Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημάκης Μηνάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημάκης Μηνάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

«Σκοτεινό πέρασμα». Ποιητική Συλλογή του Μηνά Δημάκη που τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1957


 


Ζωή

Δε θ' αποχαιρετήσω τη ζωή εύκολα
Γονατιστός
Θ' αλλάξουμε το τελευταίο «χαίρε»
Σα φίλοι ύπουλοι και αναξιόπιστοι
Που χωρίζουν ύστερα από μια γεμάτη μέρα
Που χωρίζονται ίσος προς ίσον

Και η μέρα δεν ήταν αργία γιορτή διασκέδαση
Καθημερινή κοπιώδης
Αυχμηρή ζωηρή ήταν
Πάθη βουνά και παθήματα και δοκιμασίες
Χαρές αυγούλες χρυσές
Ή καμίνια με φλόγες
Αγάπες λευκά περιστέρια
Ή ύαινες της ζούγκλας

Και πόνος;
Και αγωνία;
Και πάντα στην πόρτα ο χτύπος του πεπρωμένου;
Καμιά σημασία
Παλεύοντας
Νικητής-Νικημένος
Ζωή
Μια στα πάνω μια κάτω
Σε γνωρίζω σε μισώ και σε θέλω
Σκληρή άτεγκτη αχάριστη
Ακριβά πληρωμένη
Ζητώντας πληρωμή πιο ακριβή κάθε τόσο

Θα σ' αποχαιρετήσω φιλικά
Και θα πάψεις να με παραμονεύεις
Θα γλυτώσεις και συ απ' το δύσκολο θύμα
Που είχε υψώσει το κάστρο του
Και κάθε στιγμή σε περίμενε
Με το τουφέκι στο χέρι

**

Η Απελπισία

Η απελπισία
Δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Ή
Εμμονής
Κανείς δεν εμμένει σε τέτοια φτώχεια
Που δεν είναι μόνο φτώχεια ή ερήμωση
Είναι αφανισμός
Μπορεί να γδυθείς βέβαια στο παγωμένο δάσος
Και συχνά βρέθηκες γυμνός
Και τα ρούχα χάθηκαν
Κι άλλα δεν είχες
Αλλ' εάν δε ζητήσεις
Κάποια κουρέλια να σε προφυλάξουν
Το δάσος δεν υπάρχει πια για σένα
Μήτ' εσύ για το δάσος

Όμως εδώ βρίσκεσαι
Προσμένοντας τα δέντρα να ξανανθίσουν
Δε σε διακρίνω καλά
Μες στο χιόνι που πέφτει
Αλλά θα βρήκες και πάλι
Κουρέλια για να φορέσεις
Και θα ονειρεύεσαι πάλι
Μια καινούργια στολή

Η απελπισία δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Αφού υπάρχω
Και υπάρχεις
Η απελπισία τελειώνει σύντομα
Έτσι
Ή
Αλλιώς

«Το ταξίδι», (Εκδόσεις Πορφύρας) Ποιητική Συλλογή του Μηνά Δημάκη. Το 1961 λαμβάνει το Α΄ Βραβείο Ποίησης.



Πρίαμος

Bασιλιά της Tροίας που ψάχνεις
Aνάμεσα στους νεκρούς
Tον Έκτορα σκοτωμένο
Bασιλιά μην ψάχνεις
Άδειος ο κόσμος πέρα ώς πέρα
Άδεια κ' η ψυχή μας
Bασιλιά της Tροίας που ικετεύεις με δάκρυα
Για σένα κανείς δε θα κλάψει
Kάθε στιγμή γκρεμίζουμε το παλάτι
Zωντανοί-πεθαμένοι άταφοι άκλαυτοι
O αρχιτέκτονας δεν υπάρχει τώρα
Xαμένος σε περασμένους καιρούς
Ή σ' εκείνους που έρχονται βυθισμένος
Που θά 'ρθουν με την αυγή που μάταια προσμείναμε
O αρχιτέκτονας βυθισμένος
Όλοι μαζί σου έχουν πεθάνει
Bασιλιά μην ικετεύεις τους πεθαμένους


