Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση στο 10΄. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση στο 10΄. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

8 ποιήματα, 8 αυτοχείρων Ποιητών και Ποιητριών του Ελληνισμού

 

Ιδανικοί αυτόχειρες/ Κώστας Καρυωτάκης

 
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
 
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.
 
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
 
Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νά το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
 
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.
 
**

Αποχαιρετισμός /Ναπολέων Λαπαθιώτης

 
Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, κι ήσαν όλοι γύρω, μόνοι,
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει.
 
Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλλοίμονό μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου.
 
Τη στιγμή του σταυρωμού μου, και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου...
 
Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου - κι όπως ήρθα και θα φύγω.
 
Τ' είναι τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
- Κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου...
**
 
Ὁ τραγουδιστής / Περικλής Γιαννόπουλος
 

Ἡ πόλις εἶνε λευκή. Ἡ πόλις εἶνε ὡραία. Ἡ πόλις εἶνε γεμάτη παλάτια. Παραδίσεια στολισμένα κάθονται γύρω της ὅλα τὰ βουνά, νυμφικὰ λάμπουν τὰ μαρμαρένια της παλάτια. Καὶ ὁ Ἥλιος κατάχρυσος περιπατεῖ μόνος εἰς τοὺς ἐρήμους της δρόμους καὶ κλαίει. Κατάκλεισται εἶνε ὅλαι αἱ θύραι, κατάκλειστα εἶνε ὅλα τὰ παράθυρα, ἡ πόλις εἶνε νεκρά. Ἡ πόλις ἄλλοτε ἦτο ὅλο ζωὴ καὶ ἑώρταζε λαμπρὰς ἑορτὰς καὶ ἕνα Κακὸν Πνεῦμα ἐπέρασε καὶ ἐμαρμάρωσε τὴν χαράν. Οἱ ἄνθρωποι εἶνε κλεισμένοι εἰς τὸ σκότος, αἱ ψυχαὶ δεμέναι εἰς σώματα νεκρά.
 
Ἀλλὰ τώρα τὴν πάμφωτον ἐρημίαν ἕνα ἆσμα ταράζει. Εἶνε ἕνας τραγουδιστής, ἕνας τραγουσιστὴς ποὺ περνᾶ. Ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκε τὴν δύναμιν, ποὺ τίποτε δὲν τὴν νικᾶ, ὁ Ἔρως τοῦ ἔδωκεν ἕνα θαυμάσιον σπαθὶ ποὺ κόβει ὅλα τὰ δεσμά. Ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύθη τὴν ὡραίαν πόλιν, ὁ Ἔρως ποὺ ἐρωτεύεται ὅλας τὰς ψυχάς, τὸν ἔστειλλε νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν πόλιν, νὰ ἐξυπνήσῃ ὅλας τὰ ψυχάς. Ὁ Τραγουδιστὴς περνᾶ καὶ τραγουδεῖ «ὦ λιγερὸν καὶ κοπτερὸν σπαθί μου», διαμαντένιο σπαθὶ τῆς Εὐμορφιᾶς. Καὶ γελᾷ καὶ περνᾷ τραγουδῶν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐρήμους δρόμους μαζὶ μὲ τὸν Ἥλιον ποὺ κλαίει.
 
