Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΙΗΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΙΗΤΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (1899 - 1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τέλλου Άγρα βλ. Ζήρας Αλέξης, «Άγρας Τέλλος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983 και Στασινοπούλου Μαρία, «Χρονολόγιο Τέλλου Άγρα», Διαβάζω104, 17/10/1984, σ.14-21.

από την ιστοσελίδα: http://www.ekebi.gr/


η ταυτότητα του Τέλλου Άγρα

Χειρόγραφο του Τέλλου Αγρα

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Κατερίνα Γώγου

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 1940 και αυτοκτόνησε με χάπια και αλκοόλ στις 3 Οκτωβρίου 1993. Ξεκίνησε από μικρή καριέρα στην ηθοποιία αλλα αργότερα στράφηκε στην ποίηση. Τα ποιήματα της είναι γνωστά για τον αντισυμβατικό και συνειρμικό χαρακτήρα τους καθώς και τις αναρχικές ιδέες που πρόβαλε. Είχε μια κόρη, την Μυρτώ.
Εργάστηκε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φιλμς.

Φιλμογραφία (ως πρωταγωνίστρια)
Υπόλοιπη φιλμογραφία

Βιβλία της Κατερίνας Γώγου
  • Τρία κλικ αριστερά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1978
Μεταφράστηκε στα Αγγλικά ("Three clicks left") από τον Jack Hirschman και κυκλοφόρησε στην Αμερική to 1983, από τις εκδόσεις "Night Horn Books" του San Francisco. (Night Horn Books, 495 Ellis Str., Box 1156, San Francisco, CA 94102)
  • Ιδιώνυμο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1980
  • Το ξύλινο παλτό, Εκδόσεις Καστανιώτη, ISBN 960-03-0292-8, 1η έκδοση 1982
  • Απόντες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1986
  • Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1988
  • Νόστος, Εκδόσεις Λιβάνη, 1η έκδοση

Δισκογραφία
  • Ποιήματα από ήδη εκδοθέντα βιβλία της χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του (πρώην συζύγου της) Παύλου Τάσσιου "Παραγγελιά" (με υπόθεση βασισμένη στην ιστορία του Νίκου Κοεμτζή). Η μουσική της ταινίας, που έγραψε ο (μετέπειτα διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος) Κυριάκος Σφέτσας και επένδυσε τα εν λόγω ποιήματα, κυκλοφόρησε σε δίσκο (ΕΜΙ-1981) με τίτλο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ".Λίγο μετά το θάνατό της η EMI-Minos κυκλοφόρησε το δίσκο "ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ" σε CD (remastered ADD) το 1995.
Κυκλοφόρησε σε CD και το 2006 (σε περιορισμένα αντίτυπα) στη σειρά "Αποκλειστικές Επανεκδόσεις" των "Metropolis".

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) ήταν επικός ποιητής του αρματολισμού και ένας από τους πιο διακεκριμένους Επτανήσιους ποιητές του 19ου αιώνα.
Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824, από πατέρα ηπειρωτικής καταγωγής. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Λευκάδα και στην Κέρκυρα. Ύστερα πήγε στη Γαλλία και στην Ιταλία και σπούδασε νομικά. Το επάγγελμα του δικηγόρου δεν το εξάσκησε ποτέ. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση. Ήταν πλούσιος κι έμενε στο γραφικό νησάκι Μαδουρή.
Σε ηλικία 25 ετών παντρεύτηκε την κόρη του λογίου της Βενετίας Αιμιλίου Τυπάλδου την Ελοΐζα, την οποία υπεραγαπούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μελέτησε πολύ τη γνήσια γλώσσα του λαού και την έκανε όργανο, για να εκφράσει τις ιδέες του. Χρησιμοποιώντας επικολυρικό στίχο, ο Βαλαωρίτης έγραψε για τους άθλους των αγωνιστών του '21. Τα ποιήματά του αγαπήθηκαν στην εποχή τους, αλλά εξακολουθούν να εκτιμώνται ακόμη και σήμερα. Απέκτησε τον τίτλο του εθνικού ποιητή, ως ο πρώτος που έσκυψε «στις εγχώριες πηγές με την απόφαση να κάνει ελληνική ποίηση».
Παράλληλα με την ποίηση επιδόθηκε και στην πολιτική. Ως βουλευτής της «Ιονίου Πολιτείας» επτά ολόκληρα χρόνια αγωνίστηκε για τα δίκαια των επτά νησιών. Μετά την ένωση των Επτανήσων, έδρασε ως βουλευτής στην Αθήνα. Οι αγορεύσεις του είχαν ποιητικό χαρακτήρα και η ρητορική του δεινότητα έμεινε αλησμόνητη. Τέλος αποτραβήχτηκε από την πολιτική, για να δοθεί ολοκληρωτικά στην υπόθεση της απελευθέρωσης της Ηπείρου.
Έγραψε πολλά ποιήματα στα οποία διακρίνει κανείς μια πατριωτική ρωμαλεότητα, έναν ασυγκράτητο πατριωτισμό και μια αχαλίνωτη φαντασία. Από τα έργα του, που γνώρισαν επανειλημμένες εκδόσεις από τη βιβλιοθήκη Μαρασλή, σπουδαιότερα είναι τα εξής: Στιχουργήματα, Μνημόσυνα, Κυρά Φροσύνη, Θανάσης Διάκος, Φωτεινός, Αστραπόγιαννος κλπ.
Πέθανε στη Λευκάδα το 1879 από καρδιακή πάθηση. Γιος του ήταν ο Ιωάννης Α. Βαλαωρίτης.

Εργογραφία

Ποιήματα
  • Η Κυρά Φροσύνη (1859)
  • Αθανάσιος Διάκος (1867)
  • Θανάσης Βάγιας (1867)
  • Αστραπόγιαννος (1867)
  • Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε (1872)
  • Ο Φωτεινός (ημιτελές)
Συλλογές
  • Στιχουργήματα (1847)
  • Μνημόσυνα (1857)
Διάφορα
  • Ποιήματα (δίτομο) (1891)
  • Εργα (1893)
  • Βίος και έργα (τρίτομο) (1907)
  • Ποιήματα ανέκδοτα (1937)
  • Τα άπαντα (δίτομο) (1968)

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Μάνος Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου (Ερμούπολη Σύρου, 12 Μαρτίου 1938) είναι Έλληνας ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Έχει συγγράψει μέχρι τώρα εννέα ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μία νουβέλα, δύο μυθιστορήματα, πάνω από 400 τραγούδια και έχει επιμεληθεί διάφορα λευκώματα βασισμένα σε προσωπικές συλλογές του. Παράλληλα έχει εργαστεί ως αρθογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός.

Για το πρώτο του μυθιστόρημα, ο Καιρός των Χρυσανθέμων, έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005. Οι στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από όλους σχεδόν τους διαπρεπείς Έλληνες συνθέτες. Έγινε γνωστός ως στιχουργός τη δεκαετία του '70, συνεργαζόμενος με το Μίκη Θεοδωράκη (Λαϊκά: Το παλληκάρι έχει καημό, Σ' αυτή τη γειτονιά, Πολιτεία Γ & Δ), τον Δήμο Μούτση (Ο Άγιος Φεβρουάριος: Η σούστα πήγαινε μπροστά, Άλλος για Χίο τράβηξε, Ο χάρος βγήκε παγανιά) και τον Γιάννη Μαρκόπουλο (Θητεία: Μαλαματένια λόγια, Τα λόγια και τα χρόνια, Παραπονεμένα λόγια). Αργότερα στίχοι του θα γίνουν τραγούδια από τον Γιάννη Σπανό (Η μαρκίζα), τον Σταύρο Κουγιουμτζή (Ελέυθεροι κι ωραίοι, Στα χρόνια της υπομονής), τον Θάνο Μικρούτσικο (Άμλετ της Σελήνης, Δεν είμαι άλλος, Δίκοπη ζωή), τον Ηλία Ανδριόπουλο (Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες) και τον Χρήστο Νικολόπουλο (Διαθήκη, Στων αγγέλων τα μπουζούκια). Θεωρείται μάλιστα ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού.

Βιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Το 1962, σε ηλικία μόλις 24 χρονών δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Οι πρώτες του πεζογραφικές εμφανίσεις έγιναν με τα διηγήματα «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή» σε αυτοτελή βιβλία το 1964 και 1965. Ο ίδιος όμως σε συνέντευξή του έχει δηλώσει ότι τα έχει «αποκηρύξει σιωπηρά». Εκείνη την εποχή είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να συναναστραφεί με σημαντικές προσωπικότητες από διάφορους χώρους της τέχνης, όπως οι μεγάλοι ζωγράφοι Τσαρούχης και Χατζηκυριάκος-Γκίκας.