Από δω κερδίζεις από κει χάνεις

Στη ζωή μου τόλμησα
Πολύ
Αποφάσισα και δε μετανιώνω
Δε θα `ταν καλύτερα αλλιώς ή έτσι
Από δω κερδίζεις από κει χάνεις
Πάλι από δω χάνεις από κει κερδίζεις
Κερδίζουμε ποτέ ολοκληρωτικά;

Έτσι μοιάζουμε 
Σαν τα γοτθικά τελώνια
Στους καθεδρικούς ναούς
Πετρωμένα στους τοίχους
Με κείνο το τερατώδες χαμόγελο
Όλο μυστήριο
Οδύνη;
Εκδίκηση;
Πώς να το ξέρεις…
Έτσι μοιάζουμε

Θηρία 
Eικόνες
Στοιβάζονται στα κατατόπια της μνήμης
Aναμνήσεις
Συνωστίζονται αλληλοκυνηγιούνται
Kαι είναι ανάγκη να τις τιθασέψεις
Nα κυριαρχήσεις σ' αυτές
Kαι γίνεσαι θηριοδαμαστής
Όταν εκείνες το θέλουν να σε κατασπαράξουν
Όταν ακάθεκτες ορμούν την ψυχή να ξεσκίσουν

Nα! η τίγρης η ύαινα το λιοντάρι
Σε κυνηγούν ζωντανό-πεθαμένο
Πληγές που γιατρεύτηκαν ξανανοίγουν
Kαι τι μάχη
Tι άσκηση να μερώσεις
Nα δαμάσεις τόσα θηρία
Nα φτιάσεις τόσα κλουβιά
Για τις ώρες της άγριας επίθεσης
Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από τη σελίδα: http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.com.cy/2010/08/47.html

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

«Το ταξίδι», (Εκδόσεις Πορφύρας) Ποιητική Συλλογή του Μηνά Δημάκη. Το 1961 λαμβάνει το Α΄ Βραβείο Ποίησης.

Πρίαμος

Bασιλιά της Tροίας που ψάχνεις
Aνάμεσα στους νεκρούς
Tον Έκτορα σκοτωμένο
Bασιλιά μην ψάχνεις
Άδειος ο κόσμος πέρα ώς πέρα
Άδεια κ' η ψυχή μας
Bασιλιά της Tροίας που ικετεύεις με δάκρυα
Για σένα κανείς δε θα κλάψει
Kάθε στιγμή γκρεμίζουμε το παλάτι
Zωντανοί-πεθαμένοι άταφοι άκλαυτοι
O αρχιτέκτονας δεν υπάρχει τώρα
Xαμένος σε περασμένους καιρούς
Ή σ' εκείνους που έρχονται βυθισμένος
Που θά 'ρθουν με την αυγή που μάταια προσμείναμε
O αρχιτέκτονας βυθισμένος
Όλοι μαζί σου έχουν πεθάνει
Bασιλιά μην ικετεύεις τους πεθαμένους



Από δω κερδίζεις από κει χάνεις

Στη ζωή μου τόλμησα
Πολύ
Αποφάσισα και δε μετανιώνω
Δε θα `ταν καλύτερα αλλιώς ή έτσι
Από δω κερδίζεις από κει χάνεις
Πάλι από δω χάνεις από κει κερδίζεις
Κερδίζουμε ποτέ ολοκληρωτικά;

Έτσι μοιάζουμε 
Σαν τα γοτθικά τελώνια
Στους καθεδρικούς ναούς
Πετρωμένα στους τοίχους
Με κείνο το τερατώδες χαμόγελο
Όλο μυστήριο
Οδύνη;
Εκδίκηση;
Πώς να το ξέρεις…
Έτσι μοιάζουμε