Τραγουδεῖ, τραγουδεῖ καὶ ὅλαι αἱ κλεισμέναι ψυχαὶ εἰς τὰ νεκρὰ σώματα, αἰσθάνονται εἰς τὰ σπλάγχνα των τὰ ἡδονικὰ ἀναταράγματα τῆς ὡραίας Σουλαμίτιδος. Καὶ ὁ Τραγουδιστὴς θὰ τραγουδῇ, θὰ τραγουδῇ, μὲ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ γλυκυτέραν του φωνήν, θὰ τραγουδῇ ἕως ὅτου αἱ ψυχαὶ πεταχθοῦν καὶ ἀνοίξουν ὅλας τὰς θύρας, ὅλα τὰ παράθυρα, ἕως ὅτου προβάλλουν ὅλαι ἐρωτευμέναι εἰς τὸ φῶς, διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν τραγουδιστήν, ἀλλ᾿ ὁ τραγουδιστὴς δὲν θὰ εἶνε πλέον. Δὲν θὰ εἶνε ὁ τραγουδιστής, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ξυπνημέναι, ὅλαι αἱ θύραι καὶ τὰ παράθυρα ἀνοικτά, ἀλλὰ θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐλευθερωμέναι, θὰ εἶνε ὅλαι αἱ ψυχαὶ ἐρωτευμέναι, ἐρωτευμέναι εἰς τὸ Φῶς.
 
**
Δύο άγνωστοι / Μίνος Ζώτος
 

Στην αίθουσα, που λίγο πριν το γέλιο αντιλαλούσε,
χώρια καθένας, έμειναν στερνοί μονάχα δύο·
εκείνη τάχα εδιάβαζε σκυμμένη ένα βιβλίο
κι αυτός βαριά στα χέρια του την κεφαλή ακουμπούσε.
Μίλημα δεν εξύπνησε τη σιγαλιά κανένα·
μα ενώ ήταν ξένοι και κοινό δεν είχαν τίποτε άλλο
παρά, ο καθένας άλλονε, τον πόνο τον μεγάλο
στραφήκαν και κοιτάχτηκαν βουβά κι απελπισμένα.
Ώρα πολλή κοιτάζονταν βουβά, κατάματα έως
που υψώσανε με απόγνωση τα χέρια ξάφνου αντάμα·
τότε κι οι δύο αναλύθηκαν στα δάκρυα και στο κλάμα·
Κι αυτή ήταν νέα κι ωραία κι αυτός επίσης νέος κι ωραίος.
 





**
 

Πώς με κοιτάζει έτσι / Κατερίνα Γώγου

 
Πώς με κοιτάζει έτσι
Πώς με κοιτάζει έτσι
αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι…
Πώς θροΐζει μέσα μου
αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι…
Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι…
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου
μου διογκώνει το Εγώ μου…
Ποιανής σελήνης έκλειψη
ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου
άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…
πώς με κοιτά…
Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει
αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης…
 
**
 

Εγώ με τις ιδέες μου / Νικόλας Άσιμος

 
Εγώ με τις ιδέες μου
κι εσείς με τα λεφτά σας,
νομίζω πως τα θέλετε μονά ζυγά δικά σας,
δε θέλω την κουβέντα σας
ούτε τη γνωριμιά σας.
 
Θα χτυπήσω εκεί που σας πονάει,
κανένα δε θα αφήσω εμένα να κερνάει.
θα με χρίσω ιππότη και τζεντάι
και άμα ξεμεθύσω
σας λέω και γκοντμπάι.
 
Και οι θεοί σαν πείθονται
εάν υπάρχει ανάγκα,
για πόλεμο δεν έκανα
ποτέ εγώ το μάγκα
και ούτε νεροπίστολο
δεν έχω στην παράγκα.
 
Θα τραβήξω το δρόμο μου όσο πάει
κανένα δε θα αφήσω
εμένα να κερνάει,
Θα απολύσω κι όποιον με περιγελάει,
χιλιάδες δυο αλήθειες
ο πόνος μου γεννάει.
 
Εγώ στα δίνω έτοιμα
κι εσύ τα θες δικά σου
λιγούρα που σε έδερνε
παρ' όλα τα λεφτά σου
και ούτε στο νυχάκι μου
δε φτάνει η αφεντιά σου.
 