Το 1964 πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική δισκογραφία με τους στίχους των Ρημαγμένων Κήπων, που εμπιστεύθηκε στο Χρήστο Λεοντή. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον Θεοδωράκη στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής. Ο συγγραφέας Φώντας Λάδης ήταν αυτός που έδωσε στον μουσικοσυνθέτη τα δώδεκα τραγούδια που είχε γράψει ο Ελευθερίου κατά τη διάρκεια της θητείας του -το «Τρένο Φεύγει στις Οκτώ», τη «Νυχτερίδα» και τα υπόλοιπα. Λίγο καιρό πριν κυκλοφορήσει όμως ο δίσκος, τους πρόλαβε η Δικτατορία. Τελικά τα τραγούδια κυκλοφόρησαν το '70 στο εξωτερικό (Παρίσι). Κατόπιν ήρθε η συνεργασία με τον Δήμο Μούτση και τον Άγιο Φεβρουάριο (1971) κι έπειτα η «Θητεία» με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Η ηχογράφηση του δίσκου μάλιστα άρχισε το Νοέμβριο του 1973, λίγες μέρες πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά στη Μεταπολίτευση, το Μάρτιο του 1974. Αργότερα έρχεται η συνεργασία με τον Κουγιουμτζή και τον Νταλάρα. Στον δίσκο "Η Ατέλειωτη Εκδρομή" του 1975 ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας μελοποιεί τρία σπουδαία του ποιήματα του Ελευθερίου: Γνωριμία, Εκδρομή, Κιθάρες των νερών.


Παράλληλα γράφει και εικονογραφεί παραμύθια για παιδιά και φροντίζει για την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του: («Ενθύμιον Σύρας», «Θέατρο στην Ερμούπολη.» κ.α). Η δεκαετία του ‘90 τον βρίσκει να αρθρογραφεί και να κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές στον Αθήνα 9,84 και στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το 1994 παρουσιάζει την πρώτη -και μέχρι σήμερα τελευταία - νουβέλα του, με τίτλο Το άγγιγμα του χρόνου και δέκα χρόνια αργότερα δημοσιεύει το μυθιστόρημα «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας του 2005.

Κυρίαρχο θέμα του βιβλίου είναι το θέατρο, είτε διαμέσου της κεντρικής ηρωίδας και μεγάλης πρωταγωνίστριας Παρασκευοπούλου, είτε διαμέσου των υπολοίπων ηθοποιών αλλά και θεατρικών συγγραφέων που εμφανίζονται στις σελίδες του. Ο Ελευθερίου θα το χαρακτηρίσει θέατρο μέσα στο θέατρο, οι θεατές απλά θα το λατρέψουν και οι κριτικοί θα του πλέξουν εγκώμια. Σαν φυσική συνέχεια εκδίδεται το 2006 το δεύτερο μυθιστόρημά του, Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, με θέμα τη ζωή και τον θάνατο της μεγάλης Ελληνίδας ηθοποιού, Ελένης Παπαδάκη. Η εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία και πάλι δεν είναι τυχαία. Ο Ελευθερίου, κατά την προσφιλή τακτική του έχει δουλέψει εξονυχιστικά τα βιβλία του: «Τα μυθιστορήματα με απασχόλησαν τα τελευταία 13 14 χρόνια. Έγραφα μέρα, νύχτα, δεν είδα διακοπές, δεν είδα γιορτές τίποτα»[1]. Εξάλλου, όπως έχει παραδεχθεί: «Ποτέ δεν έγραψα κάτι, χωρίς να γίνουν μετά άπειρες αλλαγές. Ποτέ δεν έγραψα μια πρόταση, χωρίς να κάτσω από πάνω της 100 και 200 φορές να την ξαναδώ, με διαφορετική διάθεση, διαφορετική ώρα και μέρα. Το κοιτάζω, το βλέπω, με αγανακτεί, το ξανακοιτάζω, το δέρνω, μένω εκεί. Αν δεις κάτι που έχεις γράψει και σου αρέσει πολύ, τότε υπάρχει πρόβλημα. Φαίνονται ξέρετε τα εύκολα πράγματα. Δεν τσιμπάει ο αναγνώστης».[1]

Το 2007 εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ» «Το διήγημα, ως φόρμα είναι δυσκολότερο από ένα μικρό μυθιστόρημα. Πρέπει να εξαντλήσεις όλη σου την τεχνική και να γράψεις μια ολοκληρωμένη, συνοπτική ιστορία χωρίς να παραλείψεις στις περιγραφές σου τίποτα από την ψυχολογία των ηρώων σου και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τα διηγήματα της «Μελαγχολίας...» γράφονται επί πολλά χρόνια. Με είχαν στοιχειώσει. …. Το «λάθος» στο διήγημα είναι θανατηφόρο. Το τινάζει στον αέρα». [2]

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε και το θεατρικό του έργο «Μπλε μελαγχολία» σε συλλογική έκδοση με άλλους γνωστούς συγγραφείς. Αναμένεται η έκδοση και άλλων μυθιστορημάτων που ο συγγραφέας δεν έχει αποφασίσει να εκδώσει ακόμα.

Τρέφει αντιπάθεια προς τις συνεντεύξεις και προς τον μη ελεγχόμενο προφορικό λόγο. Καθώς όμως μερικές φορές αναγκάζεται να υποκύψει στον πειρασμό της δημοσιεύσιμης συνομιλίας κάποιες από τις αγαπημένες του συνήθειες ή προτιμήσεις έχουν διαρρεύσει στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Όπως, λόγου χάρη, ότι απολαμβάνει τη μουσική του Νίνο Ρότα ή ότι θαυμάζει τη ζωγραφική του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Ότι του αρέσει το ουίσκι. Ότι είναι μανιώδης καπνιστής. Αγαπημένο του χρώμα είναι το μπλε και αγαπημένη του ταινία το φελινικό «Και το πλοίο φεύγει». Ότι φτιάχνει μόνος του σταφύλι γλυκό του κουταλιού...

O ίδιος παραδέχεται χαριτωμένα: «Εγώ θα έλεγα πάλι ότι ήμουν τυχερός. Μέσα από τα τραγούδια γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους, κέρδισα χρήματα, χρήματα τόσα ώστε να ζω αξιοπρεπώς για πάρα πολλά χρόνια και να αγοράζω πράγματα που με ενδιέφεραν. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μου. Τώρα, αν όλα αυτά τα πράγματα είναι καταξίωση και όντως έκανα κάτι σημαντικό, τι να πω, φαίνεται ότι πρέπει να υπάρχει κάπου μια αλήθεια σε όλες αυτές τις υπερβολές». [3]

Ποίηση
Συνοικισμός, 1962, (εξαντλημένο)
Μαθήματα μουσικής. 1972, (επανέκδοση από τις εκδόσεις Ύψιλον. 1980)
Τα ξόρκια, 1973, (επανέκδοση από τις εκδόσεις Ύψιλον. 1980)
Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου, - 1η έκδ. - Αμοργός, 1975 επανέκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτης 1980 και 2002)
Τα όρια του μύθου - Αθήνα : εκδόσεις Γνώση , 1978
Το μυστικό πηγάδι - Αθήνα : εκδόσεις Γνώση , 1983
Αναμνήσεις από την Όπερα - Αθήνα : εκδόσεις Γνώση, 1987
Το νεκρό καφενείο - 1η έκδ. - Αθήνα : Καστανιώτη, 1997
Η πόρτα της Πηνελόπης - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2003
Πεζογραφία:
Μυθιστορήματα

Ο καιρός των χρυσανθέμων - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2004, (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005)
Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2006.
Διηγήματα

Το διευθυντήριο.Αθήνα: Φέξης, 1964
Η σφαγή. 1965
Συλλογικό έργο. Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο : 29 ιστορίες που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Τα Νέα" το καλοκαίρι του '97, Αθήνα : Κέδρος, 1997
Συλλογικό έργο. Το Χαλάνδρι που γνώρισα : 19 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για το Χαλάνδρι, Αθήνα : Ευριπίδης, 2005
Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2007
Νουβέλα

Το άγγιγμα του χρόνου. - Αθήνα : Καστανιώτη, 1994.
Μαρτυρίες-Ιστορικά

Είναι αρρώστια τα τραγούδια (επιμέλεια σειράς Θανάσης Θ. Νιάρχος) - 1η έκδ. - Αθήνα : Καστανιώτη, 2002. (ανθολόγηση κειμένων του συγγραφέα)
Η δεκαετία του '60 (μαζί με τον Θανάση Θ. Νιάρχος.) - 1η έκδ. - Αθήνα : Καστανιώτη, 2005.
Μελέτες-Λευκώματα

Το θέατρο στην Ερμούπολη τον εικοστό αιώνα, (τέσσερεις τόμοι), Δήμος Ερμούπολης
Ο ίσκιος της Αθήνας = Shadows of Athens / φωτογράφιση Εβίτα Μαχαίρα • μετάφραση Mary Kitroeff • κείμενα Μάνος Ελευθερίου. - 1η έκδ. - Αθήνα : Ποταμός, 2002.
Παιδικά

Παραμύθια για τον Αυτοκράτορα , Αθήνα Εκδόσεις Γνώση
Ένα καράβι μια φορά (εικονογράφηση Σοφία Φόρτωμα.) - Αθήνα : Ωκεανίδα, 1997.
Του Γενάρη το φεγγάρι : Παραμύθια για τους δώδεκα (εικονογράφηση Μάνος Ελευθερίου) - Αθήνα : Κέδρος, 1998.
Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί ( εικονογράφηση Σοφία Φόρτωμα) - Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα, 2000.
Ένα καράβι, καραβάκι... •(εικονογράφηση Μαθητές Α΄ δημοτικού 2004-2005 σχολής Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου)- 1η έκδ. - Αθήνα : Εκδόσεις της Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, 2005
Θέατρο
Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν (Μάνος Ελευθερίου , Μάρω Δούκα , Μένης Κουμανταρέας). - 1η έκδ. - Αθήνα : Κέδρος, 2007

