Η ποιήτρια-ιστορικός Νάσα Παταπίου γεννήθηκε το 1953 στη Ριζοκάρπασο της Κύπρου. Σπούδασε ιστορία-αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, βυζαντινή-νεοελληνική φιλολογία στο ΑΘΠ καθώς και θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Έχει ασχοληθεί με την ελληνική και ιταλική παλαιογραφία και εργάζεται ως ερευνήτρια στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Κύπρου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Γράμματα και Τέχνες, Το Δέντρο, Η Λέξη, Σημείο, Τραμ. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013
Νάσα Παταπίου (μικρό βιογραφικό)
Η ποιήτρια-ιστορικός Νάσα Παταπίου γεννήθηκε το 1953 στη Ριζοκάρπασο της Κύπρου. Σπούδασε ιστορία-αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, βυζαντινή-νεοελληνική φιλολογία στο ΑΘΠ καθώς και θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Έχει ασχοληθεί με την ελληνική και ιταλική παλαιογραφία και εργάζεται ως ερευνήτρια στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Κύπρου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Γράμματα και Τέχνες, Το Δέντρο, Η Λέξη, Σημείο, Τραμ. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
τα μετά την Άλωση
Επόθησε ο πορθητής
Πόθο μεγαλεπήβολο υψιπέτη
Στέλνει φιρμάνι
Τους ανυπότακτους
Να φέρουν αλυσόδετους
Όσους ορκίστηκαν
Να μην αλλάξουν γλώσσα
Μαχαίρια ακονίζονταν
Σπαθιά άστραφταν
Στιλέτα επαίροντο
Οι δήμιοι ανάλγητοι πλησίαζαν
Ήμουν κι εγώ εκεί
Να ακολουθώ τη μοίρα
Της φυλής μου
Έτρεμα σύγκορμη
Στου μαχαιριού την όψη
Ο φόβος
Τι φόβος, τι φρίκη
«Σε γνωρίζω από την κόψη»
Από μελλούμενους αιώνες
Ήχησε μια φωνή
Αίφνης μια δύναμη
Εκτόπισε το φόβο
Στεφάνωσε το θάρρος
Και γνώρισα
Το τι θα πει γενναίο
Στους γενναίους
Προχώρησα
Τείνω τη γλώσσα μου
Σαν ζώο σε σφαγή
Ανάπηρο αιμόφυρτο μου στόμα
Πώς να φωνάξω
Τα φωνήεντα της γλώσσα μου
Τα εύηχα, τα αέναα
Επόθησε ο πορθητής
Πόθο μεγαλεπήβολο υψιπέτη
Ωσάν διακαώς
Να επόθησε την ήττα
Γιατί το ανάπηρο
Το αιματωμένο στόμα
Έστω μπορεί να πει
Λα ζει, Λα ζει
Που πάει να πει
Στην γλώσσα την ελληνική
Ζει, ζει
Η Ελλάς ζει
Μάθημα Ιστορίας
Ο Φλώριος, ο Στέφανος
Και ο εικοσαετής Λεονάρδος
Πολύ τη λάτρεψαν πολλά κατέγραψαν
Για τη γενέθλια γη μου
Carpasium, Carpasso
Rizokarpaso
Η κομητεία, η βαρονία
Των Φράγκων και των Ενετών
Πάμπολλες εκκλησίες
Αναφέρει ο Φλώριος
Τοιχογραφίες και ψηφιδωτά
Εκεί φυτρώνει λασμαρί
Και φύεται herba di San Juanne
Ο Στέφανος υπενθυμίζει
«΄Ηταν της προγιαγιάς μου
Της Ισαβέλλας φέουδο
Από τον ένδοξο οίκο Λουζινιάν»
Και ο τρίτος αναφέρει οικισμούς απ’ τοΜεσαίωνα
Που τώρα πια χαθήκαν
Νέγκωμη, Κόρακας, Πραστειά, Κορώνη
Κάθεται επίσης και θαυμάζει προς τη θάλασσα
Τις Γυναικόπετρες
Τα θηλυκά γλυπτά στους βράχους
Μάρτυρας μακραίωνου τοπωνυμίου
Αχ Φλώριε Βουστώνιε
Στέφανε Λουζινιάν
Και εσύ εικοσαετή Λεονάρδε
Σαν κλείνω τα γραπτά σας
Κάθομαι και ασκώ τη μνήμη μου
Να μην ξεχνώ
Ακούστε με κι εσείς
Λέμπος, ο Λάρης ποταμός
Λεμπρικαστή, Λευκόνησος
Τα Νερά της Ρίζας
