Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκαρίμπας Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκαρίμπας Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Εαυτούληδες


Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια...

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Ταμάρα



Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι' επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι.
Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι' εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.
Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι' είχε κάτω απ' τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.
Κι' εγώ την ειχ' αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ' τ' αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...
Κι' ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι' οι Άγιοι του, για με πια ουδ' αρωτάγαν
κι' ενώ ουδ' εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν...
Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ' αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ' τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε...

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Σκλάβος στην Χαλκίδα

Μιά χαρά είχε αράξει στην αγκαλιά της γυναικούλας του της Μαριδγίτσας.
Αυτηνής πούχαν μάγια τα κάλλη της και τον κράταγαν πλάι της, πούταν μέλι τα φιλιά της και τα λόγια της και τον είχαν μερέψει –σκεδόν μαγέψει– στην ποδιά της.
Το ξεφτέρι αυτόν –το δελφίνι της θάλασσας– που μύριζε αρμύρα το κορμί του και μυρουδιά καραβίσα.
Που σκάλωνε σα γάτος στις σκαλιέρες και καπέλλωνε –με το πιλήκι του– τα πόμολα.
Αυτόν που σαν πουλί φλετούραε μες στις αρματωσές των μπάρκων κι απ' αψηλά ανάμπαιζε τον κόσμο. Αυτόν, ναί, τον Γιάννη, τον είχε πάρει σκλάβο της αυτή. Η Μαριδγίτσα...
Σα μωρό παιδάκι κάθουνταν σιμά της. Απ' το φουστάνι την κράταε.
Τον χάσανε οι σκούνες και τα κότερα. Τον χάσανε τα πόρτα. Τον χάσανε κ' οι γιαβουκλούδες στα λιμάνια.
Του κάκου αναρωτιόντανε οι φίλοι του. Το θάμα τους κάναν οι καραβοκυραίοι, το σταυρό τους.
Πάει, χάθηκε απ' τον κόσμο. Έγιν' άφαντος.
Μήτε στα τόπια φαίνονταν, μήτε στα βιλαέτια. Μήτε της στεριάς, μήτε του πελάου.
Άλλοι αναρωτιόνταν μην απόθανε. Άλλοι λέγαν πως επνίγηκε. Κι άλλοι πως σ' ένα κοντραμπατζίδικο μπαρκάρισε, κουρσάρος πως εγίνη στο Μισίρι!
«Ό,τι κι αν γένηκε, ο διάλος τον πήρε  και τον σήκωσε», συλλοϊζόνταν μέσα τους ούλοι,  όσοι τον ξέρανε, όσοι είχαν με δαύτον γνωριμίες.
Σκλάβος και παλληκάρι στη δουλειά όταν ήθελε, μα στις αναποδιές του ίδιο θερίο.
Θερίο ανήμερο ήταν στην καρδιά και στο μπουρί του. Διάολος απ' το ρέμα ανάμεσα στς ανθρώπους. Σκάνταλο μες στα πανιά και στα τραμπάκουλα.
Ησυχία το πνέμα του δεν είχε. Ζάπ' δεν εγίνονταν το τέρας, λιθάρι πάνω στ' άλλο δεν άφινε. Τους σκύλους έβαζε σ' αγγαρεία.
Με τους συντρόφους του –τους ναύτες– είχε ούλο να κάμει. Με τον καπετάνιο, το λοστρόμο. Ούλους άνω κάτω τους έφερνε ο κανάγιας. Ο διάβολος δουλειά δεν είχε, τα βρακιά του έλυνε κ' έδενε.
Σκάλωνε σα γάτος αψηλά στα φλίτσα κι ανάμπαιζε από κεις τον καπετάνιο. Με το χάρο αστειεύονταν –χαχάνιζε– τις ψυχές του κόσμου έπαιζε κορώνα γράμματα μαζί του.
Τα πανιά του παπαφίγκου να στριγκάρει, του φώναζε ο λοστρόμος απ' το κάσαρο, αυτός έπιανε όσες μούδες τ' άρεσε στις γάμπιες! Όρτσα δίπλα σταύρωνε τους φίγκους!
Όπ' ευτύς η γολέτα έμπαινε τραβέρσο... Τσαλαβούταε στον τόπο με την πλώρη της.
Όξω φρενών ο καπετάνιος τού βούιζε με τη μπουρού από κάτω: ...Τον παπαφίγκο στρίγκα μωρέ Τούρκοοο!... Άχ μπαγάσα θα μας πνίξεις...
Αυτός το γουδί το γουδοχέρι. Άφινε τις γάμπιες, φλετούραε στην κόφφα.
Φούσκωνε κι άφριζε κάτω του η θάλασσα. Οι αρματωσές έτριζαν. Αυτός εκείς εστέκονταν κ' έβγαζε λόγο... για ν' ακάνε! Έδειχτε με το δάχτυλο τα σύγνεφα κι αποτείνονταν στο καπετάνιο και στο πλήρωμα:
Αγαπητοί μου συμπολίτες
κλέφτες και λωποδύτες...
από δω και πέρα
θα σας πάρει ο διάολος  τον πατέρα!...
Με το γκρα τον κατέβαζαν από κείθες. Πέντ' εξ του άστραφταν στον αέρα. Ούλο το πλήρωμα έπεφτ' απάνω του κι ούλους αυτός τους έκανε ζάπι!...
Σιδερένια ήσαν τα μπράτσα και τα χέρια του. Μπρούτζινο ήταν το κορμί του.
Όπου σε μάγκωναν οι φούχτες του, σε ξέραιναν, όπου σε λάχαιν' η γροθιά του πιάνονταν η πνοή σου. Γλέπανε και παθαίναν ώστε να τον κλείσουνε λιταρωτόν στο μπαλαούρο.
Μα πού ν' αλλάξει γνώμη. Σα τον έβγαζαν, τ' είχες Γιάννη, τ' είχα πάντα. Ξανά την πρώτη τέχνη του, τα ίδια.
Πυροφάνια έβαζε στα δάχτυλα των συντρόφων του, των μούτσων, όταν κοιμόντουσαν. Με μιά σαλιωμένη κλωστή τους μάλαζε το σβέρκο. Μ' ένα πούπουλο τους σγάρλαε τη μύτη. Κι απέ ξεραίνονταν στα γέλια!...
Με μαδέρια, με στραβόξυλα, μ' ό,τι τύχαινε ξωπίσω του, αυτοί τον εκυνήγαγαν. Καπνός κι αντάρα, πάγαινε από κοντά του το βριξίδι. Απ' τις Χριστο-Παναγίες τάραζαν οι σκούνες.
Τον παίρναν στο κοντό να τον σκοτώσουν. Μα πού να τον λάβουν το Σατανά τον τραγοπόδαρο; Σα ζουλάπι αυτός ριχιότανε στους κάλους. Σαν ραγκουτάγκος σκαρφατσάλωνε αψηλά στους παπαφίγκους. Στα μπαστούνια των γαμπιών, αυτός τουμπάριζε. Άντε πιάστον! Κι από κεις τους έπαιζε κλαρίνο της μύτης με τα δάχτυλα και καμμιά φορά τους ψιλοκατουρούσε...
Κι από κοντά τον τρέμαν τα λιμάνια.
Μέσ' στα καφέ-αμάν και στα μπουρδέλα μπούκερνε σα τρελλοτραμουντάνα απ' τα μπουγάζα. Μ' ούλες τις πριμαντόνες εγνωρίζονταν. Μ' ούλους τους κοντραμπαντζήδες είχε φιλίες και παρτίδες. Μ' ούλους τους μαχαιροβγάλτες μες στις πιάτσες.
Σειότανε και λυγιότανε μέσα στις μπυραρίες και τα κλαμπ,   μες   στα   καφέ-αμάν  της Αλεξάντρειας  και  της Σμύρνης. Ούλα τα κορίτσια –εκεί– αγκαζάριζε, ούλο τον κόσμο εκέρναε κονιάκια.
Έπινε –ρούφαε σα δελφίνι– και λιανοψιλοτραγούδαε.
Θάλασσα πικροθάλασσα
που σε γ..... τα ψάρια.
Κι απέ του χόρευε. Μαζί με τις αρτίστες χόρευε στα πάλκα. Χόρευε ζεϊμπέκικο, μάνα καϋμένη. Χόρευε το τσάμικο στ' ανύχι.
Βροχή πέφταν τα τάλλαρα στο βιολιτζή, στις πριμαντόνες, και στις γκόμενες. Βροχή πάγαιναν και τα πιάτα, τα ποτήρια, στον αγέρα. Άλλα, σαν μπόμπες σκάζανε στους τοίχους κι άλλα με τα δόντια του τα ροκάναε ως μαρουλόφυλλα !...
Π' ανάθεμα το μυαλό του, ούλο και στο λιμεναρχείο τον ξεφόρτωναν για ξεμέθυσμα...