Δε σε παίρνει εμένα να κοιτάξεις
χωρίς καμιά ουσία εσύ
θα τα τινάξεις.
Είσαι θύμα του νόμου και της τάξης
δεν ξέρεις καν το λόγο
για να με υποτάξεις
 
**
 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ / Νίκος Ασλάνογλου

 
Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια
 
Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει
 
Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου
 
**
 
Κώστας Μίχος, «644 Τ.Τ.Π.- Αύγουστος ’62 ( παρά την Ελληνο- Γοιυγκ. μεθόριον)»
 
( Του Γιώργου Τσιρόγκα)
 
Το τραίνο των 12, το AUSTRIA’ EXPRESS θαρρώ,
σφύριζε… μιά, δυό, τρεις, ίσως τέσσαρες φορές μέσα στη νύχτα…
όταν έμπαινε στο θάλαμο ο “Γραφεύς της ημερισίας Διαταγής”
-Σέρνοντας μιαν απορία…
κάτι…
σαν αποτυχημένο “Επ’ ώμου”
ή τραγούδι.
 
Ο ” Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής”
με τα βαρειά βλέφαρα
και τα εικοσιτρία χρόνια.
Με το πακέτο των τσιγάρων στο χέρι
…σαν πρόφαση
ή αιτιολογικό αιτήσεως.
 
Ο Γραφεύς της Ημερισίας Διαταγής
με παγωμένο το χαμόγελο στα χείλη,
και το πεντακάθαρο,
το “αστράπτον”, το “τέλειον” όπλο,
(όπως έλεγε ο λοχαγός…)
-Σαρκαστικό προσωπείο στην αδιακρισία μας-
 
…( Κείνη την εποχή η μανία του Βαρδάρη έδιωχνε τα σύννεφα.
Κι ήταν ακόμη Αύγουστος μήνας…)
 
(… Ο Αύγουστος του Γραφέα της Ημερισίας Διαταγής
έλεγαν οι φιλολογίζοντες του 644 Τ. Τ. Π.)

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

5 ποιήτριες της Ελλάδας

 


ΜΕ ΧΕΙΛΗ ΤΡΑΓΑΝΑ / ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
 
Αποβραδίς, με λόγια τρυφερά να πιάσεις το
προζύμι – το χάραμα, ψωμί αφράτο να
φουσκώσει. Να το πλανέψεις το κορμί, να σε
ταΐσει. Κι όπως θα ρέει το κρασί σε στόμα
λαίμαργο, της μάνας το βυζί να καταργεί.
 
Για δες, για δες, η θάλασσα στη μέση πώς
το σχίζει.
 
Την ώρα που νυχτώνει, με χέρια βουτηγμένα
μεσ’ στο μέλι, δώσε πλευρό αριστερό
να σε κλαδέψω –
πλαγιές να σπείρω με μαστίχι.
 
**
 
ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ / ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΕΥΓΟΛΑΤΗ
 
Ετούτο το αυγουστιάτικο φεγγάρι
χρυσό μενταγιόν, πυρωμένο
Καίει το στήθος σου
αφήνει σημάδι
μαρτυράει τα γραφτά
δεν αντέχει άλλα αστέρια
δίνει όρκο·
 
σιωπή και πόλεμος
 
***
 
ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ / ΙΩΑΝΝΑ ΛΟΥΤΣΙΑ
 
Στις μέρες μας
ανάβουμε το φως απ’ το πρωί
οι φίλοι μας κοιτάνε τ’ άσπρα μας μαλλιά
μα δε ρωτούν·
ξυπνάμε τα χαράματα
ευαισθητοκράτωρ ο καιρός
συγκίνηση και ηττοπάθεια
όσο μας σκεπάζει μια κουβέρτα είμαστε καλά
για περισσότερα δεν είμαστε·
η σκέψη μας γύρω απ’ τον χρόνο
―πόσα οχτάωρα έχει μια μέρα;―
κάποτε και γύρω απ’ τον έρωτα
ανάγκη για γενόσημα αισθήματα
ευνουχιστήκαμε αρκετά, τα χέρια μας δεν αγκαλιάζουν
πια δε ζηλεύουμε την άγνοια των παιδιών
ντρεπόμαστε να τ’ αντικρίσουμε
πώς να τους πούμε ότι θα γίνουν σαν εμάς;
 
Τα λόγια μας δεν κάνουν άλλο για αλληγορίες
ξεσκεπάστηκαν
μονάχα η αλήθεια πρέπει τώρα
ο θάνατος δεν είναι από μόνος του ένα άκρο
μα ούτε η ζωή αρκεί όπως το βλέπω.
 