Τα Νερά της Πλάκας
Τα Νερά τα Σέλενα
Σύρριζα μας ξερίζωσαν
Από το χώμα
προς τα νερα τα Σελενα
Της νεράιδας Μελουζίνης
Και την ακολούθησα στις βρύσες
Στις πηγές και στα ποτάμια
Όπου σύχναζε
Στα κάστρα όπου ύφαινε
Κι αγνάντευε την πεδιάδα
Θα σε πνίξει μου είπε
Μια θάλασσα από ανθισμένες ανεμώνες
Ο έρωτας σαν θα περάσει δίπλα σου
Σαν αμυδρά ακουστεί το θρόισμά του
Τι λύνεις τα μαλλιά σου μες στη νύχτα
Και περνάς στο λαιμό σου μαντίλι
Που δεν το θώπευσαν τ’ άστρα
Και δεν ξαστρίστηκε;
Μα εγώ ανυπότακτη
Βύθιζα τα πόδια μου
Στο μεθυσμένο νερό που έτρεχε
Και δοκίμαζα απερίσκεπτη
Των απαγορευμένων φρούτων τη γεύση
Την ακολουθούσα ακροπατώντας
Χειμώνα καλοκαίρι
Γιατί η ίδια ξεδίπλωνε
Δέλτους της Ιστορίας
Και με σκοτάδι και με φως
Πείνα και δίψα
Και τραύμα και πληγή
Και θρήνο και θάνατο
Που θέριζε ψυχές
Κίτρινα στάχυα
Την ακολουθούσα
Περνούσε μέσα στα γονατισμένα πεύκα
Εκεί που σκόνταφτε κυνηγημένη η Μαρία
Κι όπου έπεφταν τα δάκρυά της
Φύτρωναν δάκρυα άνθη sempevive
Μα εκείνη προχωρούσε
Έφθανε έως τα Νερά τα Σέλενα
Κι εγώ εκεί μαζί της
Πίσω απ’ το θάμνο
Την παρακολουθούσα
Έπινε νερό από το βράχο
Που έτρεχε κι έσμιγε
Με τ’ αλμυρό νερό
Της θάλασσας
Κι ήταν στιγμές
Που μου φαινόταν θάλασσα
Θαλασσοαιματωμένη
Και γευόταν η Μελουζίνη
Ευωδιαστά αγριοσέλινα
Που φύτρωναν τριγύρω
Είσαι η μάνα των Λουζινιάν τη ρώτησα
Η δέσποινα των δύο πύργων
Μακριά στην Εσπερία;
Ή είσαι η μάνα που μου στέρησαν
Και δέθηκα μαζί σου ακολουθώντας σε;
Απάντηση δεν έλαβα
Και φύτρωσα εκεί
Προς τα Νερά τα Σέλενα
Τόσο φως τόση πορφύρα
Τόση κυανή τρικυμία
Τόση θαλπωρή τέτοια όψη
Τέτοια αιχμηρότατη κόψη
Αυτή είναι αυτή είναι
Αναφώνησα
Και η ανάσα μου
Θάμπωσε τον καθρέφτη σου Πατρίδα
Στις εσοχες του χρονου
Στα βάθη της Ανατολής
Ανάμεσα σε λίμνες πανάρχαιες
Που ακούγονταν στις όχθες τους
Ανάσες και μουρμουρητά
Ενός άλλου κόσμου
Σε αχανή χορτολίβαδα πλανήθηκα
Ως ένα άλογο αενάως καλπάζοντας
Με ανείπωτη θλίψη
Στα τεράστια μάτια του
Πάντα φυλλορροούσα
Στο άγνωστο αλλοτινών εποχών
Κι επιθυμούσα να γνωρίσω
Τα όσα σκέπαζε η αχλύ και το σκοτάδι
Γι’ αυτό καθ’ οδόν
Καθρεφτίστηκα σε βαλτόνερα
Και υψώθηκα δένδρο
Σε παραποτάμιο δάσος
Ν’ αντικρύσω
Πέρα απ’ την απέναντι κοιλάδα
Με τα οροπέδια άξενα
Κάλυπταν τον ορίζοντά μου
Σε σταυροδρόμια γρίφους
Δεν γνώριζα τι δρόμο ν’ ακολουθήσω
Δισχισα τη χώρα της φωτιάς
Τη χώρα της βροχής
Τη χώρα των ανέμων
Όπως εκείνο το φοβερό
Παραμύθι της μάνας μου
Που τ’ άκουγα μικρή κι αναρριγούσα
Εξερευνούσα τις νύχτες
Τον αστρικό κόσμο
Και πλανήθηκα με τους πλανήτες
Όπου κι αν έφθανα
Της χερσονήσου η άκρη
Μ’ ακολουθούσε
Ως ευχή και κατάρα
Ως πικρή δάφνη
Και επιμήλιο ώριμο
Ξέμεινα σε χανούτια της Κύπρου
Πριν από πέντε αιώνες
Κοιμήθηκα ξάγρυπνη σε χάνια
Και είδα να με παραμονεύει
Η σκιά του θανάτου
Στις εσοχές αενάως του χρόνου
Ασθμαίνοντας τέλος είπα
Τώρα θα σπάσω
Τον πάγο της στέπας
Με τις οπλές μου
Ν’ ανακαλύψω
Την ελάχιστη χλωροφύλλη
Τη θαλπωρή που εξέλιπε
Έστω και εάν ματώσω
Πατρίδα