Αυτόνε –τέτοιον λέοντα– είχε κάμει αρνάκι η Μαριδγίτσα στην ποδιά της.
Με τα χάδια της τον μέρεψε. Με τα γλυκά της λόγια τον είχε γητεμένο. Στα γόνατά της τον εκοίμιζε.
Της Άρνης το νερό τον είχε ποτισμένο.
Ξέχασε κι αυτός τη θάλασσα πλάι της, σβήσαν μες στο μυαλό του οι ζουγραφιές των λιμανιών και των πελάων. Ξέχασε ο κιαρατάς και τους δικούς του.
Μήτε ν' ακούει ήθελε πλιό από τη θάλασσα, μήτε και από πλεούμενα να ξέρει.
Αυτός το μέλι των χειλιών της ρούφαε, και της φωνής της αφρουγκάζονταν τη γλύκα...
Μες στο κανάλι της αγάπης του αντρειευόταν και αρμένιζε...
Έτσι τον χάσανε οι θάλασσες, έτσι τον χάσανε κ' οι πιάτσες. Τον έχασε και η ταβέρνα: «Το αναυάγιο» όπου κι αυτός τα «κοπάναε» στη Χαλκίδα.
Κανείς πλιό δεν τον γύρευε, κανείς δεν αρώταε για δαύτον. Μήτ' οι οχτροί του, μήτ' οι φίλοι του, μήτε κ' οι δικοί του.
Μόνο η μάνα του, η θειά Καλλίτσα. Πάλε η μάνα... Αυτή...
Αυτή που τον είχε έγνοια και καμάρι της, αυτή που τον ανακάτευε –τον μπέρδευε– πάντα μες στις κουβέντες και στο νου της. Αυτή που στα ύπνα και στα ξύπνα της τον νείρονταν, που στα 'μπά της και τα 'βγά της τον εκάλει. Ναι μωρ' αυτή που κοιλοπόνεσε, που τον ντάντεψε, ώστε να γίνει παίδαρος και άντρας.
Τους στρατοκόπους αρώταε και τους διαβάτες να της πουν, στα περιγιάλια αγνάντευε τις σκούνες. Τον κόσμο εσταύρωνε... Τους ξενητευτήδες και τους πραματευτάδες γλυκοερώτα :
Μην τον είχε δει κανείς με τα ματάκια του, μην αντέσει, αυτοί, τον είχαν.
Έναν με τα ναυτικά.
Έναν ψηλόν, έναν όμορφο, έναν αντρειωμένο.
Που φόραε ζουνάρι πλουμιστό. Πούταν το πρόσωπό του σαν τον ήλιο...
Έναν σειστή, ένα λυγιστή, έναν κοντυλοφρύδη. Που πορβατούσε κ' ήταν σαν να κένταε, μωρέ που έλεες πως γλυκοτραγουδούσε σαν ομίλειε...
Μην τύχει της έρμης και τ'ς αρρώστησεν, μην της καϋμενούλας και της πνίγει. Σκλάβο τους οι κουρσάροι μην της τον πήρανε, στην Αραπιά μην της τον πήγανε της δόλιας...
Κάπου τον είχαν δει κι αυτοί το γιόκα της, κάπου τον είχαν –δαύτοι– αντέσει. Εκείς κατά τη Σαλονίκη τον πήραν τα ματάκια τους, κατ' το Δεδεαγάτς κατέ το Βόλο.
Για τη Μαύρη Θάλασσα μ' ένα τραμπάκουλο μπαρκάρισε, μ' ένα μπάρκο-μπέστια Σκοπελίτικο για το Αντζέμι.
Όχι, στο Τούνεζι αρμένιζε, στη Μπαρμπαριά κατ' το Αλγέριο. Μ' ένα βαπόρο Αράπικο για το Μισίρι, λέει, πάει...
... Μήτε αρρωστήσει έχει, μήτε πνίγει ο Γιάννης σου... της γλυκοψιλομίλησε ένας κοντός, ένας ξανθός, ένας γαλανομάτης.
...Μήτε στη Μπαρμπαριά ταξίδεψε, μήτε στ' Αλγέρι πάει. Μόν' μιά ψηλή μόν' μιά λιγνή, μιά γλυκοκλειστοφρύδα, αυτή στο πήρε σκλάβο της το γιόκα σου.
Περαστικός απ' τη Χαλκίδα την εγνώρισε. Νά, κατά πώς λέει και το τραγούδι έγινε.
«...Απ' τη Πόλη ερχότανε κι απ' τα νησά
κι απ' τη γειτονιά της επέρασε,
τα βασιλικά της επότιζε
και τις μαντζουράνες της δρόσιζε.
Έκοψε τον κλώνο και τούδωσε
τούπε κ' ένα λόγο που τ' άρεσε:
μπρε παλληκαράκι μ' αν μ' αγαπάς
τί περνοδιαβαίνεις και δε μιλάς,
στείλε προξενήτρες στη μάνα μου
και προξενητάδες στο μπάρμπα μου...»
Έτσι έκαμε κι αυτός.
«Έστειλε προξενήτρες στη μάνα της και προξενητάδες στο μπάρμπα της».
Τώρα εκείς βρίσκονταν π' ανάθεμα τον, στη Χαλκίδα, σκλάβος της κι αφέντης της, δεμένος της και δέτης της...
Τα κάλλη της δούλευε. Τα ρούσα τα μαλλιά της τής έπλεκε και της ξέπλεκε. Αλυσιδίτσες τής τάκανε και γαϊτανάκια. Σκαλιέρες και σκοινάκια ολομετάξινα. Την έντυνε, την ξέντυνε, την έλουζε. Με τα δάχτυλά του τα φρύδια της της έστρωνε και μιά τής τ' αναμάλλιαζε. Τα ματόκλαδά της τα μυριόμετρα, τον έβαζε να της μετράει, το χνούδι να της δαγκώνει των αφτιών της. Τις δυό τις φούχτες του έκανε δαχτυλιδάκια αυτός, στη μέση της.
Αψηλά του την ασήκωνε σαν κούκλα. Στο τοίχο –σαν κάδρο του– την έστηνε...

