Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτα Μπούμη- Παππά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτα Μπούμη- Παππά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Τα γράμματά σου



Τα λίγα γράμματα σου δεν ελέγανε
τα τόσα που 'χουν πει οι ερωτευμένοι'
ήσαν απλά, λιγόλογα κι' η ζήλεια σου
φαρμακερή σ' αυτά ήτανε χυμένη.


Φοβόσουν πάντα μα ποτέ δεν τόλεγες
μην έρθει ένας εχτρός σου και μ' αρπάξει,
ένα μαχαίρι μέσα μού ζωγράφιζες
που θα μπορούσε να με σφάξει.


Στο τέλος πάντα επαναλάβαινες
τρεις λέξεις μόνο «είσαι δική μου»
που μπήγονταν βαθιά κι' ολόισια
σαν τρία καρφιά μέσ' στην ψυχή μου.


Κι' ύστερα γλυκά σφράγιζα το γράμμα σου
με των δοντιών μου τη σφραγίδα
και το 'παιρνα τη νύχτα στο κρεβάτι μου
καθώς τον κύκνο η Λήδα.

Αυτοβιογραφικά στοιχεία



Μικρή παιδούλα, έβλεπα
κάθε καράβι που 'φτιαχνε ο πατέρας
να βγαίνη στ' ανοιχτά με τα πανιά του
σπρωγμένο από τον άνεμο,
να χάνεται -.

Κι' ήταν σαν όνειρο
η θάλασσα, ο ουρανός, το καράβι.
Ακόμα δεν εγνώριζα
τις διαστάσεις τις σωστές του κόσμου.


Καθώς το σαλιγκάρι
που το μεθά το πρωτοβρόχι,
σηκώνω στη ράχη μου
ένα όστρακο κατάστικτο με απάτες
και απελπισμένα σφίγγομαι
σ' ένα υγρό πράσινο φύλλο
να μην πεθάνω.


Δέκα πενταετίες ξόδεψα
για να γεμίσω μιαν άβυσσο με λέξεις
να υψώσω ένα τείχος γύρω μου,
ν' αντιληφθώ
πως όλα
ακόμα κι' η ηδονή κι' ο έρωτας
είναι αφορμή για δάκρυα.

H μοίρα μας


Πόσοι μας αγνοούν, Θεέ μου,
Από τα μακρινά τ’ αστέρια σου
Μέχρι τον ένοικο του πλαϊνού σπιτιού…

Πόσοι δεν ξέρουν πως τους αγαπούμε
Πόσοι δεν ξέρουνε πως χτίζουμε γι’ αυτούς
Για τα παιδιά τους
Για τα εγγόνια τους

Πόσοι δεν ξέρουνε την αυταπάρνηση μας
Τη μοναξιά μας
Πόσοι κοιμούνται δίχως να μας πουν καληνύχτα
Όταν γι’ αυτούς ξενυχτούμε σ’ ένα τραπέζι με μια λάμπα

Πόσοι δεν νιώθουνε το χάδι μας σαν να τους τυλίγει
Πόσοι θαρρούν πως είμαστε φαντάσματα, βρυκόλακες
Όταν μπροστά στη ρέμβη τους περνούμε ως ίσκιοι
Πόσοι δεν μας υποψιάζονται καθόλου

Πόσοι δεν μας προσέχουν
Πόσοι δεν μας ακούνε ν’ αλαλάζουμε στην έρημο
Πόσοι στο δρόμο μας προσπερνούν ανίδεοι
Μη ξέροντας πως είμαστε η ψίχα της καρδιάς τους

Πόσοι, Θεέ μας, μας περιγελούν
Που περπατούμε ανάλαφροι κι αφηρημένοι
Πόσοι ξαφνιάζονται
Πόσοι ακόμα και τρομάζουν
Γιατί περνώντας τους χαμογελούμε.

O θαλασσοπόρος


Έχω ένα καράβι, τόσο, με πανιά,
θάλασσες αφήνει, θάλασσες περνά.

Άφωνος στον κίνδυνο και θαλασσομάχος,
ταξιδεύω σχίζοντας πέλαγα μονάχος.

Στου περιβολιού μας τη δεξαμενή
τα νερά τους σμίγουν πέντε ωκεανοί!

