Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαρής Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπαρής Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

(Εχοντας τα χέρια μου τυφλά...)

Εχοντας τα χέρια μου τυφλά
οξειδώθηκε το κρανίο μου
και κοιμάμαι
κι όσο κοιμάμαι
δεν ξημερώνει.

Το φίμωτρο είναι για τα σκυλιά.
Εμένα γιατί μου το φόρεσαν;
Δεν φτάνει της λογικής
που από παιδί μου φόρεσε η μάνα μου;

Τον Ιησούν ή τον Βαραβάν;
Τα όνειρα ή τους εφιάλτες;
Και απάντησαν τον Βαραβάν
ή όπως θ΄απαντούσαμε σήμερα, τους εφιάλτες
Εκτοτε πληρώνομε αχρεωστήτως.

Το δικό μου κόκκινο
δεν το κλεψα από τις παπαρούνες
και δεν είναι χρώμα μπογιάς.
Είναι το αίμα μου
που στάζει ζωή
και ακυρώνει το θάνατο.

Πεινούσα, πεινούσα πολύ
πεινούσα κάθε μέρα
και όταν το φώναξα
μου είπαν, και οι φίλοι μου ακόμα,
πως δεν ήμουν ευπρεπής
αλλά μουζίκος
και πως η ευταξία αυτά
δεν τα επέτρεπε,
ούτε ο "πολιτισμός" μας.

Πρέπει κάτι να χασεις
για να το ψάξεις,
να το βρείς
κι εμείς ποτέ μας δεν αποδεχθήκαμε
ότι κάτι χάσαμε,
ποτέ.

Στην στατιστική ατέλειωτοι αριθμοί
κρύβουν από κάτω τους ζωντανούς
που βαριανασαίνουν.
χωρίς γέλιο,
χωρίς όνειρα,
χωρίς γιασεμιά στα χείλη,
χωρίς γαρύφαλλα στα μάτια
αποψιλωμένοι της παγκοσμιοποίησης
απλόι αριθμοί του άπληστου κέρδους.
===

Εξομολογούμαι: η γραφή μου
θέλω να μυρίζει ιδροτίλα σκαφτιά και θεριστή,
να στάζει τον πόνο τους
να ναι φαρδιά σαν τις πληγές τους,
δροσερή σαν το πήλινο σταμνί
κάτω απ΄τον ίσκιο της αγριογκορτσιάς
να τους δροσίζει.
Η γραφή μου θέλω νάναι
τα σφαγμένα λαρύγγια των αφανών
και των μουγγών του τρόμου.
Νάναι δυνατή σαν τη φωτιά
να μιλάει σαν το σύμπαν πολυφωνικά
και να ευωδιάζει σαν ένα φρεσκοανθισμένο αγιόκλημα
κι ένα κλωνάρι δυόσμο.

===

Η ροή δεν αναγνωρίζει πρόσωπα
Ζητάει επίμονα ταυτότητα,
δαχτυλικά αποτυπώματα,
αδιαφορώντας για τις περιφορές εικόνων,
τις αναγνώσεις Προφητειών,
τις προσευχές και τα συναξάρια.
Η ροή, ποτάμι φορτισμένο,
δεν γαλβανίζει.
Κουβαλάει καινούρια
και δεν καρτερεί.
Ρέει.
Είμαι μαζί της.
Ο χρόνος σιωπηλός ανανεωτής
εγγυάται την αιωνιότητα
η ροή των ανανέωση.

(Με τέτοια φτώχια...)

Με τέτοια φτώχια
και γύμνια
πως να χορτάσω;
Πως ν' αποκοιμηθώ;
Ξανακρυώνω
όπως τον καιρό
της μεγάλης φωτιάς
και της σιωπής.



(Όπως φυτρώνει ένα πλατάνι στη νεροσυρμή...)

