Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουκριώτη Τζίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουκριώτη Τζίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Μουκριώτη Τζίνα (μικρή αναφορά)

Η Τζίνα Μουκριώτη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε χημικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ποιητική Συλλογή : Του Έρωτα και του Πηλού, εκδόσεις Ενδυμίων, 2007



Επίσης Ποιήματα της Ποιήτριας μπορείτε να διαβάσετε: http://nagim.blogspot.com.cy/

Του Έρωτα και του Πηλού: Ποιητική Συλλογή της Τζίνας Μουκριώτη από τις εκδόσεις Ενδυμίων

Αναστροφές
Ίσως θα το δούμε πεθαίνοντας
η όρασή μας δεν είναι παρά
μια ανεστραμμένη θάλασσα, όταν
τόσο ελαφριοί θα ανυψωνόμαστε
σε σκοτεινή μεσοωκεάνια ράχη.
Γαλήνια ότι αγαπήσαμε θα κολυμπά
φορώντας έναν καινούριο ουρανό
κεντημένο με σύννεφα κοράλλια
Και ω! οι διαβρωμένες πέτρες
που ένας τον άλλον χτυπούσαμε,
βότσαλα θα φαντάζουν σταλάζοντας
από αμφιβληστροειδείς πληγές,
κυκλικοί σχηματισμοί σε χορό
γύρω απ’ τη μαβιά μας αύρα
που θα σβήνει… όλο θα σβήνει

Τα κόκκινα πουλιά
Δεν είναι πως
την άφιξή τους δεν περίμενα,
με τα φτερά τους κόκκινα του πόθου
να τσιμπολογούν τη στέγη μου
- βλασταίνουνε οι θεότητες ποτέ
στα βράχια τα τραχιά τους σπόρους
όταν ο άνεμος σε χώμα τους υγραίνει,
την κόλαση έτσι γλυκά όπως καίει; -
Μα ήρθαν και μέσα μου φυτρώσαν
τα γιασεμιά, τα ρόδα τους, τα κρίνα
και στο λαιμό μια κόκκινη κραυγή
χαράξανε στον έρωτα ταγμένα
Ήρθαν και φθινοπωρινά πετάξαν
αφήνοντάς με πέτρα που την χαϊδεύει
το γερασμένο ανέμισμα της μνήμης
κάποτε να λέω, απλά, πως έφυγαν
λες και ποτέ δεν τα λαχτάρισα να ‘ρθούν


Έπρεπε να αρκεί

Θα μασούσαμε μαζί πικραμύγδαλο
σε παράθυρο ανοικτό στο πέλαγο.
Γιατί περιμέναμε να χιονίζει γιορτές
με τους ανέμους ν' αποκοιμιούνται,
κρεμασμένοι απ' το κατάρτι
δίπλα στο παγωμένο του βορά φιλί

Ξέρεις, μου υπαγόρευαν έτσι
να σε φωνάζω, εξόριστοι άγγελοι
κι ας έσπαζαν τα κύματα
τρεις συλλαβές το όνομά σου
- να σε προφέρω εύκολα πιότερο
Α - γα - πη, ήταν,
έπρεπε ν' αρκεί
αφού υπέγραψα Άνθρωπος

Κλείδωσε τώρα καρδιά μου
καθώς σαλπάρω να μην πικρίζω
τη θαλασσογερμένη ελπίδα.
Ο Ποσειδώνας γιορτάζει γυμνός
χωρίς πυξίδες και αστρολάβους
πάντοτε στις τρικυμίες




Aπολογισμός


Αφού την Άνοιξη άντεξες να πιεις,
από φωνές των αηδονιών να ξεδιψάσεις
με τη θηλιά στα χέρια σου πλεγμένη
σ’ αλλοτινού καλοκαιριού άσπρο λαιμό

κι αφού τόσο αρκετό φαινότανε το λίγο,
το προεόρτιο ενός μέλλοντος διδύμου
μες του Ναρκίσσου κρυστάλλινη πηγή