Τράτα Κουλουριώτικη

Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ' αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα.
Δούλευε μεροδούλι στην τράτα· μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ' αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εφτά καλάδες απ' τη νύχτα, τριάντα δυό οκάδες μαρίδα κι άλλες εξήμισυ καθαρά, αυτά ούλα-ούλα. Αναψαριά και των γονέων· ενιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ' ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα.
Άντε τώρα βρες να την πουλήσεις· πέντ' εξ δραμές η οκά κι ο κόσμος ούλος· πέντ' εξ δραμές και μιά τηγανιά για το κονάκι· ούτε τον καπνό και το καρβέλι.
Άντε ζήσε. Δουλεύεις τα παραγάδια σου, τα ίδια· ούτε το δόλωμα δε βγαίνει. Ρίχτα ούλη νύχτα κι άμε μπονώρα να τα σηκώσεις για να πάρεις τα σχαρίκια· ούλο χάνοι και σαλιάρες· πού και πού κάνα καθερό κάνα λιθρίνι.
Θες και δυο οκάδες καλαμάρι να δολώσεις τρακόσα αγκίστρια· και πού να τάβρεις· πάς στην τράτα περικαλώντας. Χασομεράς μισή μέρα στους γιαλούς· αν βγάλουνε κανένα κι αν στο δώσουν. Τα καπαρώνουν γλέπεις οι δασκάλοι για ελόγου τους· προ πάντων κείνος ο κυρ-Βίκος, ο ληξίαρχος, που ξεκαλοκαιρεύει φαμελικώς του στην Αλέτρια. Τρελλαίνεται λέει για δαύτα· σου λέει αν θες και πώς γίνονται. Θες τηγανιτά, θες με σπανάκι, θες πιλάφι· όπως θες, όπως η ψυχούλα σου αγαπάει. Μηδά κοιτάει κανείς τη φτώχεια σου· ας είν' καλά ο καπτ' Αλέκος ο πλεονέχτης· προτιμάει να τα δίνει στους δασκάλους για τη γούλη, πέρι σ' εμένα για δουλειά, για το ψωμάκι.
Ας είν' καλά πόχει την τράτα μου και τη χαίρεται· και τί τράτα! Κουλουριώτικη! Αχ! τέτοιο σκαρί, τέτοια τράτα...
Σα νάχει τη γυναίκα σου στην αγκαλιά του άλλος...