Σε επιμέλεια του συγγραφέα
Φωτογραφίες και σήματα Ελλήνων και ξένων φωτογράφων της περιόδου 1859-1910, εκδόσεις Γνώση, 1981
Ενθύμιο Σύρας, φωτογραφίες και καρτ ποστάλ απο το 1860-1950, εκδόσεις Γνώση,1993
Νεοκλασική Ερμούπολη φωτογράφιση Παναγιώτης Δενδρινός , Νίκος Δεσύπρης , Ιάκωβος Καρβώνης , κ.ά. - Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα, 2000.
Ενθύμιον Σύρου : Σύρος ένα νησί - Μια ιστορία: Καρτ ποστάλ και φωτογραφίες του 19ου και του 20ού αιώνα, μετάφραση Sophia Phocas. - 1η έκδ. - Αθήνα : Ελληνικά Γράμματα, 2001.
Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία, / επιμέλεια Μάνος Ελευθερίου • επιμέλεια σειράς Κώστας Ακρίβος • φωτογράφιση Καμίλο Νόλλας. - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2004.
Φύλαξες τα χρυσά φιλιά μες στ' αργυρά κουτάκια.
Φύλλα ξερά της δάφνης και φύλλα Παραδείσου.
Μες στα βιβλία της αγάπης και μέσα στα λευκώματα
κι αυτό που δεν μπορεί να υποσχεθεί.

Από το ποίημα Μες στα βιβλία της αγάπης,
συλλογή "Η πόρτα της Πηνελόπης"

Σημειώσεις
1.↑ 1,0 1,1 Συνέντευξη στον Δημήτρη Τερζή, op.cit.
2.↑ Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη, Greek American News Agency
3.↑ Συνέντευξη στον Δημήτρη Τερζή, περιοδικό "ΛΙΜΑΝΙ, στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2006. (αναδημοσίευση στο διαδίκτυο από ithilien.pblogs.gr)

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 - 3 Αυγούστου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής. Γεννημένος στη Μπραΐλα της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1902 και αργότερα παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King's College του Λονδίνου. Την περίοδο 1926-1931 έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο των υπερρεαλιστών και ασχολήθηκε ενεργά με την ψυχανάλυση, κοντά στον ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, Ρενέ Λαφόργκ. Το 1931 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1935.
Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του '30 και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος υπήρξε εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, καθώς και ο πρώτος που άσκησε την ψυχανάλυση στον ελληνικό χώρο, ασκώντας την ψυχαναλυτική πρακτική κατά την περίοδο 1935-1951. Χαρακτηρίζεται ως ένας από τους κατεξοχήν «οραματιστές ποιητές»[1], κατέχοντας περίοπτη θέση στον ελληνικό λογοτεχνικό κανόνα, παρά τη δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίστηκε αρχικά το έργο του[2]. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζει η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, ως το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό κείμενο στην Ελλάδα, ενώ ανάμεσα στα πεζά έργα του διακρίνεται το τολμηρό ερωτογράφημα Ο Μέγας Ανατολικός, που προκάλεσε αντιδράσεις για την ελευθεροστομία και το ερωτικό περιεχόμενό του. Σημαντικό τμήμα του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του.
Βιογραφία
Ο Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στη Μπραΐλα της Ρουμανίας. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη αγόρια, τον Μαρή, τον Δημοσθένη που πέθανε νέος και τον Κίμωνα. Ο πατέρας του, Λεωνίδας Α. Εμπειρίκος ήταν εφοπλιστής, γόνος παλαιάς οικογένειας ναυτικών με καταγωγή από την Άνδρο. Μαζί με τους αδελφούς του Μιχάλη και Μαρή Εμπειρίκο, υπήρξε ιδρυτής της Εθνικής Ατμοπλοΐας Ελλάδος (1939-1935), της Embiricos Brothers, της Byron Steamship Co. Ltd. καθώς και άλλων εταιρειών. Την περίοδο 1917-18 υπήρξε επίσης βουλευτής της κυβέρνησης Βενιζέλου και υπουργός Επισιτισμού. Η μητέρα του Ανδρέα Εμπειρίκου, Στεφανία, ήταν κόρη του Λεωνίδα Κυδωνιέως από την Άνδρο και της Ρωσίδας Σολωμονίς Κοβαλένκο, από το Κίεβο. Το 1902 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου και έξι χρόνια αργότερα στην Αθήνα. Την περίοδο 1912-17 φοίτησε στο γυμνάσιο της Σχολής Μακρή και στη συνέχεια υπηρέτησε τη θητεία του στο ναυτικό. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας αλλά σύντομα διέκοψε τις σπουδές του και μετακόμισε στη Λωζάνη, όπου είχε εγκατασταθεί η μητέρα του μετά το χωρισμό της από τον πατέρα του. Εκεί παρακολούθησε οικονομικά μαθήματα στο πανεπιστήμιο και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει για τα πρώιμα ποιητικά του έργα πως «η συναισθηματική του εκτόνωση σε στίχους είχε αρχίσει τόσο πρόωρα που σε ηλικία είκοσι χρονών να διαθέτει ήδη στο ενεργητικό του ένα πλήθος ποιήματα γραμμένα πάνω στ' αχνάρια των ποιητών που κάθε φορά τον γοήτευαν περισσότερο, κατ' εξοχήν του Κωστή Παλαμά»[3]. Την περίοδο 1921-25 εργάστηκε στην οικογενειακή ναυτιλιακή εταιρεία Byron Steamship Co. Ltd. του Λονδίνου και παράλληλα σπούδασε φιλοσοφία και αγγλική φιλολογία. Το 1926, ήρθε σε διάσταση με τον πατέρα του, και ταξίδεψε στο Παρίσι όπου αποφάσισε να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση. Κοντά στον Ρενέ Λαφόργκ, ο οποίος υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων, έκανε προσωπική και διδακτική ανάλυση. Συνδέθηκε με αρκετούς Γάλλους ψυχαναλυτές, μεταξύ αυτών και ο Φρουά Γουιτμάν, ο οποίος είχε ενδιαφέρον για την μοντέρνα ποίηση και περίπου το 1929, έφερε σε επαφή τον Εμπειρίκο με την ομάδα των υπερρεαλιστών.
Ο Εμπειρίκος επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931 και εργάστηκε για ένα διάστημα στα ναυπηγεία του πατέρα του, πριν παραιτηθεί έχοντας αποφασίσει να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση. Στις 25 Ιανουαρίου του 1935 έδωσε μία ιστορικά σημαντική διάλεξη «Περί συρρεαλισμού» στη Λέσχη Καλλιτεχνών, εισάγοντας ουσιαστικά τον υπερρεαλισμό στον ελληνικό χώρο. Για τον αντίκτυπό της, ο Ελύτης έγραψε πως η διάλεξη έγινε «μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν»[4]. Το Μάρτιο του ίδιου έτους εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, η οποία περιείχε 63 πεζόμορφα ποιήματα και τυπώθηκε στις εκδόσεις «Κασταλία». Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη, με τον οποίο επισκέφτηκε το σπίτι του ζωγράφου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη. Από το 1935, άρχισε να ασκεί την ψυχανάλυση ως επάγγελμα, αναγνωρισμένος από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση ως «διδάκων ψυχαναλυτής», ενώ παράλληλα αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, συνεχίζοντας τις προσπάθειες διάδοσης και υπεράσπισης του υπερρεαλισμού. Την περίοδο 5-29 Μαρτίου του 1936 οργάνωσε στο σπίτι του «Επίδειξη σουρρεαλιστικών έργων», η οποία περιλάμβανε έργα των Μαξ Ερνστ, Όσκαρ Ντομίνγκεζ και άλλων ζωγράφων, σπάνια βιβλία, πρώτες εκδόσεις υπερρεαλιστών, τα μανιφέστα του κινήματος και φωτογραφικό υλικό. Το 1938 μετέφρασε κείμενα του Αντρέ Μπρετόν στο τεύχος Υπερ(ρ)εαλισμός Α', ενώ ποιήματα από τη συλλογή του Ενδοχώρα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Παράλληλα, έως και το 1939, πραγματοποιούσε τακτικά ταξίδια στη Γαλλία, προκειμένου να διατηρεί τις επαφές του με τους Γάλλους υπερρεαλιστές.
Το 1940 παντρεύτηκε την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου με την οποία χώρισε το 1944. Στο διάστημα της κατοχής, ο Εμπειρίκος οργάνωνε στο σπίτι του συγκεντρώσεις φίλων λογοτεχνών, όπου διαβάζονταν αποσπάσματα των έργων τους καθώς και άλλων νέων συγγραφέων. Αρχικά οι συναντήσεις αυτές αφορούσαν λίγους στενούς φίλους του Εμπειρίκου, ωστόσο σύντομα διευρύνθηκαν και έφθασαν να περιλαμβάνουν έναν ευρύ κύκλο καλλιτεχνών, με συμμετοχή ποιητών όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νάνος Βαλαωρίτης και άλλοι. Κατά τα Δεκεμβριανά, στις 31 Δεκεμβρίου, συνελήφθη από την ΟΠΛΑ, πέρασε από ανάκριση και οδηγήθηκε μαζί με άλλους ομήρους που σχημάτιζαν φάλαγγα, στο χωριό Κρώρα. Κοντά στη Θήβα ο Eμπειρίκος διέφυγε και επέστρεψε στην Αθήνα. Το 1945 άρχισε να γράφει το τολμηρό μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε τα κείμενα Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης και Βεατρίκη ή Ένας έρωτας του Buffalo Bill. Δημοσίευσε επίσης ένα κείμενο για τον Νίκο Εγγονόπουλο στο περιοδικό Τετράδιο με τίτλο «Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου», ενώ τυπώθηκε και η Ενδοχώρα, από τις εκδόσεις του περιοδικού Τετράδιο. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1947 με την Βιβίκα Ζήση και το 1948 συμμετείχε στην πρώτη ελληνική ψυχαναλυτική ομάδα με τους Γιώργο Ζαβιτζιάνο και Δημήτρη Κουρέτα. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε ο θάνατος του πατέρα του στη Γενεύη. Το 1962 μαζί με τον Ελύτη και τον Γιώργο Θεοτοκά ταξίδεψαν στην Σοβιετική Ένωση ύστερα από πρόσκληση του Συνδέσμου «Ε.Σ.Σ.Δ. – Ελλάς», προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τους πνευματικούς ανθρώπους της Σοβιετικής Ένωσης και να αποκτήσουν εικόνα για τα δρώμενα στη χώρα. Ο Εμπειρίκος κατέγραψε τις εμπειρίες του σε ημερολόγιο ενώ μετά το ταξίδι αυτό έγραψε το ποίημα Ες Ες Eς Ερ Ρωσσία.
Το 1963 πραγματοποίησε μια ομιλία αφιερωμένη στο Νίκο Εγγονόπουλο, στην αίθουσα του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου, με την ευκαιρία της ατομικής έκθεσης του ζωγράφου. Τον επόμενο χρόνο ολοκλήρωσε το μακροσκελές επικό ποίημα Η άσπρη φάλαινα (παραλλαγαί στο μέγα θέμα του Moby-Dick του Herman Melville), απόσπασμα του οποίου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Συντέλεια (1991), ενώ τρία χρόνια αργότερα ξεκίνησε τη συγγραφή του [Άρμαλα ή] Εισαγωγή σε μία πόλι, κείμενο που θα αποτελούσε την εισαγωγή ενός νέου μυθιστορήματος, το οποίο όμως δεν ολοκληρώθηκε. Στις 26 Ιανουαρίου 1971 έδωσε διάλεξη στο Κολέγιο Αθηνών για την μοντέρνα ποίηση και το 1973 μίλησε για το έργο του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Την χρονιά αυτή σημειώθηκε και ο θάνατος της μητέρας του. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πέθανε στην Κηφισιά στις 3 Αυγούστου 1975, σε ηλικία 74 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα. Μετά το θάνατό του, εκδόθηκε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός (1990-1992) σε οκτώ τόμους. Το 2001, με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με τον εορτασμό του Έτους Εμπειρίκου, που συνοδεύτηκε από πολυάριθμες τιμητικές εκδηλώσεις, με σκοπό την επανεξέταση και προβολή του έργου του.

