Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριάντης Χριστόφορος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριάντης Χριστόφορος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Έρωτας αληθινός / Τριάντης Χριστόφορος


 

Ο έρωτάς μου

είναι αληθινός

γιατί έχει τόση αλήθεια,

όση δεν χωρά ανάμεσα σε ουρανούς

και καταφύγια.

Ο έρωτας μου είναι αληθινός.

γιατί μύθους φτιάχνει

που κλείνουν το κορμί σου,

βαθιά στα βλέφαρά μου.

Ο έρωτας μου είναι αληθινός,

γιατί εσύ ζεις αιώνια

κι εγώ δεν μπορώ αλλιώς

να σ’ ακολουθώ,

παρά να γράφω

μες στη νύχτα.

Ναι, ο έρωτάς μου είναι αληθινός,

γιατί ο ιδρώτας σου

χαράζει τις ρυτίδες.

Ένα νερένιο μονοπάτι

που κυλά σε λόγια και χωράφια.

Είναι αληθινός,

γιατί δεν πεθαίνει

στην πρώτη αστροφεγγιά.

Σκεπάζει τα μάτια μου,

άλλη σκιά να μη βλέπω παρά μόνο

τη δική σου.

Είναι έρωτας αληθινός

γιατί αφήνει τους πελαργούς

να κλαίνε για τα χαμένα καλοκαίρια

και τις εποχές αλλάζει,

(σε μια κι ατελείωτη).

Είναι έρωτας αληθινός,

γιατί είναι ακριβή η ψυχή σου.

Ανάσα που ξεχερσώνει αγκάθια

και αρνήσεις

και στα ηλιοδρόμια

σπέρνει φιλιά και πίστη,

για ν’ ακούει το φως

τα τραγούδια μας.

 

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

ΣΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ (ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ) / Τριάντης Χριστόφορος

 

Κατά λάθος κλήθηκα στη γιορτή,
προς τιμήν των διανοουμένων
(στοχαστών, ποιητών,
καλλιτεχνών κι άλλων λογοθεραπόντων).
Ω, στην πανήγυρη συμμετείχαν:
ο αυτοκράτορας (μετά της κουστωδίας)
-οι πατρίκιοι
-οι πραίτορες
-οι λεγάτοι
-οι γέροι τιμητές (απομεινάρι του ένδοξου παρελθόντος)
-οι λογογράφοι
-οι θησαυροφύλακες
-οι ευνούχοι.
Ένας δικαστής ονόματι Τιγγελίνος
κι ένας άλλος με τ’ όνομα Χαιρέας.
Πλήθος ηγεμόνων
των κατακτημένων περιοχών
και (φυσικά) οι αρχιερείς με συνοδούς:
μειράκια και ραθυμούντες ψαλμωδούς.
Το θέαμα της διανόησης
ήρθανε κι άλλοι να απολαύσουνε:
ιδιόκτητες πλοίων, εργαστηρίων,
και επαύλεων,
δίχως εμπόδια κι αρνήσεις.
Και να, οι στοχαστές με ύφος σοβαροφανές,
κοιτάζοντας τον αυτοκράτορα και τους παρισταμένους
ξεκίνησαν τους επαίνους.
Και οι καταγραφείς,
απ’ τα υποβολεία,
σημείωναν τα πάντα
(σχολαστικά κι αριθμημένα).
Η διάσωση τού πνεύματος τέτοιων προσωπικοτήτων
ήταν υποχρέωση των κρατικών δομών.
Κι άλλο δεν έλεγαν οι στοχαστές,
παρά για ειρήνη και ευημερία,
τάξη και ηθική, επανάληψη κι ευκαρπία.
Και στην Βέστα τη θεά, ιδιαίτερα λογύδρια
αφιερώνανε (άρεσαν πολύ στον αυτοκράτορα).
Ω, οι πρωτοκλασάτοι έκθαμβοι έμειναν
απ’ τα λόγια τέτοιων
ηγητόρων.
Μα, ήρθε και η σειρά των απαγγελιών.
Οι μεγάλοι ποιητές ανέβηκαν στο βήμα
(όσοι είχαν την αναγνώριση του κράτους).
Οι ελάσσονες περίμεναν απ’ έξω,
μήπως τους ελεήσουν και
κληθούνε στο συμπόσιο.
Άρχισαν οι στίχοι, οι ρίμες, ο ελεύθερος ο λόγος.
Πω-πω τι λέξεις, τι ιδέες
απλώθηκαν στα μωσαϊκά:
ο έρωτας, η μοναξιά, η σπουδαιοφάνεια
το φεγγάρι κι οι βόλτες του ήλιου,
η θάλασσα, οι δάφνες του αυτοκράτορα,
η εργασία πραιτόρων
και πατρικιών,
οι μονομάχοι και οι θιασάρχες,
ο στρατός, οι οικογένειες, οι ραβδούχοι
η ευτυχία και τα σηστέρσια, οι μαίες
οι τιμές και τα δημόσια θεάματα,
οι εντολές θεών κι αρχόντων.
Οι ποιητικές αναφορές
αλωνίζανε τις καρδιές.
Ευθύς οι λογογράφοι είπανε:
πάντα υψηλόφρονες οι ποιητές,
στην ιστορία θα μείνουνε
σαν τον Βιργίλιο και τον Οράτιο,
και οι άρχοντές μας, ακούγοντάς τους
καλύτεροι θα γίνουν.
Έχουν την πνευματικότητα
στο αίμα τους (κληρονομικά).
Αλλά και οι πατρίκιοι συμπληρώνανε :
πρέπει να γίνουν βιβλία όλα τούτα,
χρειάζεται να μοιραστούν στην αυτοκρατορία.
Τα τέκνα μας έχουν την ανάγκη μιας τέτοιας
παιδαγωγίας.
Α, μέχρι κι οι σύζυγοι των αρίστων δακρύσανε
από συγκίνηση: τα (όμορφα) λόγια,
στις κεφαλές χαράχτηκαν.
Άλλο δεν άντεξα.
Τις στοές διάβηκα
και στο βουνό ανέβηκα,
ο αέρας να καθαρίσει την ψυχή μου.
Αυτή είναι η μεγάλη διανόηση:
λόγια για άνευρα κρεβάτια
και σακατεμένες συνειδήσεις,
σηστέρσια στο στόμα και το σώμα,
κολακείες για τους δυνατούς,
και προστυχιές
για το κοινό,
υπακοή στους λεγάτους (των υπηρεσιών).
Όμως, ήρθαν και οι
(νέες) δηλώσεις των πνευματικών ανδρών,
«Ορίστε, δεν θα ξανασφάξουν
οι Νέρωνες
τους καλλιτέχνες.
Δεν θα υπάρξουν άλλοι Πετρώνιοι
στην αυτοκρατορία,
ούτε και στο μέλλον κάτι τέτοιο θα συμβεί.
Εκπολιτίστηκε η εξουσία
με τις ποιητικές μας παραινέσεις».
Ω, απ’ τις κορφές πέταξαν οι λέξεις μου,
να ξενοστιμέψουν τη γιορτή.
Αχ, τιμητές του πνεύματος
το γελοίο το παραβλέπετε,
στραβωθήκατε απ’ την ψευτιά
και στυλοβάτες γίνατε
της τυραννίας.
Στα προστώα
τρέχετε ολοταχώς,
εσείς: οι στοχαστές, οι ποιητές,
οι καλλιτέχνες.
Αύριο που οι Καλμούχοι
κι οι Τάταροι
θα σαρώσουνε τις αγορές σας,
πρώτοι εσείς (οι εραστές μουσών και μωσαϊκών)
την εξουσία τους, θα ευλογήσετε.
Μα, θα μοχθήσετε (προφανώς)
να τους εκπολιτίσετε κι αυτούς,
αυτό είναι το καθήκον σας.
Ω, θεσμοί της αυτοκρατορίας,
το βλέμμα σας, μην αποστρέφετε
από τους δηλωσίες του Ελικώνα,
το έχουνε ανάγκη.
Ωχ, άλλοι καιροί,
άλλα ήθη,
που θα ‘λεγε κι ο Κικέρωνας.