Όπως φυτρώνει ένα πλατάνι στη νεροσυρμή
ή όπως κυλάει το ποτάμι στην κοίτη του
μπήκε στο μαρμαρένιο αλώνι
η συνέχεια είναι γνωστή.
Ομολόγησε πως είναι ο εαυτός του
με τόσες σημαίες σε υποστολή
δεν έπρεπε νά 'ναι
Από τότε δεν θυμάται καμιά άνοιξη
καμιά ανάσταση και κανέναν Λάζαρο
ποτέ και πουθενά.
Στη μνήμη του υπάρχει στάχτη
πολλή στάχτη
και στην καρδιά του λίγοι ροδαμοί.
Καθισμένος στη γωνιά
μισόγυμνος μ' ένα πουκάμισο από ηλιαχτίδες
και ένα ξέφωτο στα μάτια
ασύμβατος με την εποχή του
κρυώνει χωρίς να μπορεί να ντυθεί
να κρυφτεί ή να κλάψει.
Σπόρος ξηρός κάθετος
στον τραχύ άβατο Άθω του.
Ωστόσο κάπου - κάπου
μπάζει τις ακτές της Σιθωνίας μέσα του
το πράσινο του Χολομώντα
κι ανασέρνει γαλάζιο.
Πλημμυρισμένος φως
σκύβει στα πηγάδια
κι ανασέρνει πνιγμένα περιστέρια,
ολόγιομα φεγγάρια,
ασύμβατους ονειροπόλους
κι όταν πυκνώνει το σκοτάδι
αυτοπυρπολιέται
αρνούμενος ν' αποδεχτεί τη νύχτα
το έρπον πλήθος,
την υποταγή.
Κάθετος
άβατος,
μοναχός
στο δικό του Άθω.

Κάποια βράδια
σαν από ανάγκη
ξέφευγε απ' τον εαυτό του
έσμιγε με τα ποτάμια
και τις αγέλες των λύκων.

(Τα πιο όμορφα ταξίδια μου...)

 «Τα πιο όμορφα ταξίδια μου
τα έκανα με τις παιδικές βαρκούλες,  που καλαφάτιζα μικρός,
χωρίς κομπιούτερ,
δείχτες,
προγράμματα,
στόχους.
Μονάχα με παιδική φωτιά»

(Οι ρωγμές)

«Οι ρωγμές που είχα μέσα μου
γέμισαν χώμα,
γιασεμιά
και αηδονοφωλιές.
Τα χιονισμένα τοπία
κυκλάμινα,
τραγούδια ρυακιών
και πράσινα θεόρατα δέντρα.
Μου φτάνουν»

(Μ’ ένα κρίνο θ’ ανοίξω το δρόμο ...)

Μ’ ένα κρίνο
θ’ ανοίξω το δρόμο
όχι με ρόδα.
Δεν είναι που δεν θέλω να πληγιάσω τα χέρια μου
Φτάνουν τα αίματα,
οι κάκτοι με τις ενστικτώδεις πανοπλίες.
Σπόρους θα σπείρω
ευγενικής ράτσας
Μ’ ένα λιλά γιασεμί
Με μια βελουδόχρωμη βιολέτα
Θ’ ανοίξω τον δρόμο.


Η φύση δεν δέχεται τ΄ αδιέξοδα
βρίσκει ένα δρόμο,
γιατί τη βαλσαμώνετε με χίλια αλάτια;
Δεν είμαι νεοσύλλεκτος
έχω περάσει από καιρό
την ηλικία των είκοσι χρόνων.
Δεν εκτελώ ασκήσεις ακριβείας
κι έχω πολλά κάστρα για γκρέμισμα.
Οι συγκινήσεις μου έγιναν ανυπάκουες
και τα κέντρα τους είναι μονάχα μέσα μου.
Φως ψάχνω
Φως
Το σκοτάδι είναι εξισωτικό


Η μάνα μου υποστήριζε
πως πολλοί με νανουρίζουν
γιατί μόνο όταν κοιμάμαι
κανέναν δεν ενοχλώ.