*
*  *

Βαθιά πικραμένος τα σκεφτόταν.
Είχε και δίκιο ο δόλιος.
Φουκαράς, φτωχαδάκι, τον είχε παρ' η κάτω βόλτα.
Ψαράς, χταποδάς και τρατάρης, κι αργάτης ακόμα κι οξωμάχος· όπως λάχαινε, όπως ερχόταν.
Κυνηγός του καρβελιού και του μπακέτου, όπου νάταν βρισκούμενο, στο γιαλό, στη στεριά, ή του πελάου. Χρόνια 'χε να κοιμηθεί με 'κοσπεντάρικο στην τσέπη.
Με μιά σαπόβαρκα παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως. Το χειμώνα λιοτρουβιάρης ούλη νύχτα και τη μέρα δούλευε το παραγάδι· και σαν έπιανε ο Απρίλης, ξανά πάλε στην τράτα. Στην ίδια κείνη πούταν αυτός αφεντικό και καπτάνιος της, πούταν αυτός ψυχή και καύχημα της και που τώρα τού τη χαίρονταν ο οχτρός του.
Πεντάμορφη σκλάβα χριστιανή αυτή, σ' αφέντη Τούρκο. Σκλάβος κι αυτός ο έρμος... αδερφός της.
Άχ! τύχη κακιά, μαγκούφα... Σβάρνα τον είχαν πάρει η φτώχεια και τα χρόνια... Άσπρισαν τα μαλλιά του και καμπούριασε... Να του σβαρνάν αρχίσαν και τα πόδια.
Πικρά τα συλλογιόταν ούλα.
Τον κατάλυσαν τα βάσανα και το μεράκι.
Κακομοίρη, ταπεινό τον είχε κάμει η φτώχεια. Ψωμί και δάχτυλο κι αυτός κ' η δόλια η γριά του.

*
*  *
Μ' όλα ταύτα δεν ήταν έτσι.
Όταν παντρεύτηκε, δω και εικοσιπέντε χρόνια, –σαν ψες το θυμόταν– ήταν ούλος λεβεντιά και ούλος νιάτα· είχε τη μέση δαχτυλίδι και την πορπατησιά περήφανη και κορδωμένη. Πολύτιμη αντίκα –κειμήλιο του μακαρίτη του πατέρα του– άστραφτε στο μικρό δαχτυλάκι τού ζερβού χεριού του, κι ολόχρυσο ρολόι δούλευε πάντα στο τσεπάκι του γελέκου του. Μίλαγαν τα κοστούμια του και οι μπότες του έτριζαν πάντα.
Τέτοιον, γιομάτον λεβεντιά κι αρχοντικό αέρα, τον δέχτηκε γαμπρό στο πλάι της –κούκλα κι αυτή και καλομοίρα– η Βιελέττα, η γυναικούλα του.
Νά εκεί μέσα –στην κρεβατοκάμαρη– πάνω απ' το κρεβάτι τους, μέσ' σε κάρυνη κορνίζα, ήταν το κάδρο του. Δέκα μερών γαμπρός με την κυρά του.
Άχ, τί χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα. Τί σαρανταφτερουγούσα ήταν κ' η τράτα του –καύχημα των γιαλών και του κυμάτου...
Πόσες φορές τώρα βουβός αψήλωνε πάνω στο κάδρο τη ματιά του.
Ένα τραπεζάκι με γλάστρα ήταν στο πλάι κι αυτός στο κάθισμα, με ρούχα γαμπριάτικα και με έως τα γόνατα λαδιές μπότες τριζάτες απ' την πόλη.
Άστραφτε η νιόφορη βέρα στο χέρι του –από εγγλέζικη λίρα– και τα χρυσά μπιχλιμπίδια της καδένας στο γελέκο του.
Όμοια κι αυτή, η Βιελέττα του, ολάσπρη και πασίχαρη, στέκονταν στο πλάι του· γοργόνα. Το χέρι της, ακουμπισμένο πα στον ώμο του, τού φαίνονταν πως ακόμα το αιστάνονταν κει πάνω.
Άχ ! τί χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα !
Μοσκοβόλαε το σπιτάκι τους απ' το μαγέρεμα κι άστραφταν τα μάτια της Βιελέττας του σαν απόμεναν οι δυό τους. Φίλοι, μουσαφιραίοι ποτές δεν του απόλειπαν, πότε ο κουνιάδος του, πότε ο πεθερός του, πότε τα ξαδέρφια. Καλόκαρδη και προκομένη τούς έφερνε όλους βόλτα η Βιελέττα του. Καμάρωνε και δαύτος μέσα του, φούσκωνε η καρδιά του από έρωτα. Μαγνήτη είχ' η ματιά της και τον έλκυζε, μαγνήτη είχε το σπίτι και τον ετράβα.
Άχ! πούναι κείνα τα χρόνια τα χρυσά, τα βλογημένα. Είχε και τη Φλώρα του, την τράτα, που την πούλησε για τον ανεπρόκοφτον υγιό του. Τώρα την είχε ο οχτρός του και την χαίρονταν.
Άχ! τί τράτα ήταν εκείνη, τί θαλασσοπούλα γλυκοθώρητη, τί δωδεκαποδαρούσα των γιαλώνε;... Σκαρί κουλουριώτικο ήταν η Φλώρα του, μπακίρι μοναχό 'ταν το καρφί της.
Ο Μεγαλέξαντρος ο Μακεδόνας ήταν στην πλώρη της σκαλιστός, με το χρυσό κοντάρι του στη χέρα.
Σπαθάτη ήταν μπρος-πίσω· σπαθάτη, γοργοτάξιδη, σαΐτα. Ομόρφαιν' ο γιαλός από τα νιάτα της, μάγια 'χαν τ' άρματά της και τα δίχτυα.
Άχ, ανταγιάντιστος καϋμός τούχε μείνει η Φλώρα του. Μ' οχτώ νομάτους κι αυτός ενιά κι άστα να πάνε... «να γλέπ' ο γιαλός να χαίρεται, να γλέπ' η στεριά να χαιρετάει...». Φτερό κουπί, λεπίδι η πλώρη της· άχ! τύχη μαγκούφα... τί να σου πρωτοθυμηθεί και τί να πρωτοκλάψει.
Κι αυτός ολόρθος πα στην πρύμη της, με τα βρακιά ανασκουμπωμένα και περαστό το διάκι μες στα σκέλια του, να δίνει τις διαταγές του στους σγαρίλιους.
— Μόλα, μόλα, καλό παιδί, μόλα σκοινί και δόστου νάχει.
Κι όταν πάσα βραδάκι –το λιοβασίλεμα– με τη γλυκιά ανάμνηση της Βιελέττας στην καρδιά του, με τη νοστιμάδα των φιλιών της μες στις φλέβες του, έμπαινε στ' απάνεμο λιμανάκι της Αλέτριας, πόσο προαπολαυστικά ατένιζε το ντερσέκι και τα κεραμίδια του σπιτιού του και πόσο γαργαλιστικά του ερέθιζε τους πόθους της καρδιάς του αυτό το οκνό τραγουδάκι των τρατάρηδων:
Έγια μόλα
έγια λέσα
άϊντε όλοι
όλοι μαζί...

