Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζανής Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζανής Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Μην κλαις, Μαρία / Γιάννης Τζανής



                                                                            Πρωτοχρονιά 2018

Άγιε  Βασίλη,  άγγελε της προσμονής, και φέτος σκάλωσε στα σύννεφα το αστέρι της Ανατολής, η Σμύρνη κι η Βαγδάτη πάλι στο γιανγκίνι, πώς θα φύγεις από την Καισάρεια δίχως την άδεια του σουλτάνου;

«Θάλαττα! Θάλαττα!..» κραυγάζουν οι τρισμύριοι κι ορμούν σε βάρκες φουσκωτές: Kάτι μαυραγορίτες, πράκτορες του Χάροντα τους μπατικώνουν για τις όχθες της Αχερουσίας. «Κατάρατε, απόδος τα πορθμεία!..»  Ύπουλη Μεσόγειος, πόσους θα καταπιείς ακόμη να χορτάσεις; Και η Ιθάκη με τον αποθρώσκοντα καπνόν απόμακρη στη Βαλτική κι η Χίος με τη Λέσβο  βουλιαγμένες.

Στου κόσμου τις πολύβουες καρδιές ο πανικός, ύπουλο φίδι σέρνεται, παγώνει τα αθώα όνειρα, δαγκώνει και γεμίζουν αίμα οι πλατείες και τα στέκια της χαράς.

Άσπονδοι σύμμαχοι ζητούν τα συμπεφωνημένα: γην και ύδωρ, σμύρναν και χρυσόν, πετρέλαιο, μισθούς, συντάξεις, σπίτια και λιμάνια, όλα στο σφυρί κι εμείς χτυπάμε τις καμπάνες της απελευθέρωσης.

Οι επιχώριοι Καίσαρες, Ρωμαίοι και Βυζαντινοί διάφορων χρωμάτων και προσανατολισμών, με μισοάδεια τα πουγκιά μοιράζουν οβολούς και τυχερά λαχεία από τα μπαλκόνια και τα γυάλινα παράθυρα   και υπόσχονται νέο Παράδεισο με δανεικά απ’ τους χρηματιστές της οικουμένης… «Ευοί, ευάν!» Υψώστε στο καράβι του Θησέα άσπρα τα πανιά, το σκάφος της Ελλάδας μόλις πέρασε σε ήρεμα νερά, οι πεινασμένοι έκοψαν στη μέση τις μπουκιές και τις αυγάτισαν, οι άνεργοι μοιράσανε τις ώρες κι έτσι  στις καρτέλες όλο λιγοστεύουν, οι επαίτες βρήκαν στέκι μόνιμο στα σταυροδρόμια και στις εκκλησιές, φέτα ψωμί και μια σαλάτα στα συσσίτια και ο Αινείας με τον σεβαστό γονιό στους ώμους βρήκε διαβατήριο πλαστό και ψάχνει για το Λάτιο της θεϊκής επαγγελίας, οι κοπέλες και τα παλικάρια μας, αποδημητικοί καημοί, έρχονται για Χριστούγεννα και φεύγουν κι οι βαλίτσες με τα άπραγα όνειρα στοιβάζονται στ’ αεροδρόμια. «Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Όχι πια νέα τάξη τρισκατάρατη, αλλά νέος Παράδεισος με ήρεμα νερά, νέα κανονικότητα με όραμα τα τριακόσια αργύρια για κάθε τέρμινο… στ’ αλώνια με τον τελικό λογαριασμό. Που αποξεχαστήκατε τριακόσιοι του Λεωνίδα;;;

Άγιε Βασίλη, φρόντισε να δραπετεύσεις και να ’ρθεις! Φέτος μας  ζήτησαν να υπογράψουμε και δήλωση πενίας  τα αδέρφια, «που ξαπλώσαμε στην ίδια χλαίνη τον χειμώνα» και το ίδιο εμβατήριο μας σήκωσε το χάραμα, αίτηση για το μέρισμα του ουρανού που κουβαλάμε όλοι στους ισχνούς μας ώμους, ένα κομμάτι ξαστεριάς ίσα για πρόφθαση. Σε περιμένουμε για να μοιράσεις ένα πιάτο σούπα στα πουλιά μες στις πλατείες, ένα ψίχουλο χαμόγελου στα θορυβώδικα σπουργίτια της αυλής…

Φέτος τα γράμματα απ’ τα παιδιά βουνό μα τα πακέτα σου δεν έφθασαν ακόμη… Οι προσευχές χτυπάνε απ’ ευθείας στου Θεού τα κουρασμένα τύμπανα. Εδώ στη γειτονιά του ήλιου και της γελαστής υπομονής, στέγνωσε η δύναμη και το κομπόδεμα, οι δέκα ανοιχτές πληγές του Φαραώ όλο αυξάνουν κι ας ανέβηκε η αγορά τρεις πόντους απ’ το φιλοδώρημα κι  ελάχιστοι πιστεύουν πως θα πάμε στο καλύτερο. Το λεν οι κούκοι στα έρημα βουνά, οι πέρδικες στα συνοφρυωμένα πλάγια κι οι ερευνητές προφήτες στα βαρύθυμα λεκανοπέδια… «Απέσβετο και λάλον ύδωρ» μες στα βουερά τα καφενεία.

