Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκόπουλος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

«Μη σκεπάζεις το ποτάμι» Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου. Το 1999 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Εκδόσεις: Κέδρος.

Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Άθλιος καιρός στη φοβερή πατρίδα μου
και λίβας ανελέητος σκληρός του Ιουλίου!
Την πεθαμένη ταξιδεύαμε τη μάνα μας
με το βαγόνι της γραμμής
κόσμος πολύς μέσα στο διάδρομο και η αποθήκη του γεμάτη
με μπαούλα, οικοσκευές,
και ανάμεσα τους, στα ψηλά, το φέρετρο της
έτσι καθώς πηγαίναμε παλιά κουτί, στων συγγενών μας,
με κούκλες, τα παιδιά.
Το κοιμητήριο ήσυχο, όταν εφτάσαμε μετά,
της φοβερής πατρίδας μου,
και πρόσχαροι οι συμπατριώτες μας και γελαστοί τους όλοι
στις φωτογραφίες τους επάνω στους σταυρούς
σε νεόκτιστες ανάμεσα βεράντες καθισμένοι και ορτανσίες
ενώ φυσούσε θάνατος στη μάντρα, ο ήλιος, του σπιτιού
κι ένα κομμάτι από σώμα ερπετού
μυρμήγκια το τραβούσαν στη φωλιά, μυρμήγκια το τραβούσαν.
Ο Βιβάλντι κάποτε μικρά έφερνε, κοριτσάκια, στο σαλόνι
(σταθήκαμε για, μια στιγμή όλοι μαζί θυμούμενοι και πάλι)
με κρινολίνα στις μαργαρίτες χόρευαν,
και χωράφια της παιδικής ευφροσύνης
με σύννεφα και χιλιάδες αρκαδίες, ο Μπρέγκελ, και ζώα,
και ανάμεσα τους μιαν αγελάδα ειρηνική
να περνά το σούρουπο μόνη
με τους μαστούς της δυο λάμπες φωτοφόρες
των εκατό κηρίων η κάθε μία, και κότες και λίμνες,
και σκάφες πλυσίματος με χοντρές χωρικές έφερνε.
«Εκείνη που κατέβηκε στον ποταμό
με το λευκό χιτώνα της να βαπτισθεί
έχει τα πόδια της γυμνά κι έχει λαιμό για σφάξιμο
- τα παιδάκια τραγουδούσαν με τα μαντολίνα -
αγόρια τρέχουν ανυποψίαστα
να πιάσουν στα νερά το σταυρό
χρυσίζει σαν ψάρι το κράμα στην κοίτη,
ήρθα να σε πάρω, της λέει εκείνος ο άγνωστος,
μα είναι τα μάτια μου μπλε όπως ο ουρανός
κι όπως αυτός δεν βλέπουν,
οι φωνές από τους αίνους λάμψη στο μεσημέρι
και ο προδότης έχει ανήσυχο το μάτι
τις κρύες φακές του στο χάνι, τρώγοντας, της οσίας,
οι φλαμουριές έξω τον συντροφεύουν
και τρέμουν οι λεύκες σαν το κορμί του».
Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!

Βατομουριές σκονισμένες
και σχοίνα που τα παντελόνια τραβολογούν!

Σνναλλαγές, -ψευτιές, ενώ ο «ΓΊάντσο» ιδού
στην ταινία τον υπαίθριου
να «χτυπήσει» το Νότο λέει το βράδυ κατεβαίνει
σέρνει μαζί τον τομάρια
από εκείνα που τα ‘χουν οι πόρνες σαν αδελφάκια τους
κι έχουν οι ίδιοι το πιστόλι για παιχνίδι,
χαροτρομάζουν ακόμη και αυτόν τον πατέρα τους,
τραυματίζουν τη μάνα τους για επίδειξη
και κάνουν το γειτονοπούλα τους να τρέχει σαν το κοκόρι,
βρωμάνε τα χνότα τους πιοτό,
από αυγουστιάτικους κάμπους που καίνε το άχυρο
κι από μικρά φιλέρημα μέσα νεκροταφεία, περνούν.

Μια φωνή μου φώναζε χθες στον ύπνο
«έλα να δεις τα στέκια σου
που έτρεξες - μου έλεγε - παιδί»,
«εγώ δεν ημπορώ να δω τα στέκια μου
γιατί είναι η καρδιά μου κάρβουνο - της απαντούσα -
«έλα να δεις τα πρώτα σου τα χρόνια
και τις πηγές τις δροσερές, έλα», μου ξαναέλεγε η φωνή!