Θηρία 
Eικόνες
Στοιβάζονται στα κατατόπια της μνήμης
Aναμνήσεις
Συνωστίζονται αλληλοκυνηγιούνται
Kαι είναι ανάγκη να τις τιθασέψεις
Nα κυριαρχήσεις σ' αυτές
Kαι γίνεσαι θηριοδαμαστής
Όταν εκείνες το θέλουν να σε κατασπαράξουν
Όταν ακάθεκτες ορμούν την ψυχή να ξεσκίσουν

Nα! η τίγρης η ύαινα το λιοντάρι
Σε κυνηγούν ζωντανό-πεθαμένο
Πληγές που γιατρεύτηκαν ξανανοίγουν
Kαι τι μάχη
Tι άσκηση να μερώσεις
Nα δαμάσεις τόσα θηρία
Nα φτιάσεις τόσα κλουβιά
Για τις ώρες της άγριας επίθεσης
Σημείωση: Η φωτογραφία είναι από τη σελίδα: http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.com.cy/2010/08/47.html

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Στροφές του Μηνά Δημάκη



Κι αν έρθει πάλιν η άνοιξη στα μέρη αυτά τα σκοτεινά,
που έρμη πλανιέται η σκέψη μου δίχως χαρά κι ελπίδα,
κι αν έρθει πάλιν η άνοιξη, τάχα θ' άνθέξεις συ, καρδιά,
που 'σαι συντρίμμι απ' το βοριά κι από την καταιγίδα;


Μοιάζει η ζωή μου τα κλειστά και σιωπηλά βιβλία,
που γράφουνε μια φοβερή, φανταστική ιστορία,
κι εικόνες τις σελίδες τους φρικιαστικές στολίζουν
και μοναχά παράδοξοι αναγνώστες ξεφυλλίζουν.

Κρίνα τα δάχτυλα που αγγίζαν και που σφίγγαν,
το αυγινό ρόδο που άνοιγε: το στόμα'
στην ηδονή μπροστά η επιθυμία μου Σφίγγα,
εγώ είπα το «όχι» που με καίει ακόμα.

Όρθρος βαθύς και καρτερώ του ήλιου το φως,
να 'ρθεί σαν θαλπωρή στην άγρυπνη μου σκέψη,
που η νυχτερίδα, ο πόθος μου ο κρυφός,
έχει έτοιμο το ράμφος, αίμα να γυρέψει.

Τ' άγρυπνα μάτια, ο πυρετός, της νύχτας η σιγή
στο έρμο δωμάτιο, κι απ' το δρόμο να περνάνε
χαρούμενοι διαβάτες και να τραγουδάνε,
δίχως να ξέρουν πως ματώνουν μια πληγή.

Στα χαμηλά που σέρνεσαι κι όλ' ονειρεύεσαι ουρανούς,
μαχαίρι η πίκρα στην καρδιά σου.
Που πας; Μένουν κι άλλοι γκρεμοί που δεν τους βάζει ο νους.
Α, δεν κουράστηκες; Πια στάσου.

Ποιητική συλλoγή: Φύλλα τέχνης

«Σκοτεινό πέρασμα». Ποιητική Συλλογή του Μηνά Δημάκη που τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1957

του Μηνά Δημάκη 


Ζωή

Δε θ' αποχαιρετήσω τη ζωή εύκολα
Γονατιστός
Θ' αλλάξουμε το τελευταίο «χαίρε»
Σα φίλοι ύπουλοι και αναξιόπιστοι
Που χωρίζουν ύστερα από μια γεμάτη μέρα
Που χωρίζονται ίσος προς ίσον

Και η μέρα δεν ήταν αργία γιορτή διασκέδαση
Καθημερινή κοπιώδης
Αυχμηρή ζωηρή ήταν
Πάθη βουνά και παθήματα και δοκιμασίες
Χαρές αυγούλες χρυσές
Ή καμίνια με φλόγες
Αγάπες λευκά περιστέρια
Ή ύαινες της ζούγκλας

