Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

Σὲ περιμένω παντοῦ / Λειβαδίτης Τάσος

 


Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο… ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Ποίηση του Χρήστου Ντικμπασάνη

 ΑΞΗΜΕΡΩΤΗ ΖΩΗ
 
Πως μου ξέφυγαν απ’ τα χέρια τόσα χρόνια
και τώρα τρέχουν αδέσποτα
μέσα στα χιονισμένα τοπία
της Ανταρκτικής γης;
Πως κύλησε
ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά μου τόση νιότη,
καθώς ήμουν απορροφημένος
από ανώφελα πειράματα
και νέες ανακαλύψεις
εγκλωβισμού της ζωής;
Το χιόνι τώρα δε μου δανείζει άλλο χρόνο
Μόνο στο παρελθόν
μου επιτρέπει να καλπάζω
σαν άλκη μέσα στο λευκό τοπίο
Έχω χάσει πια τη ζωή μου
μέσα στην ατελείωτη νύχτα
που για λίγο τη διαδέχεται
ένας Ήλιος ασθενής και ανήμπορος
Ήλιος της Ανταρκτικής γης
που έχει φασκιώσει με τα λευκά του σπάργανα
την αξημέρωτη ζωή μου
 
 
ΔΕΝ ΕΧΩ ΜΝΗΜΗ
 
Δεν έχω τη μνήμη του σπαθιού
που έκοψε τα όνειρα μου σε χίλια κομμάτια
Δεν έχω τη μνήμη του Χειμώνα
που κυνήγησε την Άνοιξή μου
Μόνο την πίκρα της καμένης γης μου
στο στόμα, τη γεύση της νύχτας
που άσπλαχνα απλώθηκε
επάνω στην καρδιά των οικείων μου
και την σκόρπισε στον άνεμο
Μόνο την σκοτεινιά του χεριού
που μου έκρυψε τον ήλιο ενός μεγαλόπνοου αύριο
Βαριά τα βήματα μου στους δρόμους του τρόμου
Ακούω ψίθυρους φόβου
πίσω απ’ τα θολωμένα τζάμια
των ματαιωμένων προσδοκιών μου
Δε θα καταφέρω να ενώσω τα χέρια μου
με τα σύννεφα και τ’ αστέρια
μα δε θ’ αφήσω τη ψυχή μου
να προσκυνήσει την απόγνωση
 
 
 
ΤΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΦΙΛΙ
 
Η ζωή μου είναι σάρκα
από χιλιάδες όνειρα και αποτυχίες
Χίμαιρες οι υποσχέσεις
που κουβαλώ στις άκρες του κόσμου
Με την καρδιά μου αναρριχιέμαι
στο υφάδι που κρατάει
στις φούχτες του ο πόθος
Θέλω να δραπετεύσω σα μικρό παιδί
από τ’ ασφυκτικά χέρια
των μεγάλων της Γης
μα θρηνώ
για τις αλησμόνητες μου πατρίδες
που άσπλαχνα έκαψαν βέβηλοι εχθροί
 
Η ζωή μου είναι δέρμα ακατέργαστο
Την τεμαχίζω, τη ξαναδένω,
την κάνω τραγούδι
που πριν προλάβω να το ψιθυρίσω
ξεγλιστράει και χάνεται
στην άβυσσο των νεκρών μου ημερών
Ποθώ να συλλάβω τις νότες του
πριν χαθούν στις ρωγμές του χρόνου
Να πλανηθώ στις μελωδίες του
πριν η απώλεια τους
πυρπολήσει τα διπλά κάτοπτρα της ευτυχίας μου
Άδικος κόπος
Βουλιάζω στο βούρκο της απογοήτευσης
χωρίς ένα αναστάσιμο φιλί του
στ’ άχρωμα μου χείλη
 
 
 