Έναν τόπο ζητούσα όπου ο αρτοποιός θα κάνει το ψωμί
όπως τότε που ο φούρνος μύριζε τη νύχτα,
τα ρούχα θα πλένονται στον κήπο
με όλες τις ατέλειες που αφήνει το χέρι
και ο τεχνίτης του σίδερου
θα λιώνει το μέταλλο με πρωτόγονους τρόπους
- τον γύρεψα έναν αναπτήρα αυτοσχέδιο για ενθύμιο,
έψαζε - Πάρε - μου είπε - αυτόν
μπορεί και να τον έχει φτιάξει ο θείος σου
δούλευε κάποτε εδώ, πέθανε και δεν τον γνώρισες»,
τα απαιτούμενα του έβαλε, τον άναψε,
το πρόσωπο του μέσα στις τσακμακιές έπαιζε, φωτίστηκε,
όπως άστραφτε, μικροί, τον Οκτώβριο,
πριν αρχίσουμε, δωδεκαετείς, το σχολείο.
Ω πατρίδα, αιώνια ταραχή της πρώτης ερωμένης.
Ω ζωή κομμένη στη μέση,
και ω νεότητα από τότε, τέλος, τραυματισμένη
σαν ένα κοριτσάκι με το καλό του φόρεμα
που ισορροπούσε πάνω στην εγκαταλειμμένη

γραμμή του τραίνου, ισορροπούσε.

***

ΆΛΚΗΣΤΙΣ

Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Τα χέρια μου πιάνεις
και αυτά σε προσμένουν, όπως η τροφός τα δυο παιδάκια
που τα πάει βόλτα μετά τον πυρετό, σε προσμένουν.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
ή στο όνειρο κάποτε που σ’ έχασα κι έγινε ξάφνου σκηνή περιπλανώμενου, ο ύπνος μου, θιάσου
όπου ο αέρας έριξε το σκηνικό
και έμεινε μονάχα η λάμπα θυέλλης, το σταμνί με το νερό
και το χέρι μετέωρο, με τα σχοινιά,
που κινούσε τις μαριονέτες, Άλκηστις, κινούσε.

Το μυαλό μου μια θάλασσα σε νηνεμία, Άλκηστις,
που η αμφιβολία για την αγάπη σου την ταράζει,
ένα χέρι έξω απ’ το νερό
τελευταίο σινιάλο ανθρώπου που πνίγεται
και η ψυχή μου ένα ξέφωτο την ώρα του κεραυνού
για να σε κοιτάζει με μάτι που πλήττεται
ή να σου φέγγει με σχισμήν ουρανού,
ω Άλκηστις, να σου φέγγει.

Άλκηστις, αντηχείο απείραχτου χρόνου
φωνούλες πνιχτές πουλάκια που πέταξαν χαμηλά στην ηδονή
και χέρι που μ5 άγγιξες και άνθισε στον ώμο τρελή
στο χάσμα του μάρμαρου μουσμουλιά.

Είσαι το κεφάλι αγάλματος γυναίκας αρχαϊκής,
που βρέθηκε στο χωράφι του φτωχού γεωργού
και κείνος το κρύβει,
το απόγευμα, να το βλέπει μονάχος.

Το καράβι είσαι που ετοιμάζεται να σαλπάρει
αφού πρώτα έσπειρε το κακό,
η νάρκη που την παίρνει για ρολόι ο ατυχής
και αυτή του κόβει τα τρία από τα πέντε δάχτυλα
για να κάθεσαι να φροντίζεις τα υπόλοιπα
όπως δυο αδελφάκια ορφανά που το ένα το έχουμε βαφτίσει
και πάμε δώρο και στο άλλο,
το τιμαλφές που ο κλέφτης να σε πουλήσει δεν μπορεί
γιατί όλοι στην αγορά ξέρουν πως είσαι δικό μου,
η φωταψία — νύχτα — της πόλης η έκσταση η χρυσή
που απ’ τα βουνά προσπαθώντας να την εξηγήσει
το ξεκομμένο την κοιτάει ξαφνιασμένο τ’ αγρίμι,
η αύρα όπου ταραχή — το σώμα μου — πλήγωνε
κήπος περίφραχτος γύρω
και δρόμος του φιδιού το σάλιο
η υποψία του άλλου στις ρώγες σου άντρα
όταν κρυφά, ω Άλκηστις, τις ρωτούσε η γλώσσα μου
όταν κρυφά τις ρωτούσε.

Ω Άλκηστις!

Σπίτι που του άλλαξαν κάποτε ερήμην μου κλειδαριά,
λοφίσκος ορεινού αρχηγείου
για να ανεβαίνω να βλέπω το απόγευμα τα κατεχόμενα να βλέπω
και ομπρέλα, τέλος, που δεν σε έχω
όταν μονάχος διασχίζω,
όταν μονάχος διασχίζω της ψυχής τα βουνά.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Το παράπονο του εργάτη

της Γιάννη Μαρκόπουλου



Ακούστε το παράπονο,
τον πόνο του εργάτη
χιλιάδες χρόνια περπατώ
στο ίδιο μονοπάτι.

Για πυραμίδες δούλεψα
για πύργους και για κάστρα,
τον Παρθενώνα έφτιαξα
που τον ζηλεύουν τ’ άστρα.