Έστω Πατρίδα κι αν τρέξει
Το αίμα μου
Στον ασφόδελο πάγο
Άννα Λουζινιαν
Νήμα χρυσό της Κύπρου
Από τα μέρη της Ανατολής
Στη μακρινή Σαβοΐα
Με είχαν κεντήσει με επιδέξιες βελονιές
Έφηβες δουλοπάροικες
Στο ολομέταξο ένδυμα
Της Άννας θυγατέρας του Ιανού
Του βασιλιά της Κύπρου
Ήταν το ίδιο ένδυμα
Που άφησε να γλιστρίσει
Από το σώμα της
Για να την δουν ολόγυμνη
Οι πρέσβεις του Αμεδαίου
Σύμφωνα με το έθιμο της εποχής
Κι έτσι να επιλεγεί ως τέλειο θηλυκό
Σύζυγος για τον πρίγκιπα της Σαβοΐας
Ταξίδεψα μαζί της διασχίζοντας
Τη θάλασσα της Μεσογείου
Με πλεούμενο
Κι άλλοτε σε μια άμαξα βασιλική
Δρόμους ατέλειωτους σε χώρες της Ευρώπης
Το ίδιο ένδυμα φόρεσε ξανά η πριγκίπισσα
Σαν πλησιάζαμε στην επικράτεια του δουκάτου
Έτοιμη να αντικρίσει για πρώτη της φορά
Τον άγνωστο έως τότε σύζυγό της
Μες στην ποδιά της τον παπαγάλο της κρατούσε
Που είχε χαθεί περιπλανώμενος στη Νίκαια
Και ευτυχώς πάλι τον ξαναβρήκε
Ήμουν εκεί κι εγώ
Χρυσό νήμα της Κύπρου
Κεντημένο ως ματσικόριδο
Στην άκρη του ποδόγυρου της Άννας
Έτσι αντίκρισα κι εγώ σαν φθάσαμε στη Σαβοϊα
Το έτος 1434 τον Φεβρουάριο μήνα
Τον πρίγκιπα να υποκλίνεται
Καλωσορίζοντας την Άννα
Κι όμως τα παραμύθια της μητέρας μου
Γνωρίζοντας πως δεν θα επιστρέψω πίσω
Μίλησα μ’ ανθρώπινη λαλιά
Αν και κλωστή χρυσό νήμα της Κύπρου
Κεντημένο στον ποδόγυρο της Άννας
Θα λειώσω είπα θα ξεφτίσω αλίμονο
Επιθυμώ διακαώς να επιστρέψω
Στο Δεινάρετο άκρο
Τρίτη 17 Ιουλίου 2012
Ιερονυμος Maggi
Η μετεμψύχωση
Του ευφυούς Ιερώνυμου
Και κάθομαι στον Προμαχώνα
Diamante
Των οχυρώσεων της Αμμοχώστου
Ας πούμε ότι ως μάγος
Με τη δύναμη της σκέψης μου
Πως επιστρέφουμε μαζί
Στο έτος 1571
Έτσι σαν σε μονόλογο
Σας αφηγούμαι τη ζωή μου
Αφού φαντάστηκα την πόλη
Που δεν γνώριζα
Τα τείχη, το λιμάνι
Έκανα σχέδια και κατόψεις
Εφηύρα μηχανές
Οσμή θανάτου
Και φονικούς τροχούς
Προς τη Γαληνοτάτη
Εκρίθηκα κατάλληλος εξόχως
Για την υπεράσπιση της πόλης
Κλειδί του βασιλείου
Στη Μακαρία νήσο
Υπήρξα ειδικός στους υπονόμους
Και στους ανθυπονόμους
Για να ενταφιάζεται ο εχθρός
Μα πάνω απ’ όλα ήμουν ποιητής
Και θηρευτής ονείρων
Τοξότης του έκπαγλου
Τα βράδια σε ώρες ανακωχής
Μ’ ένα λυχνάρι
Ή με το φως του φεγγαριού
Ησύχιο διάβαζα
Άλλοτε πάλι τις νύχτες
Πολλές φορές θαρρούσα
Πως ξεπρόβαλλε μπροστά μου
Ως οπτασία
Η εμμανής ιέρεια του λόγου
Η Σουηδή Βιργίτη η εγγαστρίμυθη
Κι άκουγα για την Αμμόχωστο
Τις φοβερές της προφητείες
Τις μέρες έβλεπα αίματα
Καμένες σάρκες μύριζα
Κι αντίκριζα τους φονικούς τροχούςμου
Γύρω από τα τείχη
Και τα περήφανα άλογά τους
Η θέα των τελευταίων με συνέτριβε
Ποιος θα τους προσφωνήσει πλέον
Μαυρογόνατους
Και ορμητίες ίππους;
Νυχθημερόν
Με περιζώναν ουρλιαχτά
Κι επιθανάτιοι ρόγχοι
Αργά τις νύχτες
Όταν βασίλευε η γαλήνη
Τι μυστήριο θεέ μου
Έβλεπα το κεφάλι μου
Στον ουρανό κομμένο σύρριζα
Να στάζει κατακόκκινο αίμα . . . . . .
Κι άκουγα τις κόκκινες σταγόνες
Να με περιλούζουν
Τέλειος συνδυασμός
Με το χλομό φεγγάρι
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.