Γύρω περιμένουν στις ακτές οι κάβοι
δίπλα τους ν’ αράξει τ’ άσπρο μου καράβι.

Στην Ινδία, στο Βόλγα, στο Μισσισσιππή
τρέχει το καράβι μου, πάει σαν αστραπή.

Το φεγγάρι μέσα απ’ το πυκνό πλατάνι
στα ταξίδια του όλα συντροφιά μού κάνει.

Προς τα πολυτρίχια, λίγο παρακεί,
το τιμόνι αν στρίψω, νά κι η Αφρική.

Πίσω απ’ του κισσού μας τη χλωρή κουρτίνα,
έγια μόλα, βάζω πλώρη για την Κίνα.

Το Σουέζ, την Πόλη και τον Παναμά,
ώς να με φωνάξει για φαΐ η μαμά.

Καθισμένος πλάι σε μια γλάστρα δυόσμο
δέκα χρόνων πλοίαρχος, γνώρισα τον κόσμο!
Πως άνθισαν απόψε τα φιλιά μου
Πώς άνθισαν απόψε τα φιλιά μου
Κ’ έγιναν τα ξερά μου χείλια κήποι
Και στα νεκρά σκίρτησαν σωθικά μου
Παλιοί λησμονημένοι κάποιοι χτύποι;

Ανέστη, Θέ μου, ο πόθος του έρωτα του,
Που ο χωρισμός τον νέκρωσε κι η λύπη
Απόψε μες στην άρρωστη καρδιά μου
Που ο πόνος κι ο καημός δεν απολείπει!

Λουλούδια ευωδιαστά γίναν οι πόνοι
Και το σφιχτό μου στόμα αχνά γελάει
Θαρρώντας πως η αγάπη το σιμώνει….

Πιο γρήγορα το στήθος μου χτυπάει
Από μια σκέψη που έκανα και μόνη
Που πέρασε σα σύννεφο και πάει…

Η πύλη



Μόλις είχε κάψει όλα του τα χειρόγραφα
για να ζεστάνει ένα μικρό κορίτσι που κρύωνε.
Δεν μπορούσε να ξεχάσει:
είχε θάψει χειμώνα τη μικρή αδελφούλα
αιμόφυρτη κάτω απ' το χιόνι.
Από τότε χάθηκε η άνοιξη
χάθηκαν οι μικρές κόκκινες φράουλες απ' τα δάση
τα βηματάκια των πουλιών στα πλακόστρωτα
τα λαμπρά σχέδια για το μέλλον.
Απ' αυτούς τους θανάτους φορούσε ολόλευκο πένθος
κι ήτανε άρρωστος αυτός που αν δεν μεσολαβούσε
η τυχαία εκπυρσοκρότηση
στα χέρια ενός άφταιγου παιδιού
θα μπορούσε με τα δάχτυλά του
να πραΰνει τις πληγές του κόσμου.
Δεν είχε ντυθεί ποτέ στρατιώτης
κι ήταν περήφανος
που είχε κριθεί ανίκανος να φέρει όπλα,
όμως, επολεμούσε με γραφίδα τους εχθρούς.
Ποιος ήταν; ούτε κι αυτός το ήξερε,
άνυδρη έρημος άνοιγε όπου και να στεκόταν
βάραθρα με ομίχλες στο βυθό,
κι ως βάδιζε ραντισμένος με τη δροσιά του αγνώστου
βλέποντας να του γνέφει από παντού
το άσπρο χεράκι της νεκρής μικρούλας,
δεν άκουγε κανείς τα βήματά του
σαν να πατούσε στο χιόνι.

Δεν ήταν όπως όλοι μας αιχμάλωτος του δέρματός του
το βλέμμα του πλανιόταν ασταμάτητα
σαν να το καταδίωκε
το φοβερό θέαμα του ακούσιου φόνου
ο σπαραγμός του αθώου ένοχου
που σκότωσε μέσ' στο παιχνίδι
ό,τι αγαπούσε πιότερο στον κόσμο,
τα ματωμένα μαλλάκια της Ελπινίκης–
και μόνο στ' άνθη έβρισκε ανάπαυση κι ασφάλεια
και στα νερά του ποταμού
που μπρος από το σπίτι του κυλά αιώνες.