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2023

ΕΙΚΟΝΕΣ / Τριάντης Χριστόφορος


Τα κρεβάτια μας
είναι από αγράμπελη.
Στους λόφους τα λουλούδια
έχουν πρόσωπα
και στον δρόμο οι μέλισσες
χτίζουν φωλιές για τους αγίους,
(στα δέντρα).
Στις πηγές
αρχαίες φωνές
παρηγορούν τα πληγωμένα τρυγόνια.
Τα χνάρια μας σβήνουν
στη σκόνη,
μα, οι σκέψεις μας
δίνουν ζωή στις πέτρες,
να γίνουν
σημάδια για τους μάρτυρες.

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

Ο σκλάβος από τον Χριστόφορο Τριάντη

  


«Ο σκλάβος δεν έχει ιστορία που να περιγράφει το παρελθόν, ούτε ανήκει στο παρόν, είναι ο άνθρωπος δίχως χρόνο και όνομα. »
 – από τον Χριστόφορο Τριάντη


Ο σκλάβος είναι όνομα ουσιαστικό που φανερώνει ιδιότητα και κατάσταση. Ο σκλάβος γεννιέται δεν γίνεται.Οι γεννήτορές του είναι άγνωστοι, αφανέρωτοι, δίχως ονόματα. Μα κι ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτούς. Κουβαλάει τις αόρατες αλυσίδες του, προς όλες τις κατευθύνσεις.

Με τον καιρό αισθάνεται περήφανος γι’ αυτές, ιδιαίτερα για τις πολλαπλές κινήσεις που του επιτρέπουν να πραγματοποιεί (ευχαριστημένος πάντα). Όσες προσπάθειες κι αν κάνει για να γνωρίσει τι σημαίνει ελευθερία είναι άκαρπες, άνοστες και αναποτελεσματικές.

Πιστεύει ότι η σκλαβιά είναι η σταθερά και νόμιμη συνιστάμενη της υπάρχουσας κοσμικής δομής, του σύμπαντος ολόκληρου. Μια αισχύλεια προσφορά του κράτους (και της βίας) στον προμηθεϊκό άνθρωπο.

Ο σκλάβος δεν έχει ιστορία που να περιγράφει το παρελθόν, ούτε ανήκει στο παρόν, είναι ο άνθρωπος δίχως χρόνο και όνομα. Απλά κάποιες φορές οι θόρυβοι από τις σερνάμενες αλυσίδες του έχουν κάτι αποκρουστικό, κάτι βαθιά αρρωστημένο και χυδαίο. «Φτιάχνουν» απελπισία. Τότε ο σκλάβος αποζητά να ψηλαφίσει τον φαύλο κύκλο της βιωτής. Από κοινού με άλλους σκλάβους συντηρούν κάθε τι φαύλο, εκόντες άκοντες.

Τρέχει και κάθεται μαζί τους, συντρώγει, συμπίνει και συναγελάζεται. Και μετά από λίγο καιρό (ή στιγμές) ακολουθεί τη μεταφυσική οδό, υπάρχει και τέτοια. Εδώ, όμως έρχεται ο φόβος. Ο σκλάβος (με τους ομοϊδεάτες του) προσκυνά ό,τι βρίσκεται πρόχειρο μπροστά στα μάτια του: ένα τεχνητό θαύμα, λίγο μυστήριο και το κύρος της αγίας εξουσίας.

Αυτή η αγία πραγματικότητα γνωρίζει καλά τι σημαίνει να είσαι «ευτυχισμένος», δηλαδή να σκέφτονται οι άλλοι (οι κύριοι και οι υπεράνθρωποι) για σένα και προπαντός να εξοβελίζουν απ’ τους σκλάβους, την απραξία και την ακινησία. Μεγέθη αμαρτωλά, επαναστατικά και ακραίως απαγορευτικά για την τάξη και τους διαχωρισμούς.

Ο σκλάβος είναι γεννημένος για να πράττει, να δρα, να κάνει κάθε τίμια και χρήσιμη εργασία (κι επάγγελμα): ν’ ανοίγει τάφους, να προσεύχεται, να πολεμάει, ν’ αστυνομεύει, ν’ αγριμολογεί, να κρατάει συντροφιά στους επίσημους καλλιτέχνες και λογοτέχνες και φυσικά στους άρχοντες και τους βασιλιάδες. Ενίοτε είναι ανάγκη να γίνεται γελωτοποιός, είναι το καθήκον του προς την υπηρεσία και τα θεϊκά κελεύσματα.

Και αν καμιά φορά ακουστεί να απαγγέλλει ποιήματα, στιχοδημιουργήματα και τραγουδάκια, το κάνει για να πλάσει έναν άλλον «ονειρικό» κόσμο. Αλλά κι αυτός ο κόσμος είναι θαμπός, μία μίμηση του ήδη θαυμαστού νέου κόσμου (κατά Χάξλεϊ), στον οποίο εγκταβιοί από γεννησιμιού του. Αυτή είναι η τιμωρία του και δεν υπάρχει διαφυγή.

Η σκλαβιά αποτελεί μια κληρονομική και κληρονομημένη ιδιότητα και κατάσταση. Καρμική και αριστοτελική εντελέχεια, δίχως κάθαρση και σωτηρία. Οι Ηρακλείς – σωτήρες αποδήμησαν νωρίς για Ηλύσια πεδία και άφησαν τον Καύκασο γυμνό, τρόπαιο στους τιποτάκηδες, κατ’ αποκλειστικότητα και προϊστορική επιβράβευση.

 

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ γράφει ο Χριστόφορος Τριάντης


 

Αυτή η πολιτεία είναι άξια αναφοράς, τόσο για τη γραφή όσο και για το παρόν και το μέλλον. Σεμινάριο αυτογνωσίας για το πλήθος, κώδικας μικρής ηθικής, άνευ κανόνων. Η πολιτεία είναι όλος ο κόσμος. «Απλώνεται» για να προλάβει τον χρόνο, να δώσει τις ευκαιρίες για να κερδίσει ο κάθε κάτοικος τα ανάλογα μερίδια ευτυχίας, σύμφωνα πάντα με τις ικανότητές του, τις ανάγκες του, θεμιτές κι αθέμιτες, εκούσιες κι ακούσιες, κωδικοποιημένες κι απαγορευμένες.

Μα χρειάζεται και η ρυμοτομική περιγραφή, για να αποκαλυφθεί η δυστοπία και η αντιπραγματικότητα, και έτσι να συνεχιστεί το παιχνίδι της εξουσίας και της λογοτεχνικής καταγραφής, ανάμεσα σε κραυγές και χαχανίσματα.

Στην πολιτεία, η αξία τού καθενός ξεκινά και τελειώνει με βάση τις οικονομικές του απολαβές. Η κοινή αυτή διαπίστωση εμφιλοχωρεί παντού. Ακολουθεί η ρύθμιση των λεπτομερειών των προσώπων και των γύρω τους διεργασιών. Περιορισμός στην ονοματολογία και την αγαλματοποιία δεν γίνεται να υπάρξει, δεν ενδιαφέρουν τα οικονομικά επιτελεία κάτι τέτοιες λεκτικές αναφορές.

Όλα γυρνάνε γύρω από την αναζήτηση των οβολών (κυρίως των χρυσών, αυτών που καλύπτουν κάθε επιθυμία, ανά πάσα στιγμή και ώρα). Κάθε γωνιά και κάθε δρόμος, κάθε τετραγωνικό μέτρο και κάθε διάβαση, αξιολογείται με βάση τα κέρδη και τις ζημιές. Ό,τι πουλιέται και αγοράζεται, από ανθρώπους μέχρι σαπούνια και από δηλητήρια μέχρι ελιξίρια, περιδιαβαίνει τις μέσες και τις άκρες της πολιτείας. Και είναι περίεργο που όλα: οικιστικά κατάλοιπα και άνθρωποι, κινούνται σαν να μην υπάρχει άλλος χρόνος, παρά αυτός που έχει χρηματιστηριακές ώρες και ώρες δουλειάς. Η όποια ξεκούραση σε φέρνει πάλι στην αρχή της δουλειάς ή της ανεργίας, κοινώς της εξαχρείωσης. Δίνεται η δυνατότητα καταφυγής στην ψηφιακή αποχαύνωση. Και αυτές, οι καταγεγραμμένες αρχές, είναι το ήμισυ του παντός.

