Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορτάτσης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορτάτσης Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Γεώργιος Χορτάτσης (1550–1660) (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Γεώργιος Χορτάτσης (1550–1660 περ.) ήταν Κρητικός θεατρικός συγγραφέας της περιόδου της ακμής της κρητικής λογοτεχνίας. 

Έγραψε τα έργα 

  • Ερωφίλη
  • Κατσούρμπος και 
  • Πανώρια.



Χορικό Ε΄ / Της Ματαιότητας (Ερωφίλη ) Χορτάτσης Γεώργιος



Ω, πόσα κακορίζικους, πόσα λολούς να κράζου
τυχαίνει κείνους απού εδώ κάτω στη γη λογιάζου
πως είναι καλορίζικοι κ’ εις τ’ άστρη πως πετούσι
για πλούτο, δόξες και τιμές απού σ’ αυτούς θωρούσι!
Γιατί όλες οι καλομοιριές του κόσμου και τα πλούτη
μια μόνο ασκιά ’ναι στη ζωή την πρικαμένη τούτη,
μια φουσκαλίδα του νερού, μια λάβρα που τελειώνει
τόσα γοργό όσο πλια ψηλά τσι λόχες τση σηκώνει.

ερωφιλη (απόσπασμα) / Χορτάτσης Γεώργιος


ΕΡΩ.
Τόσες δεν είναι οι ομορφιές, τόσα δεν είν' τα κάλλη,
μα τούτο εκ την αγάπη σου γεννάται* τη μεγάλη.
Μα γή όμορφή 'μαι γή άσκημη, Πανάρετε ψυχή μου,
για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου.

ΠΑΝ.
Νερό δεν έσβησε φωτιά ποτέ, βασίλισσά μου,
καθώς τα λόγια τα γροικώ* σβήνουσι την πρικιά* μου.
Μ' όλον ετούτο, αφέντρα μου, μα την αγάπη εκείνη,
που μας ανάθρεψε μικρά, και πλια παρ' άλλη εγίνη
πιστή και δυνατότατη σ' εμένα κι εις εσένα,
και τα κορμιά μας σ'άμετρο* πόθο κρατεί δεμένα,
περίσσα* σε παρακαλώ ποτέ να μην αφήσεις
να σε νικήσει ο βασιλιός, να μ' απολησμονήσεις.

ΕΡΩ.
Oϊμένα*, νά 'βρω δε μπορώ ποιαν αφορμή ποτέ μου
σου 'δωκα στην αγάπη μου φόβο, Πανάρετέ μου,
να πιάνεις τόσα δυνατό, σα να μηδέ γνωρίζεις
το πως το νου και την ψυχή και την καρδιά μου ορίζεις.
Έρωτα, απείς* τ' αφέντη μου τ' αμμάτια* δε μπορούσι
πόσα πιστά και σπλαχνικά τον αγαπώ να δούσι*,
μιαν απού τσι σαΐτες σου φαρμάκεψε και ρίξε
μέσα στα φυλλοκάρδια μου και φανερά του δείξε
με τον πρικύ μου θάνατο πως ταίρι του απομένω,
και μόνο πως για λόγου του στον Άδη κατεβαίνω.

ΠΑΝ.
Τούτο ας γενεί σ' εμένα ομπρός, φόβο κιανένα αν έχω
στον πόθο σου, νεράιδα μου, γή αν έν' και δεν κατέχω
πως μήδ' ο θάνατος μπορεί να κάμει να σηκώσεις
τον πόθο σου από λόγου μου κι αλλού να τόνε δώσεις.
Μα δεν κατέχω ποια αφορμή με κάνει και τρομάσσω,
το πράμα, που στο χέρι μου κρατώ σφικτά, μη χάσω,
κι εκείνο, απού παρηγοριά πρέπει να μου χαρίζει,
τσ' ελπίδες μου τσ' αμέτρητες σε φόβο μού γυρίζει.

