Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τασιόπουλος Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τασιόπουλος Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Οι συγγενείς μας



Κι όμως δεν τελειώσαμε εδώ
ακούς; ακούς; τους ποδηλάτες που ανεβαίνουν
ασθμαίνουσα την προσευχή των μοναχών
ερίζουν για τον πόνο που υπέθαλψαν
και τους βαραίνει η σιωπή

κοιτάς ψηλά κι η Λάχεση σου γνέφει
πιστοποιεί το χρόνο
τα μυστικά της διαδρομής εγκυμονεί
μα έχει θάρρος η συνήθεια
και πως να φύγεις

οι συνομήλικοί μας δυστυχώς αποστρατεύτηκαν
δεν έχει συγγενείς αυτός ο δρόμος.

Η κλητική των αρσενικών



Πάντα με γοήτευε των αρσενικών η κλητική
εκείνο το έψιλον που ευημερούσε στην κατάληξη:
άνθρωπε, θάνατε...
σαν δύο ερωτευμένες ημισέληνοι που αγρυπνούν
συλλέγοντας τις προσευχές της νύχτας

η ευρυχωρία κι ο ψόγος του δηλωτικού
της ευγένειας δωρεά και υποψία

Θα πρέπει κάπου να ευνοήθηκε αυτή η πτώση
-δεν εξηγείται αλλιώς-
με τ’ αριθμητικά του παραδείσου,
της υπερφύσης την ασέλγεια
με τα φθαρμένα ενώτια και την αχλή
περισπωμένη τ’ ουρανού θηρεύει
τη φωτοσκιά των λυπημένων.

Οι γάτοι



Οι γάτοι των πόλεων
δεν ψάχνουν ξέρετε στους δρόμους
για νομίσματα
ούτε δηλώνουν νηστικοί ή ευδαίμονες

ιχνηλατούν τα οχήματα
διογκωμένοι εκτελούν τα σπέρματα
του ψύχους
έχουν μιαν έλλειψη αδιαφορίας
που σκορπάει στον καθένα μας.


Το νέον τής οδού



                                                                στον Γιάννη Τζανετάκη

Σπάσαν κάτι τζάμια τα παιδιά
της Ελπινίκης
κρυφά    με τις αρβύλες τού
Βαρνάβα

απόδειπνο   τραβούσαν
βιαστικά για τον προφήτη
κλωτσούσαν τις φλέβες
των λασπόνερων
κι υγίαιναν
ώσπου τα διάλεξε
η σκιά των κωνοφόρων

χόρεψαν ζεϊμπέκικο
μια σπιθαμή
απ' τα σύννεφα
και γλίστρησαν
το ρίγος των δεκάξι
ως... την κλαγγή
και το πρησμένο νύχι
του στρατιώτη

– Κλείσε το φως και βγες
προτού να φέξει
η νικοτίνη σού 'χει νίψει
την προβιά
ηρέμησε μικρέ μου αποσπερίτη
κυλούν από το μάτι τού προφήτη
τα παιδιά

Η πόρτα δείχνει δώδεκα
γίνε το μαύρο τώρα
κι αύριο ξανά

κι έπειτα
έχυσε τη μέρα στα ερπετά
κάποιος που ορκιζόταν τρέφοντας
τους ίσκιους στα σπουργίτια

κι εκείνα μες στον ίλιγγο
βροχή     ξεθύμαναν στο πόδι
της Ευτέρπης
                    το μεθυσμένο όνειρο

έγινε νύχτα
πληγή ανηφόριζε το ίσιο πέλαγο
ψηλά
δυο παραμύθια νότια
σκόνη στο κλέος τού Ευρώτα.


Μ' ένα τραγούδι



Μ' ένα παλιό τραγούδι στα δυο χείλια
αραχνιασμένο στο ύψος τής ψυχής
σαν την ευχή που αδίκησε και έρπει
Έτσι κι εμείς
αδιάκοπα σερνόμαστε στο χώμα
την τύχη επιθυμώντας των πτηνών.