Στοιβάζεται και μπόλικη τύρβη στο κέντρο και τις γειτονιές. Είναι το ανταποδοτικό όφελος για τους νέους και τους χασομέρηδες (επιδειξίες και μη). Φθηνά κόλπα, που βαφτίζονται από ειδήμονες και άρχοντες: ψυχαγωγία και διασκέδαση. Η ελεγχόμενη τύρβη γεννάει απορρίμματα κάθε λογής, γεμίζει τους κοινούς χώρους και τα διασκεδαστήρια. Άδεια μπουκάλια, προφυλακτικά, αποτσίγαρα και φθηνοναρκωτικά, πεταμένα στους λερούς δρόμους, στις ταλαιπωρημένες πλατείες, στα ξεχαρβαλωμένα παγκάκια και παρτέρια. Μυρωδιά ουρητηρίων απλωμένη παντού, χωρίς έλεος. Το σκηνικό στήνεται και ξεστήνεται κάθε λίγο και λιγάκι. Το άγριο ξύλο μεταξύ μεθυσμένων και οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων χρωματίζει ανεξίτηλα τις άκρες της νύχτας. Τους δίνει το χρώμα ψυχικής αρρώστιας σε καιρό πολέμου. Όσο δέρνονται (μεταξύ τους ή ξεχωριστά), η διασκέδαση προχωρεί ομαλά.

Νυχθημερόν, οι σειρήνες των ασθενοφόρων υπηρετούν το προβλέψιμο και το θνησιγενές. Οι κατάρες από τα άνω διαμερίσματα υψώνονται στον μελιχρό ουρανό και αφορούν τους πάντες και τα πάντα, εκτός της αγαπημένης ομάδας. Παγιδεύονται όμως στο δάσος με τις τηλεοπτικές κεραίες και τα δορυφορικά πιάτα, και αυτομάτως γυρίζουν (δια των κυμάτων), προς τους ενοικούντες των διαμερισμάτων (άνω και κάτω). Μικρή μεταφυσική εκδίκηση. Το υβρεολόγιο και τα φτυσίματα των οδηγών παντός οχήματος, συμπληρώνουν το πεπληρωμένο της πολιτειακής ψυχαγωγίας.

Στις παράλληλες με τις κεντρικές οδούς, οι άστεγοι μοχθούν να πάρουν θέση στα πεζούλια και στα σιδερένια καλύμματα των πεζοδρομίων. Κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον. Είναι νηστικοί, κρυώνουν και κυρίως φοβούνται τις επιθέσεις των Καθαρών. Έτσι αυτοτιτλοφορούνται οι ομάδες των νεαρών που βγαίνουν σεργιάνι τα βράδια, προκειμένου να βοηθήσουν τη χωροφυλακή στο θεάρεστο έργο της καταστολής και της καθαρότητας. Βιαιοπραγίες σε βάρος των πασχόντων κάθε λογής. Απαγορεύεται δια νομού να είναι ορατοί, οι ταξικά και φυσικά ασθενείς.

Οι άνθρωποι γίνονται σαν τα σκουπίδια, σώζονται μόνο τ’ αγγελτήρια στους ξεθωριασμένους τοίχους και τις κολώνες φωτισμού. Μα όλα βρομίζουν, ξεφτίζουν και ξεπέφτουν στα μάτια των περαστικών και των ιδιοκτητών κατοικιών. Όλα δείχνουν κουρασμένα, έτοιμα να σαπίσουν, χωρίς ντροπή. Μερικοί ένοικοι εκτοξεύουν από τα μπαλκόνια τα σκουπίδια τους, σημαδεύουν τους κάδους, γελούν και επευφημούν ο ένας τον άλλον, σαν πετυχαίνουν τον στόχο. Μια ακόμη νίκη κερδήθηκε. Το θέατρο συνεχίζεται. Άλλοι με πιο βίαια ένστικτα, πυροβολούν αδέσποτες γάτες και κάποιοι αυτοκτονούν, από αηδία ή από στέρηση. Η στέρηση αφορά τις φθηνοναρκωτικές ουσίες. Δεν υπάρχουν οι οβολοί για αγορά και μικροευτυχία, απομένει η δολοφονία εαυτών και άλλων.

Τα απορριμματοφόρα δίνουν και παίρνουν, μαζί με τα οχήματα των πολιτειακών φρουρών, ασελγούν στο σχέδιο της πολιτείας. Τα περιπολικά ουρλιάζουν. Κάποιοι διευθυντές τηλεοπτικών σταθμών, (ενίοτε και διάσημοι λογοτέχνες), συνεργάτες της χωροφυλακής, βοηθούν στη διακυβέρνηση και την ευταξία. Εκστομίζουν από τα μεγάφωνα των περιπολικών ένα σωρό ηθικολογίες για τήρηση των κανόνων και για αέναη ευτυχία. Η ενημέρωση και η νουθεσία των κατοίκων, πάνω απ’ όλα. «Χρειάζονται θυσίες αγαπημένοι συμπολίτες μας, με το αζημίωτο φυσικά». Το ωραίο αυτό αξίωμα το ενστερνίζονται κάτι γυναικεία ερείπια που βγαίνουν από τα ισόγεια των φτωχών πολυκατοικιών και ζητιανεύουν μέρα και νύχτα. Ζητούν κάθε είδους χρηματική ελεημοσύνη (κανένα λεπτό παραπάνω) κι όλες τις ώρες. Προσφέρουν και ερωτικές υπηρεσίες και ό,τι άλλο αποφέρει σε τούτες τις σαρακωμένες ψυχές λίγα μερίσματα, για να τη βγάλουν καθαρή.

Αν και επίσημα δεν επιτρέπεται η επαιτεία, εντούτοις όπου βρεθείς κι όπου σταθείς, στο κέντρο και στα φτωχά προάστια, αμέσως εμφανίζονται απλωμένα χέρια (κι άλλα σημεία των σωμάτων) και ζητούν χρήματα, λίγα ή πολλά, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόσα. Επαιτεία και εξαθλίωση. Οι τιμές ανεβαίνουν και η ντροπή ακολουθεί την αντίθετη πορεία στον οικιστικό ιστό. Οι άνθρωποι-σκιές είναι οι μόνοι που περνούν απαρατήρητοι, έτσι διατηρούν μια κάποια ελευθερία. Όταν όμως γίνονται αντιληπτοί από τους οδοκαθαριστές, δέχονται χλευασμούς και προπηλακισμούς σωρό. Τους κατηγορούν ότι είναι βάρος στον πολιτειακό προϋπολογισμό. Έτσι χάνουν τη σκιά και την ελευθερία τους.