Λογοτεχνία
Η εμφάνιση του Εμπειρίκου στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1935, με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του, Υψικάμινος, η οποία κυκλοφόρησε σε διακόσια πενήντα αντίτυπα που εξαντλήθηκαν. Κατά τον ίδιο, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού προκλήθηκε διότι το έργο θεωρήθηκε «σκανδαλώδες, γραμμένα από έναν παράφρονα»[5]. H Υψικάμινος έχει χαρακτηριστεί ως το πρώτο δημοσιευμένο υπερρεαλιστικό ποιητικό κείμενο στην Ελλάδα[6], το οποίο αντιπροσωπεύει την κατεξοχήν «λυρική» περίοδο του Εμπειρίκου[7]. Κατά τον ίδιο τον Εμπειρίκο υπήρξε η πρώτη πραγματική εκδήλωση και πράξη του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα[8]. Η συλλογή περιέχει 63 πεζόμορφα ποιήματα, μικρής έκτασης και χαρακτηρίζεται από την ιδιοτυπία της γλώσσας του Εμπειρίκου, με λόγιους τύπους και σχηματισμούς. Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, Ενδοχώρα, εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, αν και η έκδοσή της είχε αναγγελθεί από το 1937. Περιέχει 112 ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1934-7 και χαρακτηρίζεται από εμφανείς διαφορές σε σύγκριση με την Υψικάμινο, τόσο στη μορφή των ποιημάτων όσο και στη «λογικότερη» χρήση της γλώσσας και τη συνακόλουθη θεματική τους καθαρότητα[9]. Σε αντίθεση με την Υψικάμινο που αντιμετωπίστηκε με ειρωνεία και χλευασμό από τους περισσότερους κριτικούς, η Ενδοχώρα επαινέθηκε και υπήρξε δημοφιλέστερη, ωστόσο και οι δύο συλλογές άσκησαν αποφασιστική επίδραση σε σύγχρονους λογοτέχνες, κυρίως στον Οδυσσέα Ελύτη, στο Νικόλαο Κάλα, στο Νίκο Γκάτσο και στο Νίκο Εγγονόπουλο[10].
Το 1960 τυπώθηκαν τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, έργο που από τον τίτλο του μαρτυρά τον μυθοποιητικό χαρακτήρα του. Γράφτηκε κατά τη δεκαετία 1936-46 και ορισμένα αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Γράμματα πριν την έκδοση του. Αποτελείται από τρεις ενότητες που τιτλοφορούνται Μυθιστορίαι, Τα γεγονότα και εγώ και Πρόσωπα και Έπη αντίστοιχα, περιέχοντας αφηγηματικά κείμενα σχετιζόμενα περισσότερο με τον πεζό λόγο. Οι μυθιστορίες ανακαλούν το ρομάντζο των ελληνιστικών χρόνων και το ερωτικό ιπποτικό μυθιστόρημα των Βυζαντινών, ενώ η δεύτερη ενότητα της συλλογής αποτελείται από μυθοποιημένες ιστορίες με κεντρικό πρωταγωνιστή ή αφηγητή το συγγραφέα τους. Στην μεγαλύτερη σε έκταση ενότητα Πρόσωπα και Έπη, οι εξιστορήσεις επικεντρώνονται γύρω από ιστορικά πρόσωπα ή μυθολογικά θέματα, μαρτυρώντας τη στροφή του Εμπειρίκου στην ελληνική παράδοση και λογοτεχνία.
Εκδοτικά μεταγενέστερο των Γραπτών υπήρξε το πρώτο μεγάλο αφηγηματικό κείμενο του Εμπειρίκου, με τίτλο Αργώ ή Πλους αεροστάτου. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1964-5, στο περιοδικό Πάλι και μεταφράστηκε τον ίδιο χρόνο από τον Michel Saunier στο γαλλικό περιοδικό Mercure de France. Η έκδοση του συνέβη με σημαντική καθυστέρηση το 1980. Η συγγραφή της Αργώς τοποθετείται πριν τη συλλογή των Γραπτών ή τουλάχιστον παράλληλα με αυτή. Το έργο πραγματεύεται δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες και φέρει πιο καθαρά δείγματα της μεταγενέστερης πορείας που ακολούθησε ο Εμπειρίκος, σε ό,τι αφορά την διακήρυξη ενός κοσμικού και ιδεολογικού συστήματος για τη δημιουργία ενός ελεύθερου, αταξικού και ερωτικά απελευθερωμένου κόσμου[11]. Η ποιητική συλλογή Οκτάνα εκφράζει επίσης ένα συγκροτημένο φιλοσοφικό και κοσμικό σύστημα, πραγματευόμενη τον έρωτα, το θάνατο και το όραμα ενός νέου κόσμου ως βασικά θέματα. Αποτελείται από 31 πεζά κείμενα, λυρικής διάθεσης, τα οποία καλύπτουν μία μεγάλη χρονική περίοδο, γραμμένα από το 1942 μέχρι το 1965. Στο κείμενο της συλλογής με τίτλο Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα (1965), ο Εμπειρίκος αναφέρεται στη δημιουργία μίας νέας πόλης που θα ονομαστεί Οκτάνα, συνοψίζοντας τις αρχές μιας «ερωτικής, φροϋδικής φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη σεξουαλική επιθυμία» και με προτεραιότητα στην καθαρά πνευματική λειτουργία της ποίησης[12]. Η Οκτάνα έχει χαρακτηριστεί ως η υπέρτατη διακήρυξη τού Εμπειρίκου και οριακό πιστεύω του[13], ενώ όπως ο ίδιος ο Εμπειρίκος τονίζει, αποτελεί μια ουτοπική παγκόσμια πολιτεία «όχι πολιτικής μα ψυχικής ενότητος με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνη εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμό εκάστου»[14]. Στην ίδια συλλογή περιέχονται τέσσερα πεζά ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1963-4, με αναφορές σε ποιητές της μπητ γενιάς, που φανερώνουν την ιδεολογική του συγγένεια με τα ειρηνιστικά αλλά και αναρχικά κηρύγματά της[15]. Στο ποίημα Οι Μπεάτοι ή της μή συμμορφώσεως οι Άγιοι, ο Εμπειρίκος αναφέρεται εκτενώς σε λογοτεχνικούς ομοϊδεάτες του ή άλλες μορφές που του άσκησαν επίδραση, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τους Τζακ Κέρουακ, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Ε. Α. Πόε, Σίγκμουντ Φρόυντ, Μαρξ, Χένρυ Μίλλερ, Νίτσε, Βίκτωρ Ουγκό, Σικελιανό, Λένιν και Κ.Π. Καβάφη.
Το 1984 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη μίας συλλογής με τον τίτλο Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες δόθηκαν για πρώτη φορά στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Τραμ (1976), όπου δημοσιεύτηκε το ποίημα της συλλογής με τίτλο Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας, χρονολογημένο το 1966. Ποιήματα από την ίδια συλλογή δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1965 στο περιοδικό Πάλι (τεύχος 5, σελ. 336-342). Θεωρείται πως η συλλογή συγκροτήθηκε την περίοδο 1965-72, χωρίς όμως να εγκαταλείψει ο Εμπειρίκος το χειρόγραφό του μέχρι το τέλος της ζωής του[16]. H μορφή και η θεματολογία του έργου βρίσκεται πλησιέστερα σε εκείνες της Ενδοχώρας. Το μοναδικό μυθιστόρημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, το οκτάτομο έργο Ο Μέγας Ανατολικός, δημοσιεύτηκε την περίοδο 1990-92 και συνιστά ένα από τα πλέον τολμηρά και ογκώδη μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Εμπειρίκος επεξεργάστηκε το έργο από το 1945 σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αν και ελάχιστες μαρτυρίες για αυτό ή αποσπάσματά του εμφανίστηκαν δημόσια μέχρι την έκδοσή του. Χαρακτηρίστηκε ως το μείζον έργο του και έγινε αποδεκτό με άκρατο ενθουσιασμό ή βίαιη επίκριση, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εξαιτίας της ελευθεροστομίας του και του ερωτικού περιεχομένου του.
Το 1995, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από το θάνατό του, εκδόθηκε αυτοτελώς το ποίημα Ες-ες-ες-ερ Ρωσία, το οποίο αποτελεί ένα είδος χρονικού της επίσκεψης του στη Ρωσία, το Δεκέμβριο του 1962. Το ποίημα είναι αξιοσημείωτο ως πηγή αυτοβιογραφικών στοιχείων, πολιτικό σχόλιο της εποχής στην οποία γράφτηκε, αλλά και ως ιστορικό ντοκουμέντο[17]. Το 1998 εκδόθηκε το πεζό Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, έργο που εντάσσεται στα πλαίσια μίας ανέκδοτης τριλογίας του Εμπειρίκου με τίτλο Τα Χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων, στην οποία περιλαμβάνονται η Αργώ ή Πλους αεροστάτου και το πεζό Βεατρίκη ή Ένας Έρωτας του Buffalo Bill. Η συγγραφή της Ζεμφύρας ολοκληρώθηκε στις 15 Ιουνίου του 1945, όπως δηλώνεται στο τέλος του έργου, δεν γνωρίζουμε όμως πότε άρχισε. Μαζί με την Αργώ θεωρείται «δορυφόρος» του Μεγάλου Ανατολικού, μεταφέροντας σε σμίκρυνση τη μεγάλη τοιχογραφία του τελευταίου[18], αν και ως κείμενα διατηρούν την ανεξαρτησία τους, διαθέτοντας πρωτότυπα θέματα. Η Ζεμφύρα πραγματεύεται τον έρωτα ενός λιονταριού και της θηριοδαμάστριάς του, θέμα που μπορεί να ανιχνευτεί για πρώτη φορά στο ποίημα Λέοντες ωρυόμενοι επί στήθους παρθένου της Υψικαμίνου[19]. Ο ελληνικός μύθος της Πασιφάης, που υπήρξε βασίλισσα της Κρήτης και μητέρα του Μινώταυρου, απασχόλησε ελάχιστα τους νεότερους Έλληνες ποιητές, ωστόσο ο Εμπειρίκος τον συνέδεσε με το κεντρικό θέμα του έργου του, που αφορά στον παρά φύση έρωτα της Ζεμφύρας.