Φεγγαροσυμβάντα



Η σελήνη θα ξαπλώσει το βράδυ
πάνω στην ξανθή αμμουδιά
θα 'χουνε σβηστεί τα αρχικά, οι καρδιές
τα παλάτια

Τα χόρτα
του τοπίου φύλακας
Θα ησυχάσουν
θα χύσουνε το νυχτερινό τους δάκρυ
και ξανά για το τοπίο κόσμημα

Όταν ξαπλώσει το βράδυ η σελήνη
θα κατηφορίσουν οι άνθρωποι
να πάρουν ένα κομμάτι φως
να κάνουν έρωτα
κι ύστερα να δώσουν ένα τέλος στη φωνή που τους ακολουθεί
Δε θέλουμε προστάτες, δε θέλουμε οδηγούς.


Το κλήμα τού παππού


Όταν σβήνει το φως
κρατά έναν θόρυβο το κλήμα τού παππού
κι έρχεται η σελήνη πλέκοντας
μες στου κισσού το χάραμα
τις πόρτες.
Ανάβουν τα δάχτυλα και
προσπερνούν οι μέλισσες
σφίγγοντας των βατράχων
τις αμφίβιες εκκλήσεις.
Στου ασβέστη τη γαλήνη
το γιασεμί και ο Ταΰγετος
πυρώνουν τη μοναξιά τού
μαντολίνου.
Σέρνουν χορό ενάντιο
τ' ανθάκια τής πορτοκαλιάς
και η σκιά τού ανεμοδείχτη.

Φρέσκος καφές αχνίζει
από τις φλέβες μας
ο Τζακ αιμορραγεί
αλυχτώντας στο βαρέλι.

Έξω
η αμμουδιά των ελαιώνων
σπέρνει την ιαχή τού τελευταίου
τρένου.
Βαδίζει με του ορεσίβιου
τη σκιά
μια τούφα χαμομήλι.

Έχει κι ο πυρετός την ώρα του
βάλσαμο κι ασήμι.

Όμως ο θόρυβος απλώνει
σαν Κυριακή ανεβαίνει στους φεγγίτες
στις στέγες ύστερα
κρεμιέται από τις χελιδονοφωλιές
και τους εσπερινούς
γέρνει αποσταμένος
κάπου κάπου στα μισάνοιχτα παράθυρα
αδειάζει στη στέρνα τούς αγγέλους του
πηδώντας μ' ένα σύννεφο σπουργίτια
αλαφιασμένα.

Όλη νύχτα περιφέρεται υγρός
και σαν χαράξει
επιμένει
μες στο σακούλι τού παπά
ν' αναζητά όρθρους.

Όταν σβήνει το φως
πάντα θυμάμαι...


Ένα παραμύθι πριν το όνειρο του Φόρκυνα



                                                                στον Βαγγέλη Κάσσο

Του Φόρκυνα ο Θεός
πριν από κάθε όνειρο κοιτούσε το νερό
κι έλεγε
για το μεγάλο δέντρο
πως τάχα ξεκίνησε απ' την ψυχή
κι υψώθηκε ως τη δασεία τ' ουρανού

στις αγρυπνίες τού χειμώνα έλεγε
μαζεύονται παιδιά φυσώντας τη μπουρού
κι ανοίγουνε τα μάτια τους στο πέλαγο
να δουν το χρώμα τής Ιθάκης

ακόμη και τον ποιητή μνημόνευε ο ύψιστος
που ομολογούσε το αίμα του:
      εδώ ξύπνησε ο πολυμήχανος
      εδώ τον φώτισε το ασήμι τής ελιάς

Όμως όσο κι αν έψαχνε δεν έβρισκε ο Θεός το Βασιλιά
γιατί
ο Βασιλιάς είναι παντού
μικρός κι απέραντος Κανένας
παραμονεύει τα μεσάνυχτα στο δάκρυ τού Πολύφημου
και πού να δει το μελανό του σώμα

ερχόταν τότε μια μικρή
Τον έπαιρνε απ' το χέρι
      ακούς τη θάλασσα; του έλεγε
      εκεί να πάμε πρέπει
      δε γίνεται

μόνο μεσάνυχτα να παίζεις το κορμί μου
εκεί        εκεί τολμούν τα όνειρα
εκεί        πρέπει να πάμε.
 

 συλλογή Το δάκρυ τού Πολύφημου (1992)

Στην ελληνική μυθολογία ο Φόρκυνας ήταν γιος τού Πόντου και της Γης.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.