Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανδής Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανδής Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Βασίλης Πανδής : Δύο (2) ποιήματα




Στη ζητιανιά του έρωτα,
δεν έχει σημασία,
αν μπαίνεις καθαρός ή λασπωμένος

Στη ζητιανιά του έρωτα,
μόνο το χέρι σου απλωμένο
μετράει

***

Τώρα, που κατάλαβα
τι κάθαρμα είσαι κι εσύ,
τώρα, μπορώ
να σ’ αγαπήσω


Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Επτά (7) Ποιήματα του Βασίλη Πανδή



Τα ποιήματα και οι ποιητές

Οι ποιητές δεν επινοούν τα ποιήματα
Jan Skácel [1]

Βεβαίως -
γιατί στην πραγματικότητα
τα ποιήματα επινοούν τους ποιητές
Μια μέρα τους βλέπουν,
τους διαλέγουν και τους ξεδιαλέγουν
και
αυτό είναι όλο


[1]: Jan Skácel: 
Οι ποιητές δεν επινοούν τα ποιήματα – Μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή


***


Γένεσις ή Αι Επίζηλοι Νήσοι

Through storms you reach them 
and from storms are free
Herman Melville

Η άμωμος νύχτα
Ένα σχήμα, κίτρινο άσπιλο φως,
των αστέρων συναγώι της λησμονιάς, ανέβαινε,
κατάργειε όλα τ” άλλα -
δικαίως ή αδίκως -
κανείς δεν ήξερε, κανείς δε νοιάστηκε
Δέηση στη μέση του άδειου δρόμου
Κάθε εμπόδιο για καλό -
και αν πολλά,
καλύτερα
Ο ίδρως του πατημένου
Καλύτερα
σχοινοβασία
κι ένα τραγούδι ανυπόταχτο
οπού ανάμεσα στα δόντια μου το τυραννάω
τόσες ώρες


***


Κάνω συλλογή

Κάνω συλλογή,
κολλάω ένσημα θανάτου,
να ξεχνιέμαι
Σκορπάω στον αέρα
σκουριασμένες κλειδαρότρυπες,
να μαλακώσει λίγο
το βλέμμα σου

Τη φωνή μου απλώνω
εκεί όπου το μάτι δεν φτάνει,
αλλ” οι πληγές του,
τα τσακισμένα στην άσφαλτο απογεύματα και τα δειλινά,
κουρσεύουνε τον ήχο

Θ” αποχωριστώ τούτο το σήμερα,
θα γίνει κι αυτό χτες
και το αύριο
μ” ερμητικά ανοιχτά τα μάτια θε να “ρθει,
με το κεφάλι λίγο κατεβασμένο,
και θα περπατά
και θα περπατά,
όπως κι όλα τ” άλλα αύριο

***

[Για ιδές...]

Για ιδές
εκείνα τα κουφάρια·
παρ” όλο που “ναι
λάκκοι ανοιχτοί,
δεν αφήνουν
τις ψυχές
για να χορέψουν

***

Υπνοφαντασιά

Στον Αλέξη Αντωνόπουλο

Μια φορά,
ένας άνθρωπος δίχως πρόσωπο
τραγουδούσε στο κενό

Κι ένα αηδόνι τον άκουσε
και από τότες δεν εξανατραγούδησε

Όπως κι ο άνθρωπος -
του έφτανε αυτό,
το λίγο που ήταν πολύ


 ***

Άφεσις

Γρανιτένιο χείλι,
σβήνεις τα κρίματά μου

***

Μινόρε

στη Δήμητρα

Όλα στραβά γινήκανε και όλα είν” ωραία
Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Αμιγώς νυχτερινό· γυρεύει να σημάνει η ακλέρια· υγρή ανθρωπότητα, ένας κόσμος που γελιέται αγέλαστος· όταν η αυταπάτη γίνεται φρεναπάτη· ασκόπως περιφερόμενος· ασκόπως παραφερόμενος· πένθος και πόθος και πάθος· πένθος του πόθου· πόθος του πένθους· πάθος του πόθου του πένθους· απλώς υπάρχω· στη θάλασσα που αναριγάει και στο κύμα οπού σειέται λυγερά· σαν βράχος χαμηλός· σαν βρόχος ασφαλώς· και δεν το “νιωσα· αλλά μονάχα τό “δα στη φωνή, στο χρώμα και στο χέρι· φλεγόμενη και μη καιόμενη η γιατρειά· μικρά νεκρά· φωτογράφω χίλια φίλια παρελθόντα δυσπνέοντα μπρος στο νυμφώνα· χάσματα ομίχλης· χάσματα ομιχλώδη άρριζα· ποστούμιον· de profundis· το κεφάλι μου σας περιμένει στο πιάτο σερβιρισμένο και μακρό και στρογγυλό και και και· και τα σύννεφα χτικιό και η αγάπη κρίμα