για πες μου, τώρα
εσύ, που γιασεμιών αρώματα
συμπύκνωνες σ’ ανάσα πέτρα

ποιος απ’ τους παιδεμούς απέμεινε
μες το κορμί σου φλέβα να κυλά,
ούτε ένας στίχος, μια μουσική

- βρε, αδερφέ! μια, έστω, φωνή –

μήτε ένα χέρι τη θηλιά να σφίξει
το καλοκαίρι που μαράθηκε
ένα πρωί του Μάη να σβήσει



Χαμόγελο φεγγάρι


Αλήθεια είναι πως φόρεσα
του αγεριού και μιας ομίχλης το λευκό
- το δέσιμο μαλλιών Της, χιονιά κορδέλα

γυρεύοντας τα σκορπισμένα χέρια μου
κει στου ψηλού καιρού το τάμα άναμμα
ανάσα μακριά απ’ το Βιβλικό χαμόγελό Της

Κι ενώ βαθιά απ’ το όνειρο γεννιόμουν
στάλες πορφυρογέννητων ήλιων, πυρήνες
στράγγιζε εμένα - έναν μετά τον άλλον

Πώς αλλιώς θα μπορούσα να φυτρώσω, λέει
στην πλάτη Της, εγώ, αξόδευτος χρόνος
σπόρος μέχρι την ώριμη καρδιά, σιωπή

Αχ, τόσο απλά αύριο θα κοιτάζουμε
έναν Απρίλη μακριά μας να καλπάζει
μ’ αγκάθινα πλεγμένο ένα χαμόγελο φεγγάρι

Της άλλης μάνας / Μουκριώτη Τζίνα


Η μάνα με τα χείλη στο φεγγάρι
από το σώμα στάλα του θεού,
η μάνα που στεριώνει στο αλλού
δάση, πουλιά σαν πεφταστέρια,
δε μίλησε η μάνα, δε μου μίλησε
μόν’ σείστηκε η γη και τα ποτάμια
σιώπησαν, οι θάλασσες στραγγίξαν.
Μου μίλησε εκείνη η άλλη
Α! το φεγγάρι της που ζήλεψε
βόλους των παιδικών των χρόνων
τι επανόρθωση στη στίξη αναπηδά
τι αναφιλητά γερμένο συλλαβίζει
κι όλα δες μοιάζουν ποιήματα
στη λήξη τους απόψε - λογαριασμοί,
συμβόλαια, υποθήκες, όλα τους λάθος
πηγούλες ιδρωμένες μιας ερήμου
Κι είναι η νύχτα βάσανο που με ζαλίζει,
φωνή αγγελικά γαλάζια κι ανυπόγραφη,
σαν τις δικές σου ζωγραφιές κορούλα,
κι όλοι μου οι χρόνοι βάσανο
στους κλώνους του μυαλού μου λες σφυρίζουν
όλο με κρίνουν, όλο με λένε μη στραφώ
υπνωτισμένη στο φεγγάρι, κι όλο με κλαίνε
όταν στιγμές της άλλης μάνας μοιάζω

Στο χιόνι / Μουκριώτη Τζίνα



Γυμνή,
και το χιόνι πάνω της να πέφτει
μαύρο, λευκό της νύχτας, χιόνι.
Ω! άγγελοι
απ' τις προσευχές μου σέρνεστε
και χώνεστε στη σελίδα αυτή, εδώ
στις νιφάδες ανάμεσα, εκεί
πάνω απ' αυτήν, την κάποτε νύφη
γυμνή στου βάλτου το ανάχωμα
σ' αγέννητες καλαμιές νεκρή, λένε,
ανούσια, ασήμαντη, γυμνή, αυτή
νεκρή πόρνη που τη φωνάζανε
A
γάπη.