Και πόνος;
Και αγωνία;
Και πάντα στην πόρτα ο χτύπος του πεπρωμένου;
Καμιά σημασία
Παλεύοντας
Νικητής-Νικημένος
Ζωή
Μια στα πάνω μια κάτω
Σε γνωρίζω σε μισώ και σε θέλω
Σκληρή άτεγκτη αχάριστη
Ακριβά πληρωμένη
Ζητώντας πληρωμή πιο ακριβή κάθε τόσο

Θα σ' αποχαιρετήσω φιλικά
Και θα πάψεις να με παραμονεύεις
Θα γλυτώσεις και συ απ' το δύσκολο θύμα
Που είχε υψώσει το κάστρο του
Και κάθε στιγμή σε περίμενε
Με το τουφέκι στο χέρι

**

Η Απελπισία

Η απελπισία
Δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Ή
Εμμονής
Κανείς δεν εμμένει σε τέτοια φτώχεια
Που δεν είναι μόνο φτώχεια ή ερήμωση
Είναι αφανισμός
Μπορεί να γδυθείς βέβαια στο παγωμένο δάσος
Και συχνά βρέθηκες γυμνός
Και τα ρούχα χάθηκαν
Κι άλλα δεν είχες
Αλλ' εάν δε ζητήσεις
Κάποια κουρέλια να σε προφυλάξουν
Το δάσος δεν υπάρχει πια για σένα
Μήτ' εσύ για το δάσος

Όμως εδώ βρίσκεσαι
Προσμένοντας τα δέντρα να ξανανθίσουν
Δε σε διακρίνω καλά
Μες στο χιόνι που πέφτει
Αλλά θα βρήκες και πάλι
Κουρέλια για να φορέσεις
Και θα ονειρεύεσαι πάλι
Μια καινούργια στολή

Η απελπισία δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Αφού υπάρχω
Και υπάρχεις
Η απελπισία τελειώνει σύντομα
Έτσι
Ή
Αλλιώς

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

η ζωή

Αείχρονοηνη
Αεικίνητη
Τελειώνοντας και ξαναρχίζοντας
Με εκπλήξεις και φαντασμαγορίες
Σοφά τεχνάσματα έμπειρα
Ένστικτα ρίγη
Καθώς η θάλασσα της τρικυμίας
Ή ο έρωτας κάποτε
Και πάντα η ποίηση

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου μιὰν ἀστραπὴ


Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους
καὶ στὴν καρδιά σου μιὰν ἄγρια φλόγα
ποὺ ἔλεγες δὲν ἦταν ποτὲ νὰ σβήσει
καὶ στὰ μάτια σου μέσα μιὰ πράσινη θάλασσα
τὴν ἀγριεμένη θάλασσα τοῦ νησιοῦ μας
νὰ δέχεται καταιγίδες
καὶ στὴν καρδιά σου μιά παράφορη ἄνοιξη τροπικὴ
μ' ἕνα λευκὸ περιστέρι τρομαγμένο
κι ἒν' ἀταξίδευτο χελιδονάκι τοῦ θεοῦ

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου τὶς Κυριακὲς
σὰν χτυπᾶ ἡ καμπάνα στὸ ἄσπρο ἐκκλησάκι
στὴν ἀψηλὴ πλαγιὰ τοῦ χωριοῦ
καὶ ξεκινοῦν οἱ ξωμάχοι γιὰ τὴν λειτουργία
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἀγάπη καθάρια
σὰν τὴν πρώτη ὥρα τῆς χαραυγῆς
στὰ κατάξερα βράχια
τῆς γυμνῆς ἐξοχῆς μας

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
ἐκεῖ χορεύουν στὶς ἀκρογιαλιὲς
τυλιγμένοι ἁρμυρὰ φύκια
ἀρχαγγελικοὶ ἔφηβοι καὶ κοπέλες ἀέρινες
ἀνάβουν φωτιὲς κοσμογονικὲς
καὶ περπατοῦν στὶς φωτιὲς καὶ πηδοῦν καὶ σκληρίζουν
καὶ τραγουδοῦν περήφανα τραγούδια προγονικά:
Κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ
κι οἱ θάλασσες καὶ τὰ βουνὰ μιά μέρα...
-Ὢχ! μωρὲ καὶ πλάνταξε ἡ καρδιὰ
ἔρμη καρδιὰ βιγλάτορας τοῦ Χάρου