Δεν είχε επισκεφθεί μιαν αγορά
ένα γραφείο ταξιδίων
εν τούτοις όλο αγόραζε κούκλες και όλο ταξίδευε
λαθρεπιβάτης σε τραίνα και πλοία
με την ελπίδα να συναντήσει σ' ένα δάσος
την αδελφούλα με τις τρεις ανοίξεις
να ψάχνει για φράουλες.
Δεν ήξερε αν ζει ή αν υπήρξε
σ' εποχές που η μουσική εξηγούσε τα πάντα,
φρεσκολουσμένος σ' εξώκοσμες κρήνες
είχε βγει έξω, μπορεί για περίπατο,
μπορεί για να μονομαχήσει με τη σκιά του
με το ίδιο εκείνο πιστόλι.
Με χέρια απλωμένα σαν υπνοβάτης έψαχνε
στις όχθες με τα πλατάνια και τις ιτιές
κι όλο για μια πύλη μιλούσε
για μια πύλη:

Ποιος θα μου ξαναδώσει την αθωότητά μου
που κάνει το παιδί να κλαίει με λυγμούς
το άνθος να χαμογελά την ώρα που το σφάζουν;
Ποιος θα μου ξαναδώσει ό,τι χάνω κάθε λεπτό που περνά
ποιος θα μου ξαναδώσει την Ελπινίκη δίχως αίματα
το καλαθάκι της με τις φράουλες στο δάσος;
Πού είναι η πύλη που θα με οδηγήσει να ζητήσω εξήγηση
για τόσα αινίγματα, τόσους θανάτους;
Πού είναι η πύλη;

Ξαφνικά άνοιξε τρίζοντας μια πόρτα
σε μέρος που δεν ήταν τοίχος κανένας.
Ώστε υπήρχε μια πύλη;
Αλλά ποιος είχε στήσει μια πόρτα καταμεσής στο λιβάδι;
Ποιος είχε στρίψει το πόμολο μέσα στη σιωπή
για να δρασκελίσει ευθύς εκείνος το κατώφλι
και να χαθεί καθώς σ' ένα λαβύρινθο
μέσα στο πράσινο τριφύλλι;
Πώς βγήκε έτσι αθόρυβα από ένα τέτοιο σύνορο
πώς μπήκε σ' ένα αόρατο δάσος
απ' όπου ακούστηκε να ξεφωνίζει
με αλαλαγμούς χαράς:
Ελπινίκη! Ελπινίκη!

Συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962)

Όνειρο



Είχε προηγηθεί μια σιωπή
ίδια με κείνη που απλώνεται
λίγες στιγμές προτού χιονίσει.
Και ξαφνικά
σάλπιγγες, σάλπιγγες
έφιπποι κήρυκες
και πλήθη.
Και πάλι σιωπή.
Θα έλεγε κανείς πως αναγγέλλονταν
η άφιξη ηγεμόνα
από τις πύλες. Όχι.
Στον ουρανό ένα ποίημα
ξετυλιγόταν σε περγαμηνή
κι όλο κατέβαινε κατέβαινε
πάνω απ' τα πλήθη.
Και η μεμβράνη του χαρτιού όλο και άπλωνε
μέχρι που έγινε πελώρια σαν χώρα.
Τότε τα ιδεογράμματα των τελευταίων στίχων
αρχίσανε να στάζουνε και να κυλούν σαν δάκρυα
πάνω σε μυριάδες ανοιχτές παλάμες
σε χείλη, σε ώμους, σε μαλλιά
που δίψαγαν να κοινωνήσουν...

Συλλογή Ανθοφορία στην έρημο (1962)

Το φίδι



Σαν έφτασα στα μισά του δρόμου
και ζύγισα το βάρος που σηκώνω πενήντα χρόνια
για να μπορείς πιο ελαφρά να περπατάς
είδα πόσο ήμουνα μόνη.

Πού είσαι; Ως χτες επροχωρούσαμε μαζί
ξαφνικά τώρα δε σε βρίσκω
έχει κακοτοπιές, είμαι τυφλή
φυσάει δυνατός αέρας.