Μονάχα η αλήθεια πρέπει τώρα.
 
****
ΧΑΡΜΑΝΙΑ ΤΡΟΠΙΚΑ / ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
 
διάφανα σαν πόσιμο νερό
διαυγή σαν καλοκαίρι
υγρά σαν δάκρυα
ελαφρά σαν τη χαρά
απαλά σαν το χεράκι σου
μεγάλα και μικρά σαν στιγμές
ιριδίζοντα σαν επιθυμίες
υποσωματίδια εκρηκτικά
εφήμερα σαν εσένα κι εμένα
 
μπροστά σου είναι όλα. Έλα να παίξουμε
 
*****
ΚΟΡΜΙ ΑΦΟΡΕΤΟ / ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΜΑΛΗ
 
Κι έμπαινε ένα φως ισχνό
από το σκοροφαγωμένο στάρι
χτυπούσε τα πόδια μου
σήμαντρο άλλης εποχής
μα τ’ αγνοούσα
 
Δεν με ένοιαζε πια το φως
μήτε ο χρόνος
αφού μες στο δωμάτιο
μόνο το σώμα άφηνα.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2024

10 ποιητές και Ποιήτριες που τα ποιήματα ή τα κείμενά τους είχαν την μεγαλύτερη απήχηση στη σελίδα στο FB: Οι ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές και μεγάλες ιστορίες λόγου κατά τον μήνα Σεπ 2024 στη


 ΜΟΝΟΣΤΙΧΑ / Πέτρος Τσερκέζης

Στα μάτια σου γεννήθηκε θεϊκός ο εαυτός μου.
***
Πίνω το δάκρυ θάλασσα, πίνω το δάκρυ μοίρα.
***
Στ’ αλώνια της παλικαριάς η απόγνωση χορεύει.
***
Σπάσε τα πόδια μοναξιά και μη χτυπάς τις πόρτες.
***
Μες το φιλί της σιωπής ανθίζει ένα λουλούδι.
***
Μέσα μου έχω ένα παιδί που κυνηγάει τον ήλιο.
***
Κλαρίνο γοερά θρηνεί, ξεσκίζει την ψυχή μου.
***
Μες στην ψυχή μου έχτισα κελί της φυλακής σου.
***
Έκλαψες κι απ’ τα μάτια σου ίριδα γεφυρώνει.
***
Τι δεσμά κρύβεις έρωτα που αιχμάλωτο με σέρνεις;
***
Είναι το δάκρυ σου φωτιά και η φωτιά σου πάγος.
***
Φτερά μου δίνεις ποίηση, ουρανό να πετάξω.
***
Πού θα με βγάλεις θάλασσα δεν είμαι Οδυσσέας.
***
Ψάχνω Ιθάκη μια ζωή στέγη για τα όνειρα μου.
***
Γλώσσα μου, γλώσσα της ψυχής, πατρίδα πονεμένη.
***
Μου καμπανίζουν οι φωνές το παρελθόν της λύπης.
***
Ακούει κλαρίνο η καρδιά μαντίλια ανεμίζει.
***
Στα μάτια της αγάπης μου βλεφάρισε η σελήνη.