Εἶχες μεσ' στὴν καρδιά σου
ἕναν κόσμον ὁλάκερο τὰ ὄνειρά μας
ἐκεῖ πίνουν καὶ μπερμπατεύουν καὶ βλαστημοῦν
καὶ ξεκινοῦν μεθυσμένοι
νὰ σφάξουν χίλια πρόβατα χίλιες κοπέλες νὰ φιλήσουν
νὰ ξεγελάσουν καὶ τὸν Χάροντα μὲ τὸ ρακὶ καὶ τὸ τραγοῦδι.
Ἐκεῖ ζώνονται τ' ἅρματα καὶ κλέφτες ξενυχτοῦνε

Ἄχ! κι ἀπὸ κορφὴ σ' ἄλλην κορφὴ σὰν σταυραητοὶ πετοῦνε

Εἶχες μέσα στὰ μάτια σου
μιάν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν ἄνεμο τῆς πατρίδας
καὶ στὴν καρδιά σου μίαν ἄγρια φλόγα
κι ἔλεγες δὲν ἦταν νὰ σβήσει ποτέ.

θηρία

Eικόνες
Στοιβάζονται στα κατατόπια της μνήμης
Aναμνήσεις
Συνωστίζονται αλληλοκυνηγιούνται
Kαι είναι ανάγκη να τις τιθασέψεις
Nα κυριαρχήσεις σ’ αυτές
Kαι γίνεσαι θηριοδαμαστής
Όταν εκείνες το θέλουν να σε κατασπαράξουν
Όταν ακάθεκτες ορμούν την ψυχή να ξεσκίσουν
Nα! η τίγρης η ύαινα το λιοντάρι
Σε κυνηγούν ζωντανό-πεθαμένο
Πληγές που γιατρεύτηκαν ξανανοίγουν
Kαι τι μάχη
Tι άσκηση να μερώσεις
δαμάσεις τόσα θηρία
φτιάσεις τόσα κλουβιά
Για τις ώρες της άγριας επίθεσης

Η Απελπισία



Η απελπισία
Δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Ή
Εμμονής
Κανείς δεν εμμένει σε τέτοια φτώχεια
Που δεν είναι μόνο φτώχεια ή ερήμωση
Είναι αφανισμός
Μπορεί να γδυθείς βέβαια στο παγωμένο δάσος
Και συχνά βρέθηκες γυμνός
Και τα ρούχα χάθηκαν
Κι άλλα δεν είχες
Αλλ' εάν δε ζητήσεις
Κάποια κουρέλια να σε προφυλάξουν
Το δάσος δεν υπάρχει πια για σένα
Μήτ' εσύ για το δάσος

Όμως εδώ βρίσκεσαι
Προσμένοντας τα δέντρα να ξανανθίσουν
Δε σε διακρίνω καλά
Μες στο χιόνι που πέφτει
Αλλά θα βρήκες και πάλι
Κουρέλια για να φορέσεις
Και θα ονειρεύεσαι πάλι
Μια καινούργια στολή

Η απελπισία δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Αφού υπάρχω
Και υπάρχεις
Η απελπισία τελειώνει σύντομα
Έτσι
Ή
Αλλιώς