Ίσως να σε παρέσυρε η άνοιξη,
στα μάτια μιας ξένης γυναίκας
να είδες πάλι
τον εαυτό σου έφηβο ξανθό.

Η εφετινή χαρά σου σε προδίδει
έρχεσαι από κει που δεν πηγαίνω πια
σε μέθυσαν οι μυρωδιές του δρόμου
δεν ευκαιρείς να ιδείς το φίδι
που 'χει τυλίξει το λαιμό μου.

Συλλογή Το ρόδο της Υπαπαντής (1960)

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες



Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια
ο αέρας με στιφή ευωδιά θανάτου
τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες
τα οχήματα θα σταματήσουν -
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
ακάλυπτα, να σας φωνάζουν
«γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε
σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμμένες;» -
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη
πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε τη γη
πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει
ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη -
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει
μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες
οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι θα κυματίζουν
ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν -
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Συλλογή Χίλια σκοτωμένα κορίτσια (1963)

Πλάσματα αϋπνίας



Από πού αναδύεστε
πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα
πίσω ακριβώς από το φράγμα του ύπνου
όταν απλώνω τα χέρια να πιαστώ
στην κόχη ενός ουρανοξύστη
στο παραπέτο μιας γέφυρας
στο χείλος μιας αβύσσου
με τον κίνδυνο στην καρδιά μου
το κενό κάτω απ' τις φτέρνες μου.
Από πού αναδύεστε τόσες μάσκες
με κινηματογραφική διάταξη
στη σκοτεινή κρεβατοκάμαρα
όταν ο υπερβολικός κόπος της μέρας
των νεύρων η ένταση
ο πανικός της ψυχής
φυγαδεύουν τον ύπνο;

Πρόσωπα γνωστά και όμως άγνωστα
πού σας έχω γνωρίσει;
σε ποια εποχή συμβαδίσαμε σε πορείες;
δε θυμάμαι είτε δε βλέπω με την ίδια όραση
παλιά και καινούργια πρόσωπα, δάσος,
εωσφορικά, πονεμένα, αγγελικά, θεία
καταδικαστικές στυγνές γκριμάτσες
τρυφερά παιδικά χαμόγελα
πεθαμένα από σαράντα χρόνια
της αδελφής μου το φιλντισένιο προφίλ
του πατέρα το σκεπτικό πρόσωπο
γεμάτο πόθο να με αναγνωρίσει
της πρώτης μου δασκάλας το γυμνό κρανίο
που θέλει και τώρα να μου δείξει το σωστό δρόμο
πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα
με κοιτούν, μ' ερευνούν, μ' εξετάζουν
με ψηλαφίζουν τα δύσπιστα βλέμματά τους
γουρλωμένα τα μάτια τους αμφιβάλλουν
Εσύ;...
Ένα πρόσωπο σαρκάζει
άλλο κλαίει πικρά γιατί γέρασα
άλλο με φτύνει με αηδία
άλλο μ' επιδοκιμάζει με μορφασμούς
άλλο καγχάζει δίχως ν' ακούγεται
άλλο μου γνέφει να βιαστώ
κι όλα μ' εκλιπαρούν
να μη στρίψω το διακόπτη
να μην ανάψω ένα σπίρτο
τα σκοτώνει ένα προς ένα
το φως.

Πούθ' έρχεστε κάθε άυπνη νύχτα
πώς μπαίνετε πλήθος στην κάμαρά μου
δίχως τον παραμικρό θόρυβο
δίχως να τρίξει η πόρτα
πλάσματα που πεθαίνετε την αυγή;
Από τη συλλογή Λαμπρό φθινόπωρο (1961)

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ - ΠΑΠΑ (1906 - 1984) (Βιογραφικό Σημείωμα)