*
*  *

Μα τον είχε πάρει η κάτω βόλτα.
Πούλησε και την τράτα του –τί τράτα– κι από κοντά και τα δίχτυα· πούλησε και τ' ολόχρυσο ρολόι κ' έλειωσαν κ' οι φορεσιές του οι έρμες. Δεν ξαναφόρεσε πλιο παραγγελιά παπούτσια, έτσι σαν πρώτα από τελατίνι χρωματιστά, με μύτες, παρά έτοιμα παλιοβακέτα, γόβες πούπλεαν τα καψαρά τα πόδια του μέσα· παν και τα μεταξωτά ζωνάρια του και κείνα, έλειωσε και το κορμάκι του το δόλιο. Μόνο –το κειμήλιο του πατέρα του– η αντίκα τούχε απομείνει απ' την παλιά αρχοντιά του, μα και δαύτη βολεμένη στου σεντουκιού τα κατάβαθα· ντρέπουνταν ο έρμος να την βάλει.
Ας ήταν καλά ο Παμίνος ο υγιός του. Αυτός ο χασομέρης, ο κιαρατάς, ο τζερεμές. Αυτός τον είχε βουλιάξει τον κουρούνη.
Από γρουσουζιά σε γρουσουζιά τον είχε καταντήσει πένη· απ' αυτόνε πούλησε την τράτα (και τί τράτα!) για δαύτον πάει στράφι και το βιό του. Αυτός εστάθη η νίλα του.
Τρίω μηνών στρατιώτης έκαμε το πρώτο του θάμα· πάνω στη θεωρία σκάει δυό φούσκους στα μούτρα του λοχαγού του, γιατί λέει τον έβαλε μιά αγγαρεία στο καζάνι.
Άχ, τύχη μαγκούφα· τρέξε στις Αθήνες, σε υπουργούς, σε βουλευτάδες· για μουσκέτο τον είχαν, αν δεν πρόφτανε· εξ μήνες τον εδίκασε το Στρατοδικείο. Μα τί φελούσε· τότε αποθήκεψε τη Φλώρα του· ας είναι, πέρασε και κείνο.
Ήρτε –που να μην έσωνε– στην Αλέτρια, άλλο θάμα!
Κλέβει ο Πριόβολος τη θυγατέρα του παπά, πάει κι αυτός μαζί του παλληκαράς κι αντάρτης.
Τρεις μήνες φυγόδικος στα όρη, είδε κ' έπαθε να τον γλυτώσει· αθωώθηκε, μα τί το θέλεις· πάει η τράτα του άψαλτη· του την ψωμόφαγαν τα όρνια οι δικαστές κ' οι χωροφύλακοι, τα χαρτιά και το μελάνι.
Κι από κοντά τα ίδια. Τ' είχες Γιάννη, τ' είχα πάντα.
Όπου ντουφεκιές κι αντάρα, όπου καυγάς, όπου μεθύσι, πάντα μπροστά, πρώτος και καλύτερος ο γιος τού Καπταθάνου, ο Παμίνος· του χωριού φόβος και τρόμος είχε γίνει.
Άχ, έρχονται κ' οι εκλογές για βουλευτάδες, άλλο θάμα!
Κάνει μιά ρεμούλα με δυό-τρεις άλλους –όμοιους του– αναποδογυρίζει τις κάλπες των αντίθετων, χύνει τα σφαιρίδια στο σοκάκι... Ο άτιμος ! Μπαΐλντισε ο δόλιος ο πατέρας του· βαρυγκόμισ' η ψυχούλα του· χαΐρ' ο κιαρατάς ας μην έγλεπε· στάχτη και κουρνιαχτός να τούχε γίνει... ας τον έκοβαν... Για μουσκέτο ας τον πααίναν...
Μα για χατήρι της Βιελέττας της μάνας του τί νάκανε; πάει και το ρολόι, πάνε και τα δίχτυα.
Ξανά τρέξε στην Αθήνα και στην πόλη, φίλησε ποδιές κατουρημένες.