Μινόρε

του Βασίλη Πανδή 

στη Δήμητρα

Όλα στραβά γινήκανε και όλα είν” ωραία
Θανάσης Παπακωνσταντίνου

Αμιγώς νυχτερινό· γυρεύει να σημάνει η ακλέρια· υγρή ανθρωπότητα, ένας κόσμος που γελιέται αγέλαστος· όταν η αυταπάτη γίνεται φρεναπάτη· ασκόπως περιφερόμενος· ασκόπως παραφερόμενος· πένθος και πόθος και πάθος· πένθος του πόθου· πόθος του πένθους· πάθος του πόθου του πένθους· απλώς υπάρχω· στη θάλασσα που αναριγάει και στο κύμα οπού σειέται λυγερά· σαν βράχος χαμηλός· σαν βρόχος ασφαλώς· και δεν το “νιωσα· αλλά μονάχα τό “δα στη φωνή, στο χρώμα και στο χέρι· φλεγόμενη και μη καιόμενη η γιατρειά· μικρά νεκρά· φωτογράφω χίλια φίλια παρελθόντα δυσπνέοντα μπρος στο νυμφώνα· χάσματα ομίχλης· χάσματα ομιχλώδη άρριζα· ποστούμιον· de profundis· το κεφάλι μου σας περιμένει στο πιάτο σερβιρισμένο και μακρό και στρογγυλό και και και· και τα σύννεφα χτικιό και η αγάπη κρίμα

Άφεσις

του Βασίλη Πανδή 

Γρανιτένιο χείλι,
σβήνεις τα κρίματά μου

Υπνοφαντασιά

Βασίλης Πανδής 

Στον Αλέξη Αντωνόπουλο

Μια φορά,
ένας άνθρωπος δίχως πρόσωπο
τραγουδούσε στο κενό

Κι ένα αηδόνι τον άκουσε
και από τότες δεν εξανατραγούδησε

Όπως κι ο άνθρωπος -
του έφτανε αυτό,
το λίγο που ήταν πολύ

[Για ιδές...]

Βασίλης Πανδής 


Για ιδές
εκείνα τα κουφάρια·
παρ” όλο που “ναι
λάκκοι ανοιχτοί,
δεν αφήνουν
τις ψυχές
για να χορέψουν

Κάνω συλλογή


Βασίλης Πανδής 



Κάνω συλλογή,
κολλάω ένσημα θανάτου,
να ξεχνιέμαι
Σκορπάω στον αέρα
σκουριασμένες κλειδαρότρυπες,
να μαλακώσει λίγο
το βλέμμα σου

Τη φωνή μου απλώνω
εκεί όπου το μάτι δεν φτάνει,
αλλ” οι πληγές του,
τα τσακισμένα στην άσφαλτο απογεύματα και τα δειλινά,
κουρσεύουνε τον ήχο

Θ” αποχωριστώ τούτο το σήμερα,
θα γίνει κι αυτό χτες
και το αύριο
μ” ερμητικά ανοιχτά τα μάτια θε να “ρθει,
με το κεφάλι λίγο κατεβασμένο,
και θα περπατά
και θα περπατά,
όπως κι όλα τ” άλλα αύριο

Γένεσις ή Αι Επίζηλοι Νήσοι


του Βασίλη Πανδή 



Through storms you reach them and from storms are free
Herman Melville

Η άμωμος νύχτα
Ένα σχήμα, κίτρινο άσπιλο φως,
των αστέρων συναγώι της λησμονιάς, ανέβαινε,
κατάργειε όλα τ” άλλα -
δικαίως ή αδίκως -
κανείς δεν ήξερε, κανείς δε νοιάστηκε
 
