σου βγαίνει από το στόμα έξω, χωρίς ίσως την δύναμη που μπορεί να έχει ένα δηλητηριώδες φάρμακο, αλλά και χωρίς τουλάχιστον τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Περνάς ένα διάστημα ταινίας βωβού κινηματογράφου. Και ξαφνικά, τα γράμματα που δεν είχε αρχίσει να τα μιλάς, βάλνονται να σχηματίζουν με τρόπο απροσδόκητο ορισμένα ερωτηματικά. Μήπως η απελπισία δεν είναι στο βάθος παρά μια άπω ελπίς; Οπόταν και η μοναξιά συμβαίνει να είναι η μόνη αξία που έχει τη δύναμη να την αποκαλύψει;

Μια στιγμή. Γιατί εδώ πέρα έχει παρεμβληθεί ανάμεσα στον νόμιμο υποβολέα ένας άλλος, λιγότερο ίσως πονηρός ώστε να παίζει με τα λόγια και περισσότερο ευφυής, ώστε να προσαρμόζει τις φευγαλέες αλήθειες στην μία και μόνη πραγματικότητα. Και βέβαια εάν μοιάζουν μεταξύ τους ορισμένα λόγια σημαίνει πως είναι από την ίδια οικογένεια, πώς είναι συγγενείς. Οπόταν μια δράση με τα ίδια πρόσωπα και γύρω από την ίδια υπόθεση, θέλοντας και μη, αποκτά μιαν αληθοφάνεια πολύ πιο πειστική στο επίπεδο της πραγματικότητας. Χρειάζεται μεγάλη απόσταση και ανάλογο εύρος για να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο. Ποιο; Της ζωής και του τρόπου να ερμηνεύεις σωστά όλα της τα μυστήρια."

«Είμαι του ολίγου και του ακριβούς. Δεν υπήρξα ποτέ του τρίτου προσώπου. Τρέφομαι από το δυσ και το ευ που κατά περίσταση προσφέρω.

Όμως η εύνοια δεν είναι πάντοτε μια συγγενής που συμπίπτει να σε αγαπά. Και περνά πολύς καιρός έως ότου υπερεκχειλίσουν τα φρεάτια του νου σου· και το συμπίλημα που δημιουργείται απ’ όλων των λογιών τις κακοδαιμονίες αποξηρανθεί και το πάρει ο αέρας. Έτσι απλά· όπως ο ύπνος παίρνει ένα μικρό αγόρι πάνω στα σανά. Και με το τρίτο του αυτί τους παλμούς μιας άλλης, πιο δικής του γης, κρυφίως εγγράφει. Οπόταν, τι ωραία να τρέχει το χέρι σου πλάι σ’ ένα τοιχάκι γεμάτο λέξεις που προεξέχουν, έτσι που ν’ αρπάζεται της λαλιάς σου η αγράμπελη. Τα πάντα είναι ζήτημα μυελού οστέων της φαντασίας.

Ανέκαθεν στον κόσμο αυτόν βασιλεύει μια κάποια όπως θα λέγαμε άνισος ισομετρία. Το ίδιο δυναμικό και για το καλό και για το κακό απαιτείται να καταβληθεί, αφού το φαρμάκι επενεργεί αρνητικά, όπως ακριβώς το αγαθόν θετικά, πάνω στους άλλους, που ξέρουν να κρατούν σωστά το κάτοπτρο της καθαρής αντίληψης στη σχέση τους με τους τρίτους. Είναι όμως διαφορετικό το μήκος των πεπρωμένων. Θεέ μου, πόσα πολλά πράγματα, και ν΄ αντιστοιχούν μόνο σ’ ένα σκέτο σπίρτο, που το τραβάς επάνω τους· και να!
Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος· κι αν είδες, είδες».

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.