Και δίπλα της, το πρασινόλευκο χόρτο
καπνίζουν τώρα χαμένα σπουργίτια
του χειμώνα οι μαστουρωμένοι
μπελάδες.
Του χρόνου - ω, ναι! - θα ζητιανεύουν
ψίχουλα παγωμένης ακίνητης μνήμης
τώρα με σκέλια ανοικτά το ράμφος κρύβουν
απ' αυτήν τη θαμμένη στο τζάμι σελίδα
- μόνο στο χόρτο, το ράμφος
στο χόρτο που φλέγεται.
Έχει μια γεύση ξοδεμένο σπέρμα, λένε,
πόρνης νεκρής στου βάλτου το ανάχωμα.

Έπρεπε να αρκεί / Μουκριώτη Τζίνα



Θα μασούσαμε μαζί πικραμύγδαλο
σε παράθυρο ανοικτό στο πέλαγο.
Γιατί περιμέναμε να χιονίζει γιορτές
με τους ανέμους ν' αποκοιμιούνται,
κρεμασμένοι απ' το κατάρτι
δίπλα στο παγωμένο του βορά φιλί

Ξέρεις, μου υπαγόρευαν έτσι
να σε φωνάζω, εξόριστοι άγγελοι
κι ας έσπαζαν τα κύματα
τρεις συλλαβές το όνομά σου
- να σε προφέρω εύκολα πιότερο
Α - γα - πη, ήταν,
έπρεπε ν' αρκεί
αφού υπέγραψα Άνθρωπος

Κλείδωσε τώρα καρδιά μου
καθώς σαλπάρω να μην πικρίζω
τη θαλασσογερμένη ελπίδα.
Ο Ποσειδώνας γιορτάζει γυμνός
χωρίς πυξίδες και αστρολάβους
πάντοτε στις τρικυμίες

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

AURORA / Μουκριώτη Τζίνα

Μεταμορφώσεις / Μουκριώτη Τζίνα


I

Εσύ
ζωγράφιζες ουράνια τόξα
και τα 'κοβα, τα καβαλούσα
απ' τη βροχή σου να ξεφύγω,
Εγώ

ΙΙ


Κι ήταν τα σύννεφα
διάφανα μες στα μαλλιά
μπλεγμένα.
Κι εσύ δε μ' έβλεπες
ούτε και άκουγες
εκείνο το σφύριγμα
που έκοβε το μπλε
ακριβώς στο μαύρο
της καρδιάς του.

ΙΙΙ
Στον πάγο του Αυγούστου.

IV
Προτού να βρέξει κάπνιζες
την ώχρα της αυλής
κι έστρωνες νεκρά φτερά
να περπατά η ψυχή μου
δυο μέτρα κάτω
απ' τα μαλλιά μου.
Έλεγα «ευχαριστώ»
και ντυνόμουν φύλλο
της στέγης.

Στη στέγη μου.

V
Κι ούτε τους ανέμους
να διώξω μπορούσα.
Μόνο ρουφούσα το σκοτάδι
με μάτια κλειστά
μέσα απ' τα ραγίσματα
των αστεριών
σιγά θροΐζοντας στο δέντρο

«κρυώνω»

με μπουκωμένο το λαιμό
από τη νύχτα.

VI


Για να το βλέπω να γελά με τα ριζά του.

VII
Και να γελώ
όπως γελά το σύννεφο
στο φύλλο.

Με τσακισμένο το νερό
σε μια βροχή
στα δόντια του.

VIII
«Πότε θα βρέξει;» ρώταγες.
Και δεν απάνταγα.
«Να κάψουμε τα νερά
με τα νερά μας
».

Κι έβρεχε.
Και δεν άντεχα
τόση καμένη αλμύρα.

IX
Από τη στέγη κάτω
κι απ' τα ριζά πιο μέσα
έθαβα μιαν αγάπη.
Χωρίς ανάσα στη φτυαριά.

