Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θασίτης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θασίτης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Πάνος Θασίτης (βιογραφία)

Ο Πάνος Θασίτης γεννήθηκε στο Μόλυβο της Μυτιλήνης. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Από το 1930 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε νομική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, φοιτητής τότε, υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα. Στο ίδιο περιοδικό πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1944 με τη δημοσίευση του ποιήματος Έτσι είναι πάντα. Την ίδια περίοδο πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού της ΕΠΟΝ Μακεδονίας-Θράκης Λεύτερα Νιάτα. Διώχτηκε και εξορίστηκε στον Άη Στράτη και τη Μακρόνησο για τα πολιτικά του φρονήματα (1947-1950). Μετά την ολοκλήρωση και της στρατιωτικής του θητείας εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Δίχως Κιβωτό (1951). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Νέα Πορεία, Κριτική, Συνέχεια, Φοίνικας, Νέα Εστία, Κριτική, Αντί, Ο πολίτης, Ο παρατηρητής και την εφημερίδα Καθημερινή, όπου δημοσίευσε μελέτες, δοκίμια και κριτικά άρθρα για τη λογοτεχνία. Τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1951 και είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Πήρε μέρος στο διεθνές φεστιβάλ ποίησης στη Struga της πρώην Γιουγκοσλαβίας (1982) και τον επόμενο χρόνο στο Διεθνές Συνέδριο Ποίησης του Βελιγραδίου ως τακτικός σύνεδρος και εισηγητής. Υπήρξε μέλος των επιτροπών του ποιητικού διαγωνισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960) και του θεατρικού διαγωνισμού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964), μέλος του Δ.Σ. της Τέχνης (1962-1964) και του Κ.Θ.Β.Ε. (1974-1977), μέλος της οργανωτικής επιτροπής του θεσμού Βαλκανικό Θέατρο (1980) και της επιτροπής μελέτης και αναθεώρησης των ελληνικών κρατικών σκηνών. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, πολωνικά και άλλες γλώσσες. Ο Πάνος Θασίτης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονο πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό. Ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πάνου Θασίτη βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Πάνος Θασίτης», Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.164-165. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και σελίδες 15-16 του περιοδικού Ο Παρατηρητής13, αφιερωμένου στον Πάνο Θασίτη.

το διαβάσαμε:  http://www.ekebi.gr

έργα του:

 Ι.Ποίηση
• Δίχως Κιβωτό. 1951.
• Πράγματα. 1957.
• Πράγματα2 - Αριθμοί. 1962.
• Εκατόνησος. Αθήνα, Κείμενα, 1971.
• Ελεεινόν θέατρον… 1980.
• Σχιστολιθικά. Αθήνα, Κέδρος, 1983.
• Τα ποιήματα 1946-1979. Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1990.
ΙΙ.Δοκίμιο
• Γύρος στην ποίηση. 1966.
• 7 δοκίμια για την ποίηση. 1979.
• Τα Δοκίμια (1959-1983). Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1990.

Εικόνα για δυο



Εσύ χάνεσαι όλη μέρα, στο βόμβο που έχουνε χιλιάδες κινητήρες,
στα κυκλικά παραπετάσματα της σκόνης.
Βουλιάζεις κάτω από σειρές μεγάλα σπίτια,
στοές, μεγάλοι δρόμοι που σ' απορροφούν.
«Σταθμός-Χαριλάου» η γραμμή που παίρνεις,
για τη φανταστική δουλειά και το φανταστικό σου σπίτι,
απεγνωσμένα.

Το σωστό πρόγραμμα απ' έξω, μια προσωπίδα για τους άλλους.
Για σένα, πιο βαθιά η σφαγή.

Τ' άσπρο νερό ξαφνικά πορφυρό.
Η παγωνιά φυτρωμένη στα σπλάχνα,
μαύρα μεγάλα χάσματα στο δρόμο, χαμένα όλα τα σημάδια
κι από ψηλά, ο μακρινός βόμβος της καταστροφής.
Σιγή τυλίγει στο γυαλί, το κάθε τι που βλέπεις,
χέρια και πόδια και πρόσωπα απομένουν στον αέρα,
σαν την εικόνα στην οθόνη, τη στιγμή που κόβεται η ταινία.

Στο νου πυκνή βροχή σε λιώνει.

Κατοικία στη γη


Διαγράφεται σπίτι χαρωπό
άσπρο με κόκκινη στέγη, με πηγάδι και λαχανόκηπο.
Η γη αποθέτει μέσα του της ευωδιάς της το μυστικό∙
πουλάρι του δρυμού γλείφει το ξύλινο κατώφλι του τις νύχτες
φέρνει κι αυτό το μυστικό της απλής του ζωής∙
τ' άστρα χαμηλώνουν, έλκονται μες στο νερό που αγρυπνεί.
Μπορούμε να κατοικήσουμε.