Ψυχανάλυση
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας ψυχαναλυτής, που εξάσκησε την ψυχανάλυση κατά την περίοδο 1935-50[20], σε μία εποχή απαξίας της εκ μέρους της ελληνικής διανόησης[21]. Υπήρξε επίσης ο πρώτος Έλληνας ψυχαναλυτής που αναγνωρίστηκε από τη Γαλλική Ψυχαναλυτική Εταιρεία, και κατ' επέκταση από την Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση, ως «διδάσκων ψυχαναλυτής»[22]. Μαζί με τον ψυχαναλυτή και ιδρυτή της ισπανόφωνης υπερρεαλιστικής ομάδας, Άλντο Πελεγκρίνι (1903-73), αποτελούν μοναδικές περιπτώσεις εισηγητών της ψυχανάλυσης και υπερρεαλιστικών ομάδων ταυτόχρονα.
H ενασχόλησή του Εμπειρίκου με την ψυχανάλυση ξεκίνησε την περίοδο των σπουδών του στη Γαλλία, κατά την οποία συνδέθηκε με τον Ρενέ Λαφόργκ, έναν από τους ιδρυτές της γαλλικής ψυχανάλυσης. Αναλύθηκε τρία χρόνια στον Λαφόργκ και ήρθε σε επαφή με πολλούς Γάλλους ψυχαναλυτές[23]. Ως εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, ξεκίνησε να την εξασκεί το 1935 στην Αθήνα, σχηματίζοντας μαζί με τους ψυχιάτρους Δημήτριο Κουρέτα και Γεώργιο Ζαβιτζιάνο μία μικρή ομάδα ενδιαφερόμενων, σε άμεση επαφή και συνεργασία με την Μαρία Βοναπάρτη, η οποία, όπως σημειώνει ο Εμπειρίκος συμμετείχε στους «αγώνες των πρώτων ορθοδόξων Ελλήνων ψυχαναλυτών»[24]. Στις πρώτες προσπάθειες της ομάδας συμμετείχε επίσης ο γλωσσολόγος Μανόλης Τριανταφυλλίδης[21], αν και μόνο ο Εμπειρίκος πρότεινε τυπικές ψυχαναλύσεις ενηλίκων νευρωτικών, για τις οποίες, καθώς φαίνεται, δεν είχε αλληλεπίδραση με κανέναν άλλο ειδικό στην Ελλάδα. Παράλληλα, ενημερωνόταν μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία, διατηρώντας επαφή με Γάλλους ψυχαναλυτές και ταξιδεύοντας συστηματικά στο Παρίσι για επαγγελματικούς σκοπούς[25]. Το 1949 συμμετείχε επίσης στο πρώτο συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας στη Ζυρίχη. Ο πρώτος πυρήνας των Ελλήνων ψυχαναλυτών έτυχε εν γένει ευνοϊκής μεταχείρισης από την Ψυχαναλυτική Εταιρεία του Παρισιού και το 1950 οι Εμπειρίκος, Ζαβιτζιάνος και Κουρέτας έγιναν μέλη της. Για το σκοπό αυτό, ο Εμπειρίκος έγραψε, ως όφειλε, την πολυσέλιδη κλινική μονογραφία, με τίτλο Μία περίπτωσις ιδεοψυχαναγκαστικής νευρώσεως με πρόωρες εκσπερματώσεις, η οποία δημοσιεύτηκε στη Γαλλική Ψυχαναλυτική Επιθεώρηση (πρωτότυπος τίτλος: Un cas de névrose obsessionnelle avec éjaculations précoces, Revue Française de Psychanalyse, τόμ. XIV, αρ. 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1950, σσ. 331-366) και αποτελεί μία πλήρη περιγραφή της θεραπείας ενός αρρώστου που ψυχαναλύθηκε από τον Εμπειρίκο. Για την συνολική προσφορά του στην ψυχανάλυση, αναφέρεται πως «κατά τον Ζακ Λακάν υπήρξε πρωτοπόρος στην ανάλυση των νευρώσεων»[26], ενώ κατά τον Γ. Ζαβιτζιάνο διέκρινε ότι «οπισθοδρόμηση στο ναρκισσιστικό στάδιο δεν σημαίνει ότι πρόκειται αναμφισβήτητα περί σχιζοφρένειας», υποδιαιρώντας την άποψη της ναρκισσιστική νευρώσεως[27]. O Εμπειρίκος διέκοψε την πρακτική της ψυχανάλυσης τον Απρίλιο του 1951, ωστόσο συνέχισε να αποτελεί μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60.