Περνοδιαβαίνουν οι σωτήρες, άρχοντες και ταγοί, γραμματείς και φαρισαίοι, καρεκλούχοι και τιτλούχοι, μα η σωτηρία, τρομαγμένη απ’ το πλήθος και το πάθος της αγάπης, κρύφτηκε στις δίπλες του καιρού… Κι εμείς,  φτωχοί σώματι και ψυχή, μαζεύουμε, έστω και ρόγες, όρθιοι χειροκροτούμε στα συνέδρια της ρουτίνας και στις συναυλίες της παρηγοριάς, αλλά κρατάμε την οργή γροθιά  για τους Αργείους και χειροβομβίδα για τους Δαναούς «και δώρα φέροντας»…

Μην κλαις, Μαρία, για το δέμα που δεν πήρες! του παππού και της γιαγιάς η σύνταξη, ξεψυχισμένη από κόφτες και ψαλίδια, φόρους, εισφορές, και ό,τι άλλο μέλλεται, κρατάει ακόμη για το γέλιο και την ξενοιασιά σου, το ψωμί και τ’ όνειρο όλης της νιότης: Κόκκαλο γερό η γενιά μας άντεξε πολύ χειρότερα με παξιμάδι και νερό, χωρίς να γλύψει εκεί που έφτυνε.

Έλα να ψάξουμε μαζί των Χριστουγέννων το αστέρι κι ύστερα, πρίμα μπαλαρίνα, να χορέψεις με τη Συμφωνία της Χαράς, την Εποχή της Άνοιξης και τον Καρυοθραύστη για να σπάσεις τη σκληράδα του κακού. Σπάσε το ρόδι να σκορπίσεις θρύψαλα τις δύσκολες στιγμές και κοίταξε στο απέναντι βουνό με τα  χλωρά πράσινα έλατα τον ήλιο να ροδίζει την κορφή του κόσμου με το χρώμα που αγαπάς…


Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Το όνειρο / Τζανής Γιάννης

                 
 
Χλωρό το ξύλο του σταυρού πέταξε ρίζες μες στο χώμα.
Τα αίματα απ’ τα καρφιά γίνονται τριαντάφυλλα.
Μοσχοβολάει Ανάσταση ο κόσμος!..
***                                   
"Χριστός ανέστη!"
Το όνειρο ματώνει την Ανατολή:
Ξημερώνει!...

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Πρωτοχρονιά 2017 / Το χρονικό της ημέρας

Γιάννης Τζανής
                                               

Άγιε Βασίλη, τούτη τη χρονιά άργησες να φανείς. Παγιδευμένος στο Χαλέπι έμεινες ανάμεσα στους όλμους της επαναστατικής αγάπης αδερφών, τους φιλικούς βομβαρδισμούς  συμμαχικών αεροπλάνων, την προστασία των βασιλικών  αρμάτων και τις ρομφαίες νεοφώτιστων πιστών. Το σακούλι σου αδειανό. Γεμάτη μόνο η καρδιά σου έλεος και η ματιά σου αίμα…
Ο Χριστός και ο Αλλάχ, νήπια ασυνόδευτα, μόλις που ξέφυγαν απ’ του Ηρώδη τη μανία και σκαλίζουν στα χαλάσματα για κάποιους σπόρους της παλιάς ευδαιμονίας. Περνούν με βάρκες πλαστικές την ερυθρά  Μεσόγειο, στοιβάζονται μες στις σκηνές του μαρτυρίου  και σιτίζονται με μάννα ευσπλαχνίας…

