Τρυγούν τα μικρά και καθημερινά,
ανακαλύπτουν το συμπαντικό
στ’ ασήμαντο
βρίσκουν τη γαλήνη στη συγνώμη
τη μεγαλωσύνη στον αλτρουισμό
το θείο στον έρωτα.
Οι ποιητές
ξεγελούν τον χρόνο
μένουν παιδιά.
Εξομολογούμαι : η γραφή μου
Θέλω να μυρίζει ιδροτίλα σκαφτιά και θεριστή,
να στάζει τον πόνο τους
νά ‘ναι σαν τις πληγές τους,
δροσερή σαν το πήλινο σταμνί
κάτω απ’ τον ίσκιο της αγριογκορτσιάς
να τους δροσίζει.
Η γραφή μου θέλω να ναι
Τα σφαγμένα λαρύγγια των αφανών
Και των μουγγών του τρόμου.
Να ναι δυνατή σαν τη φωτιά
να μιλάει σαν το σύμπαν πολυφωνικά
και να ευωδιάζει σαν φρεσκοανθισμένο αγιόκλημα
κι ένα κλωνάρι δυόσμο.
Πρέπει κάτι να χάσεις
για να ψάξεις,
να το βρεις
κι εμείς ποτέ μας δεν αποδεχτήκαμε
ότι κάτι χάσαμε.
Ποτέ.
Στη στατιστική ατέλείωτοι αριθμοί
Κρύβουν από κάτω τους ζωντανούς
που βαριανασαίνουν,
χωρίς γέλιο,
χωρίς όνειρα,
χωρίς γιασεμιά στα χείλη,
χωρίς γαρύφαλλα στα μάτια
αποψιλωμένοι της παγκοσμιοποίησης,
απλοί αριθμοί του άπληστου κέρδους.
Ενώ το ποτάμι φούσκωνε
οργισμένο
ο τρελός φώναξε:
«Προσοχή το ποτάμι
ποτέ δεν κοιμάται».
Και λογικοί ρώτησαν
Γιατί δεν κοιμάται?
Και ξανά κοιμήθηκαν.
Και ο τρελός ξαναφώναξε:
«Οι λογικοί πάντα κοιμούνται
και παρασέρνονται».
Έξω από ένα σταθμό περίμενε
κι όταν ρωτήθηκε τι?
«Δεν είναι λίγο να περιμένεις»
απάντησε και συνέχισε να περιμένει
ενώ στο βάθος των μισοσβησμένων ματιών του
ξεμίτιζε ένα ξεπαγιασμένο
κατάχλωμο φεγγάρι,
ίδια η ψυχή του.
Καλός γνώστης της ιστορίας
και του πεπρωμένου του
ο σύγχρονος του καναπέ
υπάκουος και νομιμόφρων πολίτης
ξανακοιμήθηκε βαθιά
τασσόμενος υπέρ της παγκοσμιοποίησης του ύπνου
και της ελευθερίας του ανεπίληπτου Μορφέως.
Τόση θάλασσα,
τόσα ποτάμια,
δάση,
λουλούδια
γύρω μας
και εμείς δεν μάθαμε τη γλώσσα τους.
Ενηλικιωθήκαμε χωρίς την μητρική μας.
Χωρίς γλώσσα πως θα επιβιώσουμε?
Η καρδιά μου καθημερινά
επιμελείται την σφαγή των ονείρων μου
και την κάθετη πτώση.
Η καρδιά μου, τρεχούμενη κρήνη
από διαλεχτό μάρμαρο
της μάνας και του πατέρα,
ξεχειλίζει βουνίσια δροσιά
και ευωδιάζει φρεσκοβρεγμένο άργιλο,
πέτρα και ζώσα πνοή.
Η καρδιά μου με κομμένα χέρια
ξυλεύεται ανηλεώς.
Ελπίδα μόνη τα πολλά ερωτηματικά
που μπερδεύονται στην γλώσσα μου
σαν το σάλιο μου και τα κερασοκούκουτσα.
Πάντως κάθε φορά που ρωτώ και κουβεντιάζω
ξαστεριάζει.
Ευωδιάζει ο βασιλικός,
μυρίζει άνοιξη η λεβάντα
και η ίριδα κρουταλίζει τις πόρτες.
Καλημέρα γείτονα
ας ανοίξουμε τα παράθυρα
να γνωριστούμε, ν’αγαπηθούμε
για να μοσχοβολήσουν οι βασιλικοί στα περβάζια
και να ευωδιάσει ο κόσμος άνοιξη.
Κατήφορος κι εμείς στο φουλ το γκάζι.
Πως έγινε έτσι η ζωή μας?
Κούρασε η νηνεμία.
Τρέφεται με κίνηση η ζωή
σελώνω την αυγή.
Οι καναπέδες ευλογία του κατεστημένου
ξηλώστε τους.
Στις παλάμες μου
χλοίζει η ζωή.
Στα χέρια μου μετεωρίζεται.
Τα δείχνω
αρνούμενος να Παγκοσμιοποιηθώ
στο δρόμο της «ελεύθερης αγοράς»
σα μεγαλομέτοχος οικονομικού τραστ
που σφυρίζει αδιάφορος.
Φάροι τα ροζιασμένα χέρια του πατέρα
Και των μεγάλων μου αδελφών.
Προφανώς κούρασα
μα είναι απομεινάρια
της εποχής που η αθωότητα
περγελούσε τον θάνατο.
Απλώνω τα χέρια
ζητώντας συγνώμη
να ξεδιψάσω
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου