Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλκης Αλκαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλκης Αλκαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

ΤΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ / Άλκης Αλκαίος

 

Μνήμη Νίκου Πουλαντζά

Σε παίρνει για ταξίδι μια σειρήνα
και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη.
Tη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα
καχύποπτοι, ανύποποι και ύποπτοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου πώς ν’ αγοράσω
τώρα που απόμεινα στον άσσο.

Στο μέτωπο τριγύρω στις ραβδώσεις
μια μύγα παίζει ως κορασίδα άπορη.
Οι φίλοι σ’ επισκέπτονται με δόσεις
παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Απόψε πρέπει να προφτάσω
γιατί αύριο θε να σε χάσω.

Ιωνικές κολώνες σε μαγκώνουν
και σου χαρίζουν τιμωρία άδικη.
Σ’ αυτή την άσπρη πρέσσα δε γλιτώνουν
διάδικοι, υπόδικοι, κατάδικοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου δε θα αγοράσω
γιατί απόμεινα στον άσσο.

Μέχρι να αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις
το πρόσωπό τους αποστρέψανε άφωνοι
οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις
μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα φτάνουν φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Κι εγώ απόψε θα σε χάσω
και αύριο θα σε ξεχάσω.

ΣΟΥΙΤΑ ΓΙΑ ΦΑΓΚΟΤΟ ΚΑΙ ΚΟΡΝΟ / Άλκης Αλκαίος


Η Μαρία απʼ τη Ροδόπη
Άμυαλη κι ηλιοπαρμένη
Κάνει τσάρκες στην Ευρώπη
Με αντζέντη έναν εργένη

Γνώρισε την Εσπερία
Του Καρτιέ-Λατέν τʼ αστέρια
Και σνομπάρει η Μαρία
Όσους έχουν άδεια χέρια

Ένας άπονος αλήτης
Μιʼ άνοιξη στο Πικαντίλλυ
Σκάβει λάκκους στο κορμί-της
Και λακίζουνε οι φίλοι

Η Μαρία απʼ τη Ροδόπη
Έπεσε σε βαθύ κώμα
Κι αν την πλήγωσαν οι ανθρώποι
Την αγάπησε το χώμα

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

αγύριστο κεφάλι


Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει
ενθύμια παλιά και φυλακτά
Οι ήρωες το σκάνε απ' την οθόνη
ξυλάρμενοι τραβανε στ'ανοιχτα

Πού μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι,
δεν ξέρω γέμισε μου το ποτήρι
πού μας πηγαίνει αυτό το τρεχαντήρι,
δεν ξέρω γέμισε μου το ποτήρι

Τα μάρμαρα στο φως αντιφεγγίζουν
σε ποιο ταξίδι σ' έχω ξαναδεί
τυφλά πουλιά το τζάμι μου ραμφίζουν
το πλένει στα φανάρια ένα παιδί
κι ένας τελάλης σ' έρημη πλατεία
τριάντα χρόνια ψάχνει την αιτία

Στους δρόμους καβαλάρηδες καλπάζουν
και κυνηγούν τ' αδέσποτα σκυλιά
και οι νοικοκυραίοι που τρομάζουν,
ξορκίζουν μ' αγιασμό το σατανά

Δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το 'πα
εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα
δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου το 'πα
εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα

Φυσάει ένας αέρας που σαρώνει,
μα εγώ είμ' ένα τραγούδι αλλοτινό
στου δρόμου το λιοπύρι και το χιόνι
αγύριστο κεφάλι θα γυρνώ

Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι
κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει
Στα χέρια σου αφήνω το τιμόνι

κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει


Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

φύλλα αλκαλικά

Κλειστό το φινιστρίνι και το γυαλί θαμπό
ποτέ στα όνειρά σου δε μ΄ άφησες να μπω.
Αν δεις λευκό καράβι με πορφυρά πανιά
θα `ναι η δική μου αγάπη που πάει στη λησμονιά.

Μην έρχεσαι μαζί μου
μου είπες πριν χαθείς
θα μαραθεί η αγάπη
κι εσύ θα μ΄ αρνηθείς.

Φτιάξε μαγιά στο χώμα
με φύλλα αλκαλικά
σε μια ζωή χαμένη
κανένας δε νικά.

Γλυκάνισο σου στέλνω
και μέλι φοινικιάς
τις πίκρες σου να λιώνεις
και να μη με ξεχνάς.

Κι αν σ΄ έπιασε το βράδυ
κι ο έρωτας αργεί
το πιο βαθύ σκοτάδι
είναι πριν την αυγή.

Τα πλοία των ερώτων

Όταν ο άνεμος φυσά
κι οι άνθρωποι σωπαίνουν
κάτι σκιές με προσκαλούν
στις έρημες μαρίνες
τα πλοία των ερώτων μας
μου δείχνουν που πεθαίνουν
και τριγυρνούν στην πλώρη τους
νεράιδες και σειρήνες

Πάνω στον πάγκο ενός καφέ
τα βρόχινα τους μάτια
για τα ναυάγια με ρωτούν
και της ζωής το ψέμα
κι εγώ δειλά τους απαντώ
κοιτώντας τα κατάρτια
η δύση κι η ανατολή
έχουν το ίδιο αίμα

Έτσι στα καθημερινά
αμήχανοι γυρνάμε
παιδιά που παίζουν στη βροχή
με τρυπημένη μπάλα
μα κάποιος γέρος ναυτικός
μας είχε πει θυμάμαι
πως πάντα μέσα μας θα ζουν
τα μπάρκα τα μεγάλα

Τρικάταρτο η αγάπη σου
και ο καιρός αρμύρα
μια Κυριακή σ΄αντίκρισα
και μού΄κλεψες το φως μου
ό,τι με πνίγει ν΄αγαπώ
είν΄η δική μου μοίρα
καλά ταξίδια, μάτια μου,
στις θάλασσες του κόσμου ...

Σαν πλανόδιο τσίρκο

Σαν πλανόδιο τσίρκο τη ζωή μου τη σκόρπισα
σε σταθμούς και πλατείες πού με πας δε σε ρώτησα
τώρα δίχως πυξίδα τα ταξίδια μου κάνω
τη φωνή σου ακούω μα τι λες δε σε πιάνω

Ελλάδα Βέμπο μου και Μαίριλιν Μονρόε
Ελλάδα Ελύτη μου και Έντγκαρ Άλλαν Πόε
Ελλάδα μάγισσα, παρθένα και τροτέζα μου
Ελλάδα Τούμπα, Αλκαζάρ και Καλογρέζα μου

Μια φορά μου γεννούσες ένα πάθος παράφορο
τώρα παίζεις παιχνίδι που μ΄ αφήνει αδιάφορο
δεν κερδίζω δε χάνω σ΄ αγαπώ και σ΄ αρνιέμαι
κι από ένα κλαράκι του γκρεμού σου κρατιέμαι

Πόρτο Ρίκο

Φιγούρα ξωτική και ταξιδιάρικη
στο φως του φεγγαριού ανθίζει πάλι
γιατί όλη την ζωή του την εξόδεψε
παράφορα γυρεύοντας μιαν άλλη

Θυμάμαι σαν παιδί γελούσε και έλεγε
στην σέλα ακροβατώντας ποδηλάτου:
«Τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας
πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του»

Μα ο κόσμος προχωρά χωρίς να μας ρωτά
κλεισμένοι δρόμοι, κλέφτες και αστυνόμοι
αγάπα το κελί σου, του παν, κι ύστερα
έξω πιο μόνος μα γελούσε ακόμη

Μια νύχτα μεθυσμένη παίρνει ανάποδες
ημερολόγια καίει και πτυχία
Το χάραμα μπαρκάρει σε πειρατικό
για της ζωής του την σκηνοθεσία

Αλγέρι, Αλεξάνδρεια, South Africa
στο Άμστερνταμ δυο τέρμινα και κάτι
γλιστρούσαν οι αγάπες μες στα μάτια του
σαν τον αφρό στα δάχτυλα του ναύτη

Στο Πόρτο Ρίκο χρόνια ασυλλόγιστα
και τις καρδιάς του σκόρπισε τα φύλλα
σε υπόγεια σκοτεινά και ύποπτα
λες και έψαχνε το φως μες στην ξεφτίλα

Κάποια ζεστή βραδιά σε ένα μπλουζάδικο
άκουσε να φαλτσάρει η μουσική του
τα αφεντικά στον δρόμο τον πετάξανε
τα στίγματα σαν είδαν στο κορμί του

Κι η Σύλβια που με πάθος τον αγάπησε
δεν έλειψε στιγμή απ΄ το πλευρό του
ζητώντας με μανία στην αγκάλη του
την κόλαση και τον παράδεισό του

Σαλπάρισε μια νύχτα με πανσέληνο
και στο στερνό του γράμμα μου `χε γράψει:
«Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»

Τα χρόνια έχουν περάσει δε θυμάμαι πια
Ερνέστο τον ελέγανε η Νίκο;
Κι ακόμα συγχωρείστε με που ξέχασα
αν χάθηκε στο Μετς η στο Πόρτο Ρίκο

Όσο για μένα είμαι πάντα εδώ
με των ματιών σας την φωτιά σημαία
είναι όμορφα απόψε που ανταμώσαμε
μ΄ αρέσει να αρμενίζουμε παρέα
Μια στήλη φως του δειλινού
τη γρίλια μου περνάει,
όνειρο η μέρα πάει
και πίσω δε γυρνά.
Ανοίγω το παράθυρο
στον τελευταίο ήλιο.
Κόλλησε το βινύλιο,
σ΄ ένα `'ποτέ ξανά `'.

Σαν όνειρο σ΄ αγάπησα
και πως να σε ξεχάσω.
Ποτέ μου δε σ΄ απόκτησα,
ποτέ δε θα σε χάσω.

Φεύγουν στα ξένα τα πουλιά
σαν εναέρια τρένα,
να παίρνανε και μένα
μαζί τους μια φορά.
Τις αλυσίδες τ΄ ουρανού
κάθε ψυχή ζητάει.
Στο σώμα δε χωράει
στα λόγια δε χωρά.

Σαν ουρανό σ΄ αγάπησα
και πως να σε ξεχάσω.
Ποτέ μου δε σ΄ απόκτησα,
ποτέ δε θα σε χάσω.

Για μια Ντολόρες

Στις ανθισμένες κορυφές
ζήτησες τη ζωή σου
στ΄ άστρα της γης και τ΄ ουρανού
το φως του παραδείσου
χαράζει η μέρα σαν γυαλί
στην κόψη κόβεις βόλτες
παρέα με λαθρόβιους
πότες και μηχανόβιους
παράταιρους ιππότες

Στου αιώνα την παράγκα
στρώσε τ΄ όνειρό σου μάγκα
με βρισιές και προσευχές
και της μάνας τις ευχές
Στου αιώνα την παράγκα
στρώσε τ΄ όνειρό σου μάγκα
στα κρυφά και ταπεινά
ψάξε τα παντοτινά

Για μια Ντολόρες χάραξες
το δέρμα σου μια νύχτα
και το κορμί σου κάρφωσες
στου φεγγαριού την πίστα
Μ΄ άφιλτρο τώρα κι αλκοόλ
τσακίζεις τη φωνή σου
ληστής, Πιλάτος και Χριστός
εκεί που στάζει ο Θεός
θ΄ απλώσεις τη ζωή σου

Άνοιξη

Στου έρωτα το πρώτο αχ! καράβι κέντησα
πήρα το δρόμο του Σεβάχ, στον κόσμο αρμένισα,
μαργαριτάρι και λωτός ήσουν στο Μόλυβο,
μια στο βυθό να σε ζητώ και μια στον Όλυμπο.