Η ψυχή μου κάθε πρωί δραπετεύει από τα καθημερινά
και μαζεύει πολύχρωμες πεταλούδες
αγριολούλουδα, νότες από ερωτευμένα κανάρια,
ηλιαχτίδες, στάχυα καρπερά
και υφαίνει το νέο πρόσωπο της ανθρώπινης άνοιξης.
Η ψυχή μοναχικό λουλούδι
από παιδικά δάκρυα και φρεσκολουσμένα πρωινά,
ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες και άνθη νερατζιάς
στο κάθε άγγιγμα ματώνει.
Δίνω τα χέρια μου
ν’ ανοίξουν οι ορίζοντες
ν’ απλώσει η φωνή μου
να γίνει προσάναμμα χαράς
και σπόρος.


Δεν έπαιξα ποτέ κρυφτούλι.
Έλα να κουβεντιάσουμε.
Δεν υπάρχουν μονάχα πεζοδρόμια
και μαρμαρένια αλώνια.
Έλα χωρίς σημαίες και λάβαρα,
χωρίς φορτίσεις γηπέδου.
Το τραπέζι μου είναι στρόγγυλο
κι οι γύρω καρέκλες άδειες.
Έλα …
Η αλήθεια μας,
μια πρώτη πατημασιά στο σκοτάδι
ποτισμένη μ’αγάπη
κι όνειρο.
Τίποτ’ άλλο.
Όλα τα’ άλλα, ήταν της νύχτας.
Δεν ήταν το πρόσωπό μας.


Εποχή άνυδρη
χωρίς Πυθίες και χρησμούς
και δεν ξέρω
από ποιους πρωτοκατοικήθηκα
από ποιους λεηλατήθηκα
και κύρια από ποιους μεταλλάχτηκα.
Αντάρτες άνεμοι κόπασαν μέσα μου
Κι ομφαλοσκοπώ στη νηνεμία
αιμορραγώντας μισοπεθαμένα όνειρα.


Οι θεοί μου
απλοί άνθρωποι,
με μάτια γεμάτα ουρανούς
και χείλη κεράσια.
Και μετά τον Χριστό
και μετά τον Μαρξ
παράμειναν
αγρότες
ψαράδες
λατόμοι.
η ομπρέλα
Ήρθε με μια ομπρέλα από πάνω μου,
πάρε την ομπρέλα σου, φώναξα.
Θέλω να γευτώ τη βροχή,
το ρίγος της παγωνιάς,
τη γύρη της άνοιξης,
τους κεραυνούς του καλοκαιριού,
θέλω ν’ ανασάνω τον ήλιο.
Δεν είμαι κισσός.
Δρυς Χολομωντίσιος είμαι,
Πάρε την ομπρέλα σου- συρματόπλεγμα
μου κρύβεις τον ήλιο.


Έψαξα πολύ να βρω λέξεις πράσινες,
κόκκινες, θρουφαντές σαν τα λαχανικά του κήπου μας.
Λέξεις φωτιά και αστροπελέκια,
που πυρπολούσαν και τις στάχτες τους,
φύτρωναν Φοίνικες,
μα ήταν όλες χλωμές,
κίτρινες και αναιμικές
σαν τα παιδιά της Μπιάφρα.
Με τόσες ξεριζωμένες φωνές,
χειρουργικές επεμβάσεις μη χειρουργών,
άσχετων γλωσσοπλαστών,
μαράθηκε η γλώσσα μας
έχασε το πρόσωπό της το ηλιοτρόπιο.
Δε θροίζει, και εμείς θέλουμε να ζήσουμε.


Δεν κρύβω κανέναν νεκρό μέσα μου
Πώς να με γνωρίσεις?
Μη με ψάχνεις στη σιωπή.
Στο αίμα των δεκαοχτάχρονων μπροστάρηδων
θα με βρεις.
Δεν είναι από πείσμα
κι εγωισμό.
Το παιδί
που είχα μέσα μου
είναι ακόμα παιδί.


Καρδιά μου πώς βουβάθηκες,
πώς στέκεις,
πώς δεν κρένεις.
Στενάζεις μόνο
κι αρχινάς το θλιβερό τραγούδι.
Το σφύριγμα του στόνου σου
Χαμένο αηδόνι, ταίρι.
Λαλείς , λαλείς σε ποιόν λαλείς
Ποιος τώρα, ποιος σ’ ακούει?
Μαύρα τ’ άστρα σου ουρανέ
Πλακώσαν την καρδιά μου.