Η Ρίτα Μπούμη γεννήθηκε στη Σύρο. Το 1920 εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας, όπου σπούδασε παιδαγωγική και ειδικεύτηκε στη μέθοδο Montessori . Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, το Νέον Κράτος, η Νέοι ρυθμοί και εφημερίδες όπως η Αλλαγή, η Μάχη, η Αυγή (την περίοδο 1957-1960). Υπήρξε αρχισυντάκτις του περιοδικού Ιόνιος Ανθολογία (από το 1929), εκδότρια των περιοδικών Εφημερίδα των ποιητών (1956-1958) και Κυκλάδες (1930-1932) και διευθύντρια του Ιδρύματος Περιθάλψεως Παιδιού (1930-1933). Το 1936 παντρεύτηκε τον ποιητή Νίκο Παππά, με τον οποίο έζησε στα Τρίκαλα ως το 1940, οπότε εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1929 με τη δημοσίευση του ποιήματός της Μικρέ μου αλήτη… στη Νέα Εστία, ενώ σε παιδική ηλικία είχε δημοσιεύσει ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων (1919). Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, τη μετάφραση (έργα των Λ.Λέβτσεφ, Σολόχωφ, Μπέκετ, Μπέττι, Ουγκώ και άλλων). Τιμήθηκε με τον Α΄ Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1935), το Α’ Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Διεθνές Βραβείο Συρακουσών (1949), το Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1965) καθώς και από το Ρουμανικό κράτος και την Ακαδημία του Βουκουρεστίου. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, ισπανικά, ουγγρικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, πορτογαλικά και άλλες γλώσσες. Η Ρίτα Μπούμη - Παπά τοποθετείται χρονικά στους έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου. Η γραφή της χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από τη φυσιολατρεία της, και παρουσιάζει έντονα τα στοιχεία του αισθησιασμού, του λυρισμού αλλά και του πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά έργα της. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ρίτας Μπούμη – Παπά βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Ρίτα Μπούμη – Παπά», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.404-415. Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Γιάκος Δημήτρης, «Μπούμη – Παπά Ρίτα», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Ζήρας Αλεξ., «Μπούμη - Παπά Ρίτα», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987.


Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Τα τραγούδια στην αγάπη. Αθήνα, Μαυρίδης, 1930.
• Οι σφυγμοί της σιγής μου · Ποιήματα Ρίτας Ν. Μπούμη. Αθήνα, 1935.
• Το πάθος των Σειρήνων. 1938.
• Αθήνα · Δεκέμβρης 1944. Αθήνα, Τα Νέα Βιβλία, 1945.
• Καινούρια χλόη. Αθήνα, Μαυρίδης,1949.
• Ριτόρνο ιν Ορτίτζια. 1949.
• Ο παράνομος λύχνος · Μέρος πρώτο (1940-1945). Αθήνα, Το σπίτι του ποιητή, 1957.
• Το ρόδο της Υπαπαντής. Αθήνα, Το σπίτι του ποιητή, 1960.
• Λαμπρό Φθινόπωρο · Ποιήματα. Αθήνα, Το σπίτι του ποιητή, 1961.
• Ανθοφορία στην έρημο · Ποιήματα. Αθήνα, Κέδρος, 1962.
• Χίλια σκοτωμένα κορίτσια. Αθήνα, Το σπίτι του ποιητή, 1963.
• Δεν υπάρχει άλλη δόξα. Βουκουρέστι, 1964.
• Η σκληρή Αμαζόνα· Ποιήματα. Αθήνα, Μέλισσα, 1964.
• Η μαγική φλογέρα · Ποιήματα. Αθήνα, Δωρικός, 1965.
• Σκιούμα· Ποιήματα. Αθήνα, Δωρικός, 1965.
• Φως ιλαρόν. Αθήνα, Δωρικός, 1966.
• Το παραμύθι της μαγικής φλογέρας· Ζωγραφιές Σοφίας Φόρτωμα. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1996.
• Μόργκαν - Ιωάννης · Ο γυάλινος πρίγκηπας και οι μεταμορφώσεις του · Ποιητική σύνθεση (1967-1971). Αθήνα, Καρανάσης,1976.
• Λαμπρό φθινόπωρο. Αθήνα, Καρανάσης, 1982.
• Η σκληρή αμαζόνα. Αθήνα, Καρανάσης, 1982.
ΙΙ.Πεζογραφία
• Όταν πεινούσαμε και πολεμούσαμε · Διηγήματα (1941-1945). Αθήνα, Τύμβη, 1975.
• Η Χρυσώ. Αθήνα, Καρανάσης, 1984.
ΙΙΙ.Μεταφράσεις
• Ρέντζο Μπιαζόν, Στρατιά ‘Σ’ αγκαπώ’ · Μετάφραση Ρίτας Μπούμη – Παπά. Αθήνα, Μέλισσα, 1954.
• Μιχαήλ Αλεξαντρόβιτς Σολόχωφ, Ο ήρεμος Ντόν · Μετάφραση Ρίτας Μπούμη – Παπά. Αθήνα, Γιαννούλης, 1956.
• Μ.Εμινέσκου, Ποιήματα. 1963.
• Τζ.Καρντούτσι, Ποιήματα. 1970.
ΙV. Ταξιδιωτική λογοτεχνία
• Στη χώρα του Γκαίτε και του Σίλλερ.
V. Επιμέλειες εκδόσεων - Μελέτες
• Παγκόσμια ανθολογία ποιήσεως (σε συνεργασία με το Νίκο Παππά). 1952.
• Το βιβλίο των σοφών. 1969.
• Ο μαύρος αδελφός· Παγκόσμια ανθολογία νέγρικης ποίησης. Αθήνα, Τύμφη, 1973.
• Νέα παγκόσμια ανθολογία ποιήσεως (σε συνεργασία με το Νίκο Παππά). 1976.
• Πάμπλο Νερούντα, Η συνείδηση της Λατινικής Αμερικής. Αθήνα, Αθήνα, Ιωλκός, 1977.
• Εντουάρντο ντε Φίλιππο, Φιλουμένα Μαρτουράνο· Δραματική κωμωδία σε πράξεις τρεις. Αθήνα, Δωδώνη, 1979.
• Μελέτες για την ποίηση. Αθήνα, Σύγχρονη εποχή, ;
IV. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Άπαντα Ι. Αθήνα, Καρανάσης, 1981.
• Άπαντα ΙΙΙ. Αθήνα, Καρανάσης, 1981.
• Άπαντα ΙV. Αθήνα, Καρανάσης, 1982.
• Άπαντα V. Αθήνα, Καρανάσης, 1982.
• Άπαντα ΙΙ. Αθήνα, Καρανάσης, 1983.