Στο Ταζ Μαχάλ και στο Ντεπό άγκυρα έριξα
στη γέφυρα των στεναγμών τα δάκρυα μέτρησα,
στην αγκαλιά μιας ξωτικιάς αποκοιμήθηκα,
ήπια νερό της λησμονιάς και σε θυμήθηκα.

Δώσ΄ μου το ρίγος το παλιό δίχως καμώματα
κι αν θα `μαι λίγος, θα χαθώ τα ξημερώματα.

Ήρθε μια Άνοιξη μικρή και μαραζιάρικη
και στην εξέδρα την πικρή λόγοι δεκάρικοι,
ξενυχτισμένες διαδρομές που πήγαν άδικα,
για να κλειστούν στα ρετιρέ και στα τρελάδικα.

Κούκος μονός σ΄ ένα ταμπλό τον πόνο ξόρκισα
χρόνια πληρώνω και χρωστώ, κι ας λες πως ξόφλησα,
βγάλε τα μαύρα σου γυαλιά να δω τη θάλασσα,
άλλαξα μέτρα και σταθμά, καημό δεν άλλαξα.

Δώσ΄ μου το ρίγος το παλιό δίχως καμώματα
κι αν θα `μαι λίγος, θα χαθώ τα ξημερώματα.

Άκροβάτης

Άλλη μια νύχτα άλλη μια μέρα
άλλο ένα βήμα στο κενό
τα χέρια απλώνει στον αέρα
για να πιαστεί απ΄ το Θεό

Μην του μιλάτε του ακροβάτη
και μην τραβάτε το σχοινί
θέλει απόσταση η αγάπη
για να κρατιέται ζωντανή

Δεν είν΄ αυτός έγινε πόλη
στους δρόμους του κυκλοφορούν
κάτι τρελοί κι ονειροπόλοι
που μες στον κόσμο δε χωρούν

Μην του μιλάτε του ακροβάτη
και μην τραβάτε το σχοινί
θέλει απόσταση η αγάπη
για να κρατιέται ζωντανή

Άλλη μια νύχτα άλλη μια μέρα...

ακόμα γράφω γράμματα

Βουρκώνει ο ήλιος πριν χαθεί
στου ορίζοντα την άκρη
ό,τι διψούσα πιο πολύ
ήταν ένα σου δάκρυ

Μη με κοιτάς κατάματα
αν θες να ομολογήσω
ακόμα γράφω γράμματα
και ας γυρίζουν πίσω

Τα μάτια σου τρελά νερά
και κρυσταλλένιοι κήποι
μαζί με θέλαν στη χαρά
και χωριστά στη λύπη

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Ωροσκόπιο

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες – αύριο θα ‘ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα – είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν ειν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

Φύλλα αλκαλικά

Κλειστό το φινιστρίνι και το γυαλί θαμπό
ποτέ στα όνειρά σου δε μ' άφησες να μπω.
Αν δεις λευκό καράβι με πορφυρά πανιά
θα 'ναι η δική μου αγάπη που πάει στη λησμονιά.

Μην έρχεσαι μαζί μου
μου είπες πριν χαθείς
θα μαραθεί η αγάπη
κι εσύ θα μ' αρνηθείς.

Φτιάξε μαγιά στο χώμα
με φύλλα αλκαλικά
σε μια ζωή χαμένη
κανένας δε νικά.

Γλυκάνισο σου στέλνω
και μέλι φοινικιάς
τις πίκρες σου να λιώνεις
και να μη με ξεχνάς.

Κι αν σ' έπιασε το βράδυ
κι ο έρωτας αργεί
το πιο βαθύ σκοτάδι
είναι πριν την αυγή.