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΙ
 
Χωρίς παρακάμψεις θορυβώδεις
μας έφερε το πλοίο της σωτηρίας
στις νέες μας πατρίδες,
ακολουθώντας το δρόμο
των γλάρων και των ψαριών
Δάκρυ το δάκρυ σαλπάραμε
σε οργασμούς αφροσκέπαστων κυμάτων
και σε ψιθύρους κοχυλιών
και τσουχτερών αχινών
Ο Ήλιος έριχνε τα πύρινα βέλη του
στα μάτια μας για να μη βλέπουμε
τους μυστικούς δρόμους
της προσφυγιάς μας
Αλλιώς είχαμε φανταστεί
το μεγάλο της ζωής μας ταξίδι
που θα πραγματοποιούσαμε
με τις ευλογίες του έρωτα
μα αυτό τώρα
που ακουσίως υλοποιούμε
πρόκειται να σώσει
την ίδια την ανάσα μας
 

Η αγάπη / Σπύρος Ποδαράς


Την αγάπη μας δεν την καθοδηγούμε.
Απλώς ταξιδεύει μαζί μας
και βρίσκει ανθρώπους πού την δέχονται.
Αναζητώ την αγάπη.
Δεν την απαιτώ.
Ούτε την επαιτώ.
Σπύρος Ποδαράς

ΑΤΕΡΜΟΝΕΣ ΣΥΜΠΕΓΝΙΕΣ / Καλοκληρος Γιάννης


Όλοι εμείς βλέποντας ψηλά το σύμπαν είναι σαν να παραδινομαστε έτσι φωνάζοντας από φόβο η από λύπηση για τους εαυτούς μας .
Η λύπη είναι η φιγούρα που γυροφερνει μέσα μας μέχρι να αφομοιώθει απ την συνείδηση μας ή μέχρι να επιτευχθεί το αποτέλεσμα.
Κι ο φόβος είναι το συναίσθημα που γυροφερνει μέσα μας έως ότου ακολουθήσει το δρόμο του .
Ο έρωτας είναι μια διαδρομή......η οποία εξαρτάται απ το ποιόν του .
Μερικοί όμως και είναι λίγοι ,έχουν τσυτοτητα ......ταυτότητα σύμπτυξης και κουλτούρας και βλέπεις αυτούς που συμπλεουν να έχουν τους ίδιος ρυθμούς, έξεις και ενέργειες ακολουθώντας τους ίδιους δρόμους και ευθείες.
Αυτοί είναι οι άνθρωποι του ίδιου κόσμου και οπτασιας και ακολουθούν τις ευθείες της ζωής με αξεπέραστη αξία και βεβαιότητα.
Ειναι οι άνθρωποι της εξαίρετης ωραιότητας του κόσμου και με συνήθειες ζωντανές και αξεπέραστες στο αιώνιο στερέωμα της φύσης.
Το όραμα του κόσμου είναι αυτό που βλέπουμε καθημερινά πάνω στις ατραξιόν της εξουσίας και προσπαθούμε απ την αγάπη του αλτροισμου και της ευτυχίας των ανθρώπων.
Αναβοσβήνουμε τα φώτα απ τα παράθυρα των δωματίων μας προσπαθώντας να δώσουμε το στίγμα μας πάνω στ αποτυπώματα της ύπαρξης μας .
Είμαστε μόνοι σ αυτούς τους ορίζοντες της μοναξιάς και της ανυπαρξίας. Είμαστε όλοι μόνοι πάνω στη γη εκτιθέμεθα στα όπλα με τους γεμιστήρες .
Ακροβατουμε απαράμιλλα μέσα σ αυτή τη συντέλεια των χτυπών και οσμών που μπουκώνουνε τ αυτιά μας και το είναι μας ,χορεύοντας σαν τους λύκους μέσα στα κανάλια της ( αισιοδοξίας ) που μας στήνουμε.......έτσι όπως μας λένε.
Μια μέρα ο ήλιος, θα σβήσει από μόνος του τις κόκκινες κηλίδες του φωτός του και θα σταματήσει να έλκει με τους μαγνητικούς του πόλους τη γη και τότες όλοι θα κατακρεμνηστουμε και θα γυροφερνουμε στο άπειρο.
Ο ήλιος με τις εγκοπες του που αφήνει πάνω στα γρανάζια της εξουσίας του ,μετράει καθημερινά τους πόντους και τις εγκοπες που αφήνει.
........................................
Γιαννης Καλοκληρος
Πνευματικά Δικαιώματα.

ΕΙΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ / Καραγιάννης Ελευθ. Γιώργος


.
Έγινες ίδια με το καλοκαίρι
και το κορμί σου ομόρφυνε
και κόλλησε στα βράχια
υπομένοντας
όλου του πέλαου το ίδρωμα
και την ταραχή της αλισάχνης
.
Στο εξής θα σε βρίσκω κάθε μεσημέρι
αισθησιακή όπως σε γνώρισα
με τα μαλλιά σου ξέπλεκα
τον άνεμο να χαιρετίζουν
.
Κι όσο το βλέμμα σου θ’ ανοίγεται
και θ’ απορροφά το υπερπέραν
οι μακρινές ακρογιαλιές -όλες-
σιγά σιγά θ’ αστράφτουν και θα χρυσίζουν
να ’χω χρόνο μέχρι το ηλιοβασίλεμα
να στήσω πάλι το καβαλέτο μου
μήπως σ’ άλλη θάλασσα
σ’ άλλον ουρανό σε συναντήσω
σ’ έναν άλλον πίνακα πανέμορφο, ολοκαίνουργιο
σε βάλω
.
Αγαπημένη μου
με σώζεις κάθε στιγμή που σε σκέφτομαι
κάθε στιγμή
δεν θα πάψω
να σ’ αγαπάω
.
30/7/2023
Γιώργος Καραγιάννης

« αλιεύς » / Θεοδοσιάδη Σοφία

 

Πάνω στα φύκια ανάσκελα
κοντά στο περιγιάλι
στήνουν χορό τα όνειρα στα μάτια της
κάθε μια στάλα όνειρου
γεύση αλήθειας τυλιγμένη στο λαιμό της
κι απ' το βυθό της θάλασσας
τη νιότη ανασύρει τη χαμένη
δεν είν' θλιμμένη..μοναχικός αρμενιστής
αναπολεί φαρμάκια που την έκαψαν
κι αφήσαν την ψυχή της σ' ατελείωτο Γενάρη..
Έριχνε δίχτυα μέσα της
Δεν απαρνήθηκε το ψάρεμα ποτές.
Πέλαγος είν' βαθύ η ζωή
κι εκείνη εγίνηκε αλιευτής
με μίαν σοφήν, περίσσειαν χάριν
πόσοι στ' αλήθεια γύρω της
δεν επουλάγαν φύκια?
Μέσα της κατοικούσε ο Θεός
κι ένα φως............
και στα σκεβρά της μάγουλα ξανά
γεννιούνταν θαυμαστά
κάθε λογής μαργαριτάρια.
Η θάλασσα ζωή της πάντα θα την προσκαλεί
θα περιμένει κείνες τις βραδιές
που 'στεκε στο πλευρό της
κι όπως στις θύμησές της θα γυρνούν
οι αναμάρτητες χαρές της
τόσο κουπιά στο νου της θα εντρυφούν
θα ντύνεται..θα γίνεται αλιεύς..
μες στων κυμάτων θα παλεύει
τον γλυκόν ανασασμόν..
των βαθέων θαλασσών της
« αλιεύς » - Σοφίας Θεοδοσιάδη

ΦΩΤΙΑ ΔΥΝΑΤΗ /Στράντα Χριστίνα


Το καλοκαίρι
Στο κύμα επάνω
Φωτιά δυνατή
Φιλιά σε κερνάω
Μ αγάπη μεθάω
Καυτή η ψυχή
Με καίει ο ήλιος
Με καίει το σώμα
Που έχω σφιχτά
Στο στήθος επάνω
Παλμούς υπογράφω
Σε θέλω τρελά
Δεν θέλω τη νύχτα
Η μέρα μου άδεια
Αλλού αν ξυπνάς
Σου έχω αγάπη
Του έρωτα πάθη
Φτερά να πετάς
Με καίει ο ήλιος
Με καίει το σώμα
Που έχω σφιχτά
Στο στήθος επάνω
Παλμούς υπογράφω
Σε θέλω τρελά

ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ, ΟΥΡΑΝΕ ΜΟΥ! / Πέτρος Τσερκέζης