Του κόσμου η τάξη αναποδογυρίστηκε: Τα όνειρα ζώνονται με εκρηκτικά και κάνουν θρύψαλα την αθωότητα, τα φορτηγά λοξοδρομούν και πέφτουν μέσα στις γεμάτες αγορές, το αίμα παραφρόνησε και τρέχει μες στις συναυλίες, ο θάνατος αθέατος θερίζει τα τραγούδια μες στα κέντρα διασκέδασης, τις ιαχές της νίκης μες στα γήπεδα και τις ανύποπτες σκιές στις γειτονιές του κόσμου. Ο πανικός, ιός θανατηφόρος, ύπουλη κι ανίατη επιδημία εξαπλώνεται…
            Οι Μάγοι με τα δώρα στα ψηλά γραφεία τους και τις καρέκλες των συσκέψεων σήμερα συσκευάζουν της Πανδώρας τα κουτιά με κόφτες για το υστέρημα της αισιοδοξίας μας, φόρους για το χαμόγελο και τις μπουκιές μας.
Καλές ειδήσεις είναι μόνο οι μη ειδήσεις κι οι διαφημίσεις…

Στις βορεινές της αυτοκρατορίας κομητείες έχουν έναν ήλιο τσουχτερό, έναν Βοριά που με τα παραγγέλματά του σου παγώνει ακόμη και τις προσευχές κι εκατομμύρια αστέρια αδιάφορα και μακρινά. Στήνουνε τείχη και συρματοπλέγματα αγκαθερά, με συμφωνίες καθορίζουν αριθμούς εισόδου και εξόδου, με διατάγματα του Καίσαρος απογραφές, και  οργανώνουν για τ’ αποδημητικά περιπλανώμενα πουλιά στρατόπεδα -τα λένε, κατ’ ευφημισμόν, χώρους φιλοξενίας-.
Αυτοί που θησαυρίζουν από τη μεταδιδόμενη σαν πυρκαγιά καταστροφή στέλνουν βοήθεια, συμβούλους, τεχνοκράτες και συνιστούν υπακοή στις εντολές, λιτότητα στα ψίχουλα και περισυλλογή στα οράματα των νεαρών αγγέλων με τις έτοιμες βαλίτσες για τα αεροδρόμια και τους σταθμούς…
                       
Όμως εδώ στη γειτονιά μας, στην πατρίδα της μελίρρυτης Σαπφώς και του αδούλωτου δεσμώτη Προμηθέα,  αγωνίζεται ακόμη ο ήλιος να κρατήσει την πορεία του και το χαμόγελό του. Η πρόσχαρη σελήνη, ερωτευμένη πάντα με τον Ενδυμίωνα, από τον ουρανό ευλογεί μέσα στα πάρκα τις αγκαλιαστές σκιές, τους αναστεναγμούς και τα ψιθυριστά κρυφόλογα αγάπης. Τα άστρα κατεβαίνουν χαμηλότερα για να ζεστάνουν τα λιπόψυχα όνειρα και  τις μικρές τρεμουλιαστές ελπίδες.
Εμείς, με τη σακούλα όλο κι ελαφρύτερη, με τη ματιά πιο άδεια, το χαμόγελο πιο σκεπτικό, κρατάμε ακόμη μες στη χούφτα το υστέρημα για τα μελαχρινά άστεγα περιστέρια.

Πιστεύουμε στη μαγική δύναμη του εφτά: στο  Ουράνιο Τόξο μετά τον Κατακλυσμό με τις εφτά ανοιχτόχρωμες ελπίδες, στις εφτά παχιές ηλιόλουστες ημέρες ύστερα από τις δίσεκτες, ισχνές βραδιές, στα εφτά θαύματα, στην έβδομη ημέρα της ανάπαυσης, στου ονείρου τα εφτά κρυσφύγετα της σωτηρίας…
Πιστεύουμε ακόμη στον Άγιο Βασίλη, έναν από τους Επτά Σοφούς της Μικρασίας, που θα μας γλιτώσει από το άνοιγμα της Έβδομης σφραγίδας. Θα ξεφύγει τις παγίδες και θα ’ρθει μ’ ένα σακούλι ευλογίες να μας αναστήσει το κουράγιο, να μοιράσει την ψυχή του αντίδωρο να στυλωθούμε στις πιο δύσκολες στιγμές…
            Βγάλτε δεκαεφτά χαμόγελα απ’ τα σεντούκια της καρδιάς να τον υποδεχτούμε. Κάντε έναν κύκλο με δεκαεφτά νεράιδες για τον καλαματιανό της άνοιξης. Κάντε έναν κύκλο με αγγέλους άσπρους, μαύρους, κίτρινους, κοκκινωπούς και μελαψούς για τον χασαποσέρβικο της λεβεντιάς. Εβίβα κι άσπρο πάτο! Τσουγκρίστε τις καρδιές κούπες γεμάτες μπρούσκο κόκκινο. Στα όνειρα, στους μύθους και στις προσευχές χωράνε όλα τα χαμόγελα και οι ελπίδες…

