Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014
Κυριακή
Τρίτη 7 Μαΐου 2013
Καθώς παίζει η μουσική
αργά τη νύχτα
καθαρός ουρανός
και
πολύχρωμα
αστέρια
τα παιδιά
γυρίζουν
στα σπίτια τους
ενώ ονειρεύονται
λιβάδια
εκείνη
τον περιμένει
στη πόρτα
με το
νυχτικό της
ανεβαίνει τις
σκάλες
της δίνει
ένα φιλί και
την αγκαλιάζει
σφιχτά
καθώς ένας
άνδρας
γέρνει στους
τοίχους
Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012
Καλοκαίρι 2011
Αυτές οι μέρες-είναι περίεργο-
δεν αστράφτουν, ούτε ευωδιάζουν πια
καθώς οι γέροι συνωστίζονται στα παγκάκια των
πλατειών και οι πεταλούδες ασφυκτιούν στα παράθυρα
των πολυκατοικιών ασθμαίνοντας για φως
οι εξαίσιες μελωδίες σταμάτησαν
ούτε τα μπαλκόνια μυρίζουν χρυσάνθεμα
ενώ το τηλέφωνο χτυπά τα μεσάνυχτα
μα δεν ακούγεται καμιά φωνή
σου θυμίζει τα χρόνια που σπαταλήθηκαν
και οι καρδιές άδειες
και τα φτερουγίσματα δεν ακούστηκαν ποτέ
και τα φώτα χλωμά
όμως να
ένα παιδί παίζει στη γωνία
περιστέρια φωλιάζουν στο κεφάλι του
στα λιμάνια ανάβουν φωτιές στο σκοτάδι
και τα μικρά κορίτσια ονειρεύονται κυκλάμινα γύρω απ τη φωτιά
οι βαρκάρηδες μας γνέφουν με δροσερό μέτωπο
οι σαύρες λιάζονται στα λιβάδια
τα τριζόνια ερωτεύονται στις στέγες
μα οι φωνές μας δεν ακούγονται
-ποτέ δεν ακούστηκαν-
τα μπουκάλια την αυγή έχουν ένα παράξενο χρώμα
σου θυμίζουν τα χρόνια που κυνήγαγες φως
όμως
αυτές οι μέρες-τι περίεργο-
δεν αστράφτουν πια
μας προσπερνούν αδιάφορα
συνεχίζοντας το χαρούμενο ταξίδι τους
μονάχα ένας θλιμμένος σπουργίτης στέκεται
στο παράθυρο σου και σου γνέφει
πολλή αγάπη
λίγη αγάπη
οι οπτασίες περιμένουν στο σκοτάδι μιλώντας
για ζωές που θα ρθουν
οι δρόμοι μυρίζουν νυχτολούλουδα και βασιλικό
περπατάς αργά και τα στενά ευωδιάζουν
και οι φωνές μας δεν ακούγονται
-ποτέ δεν ακούστηκαν-
ανοίγουμε το στόμα μα είναι σαν να μη μιλάμε
αγγίζουμε μα δεν αισθανόμαστε
και στις πλατείες οι γέροι μιλάνε για αλλοτινές εποχές
και οι συγγραφείς είναι κακοί
και το γράψιμο μας είναι κακό
μα κοίτα τα πολύχρωμα τόπια των παιδιών
τα χαρούμενα ποιήματα στο πάτωμα
και άναψε τη φλόγα σου μικρέ μου φίλε
στα καταφύγια μας οι μέρες τινάζονται στο παράθυρο
μας καλούν για γιορτές και μια όμορφη μελωδία μας νανουρίζει
χαϊδεύουν τα μαλλιά μας και μας σέρνουν μαζί τους
λίγη αγάπη
πολλή αγάπη
μου δίνεις το χέρι και προσπαθώ να σε νιώσω
και να
να
κοίτα
τα παιδιά παίζουν στο σούρουπο
και εμείς
στα καταφύγια
τις πολιτείες και τις
ρωγμές μας
θα ονειρευόμαστε
τρένα.
Τότε...
σ' εκείνες τις γειτονιές δεν υπήρχε σπίθα
όμως να
μπορούσες να κρυφτείς χωρίς να
σε ξέρει κανείς
εντελώς άγνωστος
-και αυτό είναι καλό-
εκείνα τα πρόσωπα ήταν
ισχνά
είχαν κουραστεί να περιμένουν
δεν είχα καμία λύση να προτείνω
μονάχα
να κρυφτώ
ήθελα
και η ποίηση
ενα φως που δεν άναψε ποτέ
ώστε λοιπόν έτσι πάει...