Το ποτάμι περνάει απ' εδώ
μες από καλαμιές και θάμνους που όνομα δεν έχουν
μες από χόρτα που προσφέρουν μ' αγάπη ό,τι έχουν
περνάει κι από μας και δε μας ξεχωρίζει.
Πλένει τα πόδια των πουλιών, τ' άλογα ξεδιψάει
ποτίζει - όσο μπορεί - τα χωράφια
δεν έχει θρύλους μήτε όνειρα τα βράδια∙
είναι νερό
κάνει καλά τη δουλειά του
κουράζεται
κοιμάται.

Ελπίδα



Υπάρχουν οι πηγές που γεννούν τόσ' αεράκια
υπάρχουν δάση όπου τ' αθώα πρωινά ανασαίνουν φίλοι∙
οι πνοές τους φθάνουν ως εμάς και μας γλιτώνουν
φέρνουν μηνύματα της χλόης και του νερού
φέρνουν την ακοή των δένδρων που τα κρατούν απ' τη μασχάλη
παραμύθια, τα βαριά παπούτσια τους τα λιώνουν
αέρας μπαινοβγαίνει στα ριζά τους
τα κλαδιά τους γέμισαν πανιά,
οι βυθοί της θάλασσας ξυπνούνε μες στα δάση
αλλάζει τάξη ο κόσμος, αγκαλιάζεται σφικτά
χαίρεται η φωνή μας, φίλοι
δικό της το φάρδος τής ημέρας
θάβρει πίστη και θα ζήσει∙
υπάρχουν παντού ο ουρανός και τα παιδιά.

Απ' το παράθυρο



Στέκομαι και βλέπω απ' το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή∙
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.

Στέκομαι και βλέπω απ' το παράθυρο...

Πόσο πουλάνε τα μαντήλια στο λιμάνι;
Μαντήλια γι' αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ' τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μεις δεν τους αναζητούμε∙
άνθρωποι μαντήλια άνθρωποι.

Ο νεκρός ποιητής


                                                                                                 [Από την ενότητα Τ' αδέσποτα]

Δεν είμ' εδώ που ψάχνεις.

Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ' αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

Νυχτερινό



Είμαστε δυο άνεμοι νυχτερινοί
Πουθενά πάνω σ' εμάς δε βρίσκεται ένας δρόμος
Ένα τέλος μια αρχή ένα σχήμα

Υποθέτοντας τους εαυτούς μας αγαπιόμαστε
Για τον τρόμο και τον ίλιγγο του αγνώστου μας
Για τη μοναχική συνάντησή μας πέρ' απ' το χνούδι του Κόσμου.
Αγάπη μου
Σεισμέ του νου μου.

Μέρες Θεσσαλονίκης



Άσε με να πιστεύω
Πως μπορούμε να κινήσουμε από δω
Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας
Και διώχνουμε το φως απ' τα δωμάτιά μας ως να μας λησμονήσει.
Εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα
Σαν τις χαρακιές του προσώπου μας
Και σαν τους τάφους τους οικογενειακούς
Όλο πικρή σοφία
Σαν την πανάρχαιη Καλημέρα
Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή.

                              *

Άσε με να πιστεύω
Πως πέρ' από το σύρμα του ορίζοντα
Δε θα μας αγαπούν μήτε θα μας αρνιούνται,
Να πιστεύω
Πως υπάρχει αλλού ένα δέντρο
Άξιο για τα νεύρα του κεραυνού
Ένα μαχαίρι που δε γνώρισε σπλάχνα
Κι ένα ποτήρι μ' απρόσιτα χείλη
Να πιούμε!

Σχέδιο αγαπημένης δίχως κορνίζα



Αρχίζεις από παντού
Από την έρημη βουή του δάσους
Απ' τα κοράλλινα χαλάσματα της πιο παλιάς αυγής
Από την πετρωμένη ρυτίδα του ορίζοντα
Από το τρυπημένο χέρι της ελπίδας
Από το αίμα το ξεριζωμένο

Αρχίζεις από παντού
Από την πρώτη περπατησιά της άνοιξης
Απ' τις κερήθρες κι απ' τα χαμομήλια
Από τα μάτια των μικρών πουλιών
Από τα πρωτοβρόχια που θερίζουν τις χαρές
Απ' τις ειρηνικές μασχάλες της μοναξιάς

Αρχίζεις από παντού
Απ' τις μέρες που πέρασαν κι' απ' τις μέρες που θάρθουν
Από τον κόρφο της ανάμνησης κι' απ' τ' άγνωστο που φτάνει
Απ' τη μοναδική στιγμή κι' απ' το χρόνο
Από την άγνοια κι' απ' τη στερνή πικρή μου γνώση
Απ' την αρχή και το τέλος

                                       *

Αρχίζεις από παντού
Απέραντη ρίζα αγαπημένη
Για ν' απομείνεις ολομόναχη
Πέρ' από τη σιωπή
Πιο ξένη από τη σιωπή
Μονάχη με τον εαυτό σου
Καθώς αγέραστο ελάτι με τον ουρανό σου
Στοιχειωμένο απ' το χαμόγελο του κόσμου.