*
*  *

Τώρα εκεί 'ταν π' ανάθεμα τον.
Νύχτα 'μπαινε στο σπίτι και νύχτα 'φευγε· κι άλλοτε τους 'ρχόταν τα χαράματα και κοιμόταν ούλη μέρα.
Ξεπορτίζοντας πέταγε κάπου-κάπου κάνα διπλό στη μάνα του... «Να πάρε για ταμπάκο, καφοκούτι»... της έκανε. Που στάχτη και κουρνιαχτός να τούχε γίνει του Καπταθάνου. Ούλο με μιά κουμπούρα διμούτσουνη είχε πάντα να κάμει και με μιά κάμα δίκοπη και κείνη· ξυπνός τα είχε πάντα στο ζωνάρι του, πεσμένος στο προσκέφαλο. Είχε και κείνο το μεράκι, τη σαρμόνικα, άλλος –ετούτη– μπελιάς απ' το Μαυρόπουλο, άλλου είδους ταραχή ετούτη πάλι! Μπελιάς των μεσημεριών και των μεσάνυχτων, μπελιάς των ποντικώνε και του κόσμου. Την είχε σπουδάσει στη φυλακή, στα Παραπήγματα –μπρε φυλακή να σου πετύχει!– 'Ρχόντας απ' την Αθήνα την κουβάλησε μαζί του στο χωριό, αυτή και την κουμπούρα τη διμούτσουνη· ολοημερίς αντήχαε το καψοκόνακο απ' τους στριγγλιάρικους ήχους της· τα κεραμίδια πάγαιναν να σπάσουν. Εκεί να σ' έχω ν' ακούς και να θαμάζεις· τί θες, τί αποθυμάει η ψυχούλα σου ν' ακούσεις· ούλους τους χαβάδες και τα νούμερα. Θες χασάπικα, θες ζεϊμπέκικα, θες χασικλίδικα, θες αμανέδες.
Το νου τούς είχε ασηκώσει του καψο-Θάνου και της μανούλας του· μήτε να συλλοϊστοϋν μήτε να μιλήσουν δύνονταν οι δόλιοι. Το ίδιο και τις νύχτες· τούτος και κάνα δυό άλλοι όμοιοι του και προκομένοι· ούλο το χωριό κ' οι δρόμοι, τα καλντερίμια κ' η πλατέα, αντήχαε από τους ήχους της ξεφουσάρας του. Έκαναν καντάδες και χτυπούσαν και σιδεράκια για το ίσιο· ολονυχτίς ως τα χαράματα.
Πρόγκαγαν τα πράματα στις μάντρες, ξεφάντωναν τα κότερα μες στα κοτέτσια, ούρλιαζαν οι σκύλοι· άσε τις βρισές και τα βαρυγκόμια πούτρωγαν πίσ' απ' τα παράθυρα, τα κερατηλίκια και τις κατάρες κι όχι σπάνια και καμμιά κανάτα σαπουνάδες μες στα μούτρα. Που στάχτη και κουρνιαχτός να τσ' ούχε γίνει, πόσες φορές τους 'ρχόταν μουσκεμένος...