μια μεγάλη εταιρεία
δύο παιδιά και
μια πρόθυμη γραμματέας
ταξίδια συχνά
και έντονη κοινωνική ζωή
οι φίλοι μου σπάνια μίλαγαν
και όταν έλεγα πως γράφω
γύρναγαν απ την άλλη πλευρά
το κεφάλι τους
-τους καταλαβαίνω-
και οι νύχτες νεκρές αλλά
όμορφες
και οι στίχοι αν δεν
διαβάστηκαν
αγνοήθηκαν
μονάχα κρυβοδιάβαζα στα λογοτεχνικά
περιοδικά των βιβλιοπωλείων
λέξεις χωρίς δύναμη
ζωντάνια
και μακρόσυρτες ανούσιες
συνεντεύξεις
-έτσι πάει φίλε-
οι φίλοι μου το ήξεραν καλά
όμως παρά την ασημαντότητα
η φλόγα έκαιγε τόσο έντονα
το κρασί δρόσιζε και
οι μουσικές θεσπέσιες
η κάμαρα μοναχική
οι λέξεις να ταξιδεύουν μέσα μου
αγνές
ανέγγιχτες
εκείνες οι γειτονιές το
πρόσφεραν
και κάθε νύχτα περίμενε
γεμάτη μυστικά
και όνειρα
"ο μεγάλος ποιητής απόψε στη πόλη μας"
και τώρα που πίνω γ αυτές τις όμορφες
πανούργες νύχτες
σκέφτομαι όλους τους σκυθρωπούς
νικημένους φίλους μου και
χαμογελάω:
είστε όλοι εδώ απόψε
ανοιξιάτικο βράδυ
Διαπίστωση
ερωτικό
VI
μόνο του
περπατώντας σ’ ένα βρώμικο στενό
κοιτώντας τ’ αστέρια μια βουβή νύχτα
στα κορίτσια που μας χαμογελούσαν
αυτό που έμενε ήταν να γεμίσει λέξεις ένα χαρτί
δεν είχαμε τίποτα κι αυτά που ζητούσαν οι άλλοι
μας φαινόταν περιττά
μόνο ένα ποίημα περίμενε
ένα άγιο ιερό ποίημα γραμμένο πάνω
στους λερούς τοίχους
γεννιόταν
χωρίς σπίθα
κι εμείς περιμέναμε
περιμέναμε κάτι μαγικό
που θα ερχόταν ξαφνικά ένα κρύο βράδυ
το ποτό μας συνόδευε πάντα
είμασταν ευτυχισμένοι καθώς παραπατούσαμε
άλλο ένα ποίημα
άλλη μια υπέροχη νεκρή νύχτα :
τι υπέροχο να τραγουδάς μόνος
στους έρημους νυχτερινούς δρόμους
Αυτά Που Γράφτηκαν Κάτω Από Βρώμικο Φως (απόσπασμα)
τώρα
οι μέρες μας πεθαίνουν
τώρα
τα ταλέντα ουρλιάζουν
τώρα
κοιτάζουμε ιδρωμένοι λευκούς τοίχους
τώρα
το γράψιμο μας γίνεται κακό
τώρα
οι νήσοι του Σολομώντα λάμπουν στο φως
τώρα
τρελαίνονται για το σύγχρονο λάιφστάιλ
τώρα
τηλεφωνούμε στη τύχη ν' ακούσουμε μια φωνή
τώρα
θ' απορρίψουν τη ποίησή μας
τώρα
τώρα
τώρα
δε τους κάναμε τη χάρη:
νικήσαμε
Η Κίνα Σου Πέφτει Μακρυά
η Κίνα σου πέφτει
μακρυά
και δάκρυα δεν υπάρχουν
πια
δώδεκα
μία
κάπου αλλού
θα είναι μέρα
κορίτσια θα δροσίζονται
στον ήλιο
παιδιά με κατακόκκινα μάγουλα θα
ονειρεύονται στα λιβάδια
τοίχοι
τοίχοι
τοίχοι
κουρελόχαρτα
τοίχοι
η Κίνα σου πέφτει
μακρυά
και δε θα τη βρεις ποτέ
ποτέ
Πες Όχι
στους εκδότες
στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις
στη σύγχρονη μόδα
στα μεγάλα πρόσωπα
πες όχι
στα ολονύκτια πάρτι
στην άνεση
στους ποιητές
στις κολακευτικές επιστολές
στη τηλεόραση