Χωρισμός



Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μέσ' από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει∙ γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου.

Επιφώνημα



Εσύ ήσουν η αγάπη. Ίριδα ανοιχτή, απ' το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ' άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα, πάνδημο μεσημέρι.

Μαλλιά – ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.

                                    *

Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πώς σταματούνε
το μυαλό, πώς το σκοτώνουν.

Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος∙
και τ' αυλάκι για το αίμα κομμένο∙
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο, φευγάτη∙
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ' ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι' αυτό που λένε φως∙ τ' άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις.
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος.

Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά.

Ελληνική επαρχία μ.Χ.



Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.
Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
κάτι να περισώσει απ' την καταστροφή.

                              *

Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα
τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
φιλόπτωχο διοίκηση κ.λπ.
Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,
«κι άμα δεν του περάσει
και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.

Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
κι αν δεν του περάσει».

Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.

Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.



 (Από την ενότητα α')

Μαθήματα



Η λέξη Ελευθερία είναι σχετική, Ελλάς
επίσης σχετική - αυτό το παραδέχονται όλοι.-
Κόβοντας κάτι από τη μια, προσθέτοντας στην άλλη κάτι,
τουλάχιστον φαινόμαστε - κι εν μέρει είμαστε -
και φιλελεύθεροι κι εθνικοί συνάμα.

Αν κάποιοι βλάπτονται απ' τα μέτρα μας, οι άλλοι ωφελούνται
κι αν μερικοί μεμψιμοιρούν, στραβοκοιτούν ή έστω κάνουν που αντιδρούνε
αυτό το επιτρέπουμε, το ενθαρρύνουμε αυτό - με μέτρο.-
Εμείς στενά δεν ερμηνεύουμε τ' άγια των αγίων!

Άμα το παρακάνουν όμως κι αρχίσουν τις φωνές
τα «κλέφτες» «τύραννοι» τα «κάτω» κι άλλα που τα συνηθίζουν
και βγουν στους δρόμους συν γυναιξί και τέκνοις
και τα λένε στ' ανοιχτά και πια δεν παίρνουν από λόγια κι απ' αστεία,
ορμούν οι γυμνασμένοι νόμοι σα σκυλιά και τους κατασπαράζουν,
γονατιστοί στις πλάκες έλεος ζητούν, ομολογούν οι άθλιοι το λάθος
το διαλαλούνε στις πλατείες.

- Όχι, θα παίξουμε εν ου παικτοίς!

Η μαρμαρωμένη



Περιμένοντας το μεγάλο νερό,
άδειο γαλανό, κεφάλι
και το φεγγάρι μελανιασμένο
στις αλυσίδες
και το καράβι στο κοιμητήρι.

Πίσω απ' το μαύρο τοίχο
που στέκεσαι και κοιτάζει,
τίποτε πια δεν περνάει.

              *
Μαρμαρωμένη βουλιάζεις αλλού.

Οι τελευταίοι των Μοϊκανών



Στους φίλους

Άνοιξαν οι πύλες
απροσδόκητα,
όμως χωρίς βιάση καμιά,
βουβές∙
–μόνον οι πιο ευαίσθητοι άκουσαν κάτι,
σαν πτώση εντόμου, στο δάπεδο, νεκρού∙
και διάβηκεν η συντροφιά μας.

Βήματα σταθερά, καθαρά περιγράμματα,
μέταλλα στα μάτια
εμείς, σταθήκαμε στην αγορά – οι έμποροι είχαν φύγει∙
κάτι περαστικοί συνάχτηκαν σ' ένα γύρο σκοτεινό.
Ο πιο λαμπρός μας πάει μπροστά και λέει:
«Τώρα ο τρομερός χαλκός των σαλπίγγων θα ηχήσει,
αποσύρεται το τίμιο βάρος μας
κι απ' τον φτωχό τελώνη κι από τον φαρισαίο∙
ωραίοι άνθρωποι, η ζωή σας δεν είχε τόπο για μας,
ήταν πιο μικρή από μας, αφού δεν έχει πίστη
να πολλαπλασιάζεται, να διαρκεί
ή ν' απατά
και δεν αντέχει στον καθρέφτη.
Δεν έχει αγνότητα και σαπίζει
θεούς δεν έχει μήτε καν να τους πυροβολεί
μήτε φως αγάπης άπτεται αυτής∙
Αποσυρόμαστε νικώντας –νικώντας;»

Ήταν η φωνή του ένας ρυθμός κυκλικός,
αδιάκοπος, απαλός
τρομερός,
διαπερνούσε το κάθε τι:
ήταν για τη γη και για τον ουρανό.
Κάποιοι κίνησαν ναρθούν
να προστεθούν στη συντροφιά μας
«Μη μας εγγίζετε
μη μας ακολουθείτε
μη μας βλέπετε
μη μας ενθυμείσθε.