Από τη συλλογή: «Στον καμβά του καλοκαιριού»

----
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ/ Δέσπω Πηλαβάκη
Σαν πεταλούδα με χαρα φτεροπετώ
μέσα στης μάνας μου το φωτεινό σαλόνι,
λίγο πιο πέρα η γιαγιά χαμογελά,
έχω τ´αδέλφια μου μαζί, δεν είμαι μόνη.
Με το χεράκι το μικρό δειλά τραβώ
τη χειροποίητη κουρτίνα σε μια άκρη,
βλέπω ως πέρα του χωριού τις ομορφιές
και στα ματάκια αναβλύζει ένα δάκρυ.
Πάλι παιδάκι σεργιανίζω στο χωριό
λες και καθόλου δεν με άγγιξε ο χρόνος,
τις δυσκολίες δεν θυμάμαι της ζωής,
δεν με ακούμπησαν τα λάθη και ο πόνος.
Μόλις ξημέρωσε και πάλι Κυριακή,
τα όμορφά μου ρουχαλάκια ετοιμάζω,
από το σπίτι της γιαγιάς πάντα περνώ
και το τσεμπέρι στο κεφάλι της το βάζω.
Λένε πως θα ´ρθει φωτογράφος, τι χαρά,
θα πάρω πόζα και για μια φωτογραφία,
όταν μια μέρα θα ´μαι πια κι εγώ γιαγιά,
να με θυμούνται στη μικρή μου ηλικία!!

---
Πρόσεχε / Σπύρος Ποδαράς
Τακτοποίησε τα όνειρα σου,
για να μπορείς να τα βρεις όταν έρθει η ώρα.
Αλλιώς επιλέγεις
λάθος όνειρο όταν χρειαστεί,
και κάνεις άλλον ευτυχισμένο.
---
ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ / Χρήστος Ντικμπασάνης
Έρχεται πάλι η αιώνια νύχτα
Πετώ μια φωτοβολίδα
για να σε ξυπνήσω απ' τη λήθη σου
Κρεμώ στο ιγκλού μας
μια ονειροπαγίδα
να μη ξεφύγουν τα όνειρα μου
Γιατί δε με κοιτάς
σου φωνάζει το αγουροξυπνημένο
είδωλο μου
μέσα απ' τον καθρέφτη του χρόνου
Έχω ντυθεί με όλα τ' αστέρια του ουρανού
μα εσύ δε μου ρίχνεις
ούτε ένα παγωμένο βλέμμα
Πόσο καιρό να σε προσμένω πια
να έρθεις να με αγκαλιάσεις;
Δες, άρχισε ήδη να χορταριάζει
το κορμί και η ψυχή μου!
Μα εσύ ξυπνάς
και ύστερα χάνεσαι
σε μια αέναη επανάληψη ακηδίας
Γίνε επιτέλους η συνοδοιπόρος μου
σε αυτήν την κρυστάλλινη γη του πάγου
Σκέπτομαι να σου στήσω ενέδρα
σε μια επικίνδυνη στροφή ενός παγόβουνου
Να πάψεις να βολοδέρνεις,
όπου ο άνεμος σε σπρώχνει,
περιφρονώντας το μέλλον της αγάπης μας
που ξεπαγιάζει μέσα στην ανελέητη
και ατέρμονη νύχτα της Ανταρκτικής
(Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠ' ΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΓΗ)
---
ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ / Χριστόφορος Τριάντης

