Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλεμος και ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλεμος και ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ, 1940

Ο σταθμός σε κάποιαν άκρη, επλημμύρισε από δάκρυ
κάποιας μάνας για το γιο της,
για τον πόλεμο τον στέλνει, η πατρίδα τής τον παίρνει,
είναι πλέον στρατιώτης.

 Μακριά σε άλλη χώρα κι άλλη μάνα ζει την μπόρα,
είναι η μάνα του εχθρού του,
ξεκινάει το παιδί της κι είναι ίδια η ευχή της,
η ευχή του γυρισμού του.
 Σε ένα θρόνο καβαλάρης, μες στα μαύρα του ο Άρης,
χαίρεται για τον καημό τους,
είχε χρόνια να μεθύσει και τη δίψα του να σβήσει
απ’ το δάκρυ των ματιών τους.
Χρόνια πέρασαν και μέρες και χιλιάδες τόσες σφαίρες
με λεβέντες μετρηθήκαν,
στους σταθμούς μετρούν τα τρένα, κάτι μάτια βουρκωμένα
που ζητούν όσους δεν ήρθαν.

Δημήτρης Απ. Ρήτας
Φιλόλογος-συγγραφέας-στιχουργός

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Πόλεμος

Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια μέρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια
Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις∙ απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούργιων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.

Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα.
«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι, (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία) ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ' ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και να που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.

Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ' εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ' τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

τραγούδι

Εγώ είμαι,εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.
Εδώ ή αλλού,χτυπάω όλες τις πόρτες
ω,μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
κι είμαι παιδί,τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ'ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω,μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας,ακούστε με,
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

Ναζίμ Χικμέτ

(απόδοση Γιάννη Ρίτσου)

"Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος




Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ' τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ' τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ' ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα 'ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ' τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!"

Τασος Λειβαδιτης

Γιε μου, μονάκριβε μου, του Γιάννη Περγαντά

Γιε μου, μονάκριβε μου,
σε μαρμαρώσανε
σε μια μικρή πλατεία
σαν σε σκοτώσανε.
Και γράψανε στην πλάκα
με τόση υποκρισία:
"έπεσε πολεμώντας
για την Ελευθερία".

Μα εγώ, μικρό μου αγόρι,
που σε μεγάλωσα,
σε φύλαξα απ' το ξεροβόρι
και σ' ανάστησα,
σου δίνω την ευχή μου
και τη συμβουλή μου
να λες σ' αυτούς που σε κοιτάνε
με λυπημένα βλέμματα
πως βρίσκεσαι εκεί,
γιατί σου είπαν ψέματα.

Για τον πόλεμο της Έφης Ρίζου



(παιδί)
Ο πόλεμος άρχισε, άκου τον ήχο..
Φοβάμαι να βγω να παίξω στον κήπο,
η σκόνη αυτή, το νου μου θαμπώνει,
το κορμί μου πονάει, ραγίζει, ματώνει..
Χθες είδα σκυλιά ν’ αλιχτάνε στους δρόμους
και είδα μανάδες με παιδάκια στους ώμους.
Οι βόμβες ουρλιάζουν κι η γη σταματά.
Μανούλα, θα κλείσω τα μάτια σφιχτά…
Θα’ θελα..
Δύναμη να’ χω, τραγούδια να βρίσκω,
τις έξυπνες βόμβες στον ύπνο να ρίχνω,
σ’ αυτούς που σκοτώνουν να δώσω χαρά,
μήπως ξυπνήσουν και δουν καθαρά.

Στα συντρίμμια από κάτω ελπίδα καμιά,
μον’ ένα παιδάκι να λέει πως πεινά.
Τ’ αγγίζω, του δίνω ψωμί και νερό,
βιαστικό όμως φεύγει απ’ τον κόσμο αυτό..
Και σκέφτομαι τώρα, αυτό το παιδί
που η ψυχή του ψηλά, αργά θ’ ανεβεί..
Οι σφαίρες σχίζουν τον αέρα κι εκεί
κι ίσως ξανά αυτό χτυπηθεί..
(μητέρα)
Μικρό μου παιδί, ακούω τον ήχο
και θέλω στα χέρια μου σφιχτά να σε κρύψω.
Μην κλαίς, μη φοβάσαι, έτσι μη με κοιτάς,
μια μέρα θα’ ρθει χαρά και για μας.
(παιδί)
Μα δε θα κλείσω τα μάτια μητέρα σου λέω,
θα γκεμίσω τα παλάτια.
Και θα φοβούνται γιατί ξέρουν η φωνή μου
μπορεί να τους κάνει κομμάτια.
(γ’πρόσωπο)
Κι εσύ μικρό παιδί, που στέκεις στο σκοτάδι
να φυλάγεσαι καλά απ’ τις βόμβες κάθε βράδυ.
Δεξιά κι αριστερά να κοιτάζεις πριν να τρέξεις
και να’ σαι σίγουρο, τον πόλεμο θ’ αντέξεις…

Θωμάς Γκόρπας «Το αλβανικό»


“Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
- Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
- Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
- Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
- Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
- Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;
- Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία…”.