από την σελίδα:  http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=287

Οργή



Όταν ο κεραυνός καίει το πολύφυλλο δέντρο
τον έφηβο βοσκό που τό’δε σαν ομπρέλα
μεσ’ στη νεροποντή, ή τη μεσόκοπη γυναίκα
που πάει ψωμί κι ελιές για γιόμα στον ξωμάχο,
φωνάζω προκαλώντας τον τυφλό εμπρηστή:
Υπάρχουν μεγιστάνες για να κάψεις
τόννοι χρυσάφι σε υπόγεια στεγανά
θωρακισμένα με γρανίτη
χορεύτριες άσεμνες πάνω απ’ τις στάχτες
έμμισθοι ναρκοθέτες και συσκοτιστές
στραγγαλιστές περιστεριών
νόμοι ενάντια στη φύση
και δολοφόνοι κατ’ επάγγελμα.
Δεν βλέπεις;
Έλα να σ’ οδηγήσω εγώ!

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Φως ιλαρόν


Φως ιλαρόν
Είσαι το μόνο φως που ορίζω
Σε πύργο σε κρατώ στημένο
Στον άνεμο
Σ’ αβράδυαστη μέρα σ’ αιχμαλωτίζω
Μαργαριτάρια σου χαρίζω
Περίπατους γλυκούς
Σ’ ουρανούς δίχως σύνορα.

Πριν από σένα
Είχαν δει την καρδιά μου οι γλάροι
Να ναυαγεί
Σκεπασμένη με φύκια.

Τώρα χτυπάς εσύ το τζάμι μου
Κι οι γούνες της θάλασσας
Τυλίγουν το ρίγος μου
Νύχτες έναστρες ξεκολλούν
απ’ το χρόνο
φωτιές από ουράνια τόξα
καίνε στο τζάκι μου
ξημερώνει
και δεν διαλύονται τα φαντάσματα
που χτίζουν στον ύπνο μου
παλάτια στην άμμο.
Φως ιλαρόν
Όποια χώρα επισκεφθείς λέγεται
Ελπίδα
Όποια γη πατήσεις καλπάζει
Στη χαίτη του ιλίγγου
Στην έκσταση

Σ΄όποιο προσκέφαλο κοιμηθείς
Με σπαθί λυγερό από μαρτιάτικο μίσχο
Το σφάζεις
Το γεμίζεις όνειρα.