Οι προθεσμίες



Οι προθεσμίες έχουν συντελεσθεί
(Αλλά για ποιο σκοπό δόθηκαν;
Από ποιο χέρι χαράχθηκαν,)
Αύριο και πάλι θα ξημερώσει
Στους δρόμους που βρέθηκες χρόνια οδοιπόρος
Προσμένοντας το θαύμα
Μέσα σε αγωνίες και σε προβλήματα
Μιας ζωής που πιο πολύ είταν
Πόλεμος όχι ειρήνη
Ανησυχία όχι γαλήνη
Ψάχνοντας ψηλαφώντας μαντεύοντας
Γνώρισες τον εαυτό σου και τους άλλους
Δε βρήκες και δεν υπήρχε Παράδεισος
Να τον ζήσεις με αναμάρτητους
Όλοι σε κάποια Κόλαση δαντική βυθισμένοι
Να μοιράζονται το μερίδιο της αγρύπνιας τους
(Είταν κέρδος; Είταν ζημιά;)
Και οι άγγελοι από τα σύννεφα της φαντασίας σου
Να ελέγχουν να παρακολουθούν
Δείχνοντας (προς τι;) το ανέφικτο
Που ποτέ δεν μπορούσες να φτάσεις
Μπερδεμένος στις παγίδες της βίωσης
Ως που να! τελειώνουν οι προθεσμίες
Τελειώνει η φλογερή δίψα της ύπαρξης
Η φλογερή δίψα του πεπρωμένου
Όλα συντελεσμένα
Και τούτο και τ' άλλο
Που καθημερινά βασανίζουν

Οι προθεσμίες έχουν συντελεσθεί...
Αλλά όχι μόνο για σένα
Κοίταξε τώρα
Λαός σ' ακολουθεί βαδίζοντας κουρασμένος
Καθένας με τη σειρά του
Εξαίρεση δεν υπάρχει
Τα πάντα μαζί σου σιγοβυθίζονται
Στη βαθειά νύχτα
Όπου ανονείρευτος ύπνος
Ησυχασμός.

Noli me Tangere



Κάποτε θα με συναντήσεις
δεν θα κάμω τίποτα
δε θα κινηθώ ούτε μια πήχυ απ' αυτό το χώμα
οι πολιτείες θα περάσουν και θα σβήσουν
οι κάμποι θα περάσουν και τα βουνά
και θα περάσουν οι θάλασσες με τ' ακρογιάλια
και θα περάσουν νύχτες και μέρες
ήλιος στο σκοτάδι σκοτάδι στον ήλιο
και θα με βρεις στην καρδιά σου
όταν θα ψάχνεις στην έρημο των καιρών
όταν θα μετράς στην άμμο της αιωνιότητας.

Έχω νεκρούς φαντάσματα μες στην καρδιά μου
καράβια βουλιαγμένα στα βάθη των ωκεανών
ιστία λευκά και φτερά διπλωμένα
χέρια δεμένα που καρτερούν του χρόνου το πλήρωμα-
εχω νεκρούς φαντάσματα στην καρδιά μου
που περιμένουν τη σάλπιγγα του τρόμου να ξυπνήσουν
και θ ανεβούν τα καράβι και θ' απλωθούν τα φτερά
και θα λυθούν τα χέρια στον αέρα
και θ' ακουστεί ο λόγος της σιωπής
κ' η έρημος θ' ανθίσει άγρια κρίνα.

Έχω νεκρούς αγαπημένους στην καρδιά μου
τα δειλινά τ' αχνά πονεί και ψάχνει
μι' αράχνη στην καρδιά μου υγρή σαν πάχνη
μνήμη φωτιά στη δειλινή γαλήνη
αιμάζει σαν πληγή που πια δεν κλείνει
ζει η ανάμνηση χιόνι κι αγιάζι ρίχνει
ήσκιους συνάζει γύρω κ' ήσκιων ίχνη
ζει τ' όνειρο και καρτερεί κ' εκείνο
ν' ανθίσει μες στην έρημο άγριο κρίνο
-έχω νεκρούς που περιμένουν στην καρδιά μου.

Με τους ανέμους μιλώ
με τους ανέμους φεύγω
μη μ' αγγίζεις είναι άνεμος τα φτερά μου
έζησα πριν από τη στιγμή τούτη της ζωής
κι όταν έλειπα ήμουν πάντα παρών
κι ας μην ήξερες να με διακρίνεις.

Έζησα μέσα στ' αδέρφια μου τα νερά
και τα δέντρα και τις πέτρες και τη φωτιά
και στον αδερφό μου τον άνεμο
κ' έχω ταξιδέψει λευκό σύννεφο στον αιθέρα.