Δέηση στη μέση του άδειου δρόμου
Κάθε εμπόδιο για καλό -
και αν πολλά,
καλύτερα
Ο ίδρως του πατημένου
Καλύτερα
σχοινοβασία
κι ένα τραγούδι ανυπόταχτο
οπού ανάμεσα στα δόντια μου το τυραννάω
τόσες ώρες

Τα ποιήματα και οι ποιητές του Βασίλη Πανδή



Οι ποιητές δεν επινοούν τα ποιήματα
Jan Skácel [1]

Βεβαίως -
γιατί στην πραγματικότητα
τα ποιήματα επινοούν τους ποιητές
Μια μέρα τους βλέπουν,
τους διαλέγουν και τους ξεδιαλέγουν
και
αυτό είναι όλο


[1]: Jan Skácel: 
Οι ποιητές δεν επινοούν τα ποιήματα – Μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

ΠΡΟΟΙΜΙΟ


Γλυκό το τέλος μετά την κάθαρση• 
κι ο θάνατος είναι γλυκός• 
αλλ’ η ζωή ακόμα πιο γλυκιά

Βασίλης Πανδής 

ΜΗΝ ΑΝΑΠΩΛΕΙΤΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ



Πόσο εφιαλτικά απομακρύνομαι και φεύγω
με τό ‘να πόδι στον ουρανό, στο θάρρος,
και τ’ άλλο στου Δεκέμβριου τη φούχτα, θράσος,
πόσες ώρες μετά, πόσα χρόνια μετά
και τώρα, απέναντι, της λήθης ποτάμι θολό•
ψέματα -
άργησα τόσο νά ‘ρθω πίσω, γιατί δεν έφυγα ποτέ
απ’ το χωνευτήρι της θάλασσας, όπου το χέρι πάει μόνο του,
λίγο μετά ή λίγο πριν απ’ την καισάρισσα σιωπή
Τ’ αυτοκίνητα σαρώνουν τους δρόμους
με τα φώτα τους, σφυρίζοντας
Η σκιά μου προσπαθεί να μου κρυφτεί -
καμιά φορά το πετυχαίνει•
αλλά σαν προσπαθήσω εγώ για να χαθώ,
μάταιος θα ‘ν’ ο κόπος
Όχι•
δεν αρνούμαι τη μετάνοια,
αλλά ούτε θα μετανοώ και για την άρνηση


Πανδής Βασίλης

ROTA FORTUNAE


Βασίλης Πανδής 

Έφερες τη ραγισματιά στο απατηλό κοιμητήρι, άυλε εδώ,
κι επίστεψα σε χώρες και σε χώρους όπου δεν έζησα
και μοναχά μου όρμαγα από καρτίνι σε καρτίνι,
πριν ολίγο να ξυπνήσουνε οι φόβοι στ' όνειρό μου -
ξυπνώ κι εγώ και χάνονται - ξυπνάω και κοιμούνται -
πόσες χιλιάδες χρόνους τσακισμένους μέσα μου -
έκφραση του καλώς προετοιμασμένου απροσδόκητου

Στον πράσινο προθάλαμο εγκλωβίστηκα στην ψύχρα -
ψύχρα ο ουρανός και στάζει και σπάζει η προσμονή
κι η πνιγμονή συνορεύει με τους κύκλους του χρόνου,
ατενίζοντας το λαγαρό, το γαλανό φεγγάρι,
που σημαίνει ανακάλυψη του μαύρου ουρανού -
βραχύς επίλογος

Πόσοι άνθρωποι παίρνουν
ο ένας πίσω από τον άλλον
τη σκυτάλη του λεπτοδείκτη
και πώς όλοι είναι μονάχα ένας, ο ίδιος,
και πώς το υποφέρουνε
και πούθε να κατάγονται όλες οι παρδαλές του γνώμες;

Πώς να τα κρύψεις όλ’ αυτά;
Αλλά και πώς ν' ανοίξεις, να τα πεις;

ΧΑΣΜΑ ΧΑΣΜΑΤΩΝ

Βασίλης Πανδής





I
Το περατάρικο βαπόρι είναι δεμένο στο λιμάνι
και ο δεισιδαίμων φόβος,
σταγόνα στον ωκεανό της αφεύγατης δίψας
Νομή κεκρυμμένη κατεμπρός μου
και στ' αφοροχάρτι,
η φοβέρισις