Φωτογραφία
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ασχολήθηκε συστηματικά με τη φωτογραφία, φέρνοντας, κατά τον Ελύτη, εις πέρας το έργο του «με τη δεξιοτεχνία και την επιμονή μανιακού»[28]. Ως «μανιώδη φωτογράφο» τον χαρακτήρισε επίσης ο φίλος του, Δ. Ι. Πολέμης[29]. Κατά τον γιο του, Λεωνίδα Εμπειρίκο, «κυκλοφορούσε πάντα με [φωτογραφική] μηχανή, συχνά με δύο, ενίοτε και με τρεις»[30]. Το φωτογραφικό του έργο είναι εξαιρετικά πλούσιο, πολύμορφο και ποιοτικά άνισο. Χρονολογείται από το 1919, όταν σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εμφάνισε τις πρώτες φωτογραφίες του, ως επί το πλείστον οικογενειακές, αν και για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε άγνωστο. Χωρίζεται συνήθως σε τρεις κατηγορίες που περιλαμβάνουν τις φωτογραφίες της προπολεμικής περιόδου, της μεταπολεμικής καθώς και μία σειρά φωτογραφιών του γιου του, από το 1957 έως το 1974. Τα θέματα που απεικόνισε είναι μεικτά και περιλαμβάνουν αναμνηστικές φωτογραφίες, τοπία στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σκηνές δρόμου (κυρίως από το Παρίσι και το Λονδίνο), προσωπογραφίες οικείων προσώπων, γυμνά, νεκρές φύσεις καθώς και άλλες φωτογραφίες υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν επίσης οι φωτογραφίες μικρών κοριτσιών, αποκαλούμενα συχνά στο έργο του ως παιδίσκες. Οι περισσότερες από αυτές είναι τραβηγμένες ευκαιριακά, στο δρόμο, ενώ ορισμένες είναι αποτέλεσμα πιο εντατικής φωτογράφισης[31] και μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες δημιουργίες του Λιούις Κάρολ.
Το 1955 οργάνωσε μία ατομική έκθεση, στην αίθουσα «Ιλισσός», η οποία διήρκεσε από τις 22 Ιανουαρίου έως τις 12 Φεβρουαρίου. Αυτή υπήρξε η μοναδική δημόσια παρουσίαση φωτογραφιών του, ενόσω ήταν εν ζωή, κατά την οποία εκτέθηκαν περίπου 210 ασπρόμαυρα έργα, τα περισσότερα από τα οποία προσφέρονταν προς πώληση[32]. Ο Εμπειρίκος έδειξε ισχυρό ενδιαφέρον για τις τεχνικές εξελίξεις στη φωτογραφία, ενώ θεωρείται επίσης πιθανό πως εξέφραζε παράλληλα και ένα ειδικότερο θεωρητικό ενδιαφέρον. Ήταν κάτοχος αξιόλογου εξοπλισμού, μεταχειριζόμενος μεγάλο αριθμό φωτογραφικών μηχανών, ωστόσο παρά την επιθυμία του να οργανώσει ένα σκοτεινό θάλαμο για ιδιωτική χρήση, τελικά δεν τα κατάφερε, πιθανώς λόγω έλλειψης κατάλληλου χώρου. Από το 1951, τις εκτυπώσεις των φωτογραφιών του αναλάμβανε ένα επαγγελματικό εργαστήριο, συνήθως κατόπιν λεπτομερών οδηγιών του Εμπειρίκου.


Κριτική και αποτίμηση
Ο Εμπειρίκος, όπως και συνολικά ο ελληνικός υπερρεαλισμός, αντιμετώπισε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ειδικότερα τη δεκαετία 1935-45, σκληρή κριτική, συχνά στα όρια του χλευασμού. H έκδοση της Υψικαμίνου συνοδεύτηκε από σύντομες αναφορές στον τύπο της εποχής, πολλές από τις οποίες βρίσκονταν στα όρια της ειρωνείας. Ο Στρατής Μυριβήλης, στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, το περιέγραψε ως εύθυμο και πολύτιμο βιβλίο τέρψεως για οικογενειακές συναναστροφές[33], ενώ αργότερα υπήρξε περισσότερο ειρωνικός στην κριτική του. Μέσα από την Υψικάμινο, ο Κώστας Ουράνης αναγνώρισε στο πρόσωπο του Εμπειρίκου τον «πρώτο και μοναδικό αντιπρόσωπο του συρρεαλισμού στην Ελλάδα», αναγνωρίζοντας όμως στο έργο του, την «παγερή λαμπρότητα του στείρου και του ανωφελούς»[33]. Ένα χρόνο αργότερα, ο Κ. Μπαστιάς αναφέρθηκε στο «μοναδικό λεκτικό πλούτο» και κάποια «φραστική μυστικότητα» του έργου»[34]. Συνολικά, η Υψικάμινος αντιμετωπίστηκε λιγότερο ως ποιητικό γεγονός και περισσότερο ως παραδοξολογία που παραμελήθηκε και σχεδόν χλευάστηκε[35]. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, στο κριτικό του κείμενο Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελπμασάν εκφράστηκε αρνητικά απέναντι στους κριτικούς, ομολογώντας πως δεν έτρεφε συμπάθεια απέναντί τους[36]. Μεγάλο μέρος της πρώιμης κριτικής που του ασκήθηκε ήταν συνυφασμένη με την αμήχανη και επιφυλακτική στάση απέναντι στο ίδιο το κίνημα του υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος σχολίασε τη στάση αυτή, αναφερόμενος το 1939 σε επιφυλάξεις «χαρακτηριστικές της λιποψυχίας των κριτικών για όσα αποτελούν τη σπονδυλική στήλη και την ουσία της [υπερρεαλιστικής] θεωρίας», θεωρώντας πως οι περισσότεροι δεν κατανόησαν το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον υπερρεαλισμό[37].

Η στερεότητα και σφριγηλότητα του εμπειρίκειου ύφους, το ποσοστό της θετικότητας που περιέχει, μια ενέργεια και δομή που ξεπερνάει τα όρια του ελληνοκεντρισμού κι απλώνει την υποβλητικότητά της στην υφήλιο, πλησιάζει τον τόνο και τον δραστήριο και εικονοβριθή λυρισμό του Απολλιναίρ, με το έντονα συγκινησιακό του στοιχείο, και με ρυθμούς πρωτάκουστους στην ελληνική γλώσσα.
Νάνος Βαλαωρίτης, Ανδρέας Εμπειρίκος (1989)