*
*  *

Με τρόπο τον εζύγωνε καμμιά φορά ο Καπταθάνος και πάντα με το καλό και την ορμήνεια.
Σαν τον πετύχαινε στο σπίτι να λαδώνει τη διμούτσουνη ή να ξουρίζεται, του καλανάρχαε πάντα και τα ίδια.
«...Πως κάνει άσκημα να σκοτώνει τον καιρό του έτσι καλοκαθούμενος· πως έπρεπε να στρώσει ν' απαγκάει κι αυτός το καρβέλι του σπιτιού που λίμαξε για το ψωμάκι, πως αργά θα συλλοϊστεί τα λόγια του πατέρα και της μάνας του· πως γδύθηκαν κι αρρώστησαν απ' την αναφαγιά και την ξεραΐλα, πως οι φίλοι του, αυτοί οι σγαρίληδες, θα τον έπαιρναν στο φινάλε στο λαιμό τους· πως μόνο αυτόνε, τον υγιό του Καπταθάνου και της Βιελέττας, έδειχναν στο χωριό με το δάχτυλο και τον απόφευγε ο κόσμος· να πάψει πλιο να νυχτοπορπατεί και να νταΐζει· πως είχε γίνει βάσανο του κόσμου και πως έτσι θα τον ξάπλωναν καμμιά νύχτα και θα πάγαινε σαν σκυλί στον τράφο· πως αυτός κ' η καψομάνα θ' απόθαιναν από το σικλέτι το δικό του...».
Αυτός αφουγκραζόταν –ξακολουθώντας τη δουλειά του– χωρίς να βγάνει τσούτα.
Ήταν αυτό ένα καλό που είχε· σεβόταν πάντα τον πατέρα του μπροστά του.
Κι ο Καπταθάνος εξακολούθαε τα ίδια.
«...Δυό άντρες αυτοί έπρεπε να πορπατούν και να θαμάζουν. Μοναστήρι έπρεπε νάταν το σπίτι τους· κερα-καπτάνισσα έπρεπε να λέγαν τη μάνα του την καψαρή, που την κατάλυσαν τα βάσανα κ' οι φτώχειες. Καπτάνιος ήταν αυτός κ' έγινε τρατάρης για ελόγου του· άλλος έχει την τράτα (και τί τράτα!), τη Φλώρα τους, και χαίρεται τα κάλλη της και τ' αγαθά της· άχ, αυτό το σαράκι θα τον έτρωγε. Άχ τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».
Έτσι σιγά σιγά κι αθέλητα έφερνε την κουβέντα πάντα στα ίδια και στα ίδια.
«...Τί κάθεσαι μωρέ κι ολονυχτάς στα σοκάκια με μιά ξεφουσάρα φυσαρμόνικα; οι καλές κοπέλλες δεν ξιππάζουνται από κουμπούρες και ρεμπέτες· ούλου του κόσμου τα παιδαρέλια ξεπετάχτηκαν παλληκαράκια σεμνά και φρόνιμα κι ούλο τις καλύτερες κοπέλλες καπαρώνουν και παντρεύονται· πούσαι συ μωρέ κ' η προκοπή σου; ποιός γυρίζει να κοιτάξει το κονάκι μας; ε;
» Αν ήθε είχες συ προκοπή και χαΐρι, θάχα κ' εγώ άλλον αέρα στον κόσμο τούτο. Θάμουν κ' εγώ ο έρμος πάλι καπετάνιος· την καλύτερη νύφη θάχαμε σπίτι μας και την πρώτη τράτα στο λιμάνι· ναί, μωρέ Τούρκο, νύφη αρχόντισσα και τράτα κουλουριώτικη...
» Αχ, τί κακό που μούχεις καμωμένο· κρίμα στα νιάτα σου και στη λεβεντιά σου... κρίμα στην εξυπνάδα σου...
» Ο γιος της Σουράβλως με τ' όνομα, παντρολογιέται με τιμή και με δόξα· ποιός; αυτό το θρασίμι.
» Έκαμε προκοπή όμως κ' έλαβ' αξία· παν κ' έρχονται οι συμπεθεριές στης θειάς Σουράβλως· τώρα λεν και για τη θυγατέρα του Τουρκόγιαννου· τόχει πάρει κι αυτός απάνω του και μετράει και λογαριάζει· θα πάρει τράτα λέει τρικούβερτη. Σα γίνει στην Τουρκογιαννοπούλα και βέβαια θα την πάρει· ας είν' καλά η προίκα.
» Άντε τότε να πάμε κ' οι δυό μας να τραβήξουμε τον κρόκο στην τράτα του, για μιά κουραμάνα πάσα μέρα και μιά τσανάκα μπάσταρδα βραστόψαρα...».
Μόνο σαν έφτανε στο σημείο τούτο της γκρίνιας του ο Καπταθάνος αντίκρυζε πάντα το βλοσυρό βλέμμα του γιου του κι άκουγε και τη φωνή του :
«...Ξέρεις καλά πως η Σταυρούλα του Τουρκόγιαννου δεν τόνε θέλει μήτε να τον ιδεί μήτε να τον ακούσει. Τότε γιατί κάθεσαι και χολοσκάς καλά καθώντας; ...».
Και χαμηλώνοντας απότομα τη φωνή του –πούπαιρνε έτσι μιά συρτή βραχνάδα– εξακολούθαε σφίγγοντας τα δόντια του και το κοντάκι της διμούτσουνης:
«... Καλά θα κάνει το τσογλάνι να μην πολυμελετάει τη θυγατέρα του Τουρκόγιαννη. Ποιόνε θα πάρει αυτή, θα το ιδεί κι αυτός κι ο κόσμος ούλος...».
Τότε ο Καπταθάνος σώπαινε· η γλώσσα του έπαυε να λαλεί και να λέει· κοίταε μόνο σιωπηλός, χλιβερός και βαθυστόχαστος. Μέσα του όμως ένας νοερός λογοχείμαρρος –τρυφερός τούτος, στοργικός, γλυκοείπωτος– του ρέθιζε ηδονικά το νευρικό του σύστημα, το αποσκληρωμένο, το χοντρό, το δυσερέθιστο.
Δεν ένιωθε καλά τ' ήταν εκείνο που τον έπνιγε. Μόνο τουρχόταν, έτσι, μιά διάθεση, σα νάθελε ν' αρπάξει τον γιο του, να τον σφίξει στην αγκαλιά του, να τον φιλήσει· δεν τόκανε ποτές του όμως· συγκρατιόνταν κ' έφευγε· έφευγε σκυφτός, βαριός, μερακωμένος· όξω στο δρόμο έπαιρνε το μονοπάτι· ήταν ένας δρομάκος φιδωτός, αλαφροπατημένος, δυσδιάκριτος, που φιδοσέρνονταν σύρριζα από κάτι μάντρες και από φράχτες.
Πήγαινε κατ' ευθείαν ήξερε πού πήγαινε· ήταν βέβαιος. Βάδιζε αργά, σκεφτικά, ίσα για του Χιώτη την ταβέρνα. Εκεί χωνότουν μέσα γοργά και κάθουνταν σε μιά απ' τις πάντα μισοσκότεινες άκρες της· ανάπνεε λαίμαργα τη βαριά της ατμόσφαιρα που πεντεβόλαε απ' την ξυνίλα του κρασιού και της μάκας.
Κι άρχιζε να πίνει με δίψα· έπινε όσα λεφτά είχε, έπινε βερεσέ, έπινε και τα βιδάνια.
Κι όταν –τα γλυκά σουρουπώματα– όλα γινόσαν ωραία, χαρωπά και χαρισάμενα, ασηκωνότουν κι αυτός για το κονάκι.
Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά, απέραντη ήταν κείνη που ένιωθε στα στήθια του για ούλα τα πράματα, για τους ανθρώπους, για τα δέντρα, για τις πέτρες...
Τράβαγε στρεκλώντας, μονολογώντας (κι όπα!) στέκονταν. Μονολογούσε αγάλι, στοχαστικά μπερδεμένα.
Πασίχαρη, γαλιάντρα η γλώσσα του, άλεθε λόγια πολλά και τα στερνά λόγια τού γιου του τού Παμίνου.
Αυτά πάντ' ανάδευαν μέσα του, πάντα δούλευαν σα σφύρες κάτου απ' τους διαλογισμούς του και τις έγνοιες, πίσω απ' τις ολπίδες του μυαλού του... Πλατιά χαρά ένιωθε μέσα του.
«... ποιός θα πάρει τη Σταυρούλα, θα το μάθει κι αυτός κι ο κόσμος ούλος...».
«... Κι ο κόσμος ούλος!...» έκανε έπειτα φωναχτά και προχωρούσε... Θεέ μου πώς πορπάταε· αλλού πάταγε, αλλού βρισκόταν. Μονολογούσε, χειρονόμαε.
Αντίκρυα στο λιμάνι –εκεί– στέκονταν.
Ήταν εκεί πάντα η Φλώρα του, η τράτα (και τί τράτα!), σκλάβα παντοτινή και αλυσοδεμένη, του οχτρού του.
Και δαύτος, τη φερμάριζε... Στήλωνε τα πόδια του στα βότσαλα και τη θολή ματιά του πάνωθέ της.
«... Τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».
Φούσκωνε η καρδιά του η απλή, η γενναία.
Την θωρούσε καταμπρός του και της έλεγε, της μιλούσε γλυκά, παθητικά, μπερδεμένα.
Πότε φωναχτά, πότε τραυλά, πότ' απ' αγάλι, τη προσφωνούσε με λόγια, με χειρονομίες, με νοήματα. Πατούσε ένα βήμα ομπρός του, ένα πίσω του.
Έκανε λες και την ορμήνευε κι άλλοτε λες την απειλούσε...
Κ' ενώ αυτή τον θώραε περίσκεφτη με τα γλαρά της τα όκια λυπημένα, αυτός, τα ίδια και τα ίδια της τσαμπούναε:
«... Άχ, τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».