Σέρνει η αγάπη μου χορό
Σε αλώνια νοσταλγίας
Μέσα σε τέσσερα βουνά
Είναι μια χούφτα τόπος
Άνοιξη αηδονολαλεί
Κούνια της γέννησης μου.
Πάνω στην πέτρα έγραψα,
Πάνω στο βράχο γράφω,
Με το αετίσιο βήμα μου
Μπήκα στο χοροστάσι.
Εκεί κοιμάμαι, εκεί ξυπνώ,
Εκεί με βγάζει ο δρόμος.
Εκεί η αγάπη και η χαρά
Στήνουνε πανηγύρι.
Από το ράμφος αηδονιού
Μ’ άρπαξε το τραγούδι,
Δάκρυ ματιού με λάβωσε
Καημός κλαρίνου καίει,
Μες το πηγάδι έπεσα
Απ’ των ματιών τα μάγια,
Και από χείλη φλογερά
Με ανάστησε η αγάπη.
Μέσα σε τέσσερα βουνά
Είναι μια χούφτα τόπος,
Ο γαλαξίας της καρδιάς
Ο αυγερινός του χρόνου.
Η κάνουλα του φεγγαριού
Με νέκταρ με φιλεύει,
Πέρδικα τρώω και γλεντώ
Σε ανθηρό τραπέζι.
Παίξε κλαρίνο, μέθυσε
Να μου διαβούν οι πόνοι
Κέρνα φιλί, κέρνα κρασί
Κέρνα λεβεντογέννα.
Παπίγκο μου ψηλή κορφή
Θρονιάζεις την καρδιάς μου,
Ε λάτρεψα τον ήλιο σου,
Λατρεύω τους θεούς σου.
Πλάι σου είμαι ημίθεος
Μακριά σου κόκκος άμμου,
Κοντά σου πίνω και γλεντώ
Μεθάω με γαλανάδα.
Βάλτε κλαρίνα και βιολιά
Να με χαρεί η αγάπη,
Και ας ειναι ύστατο φιλί
‘πο χείλη μαργαρίτας.
Πέτρος Τσερκέζης
Από τη συλλογή: "ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΙΑΣ ΗΤΤΑΣ"

η αγάπη τους καίει σαν κρασί / Παρασκευόπουλος Γιάννης

 

Στον αμπελώνα ανάμεσα στα κλαδιά,
Δύο ερωτευμένοι αγκαλιά, χαμογελώντας, κάτω απ' το φεγγάρι
Ο ήλιος σιγά σιγά εξαφανίζεται
Και η νύχτα μες τη σιωπή της ανθίζει.
Ανάμεσα στα αμπέλια, λάμπουν τ' άστρα
Κι ο άνεμος παίζει στα μαλλιά τους
Οι καρδιές τους σφύζουν όπως οι κρασοκανάτες
Κι η αγάπη τους καίει σαν το κρασί.
Πρώτα, ένας αθόρυβος χορός ξεκινά
Κι οι ψίθυροι των δύο, σαν νεράιδες πετούν
Γαλήνη και σερενάτα στη σιωπή της νύχτας
Και η αγάπη τους μεγαλώνει, γεμίζει τον κόσμο.
Πόσος έρωτας θα χωρέσει σ' αυτήν τη στιγμή;
Κοιτάνε ο ένας τον άλλον και λάμπει η ματιά
Σαν τ' άστρα που χορεύουν εκεί ψηλά
Κι η αγάπη τους καίει σαν το κρασί.
Και στον αμπελώνα, υπό τ' άγνωστα φώτα,
Οι καρδιές των δύο συνδέονται δυνατά
Όλα σβήνουν γύρω, μένουν μόνο αυτοί
Και η αγάπη τους καίει σαν το κρασί.
Κι όσο το φεγγάρι περπατά στον ουρανό
Κι η νύχτα σιγοτραγουδά, ένα ποίημα
Οι δύο ερωτευμένοι, σφιχτά αγκαλιασμένοι
Ζουν τον έρωτα, πιο γλυκό απ' το κρασί.
Στον αμπελώνα ανάμεσα στα κλαδιά,
Τα δύο ερωτευμένα κάτω απ' το φεγγάρι παιδιά
Μοιράζονται τα όνειρά τους, τις ελπίδες τους
Κι η αγάπη τους καίει, σαν το κρασί
©ΓΙΆΝΝΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΌΠΟΥΛΟΣ

ΣΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ (ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ) / Τριάντης Χριστόφορος

 

Κατά λάθος κλήθηκα στη γιορτή,
προς τιμήν των διανοουμένων
(στοχαστών, ποιητών,
καλλιτεχνών κι άλλων λογοθεραπόντων).
Ω, στην πανήγυρη συμμετείχαν:
ο αυτοκράτορας (μετά της κουστωδίας)
-οι πατρίκιοι
-οι πραίτορες
-οι λεγάτοι
-οι γέροι τιμητές (απομεινάρι του ένδοξου παρελθόντος)
-οι λογογράφοι
-οι θησαυροφύλακες
-οι ευνούχοι.
Ένας δικαστής ονόματι Τιγγελίνος
κι ένας άλλος με τ’ όνομα Χαιρέας.
Πλήθος ηγεμόνων
των κατακτημένων περιοχών
και (φυσικά) οι αρχιερείς με συνοδούς:
μειράκια και ραθυμούντες ψαλμωδούς.
Το θέαμα της διανόησης
ήρθανε κι άλλοι να απολαύσουνε:
ιδιόκτητες πλοίων, εργαστηρίων,
και επαύλεων,
δίχως εμπόδια κι αρνήσεις.
Και να, οι στοχαστές με ύφος σοβαροφανές,
κοιτάζοντας τον αυτοκράτορα και τους παρισταμένους
ξεκίνησαν τους επαίνους.
Και οι καταγραφείς,
απ’ τα υποβολεία,
σημείωναν τα πάντα
(σχολαστικά κι αριθμημένα).
Η διάσωση τού πνεύματος τέτοιων προσωπικοτήτων
ήταν υποχρέωση των κρατικών δομών.
Κι άλλο δεν έλεγαν οι στοχαστές,
παρά για ειρήνη και ευημερία,
τάξη και ηθική, επανάληψη κι ευκαρπία.
Και στην Βέστα τη θεά, ιδιαίτερα λογύδρια
αφιερώνανε (άρεσαν πολύ στον αυτοκράτορα).
Ω, οι πρωτοκλασάτοι έκθαμβοι έμειναν
απ’ τα λόγια τέτοιων
ηγητόρων.
Μα, ήρθε και η σειρά των απαγγελιών.
Οι μεγάλοι ποιητές ανέβηκαν στο βήμα
(όσοι είχαν την αναγνώριση του κράτους).
Οι ελάσσονες περίμεναν απ’ έξω,
μήπως τους ελεήσουν και
κληθούνε στο συμπόσιο.
Άρχισαν οι στίχοι, οι ρίμες, ο ελεύθερος ο λόγος.
Πω-πω τι λέξεις, τι ιδέες
απλώθηκαν στα μωσαϊκά:
ο έρωτας, η μοναξιά, η σπουδαιοφάνεια
το φεγγάρι κι οι βόλτες του ήλιου,
η θάλασσα, οι δάφνες του αυτοκράτορα,
η εργασία πραιτόρων
και πατρικιών,
οι μονομάχοι και οι θιασάρχες,
ο στρατός, οι οικογένειες, οι ραβδούχοι
η ευτυχία και τα σηστέρσια, οι μαίες
οι τιμές και τα δημόσια θεάματα,
οι εντολές θεών κι αρχόντων.
Οι ποιητικές αναφορές
αλωνίζανε τις καρδιές.
Ευθύς οι λογογράφοι είπανε:
πάντα υψηλόφρονες οι ποιητές,
στην ιστορία θα μείνουνε
σαν τον Βιργίλιο και τον Οράτιο,
και οι άρχοντές μας, ακούγοντάς τους
καλύτεροι θα γίνουν.
Έχουν την πνευματικότητα
στο αίμα τους (κληρονομικά).
Αλλά και οι πατρίκιοι συμπληρώνανε :
πρέπει να γίνουν βιβλία όλα τούτα,
χρειάζεται να μοιραστούν στην αυτοκρατορία.
Τα τέκνα μας έχουν την ανάγκη μιας τέτοιας
παιδαγωγίας.
Α, μέχρι κι οι σύζυγοι των αρίστων δακρύσανε
από συγκίνηση: τα (όμορφα) λόγια,
στις κεφαλές χαράχτηκαν.
Άλλο δεν άντεξα.
Τις στοές διάβηκα
και στο βουνό ανέβηκα,
ο αέρας να καθαρίσει την ψυχή μου.
Αυτή είναι η μεγάλη διανόηση:
λόγια για άνευρα κρεβάτια
και σακατεμένες συνειδήσεις,
σηστέρσια στο στόμα και το σώμα,
κολακείες για τους δυνατούς,
και προστυχιές
για το κοινό,
υπακοή στους λεγάτους (των υπηρεσιών).
Όμως, ήρθαν και οι
(νέες) δηλώσεις των πνευματικών ανδρών,
«Ορίστε, δεν θα ξανασφάξουν
οι Νέρωνες
τους καλλιτέχνες.
Δεν θα υπάρξουν άλλοι Πετρώνιοι
στην αυτοκρατορία,
ούτε και στο μέλλον κάτι τέτοιο θα συμβεί.
Εκπολιτίστηκε η εξουσία
με τις ποιητικές μας παραινέσεις».
Ω, απ’ τις κορφές πέταξαν οι λέξεις μου,
να ξενοστιμέψουν τη γιορτή.
Αχ, τιμητές του πνεύματος
το γελοίο το παραβλέπετε,
στραβωθήκατε απ’ την ψευτιά
και στυλοβάτες γίνατε
της τυραννίας.
Στα προστώα
τρέχετε ολοταχώς,
εσείς: οι στοχαστές, οι ποιητές,
οι καλλιτέχνες.
Αύριο που οι Καλμούχοι
κι οι Τάταροι
θα σαρώσουνε τις αγορές σας,
πρώτοι εσείς (οι εραστές μουσών και μωσαϊκών)
την εξουσία τους, θα ευλογήσετε.
Μα, θα μοχθήσετε (προφανώς)
να τους εκπολιτίσετε κι αυτούς,
αυτό είναι το καθήκον σας.
Ω, θεσμοί της αυτοκρατορίας,
το βλέμμα σας, μην αποστρέφετε
από τους δηλωσίες του Ελικώνα,
το έχουνε ανάγκη.
Ωχ, άλλοι καιροί,
άλλα ήθη,
που θα ‘λεγε κι ο Κικέρωνας.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΠΡΟΧ ΚΑΙ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ / Μασμανίδης Ιωάννης