τα καταναλωτικά προγράμματα
φύτεψε ένα χρυσάνθεμο
μόνος Τα Μεσάνυχτα
η μουσική ηχεί στ'
αφτιά μου
και μια πολιτεία
ξυπνά στα
χείλη μου
απέναντι ο Ντοστογιέφσκι
μου χαμογελά
Λοιπόν, Τί Έχετε Να Πείτε;
είναι μια κρύα νύχτα
του Γενάρη
κοιτώ απ' το παράθυρο τα
χλωμά φώτα
τα κορίτσια να ζεσταίνονται
στις σόμπες τους
και σκέφτομαι μόνο τα ποιήματα
που γράφτηκαν κάτω από
βρώμικο φως
απ' όλα τα εκατομμύρια
δισεκατομμύρια
των ποιητάδων
δε θα χτυπήσει κανείς
τη πόρτα κι αυτό το
βράδυ
ξέρω
κι αυτό είναι ίσως
ευχάριστο
κανείς δε βρήκε τη λύση
μη ρωτάς εμένα
μόνο θα κοιτώ
κι αυτό το βράδυ
απ' το παραθύρι
και θα σκέφτομαι τα ποιήματα
που γράφτηκαν κάτω από
βρώμικο φως
Δώσε Μου
θα ήθελα να ήμουν
γλάρος
ψαράς στις ακτές τις Κίνας
να είχα ένα γαλάζιο
ποδήλατο
μετεωρίτης
κύμα
οροσειρά
φτερό
να μην έγραφα ποιήματα
ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα
θα ήθελα να ήμουν αέρας
του Απρίλη
λιβάδι
να μη κοίταζα κάτω
να φύτευα τουλίπες στην
Ινδία
γαλαξίας
φως
τραμπάλα
να μην έγραφα ποιήματα
ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα
Παιχνίδια Με Τη Φωτιά
είναι η περίοδος που η χώρα
ταλαιπωρείται από πολιτικά
σκάνδαλα
και έξω ο αέρας φυσά
μανιασμένα
η εκπαίδευση δε βοηθά
οι συγγραφείς δε βοηθάνε
τα οράματα μας αδειάζουν
τη γωνιά
η φρίκη απλώνεται
ο κόσμος φοβάται
τούτο το βράδυ
σκέφτομαι
κάποιους θα τους βρίσκουν
παγωμένους
σπάζοντας τη πόρτα
σκόρπιες φωτογραφίες στο
πάτωμα από
γνωστές ηθοποιούς και
τραγουδίστριες
το κεφάλι μου αδειάζει
οι λέξεις αδειάζουν
τυλίγομαι στους τοίχους
βρίσκω λίγη γαλήνη
ενώ έξω ο αέρας
κι αυτό το βράδυ θα
φυσά
μανιασμένα
Εκείνο Τον Καιρό...
έστελνα τα ποιήματα σε
περιοδικά
-η απάντηση δεν ερχόταν-
διάβαζα τους ίδιους
την ίδια ποίηση
και έλεγα
ήρεμα φίλε
άστους εκεί
έχεις μια κάμαρα
τριγύριζα στους δρόμους
τα πρόσωπα ξένα
τα κορίτσια απόμακρα
δεν ήξερα τι συνέβαινε
ίσως ήταν η ευτυχία
και τώρα
τούτη τη κρύα
νύχτα
σκέφτομαι με νοσταλγία
εκείνο τον καιρό και χαμογελάω:
καλύτερα έτσι
Τραγούδι
οι μούσες κρεμάστηκαν
στις ροδακινιές
η θάλασσα μύρισε κάρβουνο
και γω περπατώ
λίγο νέος
λίγο γέρος
λίγο σοφός
λίγο ανίδεος
παραπάνω θλίψη δε χωράει
και να
γίνομαι καλός
γίνομαι κακός
και όλα τα πράγματα του κόσμου
δεν υπάρχουν πια
μόνο περπατώ
μ' ένα άδειο κεφάλι
μ' ένα άδειο κορμί
οι λέξεις στερεύουν
η καρδιά πεθαίνει
δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό
δεν υπάρχει κανείς
δεν υπάρχει τίποτα
κρέμομαι στην άρπα μου
ενώ οι μούσες παραπατάνε
τα λιμάνια καίγονται