Όλη του η ζωή ήταν μια συνήθεια, μια επανάληψη: ίδιες διαδρομές, ίδια πρόσωπα, ίδιες θέσεις κι αντιθέσεις, ίδιες απόψεις. Μοχθούσε ν’ αλλάξει κάποια πράγματα, όμως δεν ήταν δυνατόν. Ήταν ένας κομφορμιστής, ένας μικροαστός, ένας κανονικός άνθρωπος. Σκέφτηκε πολύ για μια νέα ζωή, υπήρχαν τα περιθώρια, τα χρονικά σίγουρα, για τ’ άλλα των αξιών, είχε κάποιες πιθανότητες, όμοιες με τυχερά παίγνια.
Αποφάσισε ότι θα ζούσε μέσα από τα γραπτά του. Στρώθηκε στο γράψιμο για τα καλά. Διάβαζε πολύ κι έγραφε πολύ. «Γέννησε» χίλιους ήρωες. Μπορεί να ήταν μυθιστορηματικοί, αλλά φαίνονταν τόσο αληθινοί, που μπορούσαν να ζουν κι έξω από τα βιβλία και τις λέξεις. Πέρα από το καλό και το κακό.
Ερωτεύονταν με πάθος, πολεμούσαν μέχρι θανάτου, επαναστατούσαν απέναντι στην αδικία, δεν ήταν δειλοί καμιά στιγμή. Σ’ ένα λεπτό ζούσαν, μια ολόκληρη ζωή. Διέσχιζαν θάλασσες και ωκεανούς για μια μικρή αλήθεια ή ένα μεγάλο ψέμα. Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες του, οι γεμάτοι φλόγα, ήταν κομμάτια από τον ιδανικό εαυτό του. Ήθελε να ‘ναι σαν τους ήρωες του, μα δεν μπόρεσε να γίνει, ποτέ. Όμως, στον τελικό απολογισμό που έκανε έβαλε δύο ρήματα : έγραψε κι αγάπησε. Το πιο σημαντικό ρήμα το άφησε για τις απαγγελίες των μεγάλων–ελασσόνων λογοτεχνών στα καλοκαιρινά (κατά προτίμηση) φεστιβάλ ποίησης .

---
BABY / Μιχαλάκης Τσαππαρίλας

Τον λάτρευε. Μα μήπως μπορούσε να κάνει και αλλιώς; Ήταν τα δικά του χέρια που το πήραν τότε, όταν πεινασμένο και τρέμοντας από το κρύο, αναζητούσε λίγα χάδια και φαγητό. Αυτός το πήρε και το έβαλε στοργικά μέσα στις παλάμες της. Και αυτή γεμάτη χαρά άρχισε να το χαϊδεύει και να του μιλά. Στο σπίτι το τάισαν και του ετοίμασαν το κρεβατάκι του. Το βράδυ καθισμένοι στο ντιβάνι τους αυτή κούρνιασε στην αγκαλιά του και αυτός τη χάιδευε και τη φιλούσε. Την έκανε ευτυχισμένη. Την επομένη του έδωσαν όνομα. BABY. Επιλογή δική της.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια γεμάτα ευτυχία. Ο μικρός BABY μεγάλωσε, ψήλωσε. Κάθε μέρα έπαιζε μαζί τους αρκετή ώρα. Κυρίως με αυτόν, που τον λάτρευε. Πήγαιναν βόλτες. Τους έκανε νάζια και γελούσαν.
Μετά ήλθαν τα μαύρα σύννεφα. Κάτι χάλασε στη ζωή τους. Μια Δευτέρα βράδυ αυτός έβαλε στη μαύρη βαλίτσα του κάποια ρούχα και έφυγε. Πήγε στο δικό του διαμέρισμα. Την επομένη γύρισε, πήρε μαζί του τον BABY, την τουαλέτα και το κρεβατάκι του. Αυτή, καθισμένη στο ντιβάνι τους, έκανε πως παρακολουθούσε τηλεόραση. Μόνο σαν έκλεισε η πόρτα πίσω του ξέσπασε σε λυγμούς.
Δεν πέρασε μήνας και της τηλεφώνησε. Ρώτησε αν θα ήταν στο σπίτι το βράδυ. Στις εφτά κτυπάει το κουδούνι της. Ανοίγει και αυτός βάζει μέσα τον BABY, την τουαλέτα και το κρεβατάκι του. Το σκυλάκι τους ο BABY πήδηξε αμέσως στην αγκαλιά της. Αυτός άνοιξε την πόρτα και βγήκε. Σε δύο λεπτά ξαναγύρισε κουβαλώντας τη μαύρη βαλίτσα του.
Δεν άντεχαν μακριά της…