II
Πάντοτε από μακριά μ' ακολουθάς
και σαν τα ναύλα στο στόμα μου γυαλίζουν τα μάτια σου,
όπως κι όλοι οι υπόλοιποι,
εγώ, όπως όλοι οι υπόλοιποι,
εσύ, όπως όλοι οι υπόλοιποι

III
Άλλοι με λεν' Νοτιά κι άλλοι Σιρόκο -
άσβεστος εσωτερική ακολουθία
που μου 'σπασε τα δάχτυλα
πάνω στου Μάρκου το μπουζούκι
και τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου
και απελπίστηκα, μανούλα μου, να υποφέρω
και θα πα' να εύρω μια σπηλιά
και τα τοιαύτα
κι άναυλα εν τέλει θα φύγω,
σαν τη μουσική του αγέρα,
όπως ήρθα,
όπως κι όλοι οι υπόλοιποι,
στενοποριά στη σκοτεινιά

IV
Πίστεψα στο νερό,
πίστεψα και σ' όλες τις δυνάμεις του
κι αυτό με ξέπλυνε -
κι εμένα και τη θύμηση και τον ύπνο
Κι όμως -
η βροχή με προδίδει και με σώζει

V
Από τη μια η μουσική
κι από την άλλη η βροχή·
από τη μια η μουσική
κι από την άλλη η μουσική·
κι αντίστροφα
και εις τους αιώνας των αιώνων

VI
Η τύχη μου, οι βρώμικοι δρόμοι,
κι ο κόσμος πότε μικραίνει
πότε μεγαλώνει
Εσύ γελάστηκες στη σκοτεινιά
κι εμένα μ' έσωσε ό,τι περιφρονούσα
πίσω απ' τα τείχη -
χάσμα χασμάτων

ΝΑΥΑΓΙΑΙΡΕΣΙΣ



Όμορφη λυπητερή ζωή
Οδυσσέας Ελύτης

Ρηγαδεύω σφαλματοκράτορας
Γιατί με διώχνεις, εικόνα βουβή, τη νύχτα,
τη νύχτα, που το στήθος βαραίνει πιο πολύ
ό,τι απομένει απ’ του χαμένου τη μοιρασιά
κι από το μαύρο χερικό του;
Πιο μαύρο το σκοτάδι τώρα πια
κι ακόμα πιο θαμπό το φως που τρεμοσβήνει
Μην ελπίζεις για ν’ αναθαρρήσει ο ουρανός
Μην ελπίζεις να φανούν
κι απόψε τ’ άστρα -
η ξαστεριά χειρότερη κι από αντίλαλο απολείτουργου,
μετά τη μεταρσίωση
Οι αγγέλοι εκπονούνε σχέδια επί χάρτου
εν τη απουσία σου,
ταπεινοσύνη αμαρτωλή,
και τα μίση τους ηώθεν
κι η αγάπη σου το ίδιο,
αποβροχάρη

Βασίλης Πανδής

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Βασίλης Πανδής 

I
Πάνε χρόνια που μαραίνομαι
εδώ
Ένα ταξίδι
σταλάζει
δυο πίκρες μετά τα μεσάνυχτα,
σκλαβωμένο ματαίως

II
Κοίτα το αίμα το μαύρο πώς γεμίζει,
πώς πήζει στην πληγή

Κοίτα το στήθος,
κοίτα τις πληγές,
κοίτα το νιπτήρα -
Όχι -
με αίμα έπλυνες τα χέρια στο νιπτήρα
κι όχι με γλυφό νερό

Πώς να τ' αντέξεις στην πλάτη

Όχι
Όχι
Όχι


[ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ...]