λίγο τρελός
λίγο δυνατός
λίγο σοφός
λίγο ηλίθιος
περπατώ
έγραφες εκείνα τα ποιήματα
μεθυσμένος
μ' ένα σκισμένο φανελάκι
που βρωμούσε κρασί και
ξερατά
έκλεινες τα παραθύρια
έσπαγες το τηλέφωνο
δεν έβλεπες κανέναν για μέρες
-σ άρεσε αυτό-
ύστερα ήρθε η φήμη
εκείνη η σκύλα
οι συνεντεύξεις
οι αναγνώσεις
τα κορίτσια
δεν ξέρω πως το αντιμετώπισες αυτό
δε σε γνώρισα ποτέ
και ο θάνατος ήρθε
με τα τύμπανα του
μιαν αυγή αργός
σαν τα βράδια
τις λεωφόρους
τα μπαρ
σα βρεγμένη τουλίπα
σε ένα καρβουνιασμένο χωράφι
Παράδεισος
απόψε οι δρόμοι άδειασαν και
στολίστηκαν με μια παράξενη ευωδιά
δεν υπήρχε κανείς
το φεγγάρι κυμάτισε στα νερά
οι νεράιδες χαμογελούσαν στις
τραμπάλες
κάτι μυστήριο θα συνέβαινε
δίπλα μου ο Ρεμπώ ψέλλιζε
αλλόκοτες λέξεις για χρυσάφι
ο Βαν Γκογκ τριγύριζε με μια
καραμπίνα
-τι παράξενα πράγματα-
τα ξωτικά έστησαν χορό
από τα κάστρα ήχησαν γλυκές μουσικές
και μετά να
όλα άδειασαν
ο Μότσαρτ σιγοτραγουδούσε γλυκές μελωδίες
ο Ντοστογιέφσκι ονειροπολούσε
και κοιτούσαμε με αγαλλίαση
τις βατομουριές που άνθιζαν
και τις λέξεις να γίνονται
περιστέρια
και οι παπαρούνες κρεμάστηκαν στα παραθύρια
και γω τα ανοίγω
και γω τα μυρίζω
και μεμιάς ξεπηδάνε γελωτοποιοί και γέροι μάγοι
χαμογελάω
ακροβατώ στους τοίχους και αγγίζω χρυσάνθεμα
τυλίγομαι στο φως και ταξιδεύω στη γη του πυρός
και οι παπαρούνες ανθίζουν
και τα παραθύρια ανθίζουν
και οι μουσικές ανθίζουν
καθώς μια κάμαρα του μάρτη λάμπει στο σκοτάδι
στο φως
μη με κοιτάζεις έτσι μόνο δώσε μου
ένα μενεξέ του απρίλη
-μα είναι χειμώνας-
μια σταγόνα της αυγής
-μα εδώ είναι έρημος-
κοίταξε από το παράθυρό σου
βλέπεις ό,τι βλέπεις
δεν έχω τίποτα να σου πω
μόνο δώσε μου
μια ηλιαχτίδα του δεκέμβρη
-μα εδώ έχει χρόνια σκοτάδι-
μια αμυγδαλιά
-μα έχει μόνο πέτρες-
κι όμως δώσε μου
δώσε μου
έλα ένα βράδυ μ ένα άσπρο φόρεμα και άνθη στα μαλλιά
έλα αυτό το βράδυ με τη σιωπή
έλα
πριν να είναι αργά
τα άστρα χάνονται στο βαθυγάλαζο τοπίο
και συ περπατάς
οι στιγμές που περίμενες πως κάτι σπουδαίο θα συνέβαινε
και ποτέ δεν ερχόταν
-κάτι έχεις μάθει-
ε
θα ρθουν δυσκολότεροι καιροί
γι αυτό φύτεψε ένα κυκλάμινο
ενώ τα πλήθη ουρλιάζουν
οι συγγραφείς μας δεν λένε τίποτα
ε
άδειασε το ποτήρι σου
χαμογέλα
πάρε ένα ουράνιο τόξο
ένα χάρτη
μια σαΐτα
και
εκτοξεύσου
και συ κάθεσαι σε ένα ξεθωριασμένο παγκάκι
χωρίς μνήμη
μαγικό ραβδί
ταλέντο
σύννεφα και οι πρώτες ψιχάλες
τα ζευγάρια επιταχύνουν το βήμα και σε λίγο δεν μένει
κανείς
τα σκυλιά κρύβονται στα φορτηγά
τα σκυλιά κάτι ξέρουν
κάτι μαγικό που δεν ξέρουμε εμείς
η βροχή δυναμώνει
μια πεταμένη εφημερίδα
«όλα τα μυστικά μιας πετυχημένης καριέρας»
χαμογελάς
στο παγκάκι λέξεις αιώνιας αγάπης
οι επιβάτες κοιτάνε απ τα θολά παραθύρια
τα σκυλιά κοιτάνε θέλοντας κάτι να πουν
τυλίγεσαι στη μουσκεμένη ζακέτα σου
βραδιάζει
κρατήσου φίλε
ξεκινάς για τη κάμαρα σου
διασχίζοντας τα ίδια σκονισμένα φώτα
ενώ
οι σκιές τραγουδάνε
τα παιδιά ονειρεύονται κοιτάζοντας τη βροχή
το πλοίο ζεσταίνει τις μηχανές του
κι εσύ δεν είσαι μέσα
να βρείτε μια μεγάλη αίθουσα
-με τη κατάλληλη διακόσμηση ,έτσι;-
να ετοιμάσετε πολυσέλιδες ομιλίες
και οι ηχηρές αναγνώσεις να έρθουν μετά
φροντίστε οι προσκλήσεις να φτάσουν στην ώρα τους
-ονόματα που προκαλούν ρίγος-
τηλεοπτική κάλυψη φυσικά
μα ναι πιείτε αρκετό κρασί
και αρκετές ώρες μετά να γυρίσετε
σπίτια σας
και να έχετε έναν ευχάριστο ύπνο
O Θάνατος Δεν Είναι Εύκολη Υπόθεση
έγραφες εκείνα τα ποιήματα
μεθυσμένος
μ' ένα σκισμένο φανελάκι
που βρωμούσε κρασί και
ξερατά
έκλεινες τα παραθύρια
έσπαγες το τηλέφωνο
δεν έβλεπες κανέναν για μέρες
-σ άρεσε αυτό-
ύστερα ήρθε η φήμη
εκείνη η σκύλα
οι συνεντεύξεις
οι αναγνώσεις
τα κορίτσια
δεν ξέρω πως το αντιμετώπισες αυτό
δε σε γνώρισα ποτέ
και ο θάνατος ήρθε
με τα τύμπανα του
μιαν αυγή αργός
σαν τα βράδια
τις λεωφόρους
τα μπαρ
σα βρεγμένη τουλίπα
σε ένα καρβουνιασμένο χωράφι
Εκείνο Τον Καιρό...
έστελνα τα ποιήματα σε
περιοδικά
-η απάντηση δεν ερχόταν-
διάβαζα τους ίδιους
την ίδια ποίηση
και έλεγα
ήρεμα φίλε
άστους εκεί
έχεις μια κάμαρα
τριγύριζα στους δρόμους
τα πρόσωπα ξένα
τα κορίτσια απόμακρα
δεν ήξερα τι συνέβαινε
ίσως ήταν η ευτυχία
και τώρα
τούτη τη κρύα
νύχτα
σκέφτομαι με νοσταλγία
εκείνο τον καιρό και χαμογελάω:
καλύτερα έτσι
Δώσε Μου
θα ήθελα να ήμουν
γλάρος
ψαράς στις ακτές τις Κίνας
να είχα ένα γαλάζιο
ποδήλατο
μετεωρίτης
κύμα
οροσειρά
φτερό
να μην έγραφα ποιήματα
ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα
θα ήθελα να ήμουν αέρας
του Απρίλη
λιβάδι
να μη κοίταζα κάτω
να φύτευα τουλίπες στην
Ινδία
γαλαξίας
φως
τραμπάλα
να μην έγραφα ποιήματα
ω σίγουρα να μην έγραφα ποιήματα
Πες Όχι
στους εκδότες
στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις
στη σύγχρονη μόδα
στα μεγάλα πρόσωπα
πες όχι
στα ολονύκτια πάρτι
στην άνεση
στους ποιητές
στις κολακευτικές επιστολές
στη τηλεόραση
τα καταναλωτικά προγράμματα
φύτεψε ένα χρυσάνθεμο
μόνος Τα Μεσάνυχτα
η μουσική ηχεί στ'
αφτιά μου
και μια πολιτεία
ξυπνά στα
χείλη μου
απέναντι ο Ντοστογιέφσκι
μου χαμογελά
μμμ...