            Αύριο, όπως πάντα, ξημερώνει μια καινούργια μέρα. Το μετεωρολογικό δελτίο την προβλέπει κρύα και ξερή, με μέτριους βοριάδες κι έναν ήλιο με τα δόντια.
            Συναθροισθέντες εκ περάτων κόβουμε τη βασιλόπιττα και πέφτει το φλουρί στο αγγελούδι με τα τέσσερα φεγγάρια στα μαλλιά. Πυροτεχνήματα τα μάτια εκτοξεύουν άστρα λαμπερά. «Ήρθε! Ήρθε! Άκουσα τα βήματα!..» Μικρές χαρές, διάττοντες στην παγωμένη νύχτα, που πέφτουν απ’ τον ουρανό, για να γεμίσουν τις ρωγμές και τα κενά της αισιοδοξίας μας…

            Πρωτοχρονιά του δεκαεφτά. Τοπίο χειμωνιάτικο, διαβάτες λιγοστοί και κουμπωμένοι μέχρι τον λαιμό, χαιρετισμοί, ευχές, βγαίνουν τα γάντια για τη γνήσια επικοινωνία μιας εγκάρδιας χειραψίας, στους σηματοδότες ανοιχτές παλάμες ξυλιασμένες, στα σκαλιά της εκκλησίας μια κουκουλωμένη Παναγιά μ’ ένα κουτάκι στου Χριστού τα πόδια και στους δρόμους «…η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με τραγούδια…»  για τον μακρινό έβδομο ουρανό της ευτυχίας…


Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Γράμμα στον Άγιο - Βασίλη του Γιάννη Τζανή

Σας στέλνω τις ευχές μου για ειρηνικό, ευτυχισμένο, δημιουργικό και τυχερό 2016, μ’  ένα γράμμα στον Αγιο- Βασίλη, σύμβολο της προσφοράς. Να είμαστε γεροί,  να έχουμε κουράγιο κι ανοιχτή καρδιά.

 Γιάννης Τζανής
                                                            Οἰνηρῆς Λέσβοιο παρὰ σφυρὸν        
                                                  Πρωτοχρονιά 2016
                                                       Στη μνήμη του αδερφού μου Μανόλη                                                                                                


Eὔρου χειμέριαί σε καταιγίδες ἐξεκύλισαν,                
Οι θυελώδεις χειμωνιάτικοι αέρηδες απ' την Ανατολή,
Φίλλι, πολυκλύστῳ γυμνὸν ἐπ' ἠιόνι,                          
Φίλλι, γυμνό σε κύλησαν στην πολυκύμαντη ακτή,
Οἰνηρῆς Λέσβοιο παρὰ σφυρὸν· αἰγίλιπος δὲ   
σε μια γωνιά της κρασομάνας Λέσβου.
πέτρου ἁλιβρέκτῳ κεῖσαι ὑπὸ πρόποδι.               
Και κείτεσαι στα πόδια βράχου απόκρημνου
που η θάλασσα τον δέρνει...

Επίγραμμα του Πέρσου Μακεδόνος ή Θηβαίου (4ος-3ος π.Χ. αι.) Ελληνική ή Παλατινή Ανθολογία VII 501.(Μετφ. Γιάννη Τζανή, Αρχαία και Βυζαντινά επιγράμματα Μακεδονίας και Θράκης, έκδ. Μπίμπης και ΟΠΠ Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 1997)