Στάδιον δόξης

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι...

Ταμάρα

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι' επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι' εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι' είχε κάτω απ' τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι' εγώ την ειχ' αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ' τ' αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...

Κι' ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι' οι Άγιοι του, για με πια ουδ' αρωτάγαν
κι' ενώ ουδ' εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν...

Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ' αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ' τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε...

ΧΑΛΚΙΔΑ



Νάν' σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος! 

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ' όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν' σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

Σπασμένο καράβι

Σπασμένο καράβι να 'μαι πέρα βαθιά
έτσι να 'μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να 'ν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να 'ν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να 'ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ' αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να 'μαι
σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

Ουλαλούμ

'Ήταν σα να σε πρόσμενα κυρά,
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θα 'ρθει απόψε απ' τα νερά, κι από τα δάσα!

Θα 'ρθει αφού φλετράει μου η ψυχή
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα [ήλιο] και βροχή το νιο φεγγάρι!...

Και να, το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να μαζί σου κιόλας αρχινώ, χρυσή, κουβέντα.

Πως να... θα μείνει ο κόσμος με το "μπα"
που μ' έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει καπνός
και - τάχας - σύγνεφα θαμπά, προς τη σελήνη...

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ...
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωϊμένα! -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα), χρυσή, κ' εσύ με μένα!...

Τόσο πολύ μ' αγάπησες, κυρά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
πάταγα γω - στραβός - μες στα νερά; κ' εσύ κοντά μου!...

ο γλάρος

Ώρα καλή στου απείρου την καρδία
γλάρε µου βραδινέ πού Φεύγεις- πλοίο,
µετά από σένα η νύχτα, η σιγαλιά,
η κάμαρά µου, ένα Φωσάκι, ένα βιβλίο.

Πηγαίνεις σύ ... Εγώ έκπεσµένο αλαργινό
αδέλφι σου νοσταλγικό εδώ μένω
ένα βιβλίο, Ένα φωσάκι- και πονώ-
µια καµαρούλα- αδέλφι µου υψωμένο.

Κι όλο πετάς. Ώρα καλή κι έχω δουλειά
στο χώμα δώ πού βρέθηκαν οι καημοί µου,
άσπρα να κάμω τα χρυσά µου τα µαλλιά
κι ύστερα να λυγίσω το κορμί µου.

Κι από άκοντα (µην απορείς και µη ρωτάς)
σιγανά φύγω έχω δουλειά γλάρε µου - πλοίο
ένα βραδάκι που λευκός συ θα πετάς
σαν να ‘σαι το ανοιγμένο µου βιβλίο ...

η παρέα

Ωραία φίλε,ήταν ωραία
όπως τα λέγαμε και όπως
μες`στο κρασί και την παρέα
γύριζεν ο καιρός κι ο τόπος.

Κι ακόμα ωραία ήταν ως στάζαν
χρυσά τα λόγια της κοντά της,
τα μάτια της ως μας κοιτάζαν
ως μας μεθούσε η ομορφιά της.

Ωραία ναι...Μα εγώ φαρμάκι
έπινα,πέφτοντας εντός μου,
αυτή που σαν χελιδονάκι
ξεφτούριζε απ`το φως του κόσμου.

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

To βαπόρι

Νάναι ως νάχης φύγει με τους ανέμους καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα μεγάλα
σύγνεφα πάνω οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται όλο να τρέμει
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει και δε μένει
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.

Στάδιον δόξης

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα ,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν κει στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν χαχόλοι
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ μου φωνάξανε τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου όλοι εμείς φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους για ρόλους-των κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα τι δόξα-μου!.,. σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από τεμπεσίρι...

Φαντασία

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αυτός ο άνεμος τρελλά, τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα με γυάλινα πανιά πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ απ τον κύκλο των νερών στα χάη.

Kι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ από τόπους και καιρούς έως ότου φως μου
καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν η κορδέλλα η φανταιζί,
βγούμε απ την τρικυμία αυτού του κόσμου

Χορός συρτός

Κάλλιο χορευταράς νά' μουνα πέρι
κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια~
θά' σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι,
μ' όλα μας του γιαλού τα καραβάκια.

Κι έν' αψηλό τραγούδι για σιρόκους
θ' άρχιζα, γι' αφροπούλια και για ένα
γλαρό καράβι με πανιά και κόντρα φλόκους,
που θά' ρχονταν να μ' έπαιρνε και μένα.

Με χώρις Καρυωτάκη, Πολυδούρη,
μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι,
κι οι πένες μου πενιές σ' ένα σαντούρι,
άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!

Γιαλό-γιαλό να φεύγουμε και άντε!
να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια,
κι εκεί -λες κομφετί μες στο λεβάντε-
όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!

Και, σαν χτισμένη εκεί από κιμωλία,
βαθιά να χάνεται η Χαλκίδα πέρα,
μ' όλα μου ανοιγμένα τα βιβλία,
καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα...

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Φαντασία

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.