---
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ / Λεωνίδας Οικονομίδης
Μια στάση στη λεμονιά,
ο χειμώνας φαντάζει απόμακρος
κι όμως κυριαρχεί παντού
απόλυτος άρχοντας του κόσμου
Πότε κτύπησε ανελέητα
στοχεύοντας τις συνειδήσεις;
Όλα τώρα αλλοιωμένα
αναζητούν τη ταυτότητά τους
Στο πέρασμα της η καταιγίδα
παρέσυρε αρμούς και συνδέσεις
Κι άφησε το είναι σου λαβωμένο
να ψάχνει ακόμα τις απαντήσεις
Αύριο θ’ ανατείλει καινούργια μέρα
με διάχυτο άρωμα λεμονανθών
κι εσύ τότε, θ’ ανασαίνεις, ίσως,
τη τελευταία ελπίδα για την αλλαγή …

(Σκοτεινές Αναλαμπές)

---
Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ/ Στέφανος Κωνσταντινίδης
Η Λευκωσία ατύχησε
ο Δάνδολος που την υπερασπιζόταν
με Ορθόδοξους και Λατίνους
ήταν μετριότητα
κι ο Λαλά Μουσταφάς
καθόλου
δεν τον υπολόγισε.
Μπήκε θριαμβευτής στη Λευκωσία
και προσευχήθηκε στην Αγία Σοφία.
Ευτυχώς που την τελευταία στιγμή
έσωσε την τιμή μας
η Μαρία η Συγκλητική.
Το θέμα είναι τώρα
ποιος θα την σώσει
μετά τη δεύτερη άλωση.

---
ΑΝΑΙΜΑΚΤΑ / Χρήστος Κουκουσούρης
Κατακτηθήκαμε αμαχητί
και πέσαμε ευτυχισμένοι,
τίποτα άλλο πια δεν μένει,
στη ζούλα κι αν σε λεν κιοτή
τη λευτεριά την έχεις πια χεσμένη.
Για εφόδια καφές και κινητό
κι ένα σακίδιο στην πλάτη
σε κούρασαν τα λόγια πια, σπολλάτη
δεν θέλεις συμβουλές στο μιλητό
την μοίρα σου ελέγχει η Εκάτη.
Στο διάβα βρίσκεις δίχαλα κι ευχές
και πρέπει να διαλέξεις μονοπάτι
ανάμεσα σε Τίγρη και Ευφράτη
μην σε πτοήσουν θρήνοι κι οιμωγές
έχουν θεό δικό, προστάτη.
Στην άυλη φυλακή σου όπως μπορείς,
δεν σου ζητάει κανείς να ομολογήσεις
πιασάρικο συμβάν για τις ειδήσεις,
μηδενικό είσαι πια γι’ αυτό μην απορείς
μήτε που εξάπτεις συνειδήσεις.
Καινούργιου τύπου πόλεμος μπροστά
κι οι εισβολείς με κινητό και με μαντίλα
αναίμακτα, σε πιάνει ανατριχίλα,
μειώνουν παροχές και τα μιστά
ρετάλι, περιθώριο και ξεφτίλα.
Παιγνίδι των μεγάλων η φτιασιά
τα θύματα μυριάδες δίχως πόνο
πανευτυχείς με DATA και με χρόνο
κι αν ξεστομίζεις που και που καμιά βρισιά
δεν θα σε πάνε και για φόνο...
Συμπάθα με που λέω τα αληθή
γιατί θολό είν’ το μάτι και δεν βλέπεις
τον ήχο ακούς του κινητού στης πίσω τσέπης
και χάνεσαι στα έλη τ’ αβαθή
εκεί που όντας θαρρείς πως διαπρέπεις.
Από τα ‘’ΕΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙ’’




Όλες οι αντιδρά

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.