Θέλω να ζήσω χωρίς συγγνώμες
χωρίς υπομνήσεις χρέους,
χωρίς αντιπαροχές σιωπής.
Μόνος
πλάι στα παιδικά όνειρά μου
Αλήθεια ποιος τα βαλσάμωσε?


Το ποτάμι που με παρέσυρε
ήταν θολό,
γλυκόπικρο,
ορμητικό,
σπάνια γαλήνιο,
μα πάντα μαγευτικό.
«ήταν αγάπη»
Αγάπη για τα παιδιά
που μοσχοβολούν μέντα,
γιασεμί,
θυμάρι,
αγιόκλημα,
αγριορίγανη,
και μοσχοκάρφια.
Αγάπη για τα παιδιά
με το νοτιά στα μάτια
που τραγουδούν,
παίζουν,
γελούν
σπέρνοντας τους δικούς τους σπόρους
χωρίς ανακυκλώσεις του παρελθόντος
κι η γειτονιά μοσχοβολάει
ομορφιά,
ελπίδα,
συνέχεια.
Αγάπη για τα παιδιά
που με την ανεμελιά τους
ανοίγουν τους ουρανούς
και βγαίνουν στο σεργιάνι νιόκοποι ήλιοι
που με κοινωνούν με το ανέκφραστο
το πέρα και μετά.
Αγάπη για τη ζωή
χωρίς επίθετα.

(Αν και στην οργισμένη θάλασσα ...)

Αν και στην οργισμένη θάλασσα
χαθήκαν τα κουπιά,
απόμειναν τα χέρια
κι ελπίζω.
Με όποιο τίμημα θα μείνω.
Όσες φορές βγήκα από τον εαυτό μου
χάθηκα σ' αδηφάγους χώρους.
Ποντάρω στις σκαμμένες παλάμες
που πάνω τους φυτρώνουν στάχυα,
κρασοστάφυλα,ξανθά όνειρα.
Ποντάρω στη χλωρή νιότη,
στους εφήμερους σπόρους
στο κεφάλι μου και στους τρελούς.

Ανέβηκα σε αιωνόβια πλατάνια,
πανύψηλες κερασιές,καρυδιές,
στο μπλε του ουρανού.
Στις κερήθρες μου
πότε θ'αφεθώ να τις χαρώ;

(Οι ποιητές λένε ναι στα πάθη τους...)

Οι ποιητές λένε ναι στα πάθη τους
Τρυγούν τα μικρά και καθημερινά,
ανακαλύπτουν το συμπαντικό
στ’ ασήμαντο
βρίσκουν τη γαλήνη στη συγνώμη
τη μεγαλωσύνη στον αλτρουισμό
το θείο στον έρωτα.
Οι ποιητές
ξεγελούν τον χρόνο
μένουν παιδιά.


Εξομολογούμαι : η γραφή μου
Θέλω να μυρίζει ιδροτίλα σκαφτιά και θεριστή,
να στάζει τον πόνο τους
νά ‘ναι σαν τις πληγές τους,
δροσερή σαν το πήλινο σταμνί
κάτω απ’ τον ίσκιο της αγριογκορτσιάς
να τους δροσίζει.
Η γραφή μου θέλω να ναι
Τα σφαγμένα λαρύγγια των αφανών
Και των μουγγών του τρόμου.
Να ναι δυνατή σαν τη φωτιά
να μιλάει σαν το σύμπαν πολυφωνικά
και να ευωδιάζει σαν φρεσκοανθισμένο αγιόκλημα
κι ένα κλωνάρι δυόσμο.


Πρέπει κάτι να χάσεις
για να ψάξεις,
να το βρεις
κι εμείς ποτέ μας δεν αποδεχτήκαμε
ότι κάτι χάσαμε.
Ποτέ.