Πόσο θα βραδύνεις να μ' αναγνωρίσεις
να δεις τις πληγές μου δικές σου πληγές
και τη χαρά μου καμωμένη μόνο για σένα
πόσο θα καθυστερήσεις στις μικρές σου φροντίδες
για να πάρεις το δρόμο που θα με ζητήσεις.

Αλλά στη μάταιη πορεία σου τη σκοτεινή
μι' άγρυπνη κραυγή σα σήμα κινδύνου θα σε προσκαλεί
μια φωνή που δεν ήξερες να την ακούσεις
- οι αδερφοί μου θα μαρτυρήσουν για μένα
οι νεκροί μου θα ξυπνήσουν για μένα
και θ' ακούσεις τη φωνή στην καρδιά σου
και θα με γνωρίσεις.

Κάποτε θα μ' ανακαλύψεις
όχι με τις πέντε αισθήσεις σου που μου είναι ξένες
τις φτωχές τις ανίδεες που σε ξεγελάνε
και κοιτάζεις με τα μάτια και δε βλέπεις
κι ούτε τον ήσκιο μου μπορούν να ψαύσουν τα χέρια σου
και στην ακοή σου δε φτάνει η φωνή μου
αλλά με την καρδιά σου θα με διακρίνεις
και θα μ' αγγίσεις με τα φτερά της ψυχής σου.

Κι ας πεθάνω θα μ' ανακαλύψεις
γιατί θα ζει η παρουσία μου
σε μια σταγόνα δρόσου που λάμπει στον όρθρο
στο χώμα που θα βαραίνει το πέλμα σου
στον άνεμο που αγκαλιάζεις
—όταν θα ξαναγυρίζω στους αιώνιους αδερφούς μου
όνειρο όνειρο ονείρου σκιά.

Στροφές



Κι αν έρθει πάλιν η άνοιξη στα μέρη αυτά τα σκοτεινά,
που έρμη πλανιέται η σκέψη μου δίχως χαρά κι ελπίδα,
κι αν έρθει πάλιν η άνοιξη, τάχα θ' άνθέξεις συ, καρδιά,
που 'σαι συντρίμμι απ' το βοριά κι από την καταιγίδα;

Μοιάζει η ζωή μου τα κλειστά και σιωπηλά βιβλία,
που γράφουνε μια φοβερή, φανταστική ιστορία,
κι εικόνες τις σελίδες τους φρικιαστικές στολίζουν
και μοναχά παράδοξοι αναγνώστες ξεφυλλίζουν.

Κρίνα τα δάχτυλα που αγγίζαν και που σφίγγαν,
το αυγινό ρόδο που άνοιγε: το στόμα'
στην ηδονή μπροστά η επιθυμία μου Σφίγγα,
εγώ είπα το «όχι» που με καίει ακόμα.

Όρθρος βαθύς και καρτερώ του ήλιου το φως,
να 'ρθεί σαν θαλπωρή στην άγρυπνη μου σκέψη,
που η νυχτερίδα, ο πόθος μου ο κρυφός,
έχει έτοιμο το ράμφος, αίμα να γυρέψει.

Τ' άγρυπνα μάτια, ο πυρετός, της νύχτας η σιγή
στο έρμο δωμάτιο, κι απ' το δρόμο να περνάνε
χαρούμενοι διαβάτες και να τραγουδάνε,
δίχως να ξέρουν πως ματώνουν μια πληγή.

Στα χαμηλά που σέρνεσαι κι όλ' ονειρεύεσαι ουρανούς,
μαχαίρι η πίκρα στην καρδιά σου.
Που πας; Μένουν κι άλλοι γκρεμοί που δεν τους βάζει ο νους.
Α, δεν κουράστηκες; Πια στάσου.

Θα τυλίξω τον ύπνο με σίδερο



Θα τυλίξω τον ύπνο με σίδερο:
Όχι αυτές οι διάφανες κουρτίνες
Αφήνουν να βλέπεις τα περασμένα...