Αλλά και η ανεπρόκοπη καλλιτεχνία της πολιτείας, βρήκε διέξοδο και άλλους ρόλους, αντικαλλιτεχνικούς και προσοδοφόρους, κατά κάποιον τρόπο. Πρώην ζωγράφοι και πρώην πρωταγωνιστές του θεάτρου σκιών, υπέβαλαν την παραίτησή τους, στην τέχνη και δήλωσαν αρχιτέκτονες – μηχανικοί. Κυνηγάνε – κυριολεκτικά- τους οβολούς, όπου τους βρουν. Υπόσχονται τίτλους ιδιοκτησίας στους μικρομεσαίους, ένεκα αμοιβής, μιας και η τέχνη δεν τρέφει το σώμα και οι ντομάτες ακρίβυναν στη λαχαναγορά. Άνοιξαν λοιπόν, αρχιτεκτονικά γραφεία και σκούζουν, νύχτα και μέρα «Θέλεις δικό σου σπίτι; Τώρα μπορείς να το αποκτήσεις, έλα σε μας, με λίγα χρήματα, θα έχεις την ιδιοκτησία σου τοπογραφημένη και φορολογικά ενήμερη». Μεγάλες οι δουλειές.

Η πολιτειακή παρουσίαση συνεχίζεται. Τα πεζοδρόμια συρρικνώνονται. Η βρομιά εισχωρεί στις εισόδους, στους ανελκυστήρες και τα σκαλιά των κτηρίων και των πολυκατοικιών. Δεν λειτουργούν οι εξαιρέσεις σε κανένα επίπεδο. Η κακότητα των χώρων προχωρεί και χώνεται στα πέλματα. Τα βήματα γίνονται βαριά και το βάρος τους ανεβαίνει στα μάτια. Σιδερένια σφραγίσματα καλύπτουν τα χρώματα. Το γκρίζο είναι το μόνο χρώμα που επιτρέπεται στις ανταλλαγές των βλεμμάτων. Σιδερένια προσωπεία σε τιμές ευκαιρίας, πωλούνται από το κρατικό μονοπώλιο, αποκλειστικά στις στάσεις του μετρό και με εγγύηση πολλών χρόνων.

Όμως, η δυστοπική κατάσταση της πολιτείας, αναβαθμίζεται κατά τι από τους «Σωτήρες». Μα ποιοι σωτήρες υπάρχουν στα ολοφώτιστα μονοπάτια της πολιτείας; Είναι αυτοί που τους αρέσει να στοιχίζονται κάτω από τον τίτλο «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Όταν κουράζονται από τη χαύνωση και το φαγοπότι, (εννοείται το φαγοπότι των πνευματικών-φιλοσοφικών συμποσίων), βγαίνουν στους δρόμους, με τους εραστές και τις ερωμένες τους. Φωνασκούν για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, γενικώς και απροσδιορίστως. Να το πω λαϊκά: διαδηλώνουν ενάντια στους «κακούς» της οικουμένης, που εξαφανίζουν τις χελώνες, τις τρούφες και τα κατσικάκια. Πολύς πόνος στην πολιτεία. Σύντομα το τελειώνουν όλο αυτό και συνωστίζονται στα πλούσια προάστια για κρύους καφέδες και σαμπανιζέ κρασιά, στη σωστή θερμοκρασία βεβαίως. Καθιερωμένη τελετουργία για να νικηθεί η πλήξη. Οι «Σωτήρες» πολλές φορές εκλέγουν και τον δήμαρχο της πόλης, αυτός είναι το σπλάχνο τους και τον αγαπούν πολύ, μοιράζει και επιδόματα στους επαίτες, μοχθεί για την ανθρωπότητα.

Η πολιτεία δεν εξαγνίζεται ούτε από τους ναούς, ούτε από τις προσευχές, ούτε από τα χιλιάδες φώτα, που καλύπτουν τα πάντα. Φώτα για να μη φαίνεται η ασχήμια και η απονέκρωση. Φώτα για να φαίνονται μόνο τα χρυσά κέρδη και να κρύβεται επιμελώς, η εξαχρείωση. Τα στοχαστικά βήματα συντρίβονται από τη γλίτσα, οι μυρωδιές περιορίζονται στις εξατμίσεις και τις απολήξεις. Τα μολυσμένα σωθικά βγαίνουν σε κοινή θέα και αποκρύπτουν τις φωτοσκιάσεις του ορίζοντα. Λες και οι άνθρωποι τα βγάζουν βόλτα για να λάβουν συγχώρεση και παράταση. Ανήθικες παρεκβάσεις πλησίον των σημείων που η εξουσία ασκεί τη γοητεία της, απαγορεύονται (αυστηρώς). Τα δημόσια ουρητήρια αντικαθιστούν τις ημερήσιες αποτυχίες των κατοίκων. Έχουν την τιμητική τους όλες τις ώρες. Αργόσχολοι, εργαζόμενοι και διαστροφικά περίεργοι, συρρέουν στα αποχωρητήρια, για να συνδεθούν, έστω και για λίγο, μ’ ένα σύνολο που πανηγυρίζει για τα κατορθώματα των ακροφύσιων. Υπάρχουν και τιμωρίες. Οι μανιοκαταθλιπτικοί συλλαμβάνονται πάραυτα και ο εγκλεισμός τους, απαλλάσσει τα πολιτειακά όργανα από τους βραδυπορούντες, από τους εμποδιστές του πλουτισμού των λίγων, των αφεντικών και των χρηματιστηριακών συμμοριών.