τώρα
οι μέρες μας πεθαίνουν
τώρα
τα ταλέντα ουρλιάζουν
τώρα
κοιτάζουμε ιδρωμένοι λευκούς τοίχους
τώρα
το γράψιμο μας γίνεται κακό
τώρα
οι νήσοι του Σολομώντα λάμπουν στο φως
τώρα
τρελαίνονται για το σύγχρονο λάιφστάιλ
τώρα
τηλεφωνούμε στη τύχη ν' ακούσουμε μια φωνή
τώρα
θ' απορρίψουν τη ποίησή μας
τώρα
τώρα
τώρα
δε τους κάναμε τη χάρη:
νικήσαμε
Οι Ηττημένοι Της Κυριακής
θα τους δεις τις
Κυριακές να
γυρνάνε στους
δρόμους
κάτω το
κεφάλι
δεν πίστεψαν
ποτέ σε
θαύματα
ούτε ότι θα
πέρναγε τόσο γρήγορα
ο χρόνος
χωρίς να
προλάβουν να κάνουν
τίποτα
γύριζαν στις
κάμαρές τους
δεν τους
περίμενε
κανείς
προσπαθούσαν να βρουν
τι
πήγε στραβά
με υγρά
μάτια
δεν ήταν ποτέ
σαν
όλους τους
άλλους
γι' αυτό υπήρξαν
πλούσιοι
Καθώς παίζει η μουσική
αργά τη νύχτα
καθαρός ουρανός
και
πολύχρωμα
αστέρια
τα παιδιά
γυρίζουν
στα σπίτια τους
ενώ ονειρεύονται
λιβάδια
εκείνη
τον περιμένει
στη πόρτα
με το
νυχτικό της
ανεβαίνει τις
σκάλες
της δίνει
ένα φιλί και
την αγκαλιάζει
σφιχτά
καθώς ένας
άνδρας
γέρνει στους
τοίχους
Ένα ποίημα για νικητές ή χαμένους
νικητής ή χαμένος
στέκομαι εδώ
ενώ το παιδί δε βγάζει φωνή
ενώ το όνειρο τρέμει
ενώ συναντώ παντού νέους ποιητές
ρε κλόουν
τι όμορφα που ονειρευόσουν τότε
η κάμαρα σου μακριά απ το κέντρο της πόλης
τα κορίτσια όμορφα
πέθαινες
πέθαινες
πέθαινες
και τώρα
-νέος ακόμη-
κοιτάζεις το όνειρο στην άκρη του δωματίου
«φίλε, σε ξεγέλασα, άρπα την μοναχικέ»!
η γάτα θα έρθει στα πόδια σου
θα πιεις τον καφέ σου
ενώ το όνειρο σου κάνει παιχνίδια
και οι μέρες δεν φαίνονται από την σκόνη
ήθελες να γράψεις απλά
απλά
μακριά απ τους λογοτέχνες
θυμάσαι τη κάμαρα σου
το ποτήρι
τη μουσική
τα σκόρπια βιβλία
ακούς πέρα τρένα στα στενά της Ασίας
κάτοικοι με φωτεινά πρόσωπα πίνουν νερό απ΄
τα πηγάδια και τραγουδάνε
χαμογελάς
η βόλτα στη παραλία
τα βιβλία των καταραμένων
τα κορίτσια που δεν μίλησαν
και το όνειρο γίνεται βουή
σκόνη
«μωρό μου, έπαιξα καιρό μαζί σου, έπρεπε να το καταλάβεις»!
νικητής ή χαμένος
γέρνεις στους τοίχους και μυρίζεις κυκλάμινα σε κατεστραμμένες πόλεις
Εσύ
να
δώσεις
λίγο
αίμα
φωνή
και
μια
μικρή
ηλιαχτίδα
αρκετά
με
τη
βαρετή
ποίηση
και
ακόμα
χειρότερα
με
τους
βαρετούς
ποιητές
Αυτό το πρωινό…
τους παρατηρώ να περιμένουν
εδώ και ώρα
τούτη την αποπνικτική
μέρα
καθώς οι άνθρωποι
πηγαινοέρχονται βιαστικοί
τα ρούχα τους ξεθωριασμένα
τα μαλλιά απεριποίητα
εκείνη χοντρή με μια τεράστια ελιά
στο μάγουλο
και αυτός ιδρωμένος να κρατά τη
πραμάτεια τους
το πράσινο ανάβει
της δίνει ένα φιλί
και περνάνε
απέναντι
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.