σὲ διαλέξεις περὶ τέχνης καὶ ποιήσεως
σὲ λίστες προσκεκλημένων σὲ ἀναζητῶ
σὲ τόσα μεταφυσικά ἀργόσυρτα
δευτερόλεπτα παραδοχῆς
ἑνὸς λιμνάζοντος κόσμου
Τί θ’ ἀπογίνω
ποῦ νὰ ψάξω ἀλλοῦ
καὶ τὰ λουλούδια τώρα
ἄσκοπα ὄμορφα ἀνάμεσα στά μάτια μου
καὶ σὲ ἕνα κλειστὸ παράθυρο φαντάζουν
Ὅσο κι ἄν ὑπολογίζω στὰ ἀστέρια
ἡ σιωπὴ ρωτάει κάτι
περιμένει κάτι
κυλάει ἀργά συνοδεύει τὸ δάκρυ ἀκόμη
Μιλάω μόνος μου
σ’ αὐτὴ τὴν ξεθωριασμένη κούκλα
τὴν ἐλπίδα
νὰ μὲ νιώσει
νὰ μὴ γυρίσει μόνη της στὸ σπίτι
νὰ σέ φέρει μαζὺ της
Σταματῶ στὴ μέση τῆς φράσης
ξαναρχίζω νοερούς συλλογισμοὺς
κάνω πὼς κυττάζω ἀλλοῦ
Στὴν ἀναγκαία ἀκαταστασία τοῦ νοῦ
Στὸ ΒΙΡΓΙΛΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ
Στὸ concerto No.3
Δὲ βρίσκω ἄλλα προσχήματα νὰ παρηγοροῦν
Ἀνάμεσα σέ ΜΠΡΟΧ καὶ ΡΑΧΜΑΝΙΝΟΦ
τὴ λύπη σου
στὸν ἐρημιώνα μου
καμινεύω