Λαμπάδα από ανόθευτο κερί
Στα σκοτάδια
Φέξε απ’ τα ύψη τους νόμους
Μιας νέας θρησκείας
Αναίμακτης
Το υλικό
Για το μέγα ναό της ειρήνης
Που αιώνες ονειρεύονται
Τ’ ανθρώπινα ποίμνια.

Δείξε σ’ όσους δεν πίνουν
Άλλο κρασί απ’ το αίμα
Και το κίτρινο μέταλλο έχουν θεό
Τις διαστάσεις του χρόνου
Στο χώρο που εσύ μόνο βαδίζεις
Το μόριο της παρουσίας τους
Στο απέραντο σύμπαν
Το μαστό τον αστείρευτο
Της αγάπης το γάλα.

Εξήγησε τους πόσο απύθμενη είναι
Η άβυσσος
Πόσο έχουνε κιόλας
Στο χείλος της πλησιάσει
Με το πνεύμα δεμένο
Στων πολέμων τ’ αμάξια

Πόση οργή ηφαιστείων κλείνει
Η ξέχειλη καρδιά των ταπεινών
Που δεν είδαν ποτέ τους
Ψωμί και βιβλίο

Και γράψε στο μαύρο βελούδο
Του άπειρου
Με πύρινα γράμματα
Πως η νίκη θα ‘ναι του Ανθρώπου.

Φως ιλαρόν
Εσύ, εγώ και το τραγούδι
Τρέχομε ακόμα μαζί

Διανύομε αποστάσεις μέσα σε στιγμές
Εισδύοντας σε κύκλους πύρινους
Για να καούμε
Μα, απ’ τη δοκιμασία
Βγαίνομε πιο άλκιμοι
Και πιο λαμπροί.

Δεν ξέρω αν ήταν εποχή που είμαστε
Άγνωστοι
Εσύ, εγώ και το τραγούδι
Τώρα αναζητιόμαστε κι οι τρεις
Απεγνωσμένα
Η επαφή μας κάνει τα δέντρα
Να τινάζονται
Δίχως πνοή ανέμου
Λέξεις βελούδινες ανθούν στ’ αυτιά
Με ματωμένους μίσχους
Κι ένας λαβύρινθος μας παρασύρει
Στα ενδότερα του.

Κι αυτόν όμως τον κίνδυνο τον αψηφούμε
-γιατί τώρα το νήμα δεν υπάρχει
κι η Αριάδνη ήταν μύθος-
πάνω στο άσπρο προσκέφαλο του δειλινού
κωφεύομε
στη μυστική επίκληση της φρόνησης
είμαστε έτοιμοι για το πήδημα
του θανάτου
για την πάλη της αγάπης
εναντίον όλων
για την ελπίδα που τρέμει
και ζητά να ζήσει
μες στα ερείπια και στις στάχτες
για την απόφαση
να συγκολλήσουμε τρίμμα με τρίμμα
όλα τα θρύψαλλα
σ’ έναν καθρέφτη γαλανό
με χλοερές ανταύγειες
και δάφνες άκοπες στις όχθες
να ιδούμε ακόμα μια φορά
ολάνθιστο το πρόσωπο μας.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

«Ανοιξη»

«Ερχεται απ' το νοτιά με την καλοκαιριά
μπρος έστειλε τα χελιδόνια
να ψαλλιδίσουν κάθε δισταγμό
πίσω σέρνει τις μέλισσες,
τυφλές από το πάθος να τα δίνουν όλα
τ' άνθια κροτούν στα δάχτυλα των δέντρων
γι' αυτό σήκωσαν σήμερα σημαία στο κάστρο
καί λύθηκαν τα σήμαντρα της πόλης.
(...)Πάσχα, μητέρα Πάσχα!
Σφάξε το ζαρκάδι - δε θα κλάψω!».

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.