Ο Ελύτης γράφει για το θάνατο του ποιητή Γ. Σαραντάρη στο αλβανικό μέτωπο…

«…Ήταν η πιο άδικη απώλεια. Θα προσπεράσω λοιπόν για να τις ξαναπιάσω, ίσως κάποτε κι αλλού, τις σκληρές μέρες της Αλβανίας. Όμως θέλω τη στιγμή αυτή, απροκάλυπτα, να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελητείες όλο τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό κι ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που είχε όμως προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου- ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ‘ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των Ιταλών αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μέσα στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου.
Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ‘χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέρφια», και τα «αδέρφια» τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίστακτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει ένα πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο: «εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής»- κι ύστερα ν’ ανεβεί Στους τόπους “που αναγγέλλουν τον ουρανό και συνομιλούν με τον ήλιο”…».

Γιάννης Ρίτσος: «Γράμματα από το μέτωπο»

(αποσπάσματα)

“Μάνα, τον ήλιο εδώ σκεπάζουν ίσκιοι
κι αναπαμό ποτέ η καρδιά δε βρίσκει
ένα: οι αυγές κ’ οι νύχτες μας γυρνούν
φριχτές πεντάλφες γράφουν στο σκοτάδι
σήματα, που τον κίνδυνο μηνούν,
πύρινα φίδια από τα βάθη του Άδη.

Ζούμε στ’ αμπριά θαμμένοι, διπλωμένοι
κ’ έξω απ’ την τρύπα ο θάνατος περμένει
 Μας έπνιξαν το φως και τη χαρά,
Στεγνώσαν την ψυχή μας και το σώμα,
μα κάτι μέσα μας κυλά βουερά
και ξέσπασμα δε βρήκε κάπου ακόμα. […]

Μητέρα μου, όταν φτάσαμε εδώ πέρα
στη φωτιά, στην αντάρα, στη φοβέρα
καθένας μας κι από ‘να φυλαχτό
κρατούσε κρεμασμένο στην καρδιά του
κι αφήναμε το στήθος ανοιχτό
στα πυρωμένα νύχια του θανάτου.

Μάνα, μας τρώει η λάσπη, η ψείρα, η βρώμα
λίγνεψε και καμπούριασε το σώμα,
μας τρώει τα σπλάχνα ο φόβος του θανάτου
μερόνυχτα κλειστοί μες στο αμπρί,
δεν είδαμε από τότε αυγή λαμπρή,
σα σκουλήκια στα βάθη του μνημάτου.

Μάνα, σου γράφω βιαστικά, στο πόδι.
Σήμερα θλιβερό βγάλαμε ξόδι
σκοτώθηκαν πέντ’ έξι σ’ ένα αμπρί
- όλοι είκοσι μέχρ’ είκοσι πέντε χρόνω,
στην ώρα πάνου που ήταν για γαμπροί –
κ’ έχω μες στην καρδιά μου τόσο πόνο!

Μητέρα, όταν κινήσαμε απ’ την πόλη,
Σκύβαν ωχροί, μουντοί οι ουράνιοι θόλοι
βαρούσανε καμπάνες, μουσικές,
τούμπανα, κόρνα, σάλπιγγες, και κάτου
απ’ τη βουή περνούσαν σκεφτικές
ανθρωπομάζες: δείπνο του θανάτου. […]

Και μόνο η πυρκαγιά σα φρενιασμένη
τις καμπάνες ατέλειωτα σημαίνει.
Αχ, μάνα, πού να πας, πού να κρυφτείς;
Τα μάτια, πας να κρύψεις στην παλάμη-
φωτιά το χέρι σου σε καίει, κ’ ευτύς
μπρος σου χυμά η ψυχή, καυτό κατράμι.

Φωτιά και τα κουμπιά, φωτιά κι η αρβύλα,
όμως, στη ματωμένη κατρακύλα,
στα κόκαλα στυλώνεται η κραυγή
που ακέριους μας στυλώνει: ειρήνη, ειρήνη,
και στη σκιά, σαν περιστέρι η αυγή
το μαύρο κόμπο της καρδιάς μας λύνει.”

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.