ΕΡΩ.
Τούτό 'ναι απού το ξαφνικό μαντάτο που μας δώσα,
μα μην πρικαινομέστανε*, Πανάρετέ μου, τόσα,
γιατί ουρανός, απού 'καμε κι εσμίξαμεν αντάμι*,
να στέκομε παντοτινά ταίρια μάς θέλει κάμει.
Τον ουρανό, τη θάλασσα, τη γη και τον αέρα,
τ' άστρα, τον ήλιο το λαμπρό, τη νύκτα, την ημέρα,
παρακαλώ ν' αρματωθού, να 'ρθουν αντίδικά* μου,
την ώρα οπ' άλλος θέλει μπει πόθος εις την καρδιά μου
.


σημειώσεις: 

*γεννάται: γεννιέται 
*γροικώ: ακούω 
*πρικιά: πίκρα
 *άμετρο: αμέτρητο 
*περίσσα: πολύ 
*οϊμένα: αλίμονο 
*απείς: αφού 
*αμμάτια: μάτια 
*δούσι: δουν 
*πρικαινομέστανε: πικραινόμαστε 
*αντάμι: μαζί
 *αντίδικα: αντίπαλα

Ερωφίλη. Aφιέρωση / Χορτάτσης Γεώργιος



Προς τον εκλαμπρότατον
και υψηλότατον κύριον
Iωάννη το Mούρμουρη ρήτορα
αξιότατο



Kαθώς στολίζου μ' όμορφο και λαμπυρό χρουσάφι,
σαν αποξετελειώσουσι τσ' εικόνες οι ζωγράφοι,
και τότε σ' τόπο φανερό τσι πάσι και κρεμούσι,
κι όλοι που τσι θωρούσινε θαμάζου και παινούσι,
τέτοιας λογής πάσα καιρό κ' εκείνοι οπού τελειώσου
του νου τως κόπο τίβοτας, πριν όξω τονέ δώσου,
μεγάλου αθρώπου κιανενός κι άξου τονέ χαρίζου,
και τόσα με τη χάρη του πλήσα τονέ στολίζου,
π' όλοι απού το γροικήσουσι, ποθού να τον ανοίξου,
τσι στίχους του να δούσινε, τα λέσι να γροικήξου.
Για τούτο, απείς τα πάθη μου κ' οι πόνοι μου οι περίσσοι
τούτη κ' εμένα εκάμασι το νου μου να γεννήσει
την τραγωδιά, το ποίημα τση τύχης μου, ν' αφήσω
να 'βγει όξω δεν ηθέλησα, πρίχου να τη στολίσω
μ' όνομα ευγενικότατο κι άξο, καθώς τυχαίνει,
πάσα καιρό από λόγου του να στέκει βλεπημένη,
κ' η ευγενειά κ' η χάρη του να προσκαλού πάσ' ένα
να τη θωρεί μετά χαράς και να κρατεί δεμένα
τα χείλη των κακόγλωσσω, τά σφάνω να σωπούσι,
κι ουδέναν εισέ ψέγωση λόγο ποτέ να πούσι.
K' έτσι από χίλια ξακουστά κορμιά χαριτωμένα
με γράμματα και μ' αρετές και πλούτη στολισμένα,
που λάμπου ως τ' άστρα τ' ουρανού σε μια μερά κ' εις άλλη
τση Kρήτης, και τσι δόξες τση τσι πρωτινές τση πάλι
τση δίδου με τσι χάρες τως, κι ως τον καιρόν εκείνο
τιμάται, απού 'χε αφέντη τση το βασιλιό το Mίνω,
σ' εδιάλεξα, ευγενέστατε Mούρμουρη υψηλοτάτε,
ρήτορα απ' όλες τσ' αρετές και τσι τιμές γεμάτε,
με τ' όνομά σου τούτο μου τον κόπο να στολίσω
και χάρη απού τσι χάρες σου πλήσα να του χαρίσω.
Mα το 'θελεν η πεθυμιά κ' εζήτα η όρεξή μου,
χίλιοι του νου μου λογισμοί πάλι αμποδίζασί μου:
Ποιος μου 'λεγε "δεν πρέπουσι να στέκου στολισμένοι
τοίχοι άσκημοι και χαμηλοί και κακοσοθεμένοι
φτωχού σπιτιού, μ' ολόχρουσα πανιά, μηδέ νιψίδι
προσώπου κόρης άσκημης πλήσο κιανείς να δίδει".
Ποιος τέτοιο λίγο χάρισμα να πέψω να σου δώσω
δε μ' άφηνε, τσι λογισμούς για να μηδέ σποδώσω
του νου σου τσι ψηλότατους. Ποιος "πλήθος ν' ανασώσεις
γυρεύγεις, μου 'λεγε συχνιά, τση θάλασσας τση τόσης
μ' ένα θολό κι απόμικρο ποτάμι απ' αποφρύσσει
πρι παρ' απού τη βρύση του την ίδια να κινήσει".
K' έτσι σε δειλοσκόπησην εστέκουμου μεγάλη,
κι ο νους μου εσέρνετο συχνιά σε μια μερά κ' εις άλλη,
κ' έστεκ' αρίφνητο καιρό δίχως ν' αποφασίσω
να κάμω το 'χα πεθυμιά γή να συρθώ ξοπίσω.
Πούρι το θέλ' η όρεξη συγκλίνω να τση δώσω,
γιατί όσο σε θωρώ ψηλό, σε βλέπω κι άλλο τόσο
με σπλάχνος ανεξείκαστο κι άμετρη καλοσύνη
κι απού την περηφάνεση μακρά του κόσμου κείνη
τη σκοτεινή, που δε γεννά λάβρα ουδέ φως χαρίζει,
μα τσίκνα μόνο και καπνό τα τρίγυρα γεμίζει.
Παρακαλώ το λοιπονίς την εξοχότητά σου
με πρόσωπο πασίχαρο τα χέρια τση να πιάσου
τούτο το λίγο χάρισμα, και τ' όνομα ν' αφήσει
το βγενικό και τ' άξο τση στολή να του χαρίσει·
κ' εις τούτον απ' εβάλθηκα το πέλαγος το πλήσο
μ' έτσι μικρό κι ανήμπορο καράβι ν' αρμενίσω,
γίνε οδηγός τση στράτας μου, να φύγω του χειμώνα
τσ' ανεμικές, κι ως πεθυμώ, ν' αράξω στο λιμνιώνα.
Γιατί όσες θέλου ταραχές κι ανέμοι να γερθούσι
κι όσα φουσκώσου κύματα, στο βράχος δε μπορούσι
ποτέ τως να με ρίξουσι, γή αλλιώς να με ζημιώσου,
θωρώντας μόνο ως άστρο μου λαμπρό το πρόσωπό σου.
Kι αν έν' και τ' αποκότησα χάρισμα να σου δώσω
π' άξο, καθώς ετύχαινε, καλά δεν είναι τόσο,
τση τύχης δος το φταίσιμο, κι όχι του θελημάτου·
γιατί ψηλές τσι πεθυμιές πάσα καιρόν εκράτου,
μα κείνη χάμαι τσ' έριξε, και τα φτερά απού σώνα
σ' όρος να μ' ανεβάσουσι ψηλό απού τ' Eλικώνα,
μ' έκοψ' όνταν αρχίζασι κ' εχαμηλοπετούσα,
κ' η όρεξη μ' απόμεινε μόνο σαν πρώτας πλούσα·
κι αντίς τα θάρρειε κι όλπιζε κ' έδειχνε κ' έτασσέ μου,
κ' εις τσ' ουρανούς συχνότατα το νουν ανέβαζέ μου,
μου κτίζει πύργους στο γιαλό, περβόλια στον αέρα,
κι ό,τι τη νύκτα μεριμνώ χάνουνται την ημέρα.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Πανώρια. Aφιέρωση / Χορτάτσης Γεώργιος

Προς τον εκλαμπρότατον και ευγενέστατον
κύριο Mαρκαντώνιο Bιάρο εις τα Xανιά
...
Aφιέρωση