Είμαστε ανεπανάληπτοι.»

Επιτυχόντες



Άγομεν ηλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμεν
Ορθώς καθήμεθα –και ασφαλώς–
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι –και τρομεροί αν χρειαστεί– τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν' αρπαχτούμε απ' εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

                                          *

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και –φυσικά– γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ' τον Ταμία - Ήλιο.

Υπόθεση





Όταν βρέχει στο πέλαγος τη νύχτα
ο θόρυβος της βροχής
ενώνεται με τον θόρυβο του νερού.

Πιο ψηλά θα συναντούν τις ροές των πουλιών
τ' ανεπαίσθητο ρεύμα των ψυχών που περνούνε.
(Υπόθεση που διαψεύδεται απ' τα πράγματα.)




 [Από την ενότητα Τ' αδέσποτα]

Χρονικό



Εδώ η ζωή σκότωσε τη ζωή.
Μέσα στους δρόμους μας δεν περπατούν γενναίοι
Συντροφιές δολοφόνων περισφίγγουν τους αστερισμούς.

Απ' τους εξώστες των εφημερίδων βγαίνουν κάτι τρομεροί κύριοι
γράφουν στον ουρανό μεγάλα μαύρα γράμματα
κι αποσύρονται.

Από χέρι σε χέρι ξένο, διασχίζουμε το μέλλον
περίπου ασφαλώς,
άνθρωποι ξοφλημένοι
αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας δίχως φρίκη πια
μέσα σ' αυτά τα στεγανά ομοιώματα
που περιφράζουν τον ουρανό
μέσα σ' αυτούς που ανταλλάξαν τη ζωή
με μια διαδοχή συμμετρικών τακτοποιήσεων.

Ν' αποσυρθούνε ήσυχα

(Από την ενότητα α')

Με τις φωνές μάς αποπήραν –τα σκυλιά–
με πέτρες και με ξύλα μάς ξορκίσαν.
Τι κάναμε ή έστω τι θα κάνουμε γι' αυτούς,
αυτά κινήσαμε να πάμε να τους πούμε.
Και όχι ψέματα –όπως μας το φωνάξαν κάποιοι–
όχι λόγια καν, μα έργα, με φωτογραφίες κι αριθμούς
που δε γελούνε.
Τι τους ήρθε και θυμώσαν;

                                                 *

Τρέχα-γύρευε τώρα πάλ απ' την αρχή,
άρπαζε, χτύπα, σκόρπισε, ξερίζωνε,
σωφρόνιζε, εξαφάνιζε,
κάνε –προσεκτικά– πάλι μεταρρυθμίσεις
φέρνε και το νερό και το δρόμο –που αργήσαν ομολογουμένως κάπως–,
ρίχνε, λιγάκι και για λίγο, τις τιμές –που τεχνητά ανεβήκαν–
με το καλό και –μοιραία– με το κακό
να μας δεχτούνε όπως-όπως πάλι,
ήσυχα τουλάχιστον τους λόγους μας ν' ακούσουν
ν' αποσυρθούνε ήσυχα –στο διάβολο να πάνε!

Μοναξιά



Όλοι ανακαλύπτουμε μια μέρα κάτι
χάνουμε κάτι
δίνουμε και παίρνουμε τις ίδιες μαχαιριές.
Όμοια τα στίγματα στα πρόσωπά μας.

Αλήθεια,
θα μπορούσε νάμαστε φίλοι, θα μπορούσε...
Αν σε μιαν ελάχιστη στιγμή
μαύρο ξαφνικό λεπίδι δε χώριζε τη συντροφιά μας
στα δυο∙
εγώ απ' εδώ, σ' ενός έρημου κύκλου τη μέση
τρομαγμένος
χαμένος
απελπισμένος
κλαίοντας γοερά πάνω σε νεκρούς που δεν ξέρετε
ή που σκοτώσατε οι ίδιοι∙
και σεις εκείθε ανέπαφοι, αφάνταστα μακριά μου.

                                             *

Δεν ήρθαμε
Δε θα φύγουμε μαζί.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.