Η έκδοση της Ενδοχώρας το 1946, συνοδεύτηκε από περισσότερο ευμενείς κριτικές παρουσιάσεις, όπως του λογοτέχνη Αντρέα Καραντώνη, του Ασημ. Πανσέληνου και του Αιμ. Χουρμούζιου. Ο πρώτος χαρακτήρισε τον Εμπειρίκο ως τον πιο ολοκληρωμένο σύγχρονο διονυσιακό ποιητή, συγκρίνοντάς τον με την περίπτωση του Σικελιανού και επισημαίνοντας ειδικότερα πως αντικατέστησε τον μυθολογικό αρχαϊσμό του με την ρεαλιστική παρουσία του φροϋδικού πανερωτισμού[38]. Ανάλογη κριτική άσκησε αργότερα και ο Νάνος Βαλαωρίτης, συνδέοντας το έργο του Εμπειρίκου με εκείνο του Σικελιανού, ως προς τις συγκεκριμένες ιδεολογίες που ο καθένας προέβαλε στο έργο του – ο Σικελιανός τον μυστικισμό και ο Εμπειρίκος τον υπερρεαλισμό – κατατάσσοντας τους στο «διονυσιακό» τομέα της ποίησης[39]. Ο Καραντώνης αναφέρθηκε επίσης στον «γλωσσικό εξωτισμό» τού Εμπειρίκου, τον οποίο παρουσίασε ως έναν από τους νεοτεριστές της ελληνικής ποίησης. Στο ίδιο πνεύμα, ο Πανσέληνος αναγνώρισε στην Ενδοχώρα αρετές όπως ο λυρισμός της, η εντέλεια στην έκφραση και η ελληνικότητά της, απορρίπτοντας συγχρόνως την ερμητικότητα, τον ατομισμό και το λογιοτατισμό της, κατατάσσοντας τη συλλογή στην «ποίηση της παρακμής»[33]. Ο Χουρμούζιος αναγνώρισε, με τη σειρά του, τους λυρικούς εκφραστικούς τρόπους του Εμπειρίκου, άρρηκτα συνδεδεμένους με το διονυσιακό ή βακχικό στοιχείο, καλώντας τον ωστόσο να αποστατήσει από το ποιητικό του ιδεώδες[40]. Η Ενδοχώρα κατέχει ιδιαίτερη θέση ακόμα και για τους νεότερους κριτικούς, έχοντας χαρακτηριστεί ως το υψηλότερο σημείο της ποιητικής παραγωγής του Εμπειρίκου, περιέχοντας τα αρτιότερα και περισσότερο ολοκληρωμένα ποιήματα[41].
Για μεγάλο διάστημα, το ποιητικό έργο τού Εμπειρίκου αγνοήθηκε, όχι μόνο στους ελληνικούς λογοτεχνικούς κύκλους, αλλά και στους κύκλους των υπερρεαλιστών εκτός Ελλάδας, όπου παρέμεινε πρακτικά άγνωστο[42]. Σημαντική συμβολή στην αποδοχή του είχε η συμφιλίωση της «συντηρητικής» κριτικής με τον υπερρεαλισμό – με σημείο αναφοράς το άρθρο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου «Συμφιλίωση με τον συρρεαλισμό» (1938) – η οποία ευνοήθηκε επίσης από τα μετριοπαθή δείγματα γραφής του ελληνικού υπερρεαλισμού, όπως επιχειρήθηκε να πραγματωθεί με τη συνεισφορά άλλων λογοτεχνών, όπως του Ελύτη με τις συλλογές Προσανατολισμοί και Σποράδες, του Νίκου Γκάτσου με την Αμοργό, αλλά και την Ενδοχώρα του ίδιου τού Εμπειρίκου, που θεωρήθηκε πως απομακρυνόταν από τον «ακραίο» υπερρεαλισμό της Υψικαμίνου. Μετά το θάνατο του Εμπειρίκου η αποδοχή τού έργου του έγινε σχεδόν καθολική[43], και ο ίδιος θεωρήθηκε μία από τις μείζονες παρουσίες στη νεοελληνική ποίηση, χωρίς ωστόσο να τύχει ανάλογης αναγνώρισης με άλλους ποιητές της Γενιάς του '30, όπως ο Γιώργος Σεφέρης ή ο Οδυσσέας Ελύτης. Η νεότερη κριτική τοποθέτησε τον Εμπειρίκο στην κορυφή της ιεραρχίας του ελληνικού υπερρεαλισμού, χωρίς ωστόσο να θεωρούνται πλήρως δεδομένοι οι δεσμοί του με τις προγραμματικές αρχές του υπερρεαλισμού[43].
Αν και ο Εμπειρίκος δεν επιχείρησε να διευκολύνει την κατανόηση του έργου του ή να το εξηγήσει μέσα από θεωρητικά κείμενα, για τη μέθοδο που ακολούθησε και τους βασικούς άξονες της ποιητικής του, σημαντικές πληροφορίες αντλούνται από το κείμενο που έγραψε αντί προλόγου στα Γραπτά, με τίτλο Αμούρ-Αμούρ. Στο προλογικό αυτό κείμενο, ο Εμπειρίκος εκθέτει ουσιαστικά την υπερρεαλιστική τεχνική που ο ίδιος αφομοίωσε, στην προσπάθειά του να συμπεριλάβει στα ποιήματά του όλα τα στοιχεία που στην καθιερωμένη ποίηση αποκλείονται[44], δηλώνοντας παράλληλα πως βοηθήθηκε στην ταχεία κατανόηση του υπερρεαλισμού από τις ψυχαναλυτικές γνώσεις του και τη φιλοσοφία του Φρίντριχ Ένγκελς. Αν και χρησιμοποίησε την αυτόματη γραφή, δεν περιορίστηκε σε αυτή. Υπό την έννοια της αυστηρής εφαρμογής του υπερρεαλιστικού αυτοματισμού, ο Εμπείρικος δεν θεωρούσε πως τα έργα του, πέραν μίας ημερομηνίας, ήταν υπερρεαλιστικά, ωστόσο κατά τον ίδιο, εξακολούθησε να διατηρεί ένα σύνδεσμο με τον υπερρεαλισμό μέσα από μία ελεγχόμενη – όχι απαραίτητα λογική – χρήση της γλώσσας[45]. Σύμφωνα με τον Ελύτη, στο βαθμό που εφάρμοσε τον αυτοματισμό, ο Εμπειρίκος το επιχείρησε όχι τόσο για να «αφεθεί στη ροή του ασυνειδήτου, όσο για να θέσει υπό αμφισβήτηση θεμελιακούς νόμους της λειτουργίας μας», ώστε τοποθετώντας σε ίση μοίρα το λογικό και το παράλογο, να εξαλείψει «τις διακρίσεις που ανέκαθεν στήριξαν την Ελληνο-Δυτική διανόηση»[46].

Σε αντιστάθμισμα, η ιδιάζουσα καθαρεύουσα που μεταχειρίζεται και ο ενδυματολογικός εξωτισμός των ηρώων του συντίθενται με τόσον έξοχον τρόπο που θυμίζουν τις καλύτερες επιτυχίες της χαροκολλητικής του Μαξ Ερνστ.
Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1979)

Η γλώσσα της ποιητικής του Εμπειρίκου αποτέλεσε επίσης στοιχείο κριτικής ανάλυσης. Ο ίδιος αναφερόταν στη χρήση της καθαρεύουσας ως μία φυσική συνέπεια της εκπαίδευσής του, θεωρώντας τα εκφραστικά του μέσα στη δημοτική ως ακαδημαϊκά και «ψεύτικα»[45]. Κατά τον Ελύτη, η καθαρεύουσα προσφερόταν ως μέσο που τον διευκόλυνε να συμπαραθέτει εκφραστικούς τύπους διαφορετικών στρωμάτων και προελεύσεων[47]. Σύμφωνα με τον Γκυ Σωνιέ, η φωνητική και η μορφολογία του Εμπειρίκου είναι πολύ συχνά λόγιες, ωστόσο η βάση της σύνταξής του είναι σαφώς δημοτική[48]. H λεξιπλαστική ικανότητά του έχει επίσης τονιστεί, ειδικότερα η τάση του να χρησιμοποιεί δημοτικές καταλήξεις σε λόγιες λέξεις, πλάθοντας επίσης λόγιες λέξεις πάνω σε λαϊκές ρίζες ή ακόμα και βωμολοχίες[49]. Η «μεικτή» γλώσσα του Εμπειρίκου επιτρέπει κατά συνέπεια την αξιοποίηση του πλούτου της νεοελληνικής γλώσσας, πέραν των ορίων δημοτικής και καθαρεύουσας[50], θέτοντας στην υπηρεσία της εκφραστικότητας την ελεύθερη χρήση όλων των δυνατοτήτων της[51].
Ορισμένοι μελετητές του έργου του έχουν επισημάνει τη χρήση αναγραμματισμών [52][53], ενώ ως ιδιαίτερα δυσεπίλυτοι αναγραμματισμοί θεωρούνται όσοι εμφανίζονται στο ποίημα Η νήσος των Ροβινσώνων, που περικλείεται στη συλλογή Οκτάνα[54]. Χρήση αναγραμματισμών θεωρείται πως γίνεται επίσης στο ποίημα Οι χαρταετοί (Οκτάνα)[55], στο «Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα», από το ποίημα Στροφές Στροφάλων της Ενδοχώρας[56], καθώς και στα ποιήματα «Τορανίνα Εχμπατομβία» (Υψικάμινος) και «Μεγαμπέρχα» (Ενδοχώρα)[57].