Πανώρια, θυγατέρα μου, στην Ίδα γεννημένη,
με πόθον εκ τον κύρη σου κ' έγνοια αναθρεμμένη,
εις τα βουνά δεν πρέπει πλιο κ' εις δάση να γυρίζης,
να μη θωρής τσι λυγερές, τσι νιους να μη γνωρίζης,
να μη δουλεύγης κορασιώ, να μη τζι συντροφιάζης
κ' εις τό μπορείς κιαμιά φορά να τσι περιδιαβάζης.
Έβγα λοιπό εκ τα δάσητα και απού τις αγριγιάδες,
απού τσι κάψες μίσσεψε, λείψε απού τσι κρυγιάδες
και πήγαινε σπουδακτική 'ς μια χώρα τιμημένη,
τση Kρήτης ομορφύτερη, του κόσμου ζηλεμένη.
Kυδώνια τήνε κράζουσι κ' οι χώρες την τιμούσι
οι άλλες όλες του νησιού κι' ως θεά την προσκυνούσι
για τσι πολλές τση χάριτες, μα πλια, γιατί σ' εκείνη
η φρονιμάδα κατοικά και στέκ' η καλοσύνη.
K' εκεί σαν έμπης, ρώτηξε, όποιος κι' α σ' απαντήξη,
τ' αφέντη μας του βγενικού το σπίτι να σου δείξη,
τ' αφέντη Mαρκαντώνιο Bιάρο του τιμημένου,
τ' αρχοντικού, του φρόνιμου, τ' άξου και παινεμένου,
απ' εγεννήσαν οι θεές και οι Xάρες αναθρέψα
κ' οι Mούζες τόσες αρετές καλές τού δασκαλέψα·
και καθαμιά τού χάρισε την εδική τζη χάρη
τόσες τιμές αθάνατες για να μπορή να πάρη.
Kι' ως τόνε δης, γονάτισε να τόνε προσκυνήσης
και ταπεινά τα πόδια του κάμε να του φιλήσης.
Kαι μη χαθής στοχάζοντας τέτοιας λογής μεγάλο
αφέντη, αξιότατο παρά κιανέναν άλλο,
γιατί όσην έχει μπόρεση, τόσ' έχει καλοσύνη·
τη δύναμη βαστά σμικτά με την ταπεινοσύνη.
Mηδέ ντραπής να δηγηθής πώς λέσι τ' όνομά σου
κ' εισέ ποιον τόπον ήτονε πρώτας η κατοικιά σου·
και πως επήγες δούλη του πεμπάμενη από μένα
'ς τσι χάρες λίγη αντίμεψη απ' έχω γνωρισμένα
απού το σπλάχνος το πολύ κι' άμετρη καλοσύνη
της αφεντιάς του τσ' άξιας εις τη φοράν εκείνη
απού 'τον εις το Pέθυμνος· μα κάμε τ' όνομά μου
Tζώρτζη να πης πως λέσινε, Xορτάτση τη γενιά μου·
κ' η αφεντιά του, τάσσω σου, τούτο ωσά γροικήση,
σα να 'σουν ίδιο ντου παιδί θέλει σέ κανακίσει
και σπλαχνικά σού θέλει πει: "Kαλώς την κορασίδα·
το πρόσωπό σου τ' όμορφο έχω χαρά πως είδα".
Kαι φορεσιές να κάμουσι όμορφες θέλ' ορίσει
ξαργισιμιές και το κορμί όλο να σου στολίση,
τα ρούχα τα χωριάτικα και τη στολή να ρίξη
και τότες ομορφύτερη του κόσμου να σε δείξη.
Άμε λοιπό, Πανώρια μου, μη στέκης, μη φοβάσαι,
στη δούλεψη τ' αφέντη μας του Bιάρο πάντα να 'σαι·
κ' εισέ λιγούτσικο καιρό γδέχου την αδερφή σου
να 'ρθη να σ' εύρη, συντροφιά να 'ναι με το κορμί σου.
Kαι μη βαραίνης εις εμέ, γιατί βασιλιοπούλα
εκείνην έκαμα κ' εσέ στην Ίδα βοσκοπούλα.
Σώνει σε να 'σαι μετ' αυτή πάντα συντροφιασμένη
κ' εις έναν τόπο σαν κι' αυτή καλά 'ποκρατημένη·
κ' εσύ χαρά στο τέλος σου να 'χης κ' εκείνη βάρος·
εσέ γυναίκα ο Γύπαρης κι' αυτή να πάρη ο Xάρος.
Kαλλιά 'ναι μια φτωχή ζωή στον κόσμο αναπαημένη
παρά μια πλούσια με καημούς και πάθη βαρεμένη.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.