Βασίλης Πανδής 

Δεν θυμάμαι ποιος είμαι,
ακουμπώντας έτσι στο φτερό,
αφουγκραζόμενος της νύχτας τον γκριζοκίτρινο δρόμο

Δεν βαστάω άλλο ν' ακούω
τους αρμούς της νύχτας
να τρίζουνε -
κι όμως,
σε μια ξέρα, με τα χέρια σταυρωμένα,
πίνω ασπροκόκκινα δόντια
απ' το σάπιο μπουκάλι
κι αρρωσταίνει η πλάση γύρω μου
και πάνω μου τα χέρια της απλώνει τα τώρα πια μιασμένα

Βυζαίνεις κι εσύ απ' τη μεγάλη θηλή της οικουμένης,
μες στα πορτοκαλιά νερά και στα πρωτοτόκια
βουτηγμένη και πνιγμένη,
απ' ανοιχτά παράθυρα κοιτάζοντας ολοένα,
ψάχνοντας μες στ' άδεια δωμάτια
τους ήχους

Δεν θα γλιτώσουμε ποτέ από τούτον τον βραχνά -
μόνο σε μια σταγόνα της μνήμης κλεισμένοι μέσα,
θ' αναζητούμε δρόμους γνωστούς

Μια πνοή μ' απόμεινε, σ' αυτά τα χρόνια,
σ' αυτά τα μέρη,
και στο τσάκισμά της το γοργό,

θα σπάσει της εμορφιάς το πρόσωπο

[ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΩ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΥΧΑΙΑ..]

Βασίλης Πανδής 

Σε συναντώ στο δρόμο τυχαία
την καθορισμένη μέρα κι ώρα
με της συνενοχής το βλέμμα
Στα σεντόνια της ανημπόριας
ξημερώνει ολοκόκκινος ο Μάης
κι όλη η ιστορία της Ποίησης,
γεωγραφία της χαμένης πατρίδας,
που απλώνονται απ' άκρη σ' άκρη της
φαράγγια τερπνά

Σ' αραχνένιους ιστούς μπλεγμένοι,
τσιγάρο ανάβουμε,
να φέρουμε ένα φαρμάκι πιο κοντά,
να πάνε κάτω τ' άλλα τα πλιότερο πικρά

Μην αφήνεις άλλο το νερό
να τρέχει μες απ' τα χέρια σου
Σε λίγο
κύματα σκουριασμένα θα τρέχουν
και θα σαρώνουν τα βουνά και τα κορμιά μας,
όσο να γκρεμοτσακιστούν
οι βαριές πέτρες
που μάζευα όλη μέρα

Φύσα έξω απ' το παράθυρο την απολιθωμένη πεταλούδα
που 'χει χάσει πια το περιτύλιγμά της
και μας καίει τους μηρούς
Φέρε μια γύρα,
ν' ακούσω μέσα μου τα βήματά σου

Κι αν βγεις έξω, τι θα ιδείς;
Μόνο το χίλιντρα που χιμάει με τη λαύρα στη γλώσσα

Άσε

Καλά είμαστε κι εδώ

ΑΛΛΟΤΕ

 Βασίλης Πανδής 


Άλλοτε
εκρέμαγα
ένα νέο νερό στο πέτο μου,
αχνάρι της παραφοράς,
το κουρεμένο αύριο

Αλλά
η θέρμη της ρέμβης παραμένει
και τα μαλλιά σου ζώνουν μιαν ολάκερη ζωή

Αλλά
δεν γεφυρώνονται τα χάσματα,
δεν σπάνε και τα τείχη -

είμαστε πολύ μικροί

και δεν χωράω άλλο στη θύμηση

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΟΥΘΕΝΑ


του Βασίλη Πανδή 

Στις λευκές σελίδες
ανατρέχω για να βρω τους στίχους
που εσύ μου χάρισες
Στο λευκό σου κορμί
ανατρέχω για να βρω τους στίχους
που με το δικό μου χέρι
έγραψες
Μα πουθενά

Η ΡΩΓΜΗ

του Βασίλη Πανδή 

Η ρωγμή• ψιλή ψιλή ρωγμή• κι ύστερα μια κατεβασιά• σαν σεντόνι• καθαρό μαύρο• έβλεπες τη φρίκη της γέννας ν’ αστράφτει• όρθια τ’ αστέρια χειροκροτούσαν• δεν τους χαλάσαμε και πάλι το χατήρι• σάμπως και το κάμαμε ποτές;
Προχωρήσαμε• ε όχι δα και τόσο πολύ• λίγο ακόμα• ακόμα• εμπρός• εμπρός

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.