Ποίηση
  • Υψικάμινος (1935)
  • Ενδοχώρα (1945)
  • Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (1960)
  • Οκτάνα (1980)
  • Aι Γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες (1984)
  • Ες Ες Eς Ερ Ρωσσία (1995)
Πεζά
  • Αργώ ή Πλους αεροστάτου (1980)
  • Ο Μέγας Ανατολικός (1990-92)
  • Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης (1998)
  • Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου, διάλεξη για τον Νίκο Εγγονόπουλο (1999)
Φωτογραφία
  • Φωτοφράκτης (2001)
  • Η Άνδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου (2004)
  • Ταξίδι στη Ρωσσία (2001). Ημερολόγιο και φωτογραφίες (Δεκέμβριος 1962)
Ψυχολογία
  • Μια Περίπτωσις Ιδεοψυχαναγκαστικής Νευρώσεως με Πρόωρες Εκσπερματώσεις και Άλλα Ψυχαναλυτικά Κείμενα (2001)
Σημειώσεις
  1. Γ. Γιατρομανωλάκης, "Αποκάλυψη και αναγέννηση στον Α. Εμπειρίκο", Χάρτης, τ. 17/18, Νοέμβριος 1985, σελ. 649
  2. Νάσος Βαγενάς, "Ελλειμμα νηφαλιότητας: Επίλογος στο Ετος Εμπειρίκου", Το ΒΗΜΑ, 23 Δεκεμβρίου 2001, σελ. B55, κωδικός άρθρου: B13450B551
  3. Οδυσσέας Ελύτης, Εν Λευκώ, εκδ. Ίκαρος, στ' έκδοση, σ. 126 ή Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1980
  4. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987
  5. Ανδρομάχη Σκαρπαλέζου, Συνέντευξη με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, Αθήνα, Μάρτιος 1967, Ηριδανός, 4, σελ. 15
  6. Νάνος Βαλαωρίτης, "Μερικές σκέψεις γύρω από το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου", Η Λέξη, τ. 10, Δεκέμβριος 1981
  7. Γιατρομανωλάκης, 55
  8. Ανδρέας Εμπειρίκος, Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, Άγρα, γ' ανατύπωση 1988, σελ. 14
  9. Γιατρομανωλάκης, 77
  10. Βαλαωρίτης, 89
  11. Γιατρομανωλάκης, 142
  12. Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, "Ανδρέας Εμπειρίκος: Από την πρωτοπορία των ποιητών στην παράδοση των ειρώνων", ΤΑ ΝΕΑ, 20 Νοεμβρίου 1999, σελ. N30, κωδικός άρθρου: A16597N301
  13. Γιατρομανωλάκης, 149
  14. Ανδρέας Εμπερίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος, 1993, σελ. 78
  15. Γιατρομανωλάκης, 171
  16. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες, Επίμετρο, Άγρα, 1984, σσ. 160-61.
  17. Βλ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ες-ες-ες-ερ Ρωσσία, Σημείωση του επιμελητή, Άγρα, 1995, σελ. 7.
  18. Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, Ύψιλον, β' έκδοση 1980, σελ. 65.
  19. Βλ. Ανδρέας Εμπειρίκος, Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, Σημείωμα του επιμελητή Γ. Γιατρομανωλάκη, Άγρα, 1998, σελ. 37.
  20. Θανάσης Τζαβάρας, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Ψυχανάλυση, «Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας», 1981, 5, σελ. 80-88.
  21. 21,0 21,1 Θανάσης Τζαβάρας, Μια Περίπτωσις Ιδεοψυχαναγκαστικής Νευρώσεως με Πρόωρες Εκσπερματώσεις και Άλλα Ψυχαναλυτικά Κείμενα, Επίμετρο: Υπερωκεάνιος πλους και Ψυχαναλυτικός Περίπλους, σελ. 226.
  22. Θανάσης Τζαβάρας, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Ψυχανάλυση ΙΙ, Χάρτης, 17/18, σελ. 566-76, 1985
  23. Ανδρομάχη Σκαρπαλέζου, Συνέντευξη με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, Αθήνα, Μάρτιος 1967, Ηριδανός, 4, σελ. 13-15.
  24. Ανδρέας Εμπειρίκος, Μια Περίπτωσις Ιδεοψυχαναγκαστικής Νευρώσεως με Πρόωρες Εκσπερματώσεις και Άλλα Ψυχαναλυτικά Κείμενα, "Βιογραφικόν Σημείωμα Μαρίας Βοναπάρτου", Άγρα, 2001, σελ. 208.
  25. Θανάσης Τζαβάρας, Μια Περίπτωσις Ιδεοψυχαναγκαστικής Νευρώσεως με Πρόωρες Εκσπερματώσεις και Άλλα Ψυχαναλυτικά Κείμενα, Επίμετρο: Υπερωκεάνιος πλους και Ψυχαναλυτικός Περίπλους, σελ., 226-7.
  26. Θανάσης Τζαβάρας, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Ψυχανάλυση ΙΙ, Χάρτης, 17/18, σελ. 570, 1985. Βλ. επίσης A. Biro et R. Passeron, Dictionnaire general du surréalisme et de ses environs, P.U.F., 1982, σελ. 144-5.
  27. H λέξη, τ. 10, Δεκέμβριος 1981, σελ. 771.
  28. Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, εκδ. Ύψιλον, β' έκδοση, σελ. 71.
  29. Δημήτρης Καλοκύρης, "Ο φωτογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος", Έτος Εμπειρίκου 2001.
  30. Γιάννης Σταθάτος, Φωτοφράκτης, Εισαγωγή, σελ. 16
  31. ό.π., σελ. 20.
  32. Βλ. σχετικά Δημήτρης Καλοκύρης, "Ανδρέας Εμπειρίκος, ο φωτογράφος", περιοδικό Φωτογράφος, τ. 10, Ιούλιος-Αύγουστος 1991, σελ. 48-53.
  33. 33,0 33,1 33,2 Ιάκωβος Μ. Βούρτσης, Ο Εμπειρίκος και η κριτική, Χάρτης, τ. 17/18, Νοέμβριος 1985, σελ. 610.
  34. K. Μπαστιάς, "Φιλολογικοί Περίπατοι", Η Καθημερινή, 30 Απριλίου 1936, σελ. 3.
  35. Ν. Παππάς, "Νέοι ποιηταί με προσωπικότητα", Η Καθημερινή, 11 Μαΐου 1936, σσ. 3-4.
  36. Γιατρομανωλάκης, 128
  37. Ανδρέας Εμπειρίκος, Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, Άγρα, γ' ανατύπωση 1988, σελ. 15
  38. Αντρέας Καραντώνης, "Σύγχρονη Ποίησις", Η Καθημερινή, 15 Ιουνίου 1946, σελ. 4.
  39. Βαλαωρίτης, 29
  40. Α. Χουρμούζιος, "Δέκα βιβλία στίχων από τη νέα μας ποίηση", περ. Νέα Εστία, τ. 458, Αύγουστος 1946, σσ. 827-8, όπως παρατίθεται στο περ. Χάρτης, τ. 17/18, σσ. 627-8.
  41. Γιατρομανωλάκης, 106
  42. Βαλαωρίτης, 90
  43. 43,0 43,1 Παντελής Βουτουρής, "Πόσο υπερρεαλιστής ήταν ο Εμπειρίκος;", ΤΑ ΝΕΑ, 20 Ιανουαρίου 2001, σελ. R32, κωδικός άρθρου: A16948R321
  44. Ανδρέας Εμπειρίκος, Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, Άγρα, γ' ανατύπωση 1988, σελ. 10
  45. 45,0 45,1 Βλ. περιοδικό Χάρτης, "Συζήτηση στην Θεσσαλονίκη", τ. 17/18, σελ. 638.
  46. Ελύτης, 38
  47. Ελύτης, 50
  48. Saunier, 49
  49. ό.π., 51
  50. Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, "Ανδρέας Εμπειρίκος: Ρηξικέλευθο σχολείο ποιητών", ΤΑ ΝΕΑ, 27 Μαΐου 2000, σελ. R12, κωδικός άρθρου: A16751R121
  51. Saunier, 52
  52. Γ. Κεχαγιόγλου, "Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ως προφήτης της ογδόης ημέρας, ή περί αναγραμματισμών", περ. Πόρφυρας, τχ. 74, Ιούλιος 1995, σ. 231
  53. Γ. Κεχαγιόγλου, "ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ", περ. Μικροφιλολογικά, τχ. 22, Λευκωσία, φθινόπωρο 2007, σ. 22.
  54. Σωκράτης Τιτούρης, Αναγραμματισμοί στα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου, Πόρφυρας, τ. 127, Απρίλιος 2008, σελ. 18. Ενδεικτικά προτείνεται πως η φράση «Άχαρ, λαμίρ, ισχάρ, μανίκ, νούμα, ραπάντα, άντα» που φωνάζει ο ερημίτης ναυαγός, είναι αναγραμματισμός της πρότασης «Χαρμάνια, πούρα, άναμμα, λακριντί, αστραχάν», δηλαδή μια απαρίθμηση πραγμάτων και δραστηριοτήτων που άρεσαν στον φανατικό καπνιστή Εμπειρίκο. Η δεύτερη ακατανόητη φράση του ποιήματος, «Πάθε, σιγγά, αλλασονί, πέγγε, κιμέ, βοντά, ουνόρα!», αναγραμματιζόμενη μετατρέπεται στη φράση «Βλέπομε τρικ, λογοπαίγνιόν σας, αγαθέ ναυαγέ!». Παρομοίως, η φράση του ερημίτη «ΚΑΜΕ ΛΑΜΑ ΧΑΜΙ ΑΧΜΑΡ ΠΑΝΕ ΑΜΠΟΡ ΕΛΜΑΝΑ» αντιστοιχεί πιθανώς σε αναγραμματισμό του «Χαρμάνια Κάμελ, άναμμα, Μπαχ, παρέα, μελό». Η φράση της νήσου «ΠΑΝΕ ΩΩΩΧ-ΩΩΩ ΑΑΑΧ-ΑΑΑ ΟΥΑ-ΟΥΑ ΕΛΜΑΝΑ!» δίδει αναγραμματιζόμενη την πρόταση «Οχεύω, ανώμαλε! Ωωω! Όπα, χύνω! Αααααααα!», περιγράφοντας, σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, τη συνουσία και την εκσπερμάτιση της οχεύουσας αρσενικής πανίδας, η οποία διαμαρτύρεται επειδή ο ερημίτης ναυαγός τη μπανίζει
  55. Τιτούρης, ό.π. Πρόκειται για τις λέξεις: ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ που ερμηνεύονται ως αναγραμματισμός της φράσης «Έλκουν λαόν απαλά» αλλά και «Κόλπο, άλαλε Αυνάν!»
  56. Τιτούρης, ό.π: Η φράση «Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα» αναγραμματιζόμενη γίνεται «Καλά ρε! Να βαπόρι! Μάλαμα!», εκφράζοντας δηλαδή τα ενθουσιασμό για το βαπόρι που χρησίμευσε ως χώρος φιλοξενίας των ερωτικών τους στιγμών
  57. Τιτούρης, ό.π: Προτείνονται ως αναγραμματισμοί των φράσεων «ανάπτει το μοβ χαρμάνι» και «Με έργα Μπαχ» αντίστοιχα

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.