Στη στατιστική ατέλείωτοι αριθμοί
Κρύβουν από κάτω τους ζωντανούς
που βαριανασαίνουν,
χωρίς γέλιο,
χωρίς όνειρα,
χωρίς γιασεμιά στα χείλη,
χωρίς γαρύφαλλα στα μάτια
αποψιλωμένοι της παγκοσμιοποίησης,
απλοί αριθμοί του άπληστου κέρδους.


Ενώ το ποτάμι φούσκωνε
οργισμένο
ο τρελός φώναξε:
«Προσοχή το ποτάμι
ποτέ δεν κοιμάται».
Και λογικοί ρώτησαν
Γιατί δεν κοιμάται?
Και ξανά κοιμήθηκαν.
Και ο τρελός ξαναφώναξε:
«Οι λογικοί πάντα κοιμούνται
και παρασέρνονται».


Έξω από ένα σταθμό περίμενε
κι όταν ρωτήθηκε τι?
«Δεν είναι λίγο να περιμένεις»
απάντησε και συνέχισε να περιμένει
ενώ στο βάθος των μισοσβησμένων ματιών του
ξεμίτιζε ένα ξεπαγιασμένο
κατάχλωμο φεγγάρι,
ίδια η ψυχή του.


Καλός γνώστης της ιστορίας
και του πεπρωμένου του
ο σύγχρονος του καναπέ
υπάκουος και νομιμόφρων πολίτης
ξανακοιμήθηκε βαθιά
τασσόμενος υπέρ της παγκοσμιοποίησης του ύπνου
και της ελευθερίας του ανεπίληπτου Μορφέως.


Τόση θάλασσα,
τόσα ποτάμια,
δάση,
λουλούδια
γύρω μας
και εμείς δεν μάθαμε τη γλώσσα τους.
Ενηλικιωθήκαμε χωρίς την μητρική μας.
Χωρίς γλώσσα πως θα επιβιώσουμε?


Η καρδιά μου καθημερινά
επιμελείται την σφαγή των ονείρων μου
και την κάθετη πτώση.
Η καρδιά μου, τρεχούμενη κρήνη
από διαλεχτό μάρμαρο
της μάνας και του πατέρα,
ξεχειλίζει βουνίσια δροσιά
και ευωδιάζει φρεσκοβρεγμένο άργιλο,
πέτρα και ζώσα πνοή.
Η καρδιά μου με κομμένα χέρια
ξυλεύεται ανηλεώς.
Ελπίδα μόνη τα πολλά ερωτηματικά
που μπερδεύονται στην γλώσσα μου
σαν το σάλιο μου και τα κερασοκούκουτσα.
Πάντως κάθε φορά που ρωτώ και κουβεντιάζω
ξαστεριάζει.
Ευωδιάζει ο βασιλικός,
μυρίζει άνοιξη η λεβάντα
και η ίριδα κρουταλίζει τις πόρτες.
Καλημέρα γείτονα
ας ανοίξουμε τα παράθυρα
να γνωριστούμε, ν’αγαπηθούμε
για να μοσχοβολήσουν οι βασιλικοί στα περβάζια
και να ευωδιάσει ο κόσμος άνοιξη.

Κατήφορος κι εμείς στο φουλ το γκάζι.
Πως έγινε έτσι η ζωή μας?


Κούρασε η νηνεμία.
Τρέφεται με κίνηση η ζωή
σελώνω την αυγή.
Οι καναπέδες ευλογία του κατεστημένου
ξηλώστε τους.


Στις παλάμες μου
χλοίζει η ζωή.
Στα χέρια μου μετεωρίζεται.
Τα δείχνω
αρνούμενος να Παγκοσμιοποιηθώ
στο δρόμο της «ελεύθερης αγοράς»
σα μεγαλομέτοχος οικονομικού τραστ
που σφυρίζει αδιάφορος.
Φάροι τα ροζιασμένα χέρια του πατέρα
Και των μεγάλων μου αδελφών.



Προφανώς κούρασα
μα είναι απομεινάρια
της εποχής που η αθωότητα
περγελούσε τον θάνατο.

Απλώνω τα χέρια
ζητώντας συγνώμη
να ξεδιψάσω

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.