Καμία φορά διοργανώνονται και μεγάλες πομπές -λιτανείες από τους ιερείς και τον αντιδήμαρχο των θρησκευτικών θεμάτων. Συμμετέχουν σε αυτές πιστοί κι άπιστοι. Γίνονται για να ξορκίσουν το κακό από την πολιτεία, με λίγα λόγια την αμαρτία, που προτιμά κυρίως την φτωχολογιά. Τους απορρυθμίζουν κάτι τέτοιες υπερβολές τους φτωχοδιάβολους και πρέπει να διορθωθούν και να επανέλθουν στην κανονικότητα. Ωραία πράγματα σχεδιάζονται. Από τις ομάδες των λιτανευτών, μερικοί ξεχωρίζουν και αυτομαστιγώνονται σκληρά και αδυσώπητα μπροστά στο κοινό. Κυρίως οι λιτανευτές μαζεύονται κι ασχημονούν στις παιδικές χαρές. Είναι το ιερό μέσο για να αντιμετωπιστούν πρώτα οι εργασιακές παρεκβάσεις και ύστερα η τυχόν πανδημία που ίσως ταράξει τις οικονομικές λειτουργίες, της πόλης. Σπουδαίο θέαμα για τα δημόσια πράγματα και άκρως παιδευτικό, θα μπορούσα να πω. Αυτή λοιπόν, είναι η εικόνα της πόλη μας, κι έπεται και συνέχεια όσον αφορά την περιγραφή.

 

αναδημοσίευση από: https: www.fractalart.gr/politeia/

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

Απροσεξία-ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ


Μα αιώνες τώρα κανένας
δεν πρόσεξε τα
δάκρυα των μάγων,
σαν αντίκρισαν τα βασίλεια
και τις ολόσωστες αυλές τους
σάπιες να πέφτουν,
μαζί με τα φτερά
και τα σώματά μας.

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

Ύμνος , Χριστόφορος Τριάντης


Ο πόνος δεν σαλεύει στις ροτόντες.
Οι κύκλοι έχουν ρυθμιστεί
την ανάγκη να στερέψουνε
από αθανασία.
Και στα καρνάγια να βάψουνε με πορφύρα
την αχαμνή θάλασσα,
ματώνοντας τα λείψανα των επιθυμιών.
Μα κάθε κίνηση (ενάντια στον χρόνο)
μοιάζει με ύμνο χωμένο
στις κόγχες ναών ερειπωμένων,
θρηνητικό τραγούδι για τις απουσίες.
Κι άλλες φόρες (λίγες),
σαν ευλογημένος αναγραμματισμός
που κόβει την τάξη κατάσαρκα,
ξεγράφοντας ό,τι σκόρπισε στη νιότη ,
η πλάνη κι η συνήθεια.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

Χριστόφορος Τριάντης: Δύο [2] μικρά διηγήματα

 


Το υπόγειο 

 

 

 

 «Όπου κι αν βρίσκεσαι, σκάβε βαθιά.

Κάτω είναι η πηγή.

Άσε τους σκοταδιστές να φωνάζουν πως κάτω είναι η κόλαση»

Νίτσε

 

Μήνες πολλούς έσκαβε μέσα στο σπίτι του, ίσως και χρόνια, σημασία είχε ότι έσκαβε πολύ καιρό. Το χώμα το έβαζε σε σακιά που τα τοποθετούσε στην αυλή, δημιουργώντας ένα τείχος που έμοιαζε με αντιαεροπορικό πύργο. Τελικά κατάφερε και έφτιαξε ένα υπόγειο οίκημα με κάποια δωμάτια κι ανέσεις. Βρισκόταν ακριβώς κάτω από το σαλόνι, στο κέντρο του σπιτιού του. Βρήκε και τον τρόπο να αποθηκεύσει πολλά τρόφιμα, ιδιαίτερα τροφές που είχαν μακρά διάρκεια. Το νερό δεν του έλειπε, ας είναι καλά τα υπόγεια ύδατα. Σε κάθε καλό σπίτι και σταθερό οίκημα υπάρχουν υπόγεια νερά και υπόγεια ρεύματα. Υπεραιωνόβιες μπαταρίες (δικής του εφεύρεσης ) εξασφάλιζαν το απαραίτητο φως στο υπόγειο.

 Πήρε την απόφαση να ζήσει εκεί μέσα, χωρίς να έχει επαφές με τους ανθρώπους. Για να το πω καλύτερα δεν επιθυμούσε να βλέπει ούτε  συνεργάτες και φίλους, ούτε αξιολάτρευτες ερωμένες, ούτε συναδέλφους (περισσότερο αυτούς), ούτε συγγενείς, ούτε εκδότες, φροντιστές , φυλακιστές, μαχητές, κριτές, τιμητές και ό,τι άλλη κατηγορία έχει την κατάληξη – τες. Ήταν εχθρός των ουσιαστικών με τέτοιες καταλήξεις.

 Ο συγγραφέας Μαξ Γκολντράιτερ ένιωθε ασφαλής στην απομόνωσή του. Το υπόγειο σπίτι ήταν το καταφύγιό του.Mια πατρίδα αποκλειστικά δική του. Και τούτο το οίκημα μεταμορφωνόταν (ξαφνικά και απρόβλεπτα) ανάλογα τις καιρικές συνθήκες και τις εσωτερικές διεργασίες. Άλλες φορές τετραγωνιζόταν και στένευε επικίνδυνα, πιέζοντας σωθικά και στοχασμούς και άλλες φορές υψωνόταν πάνω από τον υπέργειο θόλο. Και ταξίδευε σε ανοιχτά πεδία, όπου το αίμα των λέξεων ήταν πεντακάθαρο, γεμίζοντας το υπόγειο με ανθοφορούντα θέματα και θεάματα. Εξαίσια μεταμορφωτικά ταξίδια. Οι άνθρωποι ήταν απόντες απ’ όλες αυτές τις διαδρομές πάνω και κάτω από τη γη. Αντιλαμβανόταν ότι οι  μόνοι που εκτελούσαν κάποιο έργο «επωφελεία» της ανθρωπότητας ήταν οι νεκροθάφτες. Ανάλογα τα βαλάντια των ζώντων και των τεθνεώτων, έσκαβαν, σαν και αυτόν, βαθιά, γεωμετρημένα και σταθερά.

 Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν, η μοναξιά τον κατέβαλε. Το υπόγειο δεν άλλαζε διαστάσεις και οι ταξιδιωτικές αποδράσεις έπαψαν (σιωπηλά και προβλέψιμα). Ο Μαξ Γκολντράιτερ αντέδρασε (σχεδόν αμέσως). Ήθελε διακαώς και με μια κάποια αγωνία, να βρει κάποιο άλλο πλάσμα για να μοιραστεί το υπόγειό του. Ξεκίνησε λοιπόν να σκάβει πιο βαθιά. Είχε και τον φόβο μήπως συναντήσει κανένα αρουραίο με ανθρώπινη ομιλία, σαν και αυτούς που συχνάζουν στα μέγαρα και τις επαύλεις και χαριεντίζονται θορυβωδώς  με τους κυρίους και τις κυρίες τους. Κάτι τέτοιο τον φόβιζε πραγματικά. Αλλά αυτό δεν συνέβη, υπήρξε τυχερός. Μια μέρα άκουσε θόρυβο, έσκαβαν από την αντίθετη μεριά. Ίσως άνοιγαν λαγούμια ή άνοιγαν κάποιο ορυχείο. Ίσως ήταν ένα ζώο ή ένας άλλος άνθρωπος. Κι ήρθε η ώρα της συνάντησης. Ο Μαξ  Γκολντράιτερ αντίκρισε -χαρούμενος- τον κόσμο ολόκληρο. Η ανθρωπότητα τον κοίταζε απορημένη.

 

**

Δερματοστιξίες

 

Ο σκηνοθέτης περίμενε την πτήση του, στο αεροδρόμιο. Ένα ακόμα ταξίδι στο εξωτερικό για τις ανάγκες της νέας του ταινίας. Μια ακόμα ταξιδιωτική μέρα, σ’ ένα μεγάλο αεροδρόμιο. Κάθισε σε μια καφετέρια, παρήγγειλε έναν ζεστό καφέ κι άνοιξε την εφημερίδα του (η εφημερίδα ανήκε στην κεντροδεξιά, παλιότερα «ακολουθούσε» τη σοσιαλδημοκρατία). Αφού διάβασε μερικές γραμμές, ξεκίνησε τη φυσιογνωστική παρατήρηση του κόσμου που ερχόταν κι έφευγε, άλλαζε θέσεις και καθίσματα, πήγαινε προς τα εκδοτήρια, ή ήταν σε αναμονή των πτήσεων. Ήταν μια κινηματογραφική συνήθεια η εστίαση στα πρόσωπα, στις κινήσεις, στα βλέμματα και τις συμπεριφορές. Η κινηματογραφική του ματιά σταμάτησε ή μάλλον επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες. Αυτοί που του έκαναν μεγάλη εντύπωση ήταν οι νέοι άνθρωποι. Οι παρέες τους έδειχναν ευτυχισμένες και ξέγνοιαστες, ολοκάθαρα στοιχεία μιας χορτασμένης νεότητας. Αλλά η εικόνα είχε πάνω της κάτι σαν ψέμα, έδειχνε να στερείται γνησιότητας και μιας κάποιας ευγένειας.

Οι νεαροί προσπαθούσαν να τραβήξουν την προσοχή των παρευρισκόμενων. Γελούσαν δυνατά, χειρονομούσαν χάσκοντας, και τα σχόλιά τους ήταν θορυβώδη κι άξεστα. Αδιαφορούσαν για τους υπόλοιπους ταξιδιώτες που παρακολουθούσαν στωικά τα νεανικά δρώμενα, τις άνετες δήθεν συμπεριφορές. Οι νέοι άνδρες ήταν αξύριστοι με γενειάδες, γεμάτοι τατουάζ στα χέρια και τους σβέρκους. Κάθε αποκαλυπτόμενη και μη επιφάνεια έβριθε παραστάσεων και σημειολογιών (ημερομηνίες, ζωικό και πτητικό βασίλειο, άγιοι και διάβολοι, περσοαραβικά ρητά και επαναστατικά συνθήματα, όρκοι και οικογενειακά στιγμιότυπα). Πανδαισία αυτοναφοράς, πειστήρια ισχυρά αντισυμβατικής ωραιοπάθειας. Δηλώσεις περί των πάντων, απόντων όμως των ίδιων των εαυτών τους. Αν και η βαθύτερη επιθυμία τους ήταν να περνούν για διαφορετικοί, εντούτοις ήταν τόσο όμοιοι. Όλοι αυτοί οι δερματικοί στιγματισμοί φανέρωναν και μια έλλειψη ευαισθησίας. Από τη στιγμή που αψηφούσαν τον πόνο ακόμα και στις πιο ευάλωτες επιφάνειες του σώματος, ήταν γεγονός ότι δεν έδιναν καμία σημασία και προσοχή στις ψυχικές πληγές, αυτές που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο.