Κιτρίνιζαν τα χέρια μου.
Τριβόμουν φύλλο.

X
Χόρευαν τα σύννεφα
ένα Αργεντίνικο ταγκό
πιασμένα απ' τα μαλλιά μου.
Κι εγώ τριμμένο φύλλο.

XI
Ω! ο Αύγουστος εκείνος
έφεγγε πράσινα τους αγγέλους,
ο Αύγουστος με τα φτερά
στα δέντρα κρεμασμένα.
Φωσφόριζαν οι σπόροι τους
και φύτρωναν πουλιά
στο χώμα της πληγής μου.

Της χλόης κρύσταλλα σπασμένα,
αγγέλων θραύσματα στον πάγο.

XII
Απλώθηκα στο χώμα.

Ρίζωσα μαζί τους.

Φορές αμέτρητες.

Φωνή καμιά.

XIIIΛησμόνησα τα σύννεφα
και φύλλο θρυμματίστηκα.
Τιτίβιζα «βοήθεια
στου ουρανού τα σκέλια.
Και δεν έπεφτε ψυχή.

Κι ακόμη στο χώμα
εγώ.

XIV
Τις πράσινες στιγμές
με φώναζαν «άγγελο».
Προσεύχονταν γονατισμένοι
με μάτια σφραγιστά από φόβο
δίπλα στις βρώμικες πληγές
που άνοιγαν σφενδόνες
σαν με χτυπούσαν «σπουργίτι».
Οι άνθρωποι.

XV
Κι ήρθαν οι βροχές,
βάρυναν τα δέντρα.

Βούτηξα στο χώμα
να σωθώ.

Σύρθηκα σκουλήκι.

XVIΤις άχρωμες στιγμές
μ' έγλυφαν τα φίδια
εκεί που πατούσαν
για να με λιώσουν.
Οι άνθρωποι.

Κι εγώ στο χώμα.

XVII
Τρίφτηκα σε κάθε χαλίκι
κοιμόμουν σε λιωμένες σάρκες,
συνάντησα την ψυχή μου
στη ξηρή σιωπή τους.

Αχ! αργούσε τόσο το τέλος
σε τούτο τον στεγνό θάνατο
και η μνήμη πάνω στο σύννεφο
μαχαίρωνε όλο το μήκος μου
σαν έβρεχε απ' τα μαλλιά μου.

XVIIIΚούρνιαξα να ονειρευτώ, πουλί,
στην κόγχη του ματιού του
κι έβρεχα της λησμονιάς το φόβο
πάνω στα νυχτωμένα κόκαλα.
Και δεν ξεχώριζα παρά το χρώμα
ενός κομμένου κύκλου.

Αχνό κιτρινοπράσινο χώμα,
το φωτοστέφανο τριμμένο
στα κύτταρα του φύλλου.

XIX
Τους φόβους άδειασα.
Και ξέχασα.

Με
ένα μούδιασμα στο λαρύγγι
στο χρώμα του πάγου
να ταριχεύει τις νεκρές
μεταμορφώσεις μου.

ΧΧ
Πέταξα ψυχή
με δυο χούφτες χώμα
κάτω απ' τις μασχάλες μου.

XXIΠέταξα ψυχή
κι ανάπνευσα, ψυχή μου
το χώμα που βαστούσες.
Για να φιλιώσουμε στο αντίο
δυο άνθρωποι μονάχοι.

Κι ας βρέχουν κάποιες νύχτες
τρεις στάλες συλλαβές
στα στεγνωμένα χείλη

«ΠΑ-ΓΩ-ΝΩ».

XXII
-Παίζουμε τόξα του ουρανού;
-Έχω ξεχάσει πώς...
-Θα σε φωνάξω «σύννεφο»...

Μα εγώ δε σ' έβλεπα
ούτε και άκουγα
εκείνο το σφύριγμα
που έκοβε το μπλε
ακριβώς στο μαύρο
της καρδιάς του.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.