Θα δέσω τα φαντάσματα με βαρειές αλυσίδες:
Σκάβουν τα χώματα του καιρού και της λήθης
Ζωντανεύουν θηρία σκοτωμένα
Που σου δείχνουν νύχια και δόντια
Δε σώθηκες λοιπόν τρομάζεις...

Αλλά και ήθελες να σωθείς;

Ζωή


Δε θ' αποχαιρετήσω τη ζωή εύκολα
Γονατιστός
Θ' αλλάξουμε το τελευταίο «χαίρε»
Σα φίλοι ύπουλοι και αναξιόπιστοι
Που χωρίζουν ύστερα από μια γεμάτη μέρα
Που χωρίζονται ίσος προς ίσον

Και η μέρα δεν είταν αργία γιορτή διασκέδαση
Καθημερινή κοπιώδης
Αυχμηρή ζωηρή είταν
Πάθη βουνά και παθήματα και δοκιμασίες
Χαρές αυγούλες χρυσές
Ή καμίνια με φλόγες
Αγάπες λευκά περιστέρια
Ή ύαινες της ζούγκλας

Και πόνος;
Και αγωνία;
Και πάντα στην πόρτα ο χτύπος του πεπρωμένου;
Καμμιά σημασία
Παλεύοντας
Νικητής-Νικημένος
Ζωή
Μια στα πάνω μια κάτω
Σε γνωρίζω σε μισώ και σε θέλω
Σκληρή άτεγκτη αχάριστη
Ακριβά πληρωμένη
Ζητώντας πληρωμή πιο ακριβή κάθε τόσο

Θα σ' αποχαιρετήσω φιλικά
Και θα πάψεις να με παραμονεύεις
Θα γλυτώσεις και συ απ' το δύσκολο θύμα
Που είχε υψώσει το κάστρο του
Και κάθε στιγμή σε περίμενε
Με το τουφέκι στο χέρι

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ασε με Ησυχο



Tώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Oυρλιάζουν
Zητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Aνακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Mε τις αστραπές
Όσα δε ξαναγυρίζουν

Nα μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Tουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ώς το θάνατο
Για έξη μήνες για ένα χρόνο
Mε maximum τα τρία χρόνια
Kαι δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Kράταγαν μια νύχτα ώς μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Kαι δε βαρέθηκα ακόμη

Eίσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
O έσχατος
Γιά σκέψου αν σκέπτεσαι
Aλλ' ας σκεφθούμε
Tώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θα 'ταν λίγο αστείο
Bέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Aλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Mε κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Tα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Kι άλλοτε βαθειές καταχνιές
Tο στόμα σου
Λες και δεν υπάρχει πιο όμορφο στόμα;
Tο σώμα σου
Aυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Tρέξε λοιπόν να προλάβεις

H μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Tην άλλη ανάμνηση
Kάνουν μια
Tο ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Kάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο


(από την Πορεία μέσα στη Nύχτα, Eρμής 1999)

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Ασε με Ησυχο

Tώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Oυρλιάζουν
Zητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Aνακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Mε τις αστραπές
Όσα δε ξαναγυρίζουν

Nα μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Tουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ώς το θάνατο
Για έξη μήνες για ένα χρόνο
Mε maximum τα τρία χρόνια
Kαι δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Kράταγαν μια νύχτα ώς μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Kαι δε βαρέθηκα ακόμη

Eίσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
O έσχατος
Γιά σκέψου αν σκέπτεσαι
Aλλ' ας σκεφθούμε
Tώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θα 'ταν λίγο αστείο
Bέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Aλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Mε κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Tα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Kι άλλοτε βαθειές καταχνιές
Tο στόμα σου
Λες και δεν υπάρχει πιο όμορφο στόμα;
Tο σώμα σου
Aυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Tρέξε λοιπόν να προλάβεις

H μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Tην άλλη ανάμνηση
Kάνουν μια
Tο ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Kάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.