Τα πλοία των ερώτων


Όταν ο άνεμος φυσά
κι οι άνθρωποι σωπαίνουν
κάτι σκιές με προσκαλούν
στις έρημες μαρίνες
τα πλοία των ερώτων μας
μου δείχνουν που πεθαίνουν
και τριγυρνούν στην πλώρη τους
νεράιδες και σειρήνες

Πάνω στον πάγκο ενός καφέ
τα βρόχινα τους μάτια
για τα ναυάγια με ρωτούν
και της ζωής το ψέμα
κι εγώ δειλά τους απαντώ
κοιτώντας τα κατάρτια
η δύση κι η ανατολή
έχουν το ίδιο αίμα

Έτσι στα καθημερινά
αμήχανοι γυρνάμε
παιδιά που παίζουν στη βροχή
με τρυπημένη μπάλα
μα κάποιος γέρος ναυτικός
μας είχε πει θυμάμαι
πως πάντα μέσα μας θα ζουν
τα μπάρκα τα μεγάλα

Τρικάταρτο η αγάπη σου
και ο καιρός αρμύρα
μια Κυριακή σ΄αντίκρισα
και μού΄κλεψες το φως μου
ό,τι με πνίγει ν΄αγαπώ
είν΄η δική μου μοίρα
καλά ταξίδια,μάτια μου,
στις θάλασσες του κόσμου ...

Στης γοργόνας το φτερό

Ώρες αργόσυρτες σα φορτωμένα κάρα,
απ’ τα ηχεία ψιχαλίζει μια κιθάρα.
Φύτρωσαν κάκτοι και λωτοί στην κορδιλιέρα,
κι εσύ κλειστός σε μια καμπίνα φεύγεις πέρα.

Οι έρωτες σου καρυδότσουφλα στο κύμα,
μα στον ασύρματο καιρό δεν πέφτει σύρμα.
Ο τόπος σου σ’ ακολουθεί όπου κι αν πας,
σ’ ένα παιχνίδι για χαμένους ξενυχτάς.

Άστρο του Ωρίωνα, φεγγάρι του Τοξότη,
είπαν μια άγνωστη φωτιά σ’ έχει δεσμώτη.
Που δεν τη σβήνουν χίλια κολασμένα μπάρκα,
μα στης γοργόνας το φτερό η αιώνια τσάρκα.

Στον Ινδικό πλοία παλιά φουνταρισμένα,
ιθαγενείς μασάνε φύλλα ξεραμένα.
Και για μουσώνες σου μιλούν στο νότιο σέλας,
ναύτες που πέρασαν τα σύνορα της τρέλας.

Μια σούπα ο κόσμος και ο νους τρύπιο κουτάλι,
κι εσύ στης θάλασσας για πάντα την αγκάλη.
Δακρύζεις κήπους με παράξενα λουλούδια,
για μάτια πρόστυχα κεντάς άγια τραγούδια.

Κι εγώ που ξέχασα ποιος είμαι που πηγαίνω,
λαθρεπιβάτης σ’ ένα πλοίο παροπλισμένο.
Απόψε σ’ άκουσα να λες απ’ τα ηχεία,
για να χαράξεις μες στο πουθενά πορεία,
χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.

Σαν πλανόδιο τσίρκο

Σαν πλανόδιο τσίρκο τη ζωή μου τη σκόρπισα
σε σταθμούς και πλατείες πού με πας δεν σε ρώτησα
τώρα δίχως πυξίδα τα ταξίδια μου κάνω
τη φωνή σου ακούω μα τι λες δεν σε πιάνω

Ελλάδα Βέμπο μου και Μαίριλιν Μονρόε
Ελλάδα Ελύτη μου και Έντγκαρ ʼλλαν Πόε
Ελλάδα μάγισσα, παρθένα και τροτέζα μου
Ελλάδα Τούμπα, Αλκαζάρ και Καλογρέζα μου

Μια φορά μου γεννούσες ένα πάθος παράφορο
τώρα παίζεις παιχνίδι που μ' αφήνει αδιάφορο
δεν κερδίζω δε χάνω σ' αγαπώ και σ' αρνιέμαι
κι από ένα κλαράκι του γκρεμού σου κρατιέμαι

Πρωινό τσιγάρο

Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό
στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο
κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο
και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό

Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση
και γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση
και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή

Βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών
μ' ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο
κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο
σ' ένα καρέ τυφλών σ' ένα καρέ τυφλών

Πόρτο Ρίκο


Φιγούρα ξωτική και ταξιδιάρικη
στο φως του φεγγαριού ανθίζει πάλι
γιατί όλη την ζωή του την εξόδεψε
παράφορα γυρεύοντας μιαν άλλη

Θυμάμαι σαν παιδί γελούσε και έλεγε
στην σέλα ακροβατώντας ποδηλάτου:
«Τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας
πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του»

Μα ο κόσμος προχωρά χωρίς να μας ρωτά
κλεισμένοι δρόμοι, κλέφτες και αστυνόμοι
αγάπα το κελί σου, του παν, κι ύστερα
έξω πιο μόνος μα γελούσε ακόμη

Μια νύχτα μεθυσμένη παίρνει ανάποδες
ημερολόγια καίει και πτυχία
Το χάραμα μπαρκάρει σε πειρατικό
για της ζωής του την σκηνοθεσία

Αλγέρι, Αλεξάνδρεια, South Africa
στο Άμστερνταμ δυο τέρμινα και κάτι
γλιστρούσαν οι αγάπες μες στα μάτια του
σαν τον αφρό στα δάχτυλα του ναύτη

Στο Πόρτο Ρίκο χρόνια ασυλλόγιστα
και τις καρδιάς του σκόρπισε τα φύλλα
σε υπόγεια σκοτεινά και ύποπτα
λες και έψαχνε το φως μες στην ξεφτίλα

Κάποια ζεστή βραδιά σε ένα μπλουζάδικο
άκουσε να φαλτσάρει η μουσική του
τα αφεντικά στον δρόμο τον πετάξανε
τα στίγματα σαν είδαν στο κορμί του

Κι η Σύλβια που με πάθος τον αγάπησε
δεν έλειψε στιγμή απ' το πλευρό του
ζητώντας με μανία στην αγκάλη του
την κόλαση και τον παράδεισό του

Σαλπάρισε μια νύχτα με πανσέληνο
και στο στερνό του γράμμα μου 'χε γράψει:
«Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»

Τα χρόνια έχουν περάσει δε θυμάμαι πια
Ερνέστο τον ελέγανε η Νίκο;
Κι ακόμα συγχωρείστε με που ξέχασα
αν χάθηκε στο Μετς η στο Πόρτο Ρίκο

Όσο για μένα είμαι πάντα εδώ
με των ματιών σας την φωτιά σημαία
είναι όμορφα απόψε που ανταμώσαμε
μ' αρέσει να αρμενίζουμε παρέα

Πατησίων και Παραμυθιού γωνία

Ξημερώνει στο γαλάζιο σου το στρώμα
λιώμα ξύπνησα μα σ' αγαπώ ακόμα
στάξε εύθυμο φαρμάκι για το γλέντι
με μισή μεζούρα τζιν και λίγο αψέντι

Με ακόρντα λα μινόρε προς το γκρίζο
καμηλιέρικα τραγούδια σου σφυρίζω
σαν μικρός λαχειοπώλης ώρα μία
Πατησίων και Παραμυθιού γωνία

Θέλω σήμερα παιχνίδι με το Χάρο
στο καζίνο της καρδιάς σου να ρεστάρω
να ενωθώ μ' όλης της γης τα κατακάθια
να γευτώ όλα τα ρόδα και τ' αγκάθια

Με ακόρντα λα μινόρε προς το γκρίζο
καμηλιέρικα τραγούδια σου σφυρίζω
σαν μικρός λαχειοπώλης ώρα μία
Πατησίων και Παραμυθιού γωνία

Με ακόρντα λα μινόρε προς το γκρίζο
καμηλιέρικα τραγούδια σου σφυρίζω
σαν μικρός λαχειοπώλης ώρα μία
Πατησίων και Παραμυθιού γωνία
σαν μικρός λαχειοπώλης ώρα μία
Πατησίων και Παραμυθιού γωνία

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.