Αιώνες τυραννήθηκα
σ’ απέραντα πελάγη
και τη ζωή μου όριζαν
οι άρχοντες κι οι μάγοι.

Μου έταζαν παράδεισο
μετά το θάνατό μου
και σε πηγάδια σκοτεινά
βρήκαν το σκελετό μου.

Αυτά που βλέπετε εδώ,
τις πολυκατοικίες,
συγκοινωνίες γερανούς
και πυργιά και πλατείες.

Εργάτες τα στεριώσανε
με πονεμένα χέρια,
χέρια που δε χαϊδέψανε
ποτέ τους περιστέρια.

Τελείωσαν τα λόγια μου
μα ξέρω τι να κάνω,
όλα θα πάνε μια χαρά
το θάρρος μου δε χάνω.

Δε λησμονώ τους φίλους μου
που πέθαναν για μένα
κι όσους μαζί μου μάχονται

να γίνει ο κόσμος ένα.


Η Ευρυδίκη περιμένει

του Γιάννη Μαρκόπουλου



Ευρυδίκη, Ευρυδίκη του Ορφέα η μουσική
από τα βαθιά σκοτάδια θα σε φέρει στην αυγή!
Όλα τα λουλούδια ανθίζουν μ’ ένα χάδι δροσερό
του Ορφέα το τραγούδι είναι αθάνατο νερό.
Μέσα στα βαθειά σκοτάδια, η αγάπη οδηγός
κι η Ευρυδίκη περιμένει τον Ορφέα και το φως.
Δίνει ο ήλιος μία μάχη και ο ήχος στη ψυχή,

δέντρα, θάλασσες, ποτάμια ανασταίνουν τη ζωή.


Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Ας κοιτάξουμε

Ας κοιτάξουμε για μια στάλα αγάπη
όπως οι φτωχοί ψωνίζουν κουβέρτες στα πανηγύρια.

Η γαλήνη, είναι κάτι που δεν εξαγοράζεται,
και οι άνθρωποι έχουνε μια μοναξιά τέτοια, σου έλεγα,
όπως, δυο μαύρα βαπόρια φορτηγά
αραγμένα απόγευμα σε επαρχιακό λιμάνι.

Και ήταν που αγαπηθήκαμε μετά όπως κουλοί στα τρένα
σ' ένα κόσμο δικό τους πυρπολημένοι από το αδέξιο πλήθος.

Ύστερα πια, έφυγες, όπως γίνεται, κρυφά.
Σούρουπο παχύρευστο σερνόταν στους δρόμους.

Από κάπου ακούγονταν ένας δίσκος.
Η φωνή έπεφτε, σηκωνόταν, έπεφτε, σηκωνόταν,
σαν βιαστικός μεθυσμένος που τρέκλιζε.

Ο άνθρωπος της πάνω γειτονιάς
που λέγαν ότι του έφυγε η γυναίκα του
και η κόρη  της τρελής.

Κουρασμένα τραγούδια έπεσαν μάλλον σε πάτωμα
και έσπασαν σαν γυαλικά που τα έριξε κλέφτης.

Πώς να κάνω και πάλι ένα ποίημα για σένα.
Θέλει λέξεις ξεχασμένες
όπως το φουστάνι που πέταξες
στην τελευταία τάξη του γυμνασίου και έγινες γυναίκα.

Θέλει πέτρες πρωτόγονες, άγριες.
Και εγώ δεν είμαι θαλασσινός να ψάχνω στα ακρογιάλια.
Και ούτε που γνωρίζω από πέτρες.

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Τραγούδι της ειρήνης

Ειρήνη, τ' όνομά σου να γραφτεί
στους αιώνες των αιώνων, ειρήνη.
Τ' όνομά σου να γραφτεί στα κανόνια
που σκουριάζουν, ειρήνη.

Ειρήνη, θέλουμε ειρήνη!

Ειρήνη, τα παιδιά σε αγαπούν
οι μεγάλοι σε λατρεύουν, ειρήνη.
Σαν θεός αληθινός πάντα
στέλνεις την αγάπη ειρήνη,
του πολέμου το θεριό
το χτυπάς και το σκοτώνεις, ειρήνη.

Ειρήνη, θέλουμε ειρήνη!

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Λένγκω


Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά
κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια
για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με τυραννάς

Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς
ρε μπάρμπα κάτσε να μας πεις μιά ιστορία
πως ήταν τότες η μανούλα μας παλιά
έπεφτε ξύλο σα γινόταν φασαρία
ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου σπαράζεις την καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου πληγώνεις τη χαρά

Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
τη κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ
η μητέρα είπε ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ
τ΄άνθη στόλιζαν το αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου΄χεις φάει τη ψυχή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί

Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ΄τα κουρέλια φαινότανε οι πληγές
κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει
τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
το όνειρο που φεύγει τη τρομάζει
να αναζητάει μιά χαμένη ελευτεριά

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
πες μας πάλι τι ζητάς

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.