Τα κορίτσια μασούσαν τσίχλες, με μαύρα νύχια (οι περισσότερες), κρατούσαν πλαστικά ποτήρια με κρύους καφέδες, έβγαζαν διάφορες φωτογραφίες με τα κινητά τους, παίρνοντας τις ανάλογες πόζες και διαλέγοντας τα ανάλογα σκηνοθετικά ντεκόρ. Από τη μία, η εικόνα της επίπλαστης επαναστατικότητας, της δήθεν αμφισβήτησης των κοινωνικών δομών και από την άλλη η εικόνα της αυταρέσκειας. Γεννημένοι «επαναστάτες» , ετούτοι οι γόνοι των αστικών και μικροαστικών οικογενειών, μύριζαν από μακριά τακτοποίηση και λεφτά. Η σκηνοθετική ευαισθησία διέκρινε τον «φιλοκομφορμισμό» πίσω από τα τατουάζ και τα μαύρα νύχια. Αναστέναξε και σκέφτηκε τον τίτλο της επόμενης ταινίας του: «Δερματοστιξίες».

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

Χριστόφορος Τριάντης: Σπάνιοι άνθρωποι… το μυστικό είναι πως στο τέλος γίνονται τρελοί ή ποιητές, και δεν υπάρχει γυρισμός από αυτή τη διάζευξη.

 



 

 Σπάνιοι άνθρωποι

 

 

Κάθε εποχή γεννάει σπάνιους ανθρώπους. Μόνο που στην πορεία, πολλοί από αυτούς χάνονται, μην αφήνοντας το πνεύμα τους να λάμψει. Ίσως επειδή δεν αγαπούν τη μοναξιά, ίσως επειδή κυριαρχούν οι ηδονές και τους εκτρέπουν από τον δρόμο. Όσοι απομένουν, ταιριάζουν με την εποχή τους και προχωρούν. Αποστρεφόμενοι τις συνάφειες και τους απολογισμούς, ζωγραφίζουν στον καμβά της ανθρωπότητας. Δεν πιστεύουν σε στόχους και στον γενικότερο σκοπό του σύμπαντος, όπως τον χιλιοπαρουσιάζουν επιστήμονες, φιλόσοφοι, αστροναύτες και πολιτικοί. Κάτι τέτοιες ιδέες ανήκουν σε τυπολάτρες και μνησίκακους λογάδες. Οι σπάνιοι άνθρωποι ισορροπούν ηθελημένα (κι άθελά τους) το απολλώνιο με το διονυσιακό στοιχείο, μην ξεχνώντας πως το γέλιο είναι η έκφραση, η πιο γνήσια, της όποιας αλήθειας υπάρχει στα φαινόμενα και στα πράγματα. Δεν αποφεύγουν το γελοίο του γελωτοποιού, ίσα ίσα το επιζητούν, όχι μαγαρίζοντάς το σαν αυτοκράτορες σε παλάτια και επαύλεις, αλλά προφυλάσσοντάς το σαν εκτιμητές της ελαφρότητας. Η βαρύτητα τούς αφήνει αδιάφορους, αποτελεί αγαπημένο μέγεθος ιεροεξεταστών και δικτατόρων (κάθε είδους).

«Εκμεταλλεύονται» την ιστορία και τον χρόνο. Αυτόν που έρχεται από τα βάθη των αιώνων, από την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου. Προσηλωμένα (και ακίνητα) στρέφουν το βλέμμα τους πρώτα στο προπατορικό σκοτάδι, μετά στο γεγενημένο φως, και δημιουργούν «φωτισμένες» στιγμές : μικρής αιωνιότητας και ευτυχισμένης μελαγχολίας. Αναγνωρίζουν την αρχή και το τέλος των πραγμάτων. Γιατί πιστεύουν ότι η ίδια ζωή, ως δώρο και δικαίωμα, δεν αναβάλλεται για το μέλλον. Δεν αφήνουν το παρόν νεκρό, περιμένοντας αιωνίως τη σωτηρία. Προχωρούν. Είναι περιπατητές. Ο δρόμος τους δεν έχει ανάγκη να φωτίζεται από τεράστιους προβολείς και φώτα- μεγαθήρια, μια σειρά από κεριά συντροφεύουν τα βήματά τους, μέσα στον χρόνο και τον λόγο. Και τη θεωρία των ματαιοδοξιών δεν την αποστρέφονται, αναγνωρίζουν τις ήττες των πολλών και τις δικές τους, δεν τις συγκρίνουν. Γι’ αυτές τις σκέψεις και τις στάσεις, στέκονται στη μέση του λαού, στη μέση του κόσμου, από πίστη σε όσα έγιναν και σε όσα θα δημιουργήσουν οι ίδιοι. Οι λέξεις τους πηγάζουν από το βάθος της γης, από τα προϊστορικά σπήλαια, βγαίνουν αβίαστα και τελετουργικά στην επιφάνεια, ξέχωρα από μαγγανείες, γοητείες, παρακάλια και εντυπωσιασμούς. Αλλά το μυστικό είναι πως στο τέλος γίνονται τρελοί ή ποιητές, και δεν υπάρχει γυρισμός από αυτή τη διάζευξη.

 

 

 

*

 

Έρωτας και λάσπες

 

 

Οι στρατιώτες της τύχης

σκότωσαν τον έρωτα.

Και τον πέταξαν στις αλυκές,

να τον χλευάζουν οι βοσκοί του μίσους,

σαν είδαν τα φτερά του

στις λάσπες να κυλιούνται.

Οι όχλοι έτρεξαν

και με τ’ άγιο αίμα του

ράντισαν τα ξερά τους στήθη,

μήπως και βλαστήσουνε

πόθοι κι ομορφιά.

Αλλά ο θάνατος περιγέλασε

τούτα τα καμώματα της ηδονής,

σμιλεύοντας ταφόπλακες (πλήθος μεγάλο).

Για να ‘χει συντροφιά ο δολοφονημένος θεός:

ξοφλημένα αισθήματα

και πένθη ασήμαντα …

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.