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Αρχιπέλαγος Αιγηίς* Αιγαίον / Σαλίβερος Νικόλας

  

Στης γης τ’ αναθεμέλωμα ,στη μάχη των Τιτάνων
Ο Πλάστης μεταμόρφωσε τ’ αδέλφια σου και σένα
σε σμαραγδόπετρες θαμπές, σας έκρυψε στον ήλιο.
Καιρού ήλθε το πλήρωμα κι’ήλθε ο νους κι’ο λόγος
κι’οι γιοί το Δευκαλίωνα διαλέξανε τη γή τους.
Θαλασσοπούλι πέταξε κι ‘έδιωξε την ομίχλη
ο ουρανός επρόδωσε τη θέση σου…Ω Νησί μου
 
Η σιωπηλή ,θολή σκιά των μακρινών Αιώνων,
τ’ακρόγκρεμα, που η θάλασσα χαϊδεύει, τα σμιλεύει
σε σχήματα παράξενα ,σκότεινα ,μαγεμένα
που πέφτουνε τρεμουλιαστά κι’ ατίθασα επάνω
στον ουρανόχρωμο γιαλό, καθρέφτης είν’ του δέους.
Και με αλάτι της ζωής το πέρασμα ποτίζουν
Επάνω στο λιθόσκληρο χώμα σου..Ω Νησί μου.
 
Ο άγριος τυμπανιστής των μελτεμιών ανέμων,
απ’του πελάγου ξεπηδά τα βάθη και τη ράχη
και αιωνόβια δροσιά χτυπά στο γεροβράχο.
Για να γενεί αντίλαλος και να κατηφορίσει,
στο χρυσοπράσινο κλαρί, στο πεύκο, στο θυμάρι.
Να φτιάσει θεία μυρωδιά. Φτάνει στο φυλλοκάρδι,
το μέλι που ο αγέρας σου σκορπίζει. .Ω Νησί μου
 
Τ’ασκίαστο λάμπρινο φώς αβασιλεύτων ήλιων
τη σάρκα της παρθένας γης λαίμαργα καταπίνει.
Την πέτρα αλέθει τη σκληρή ,γλυκό κρασι την κάμει,
την σφεντονίζει ολόγυρα και το μυαλό ζεσταίνει,
για να μεθά αθεράπευτα με λυγαριά και δυόσμο,
τον μέτοικο,  το γέννημα, το άμοιρο διαβάτη
Που ξεδιψούνε στο γλυφό νερό σου..Ω Νησί μου.
Το φέγγος έχεις, τη δροσιά, Αναοιξης άσπρων κρίνων.
Λιτό, ξερό ή πλούσιο, ίδια έχεις ανάσα
Και ο γιαλό σου αγκαλιά είναι με τα γλαρόνι.
Στο χρόνο μέσα αντανακλάς ζωής μαργαριτάρι.
Του πελαργού είσαι πνοή και σπίτι του σπουργίτη,
ξανθό το μανταρίνι σου, βρύση του σταφυλίτη
Ζητά μονάχα σεβασμό στην πέτρα στο.. Ω Νησί μου.
Χρησμού θυσίας ο βωμός πανάρχαιων Πυθίων,
με μοίρα στέρφα σ’ έντυσε .Πεντάρφανη μητέρα,
σου όρισε μες το στρατί κατάρα τη διχόνοια.
Σπαρμένοι κρίκοι ο λαός, ένας Θεός ,μια γλώσσα.
Οι φόβοι ίδιοι κι’ οι καημοί, η θάλασσα χωρίστρα.
Απ’την αρχή σου γεύτηκες την άκρη της αλήθειας
και του ληστή το άδικο μαχαίρι.. Ω Νησί μου.
Γαλέρες λοξοδρόμησες πολύφημων Φοινίκων
Και στο κατώφλι σου αδελφοί μαλώσαν για το μέλι.
Οι Πελασγοί, οι Δόλοπες, οι Αιολείς ,οι Κρήτες,
οι Ιω νες κι’ οι αλλόφυλοι, οι Ενετοί, οι Φράγκοι.
Τον Οδυσσέα πλάνεψες, σαν γύρνα στη Ιθάκη,
με Αμαζόνες κέντησες των γυναικών το φύλλο.
Κι’ από το διχονόμοιασμα φίλων και αλλοφύλων,
οι Ικαροι ξεπέζεψαν στις ξέρες σου ένα δείλι.
Τη θάλασσα μερέψανε, τρυπήσανε το βράχο,
το θρόνο τους εχτίσανε με φύκια και ασβέστη.
Το σπέρμα τους ζυμώθηκε παρέα με το γλάρο,
μαζί ψηλά σηκώθηκαν, τον ήλιο αψηφήσαν.
Της νίκης πάντα άρμυρη η γεύση… Ω Νησί μου.
 
Τα πέρατα εκέντησε η φήμη των Μινώων,
των φιλοσόφων, των ναυτών και του Ορφέα η στάχτη.
Ο μύθος έπλεξε φωλιές με γιούσουρι και λόγο
Και ιστορία χτίστηκε από ηρώων τάφους.
Του οδοιπόρου σου ο ασκός, γιομάτος είναι πίκρα
κι’ασπίδα είναι τρομερή, όταν σεισμός χτυπήσει.
την πόρτα σου ορθάνοιχτη π’ αφήνεις.. Ω Νησί μου
Στης αίγλης μέσα τ’ όπιο Βυζαντινών των χρόνων
κρυμμένη στις βραχοσπηλιές έθρεψες την αλήθεια
κι’ ανόθευτη την κράτησες στου Διγενή το χέρι.
Μ’ ανέχεια ήταν οι ψυχές  κι’ανάγκη χορτασμένες,
σε πόντους άλλους μίσεψαν, ζήτησαν μονοπάτι.
Μα φυλαχτό κρατήσανε την πείνα στ’ ονομά σου
κι’ένα σταυρό λευτέρωσης κι’αγάπης.. Ω Νησί μου
 φλουριών πηγή ήσουν για καιρό ανατολής βαρβάρων
και καταφύγι απάνεμο Σαρακηνών κουρσάρων.
Σαν φύλο λεύκας λόγιζαν θα πέσεις μες τη λήθη
και κονταροχτυπήθηκες με όπλο σου το φύκι,
που τράφηκε και θέριεψε μ’ Ελληνικό γλωσσάρι.
Γλωσσάρι π’ ένωσε γερά τη σκόρπια αλυσίδα
Στη λήσταρχου την φύτεψε το στήθος.. Ω Νησίμου.
 
Γρανίτινος μοιάζει στρατός απόρθητωνε κάστρων
ο κάμπος του ελαιώνα σου με τ’ άσπαστο κουκούτσι.
Γιομάτος που αισθήματα άγουρα-γινομένα,
Αγάπη, ελπίδα, και γροθιά ,αμίμητο κουράγιο.
Μ’ αυτά χτυπάς τους άνεμους ,το Γραίγο, το Λεβάντε
κι ’ασβεστωμένα συντηράς τα γέρικά σου βράχια,
από της Δύσης το φριχτό σύννεφο… Ω Νησί μου.
 
Κι’απ’τη χιλιόστομη ηχώ του ύμνου των Ερώτων
της λύρας πάλλει τις χορδές, καρδιά ‘οπού τη λένε.
Η φύση ζευγαρώνεται το γιασεμί του Μάη
και μύρο τα κορμιά σκορπούν αγνής παρθένας ήβης,
που φεύγει προς τον ουρανό με τα φτερά του γλάρου
για να ραντίσει τα σβηστά φώτα της Οικουμένης,
με Γνώση, Αγάπη αδελφική, κι’ Ειρήνη… Ω Αιγαίο.
==
*Κατά δεύτερη εκδοχή της ονομασίας από το μύθο
του Αιγαία ,πατέρα του Θησαία που πήδηξε και πνίγηκε   από το Σούνιο στη θάλασσα,υπάρχει και η έτερη,νομίζω,αληθέστερη,
Ότι πριν το κατακλυσμό του Δευκαλίωνα το Αιγαίο ήταν μεγάλο βουνό αποκαλούμενο Αιγηίς απο τις πολλέ αίγες ,
που το τριγύριζαν.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.