Άγιε Βασίλη μου,

Παππού εβδομηντάρη με ισχίο φαγωμένο  και τ’ αριστερό σου χέρι μες στο χώμα απ’ την ανελέητη ενδημική Λερναία Ύδρα, που αρπάζει αδερφούς και φίλους, με τους χτύπους της καρδιάς σ’ άτακτο ποδοβολητό, πού να πρωτοπρολάβεις με τις τόσες καθημερινές φωτιές; Ποια δημιουργική λογιστική θα ισοσκελίσει το σακούλι σου που όλο γίνεται ισχνότερο; Πού να προστρέξεις άγγελος εθελοντής, τραυματιοφορέας, αρωγός απ’ το υστέρημα;
Στο σπίτι σου, που ο Βαρδάρης καιροφυλακτεί την επικείμενη περικοπή για να μπουκάρει μες στον ύπνο νέος εφιάλτης; Στα άνεργα οράματα που περιφέρονται αποσκευές στις αποθήκες αεροδρομίων; Στα σταυροδρόμια με τις ξέψυχες παλάμες ικεσίας; Στις συνοριακές γραμμές με τα σβησμένα παιδικά χαμόγελα  καρφιτσωμένα στα συρματοπλέγματα; Στα θέατρα του κόσμου και τις αγορές, που σέρνεται ο φόβος κροταλίας ύπουλος;
Άγιε Βασίλη μου, και η δική σου γειτονιά κατασπαράσσεται από τους γύπες και τις ύαινες. Ο  πολεμοχαρής Ηρώδης αποκεφαλίζει καθημερινά τον Ιωάννη και αναζητεί με το καλάσνικοφ τα δεκατέσσερα εκατομμύρια άστεγα νήπια της προσφυγιάς. Τα καραβάνια συνωστίζονται στην παραλία και κανένα θαύμα δεν ανοίγει τη Μεσόγειο ένθεν και ένθεν για να περπατήσουν προς τη χώρα της επαγγελίας. Τα καράβια σωτηρίας των εθνών κάνουν περιπολίες φύλαξης, οι Γραμματείς συσκέπτονται στο πράσινο τραπέζι της κατανομής. Οι παγερές ακτές εξαπολύουν στη φουρτούνα σαπιοκάραβα, σχεδίες πλαστικές και χάρτινες του Χάροντα  βαρκούλες και τα τουμπανιασμένα βρέφη ανασύρονται, ψάρια νεκρά ύπουλου δυναμίτη, με απόχες.
Η Λέσβος, οινηρή και καλομάνα, βάζει το κρασί, το έλαιον, το μέλι,  την αγάπη, που ουδέποτε εκπίπτει, άρτον  επιούσιον, του ξένιου Δία τη ζεστή χειρονομία και της Παναγιάς την προσευχή και περιμένει «Μάννα» εξ ουρανού, από Δυσμάς κι Ανατολάς, από Βορρά και Νότο…
Ο  Όμηρος, τυφλός στα μάτια, βγάζει φως απ’ την ψυχή να ψάξει τις πνιγμένες νήπιες ελπίδες, για να τις μοιρολογήσει.
            Ο Φίλλις (ο αγαπημένος) απ’ τη Δαμασκό του Παύλου ή τη Ράκα ή τη Βαγδάτη την πολύπαθη, πτώμα αζήτητο στα βράχια της ακτής. Ενθάδε κείται το γυμνό φιλότιμο  όλου του Γαλαξία.
            Οι σφίγγες με τα παπιγιόν κάνουνε έφοδο στις συνοριακές σκοπιές, στις  βάρδιες σωτηρίας, έλεγχο υποχρεώσεων, γυρεύουν γην και ύδωρ κι απειλούνε με  κυρώσεις. Και οι χορτάτοι του Βορρά κλείνουν τα σύνορα μ’ αγκαθερά παραπετάσματα, διαταγές ξενηλασίας,  άσφαιρα πυρά κι εξαπολύουν μύδρους για την πλημμελή φύλαξη των  συνόρων από τους Ακρίτες της μεγάλης αυτοκρατορίας.
Εσύ, Άγιε Βασίλη, εν μέσω δυο πυρών, με το μπαστούνι κούτσα-κούτσα σφίγγεις το σακούλι σου κι αναζητείς τους πιο δυστυχισμένους, με δέματα στους πρόχειρους καταυλισμούς, με της ψυχής σου τα κομμάτια αντίδωρο παρηγορίας για να στυλωθούν οι λαβωμένοι άγγελοι…

Κι εμείς σ’ αυτό το σταυροδρόμι των λαών, έχουμε ακόμη απλωμένη την καρδιά για να τσιμπολογήσουν τα πουλιά, κάνουμε δεματάκια το υστέρημα χαμόγελου, μοιράζουμε τον ήλιο, που κρατάει και τον χειμώνα μέσα κι έξω μας, κι αντέχουμε τις ύβρεις, τους κολαφισμούς, στις σιαγόνες τα ραπίσματα, τ’ αγκάθινο στεφάνι και τον ασήκωτο σταυρό στου Γολγοθά την ανηφόρα…
Εμείς το απλωμένο χέρι βοηθείας δεν το κατεβάζουμε ποτέ και την μπουκιά μας την προσθέτουμε στους πέντε άρτους να χορτάσουν οι πεντάκις χίλιοι του νέου θαύματος. Στη μήτρα της γυναίκας μας φυτεύουμε ηλιοτρόπια, κόκκινες παπαρούνες και γαλαζοπράσινα αμάραντα. Οι τριανταφυλλιές κι οι πασχαλιές ορίζουν τις αυλές μας, τη μοίρα μας τη σημαδεύουν με το γέλιο τους τα εγγόνια μας, ο Άη-Βασίλης μας μοιράζει τη μεταλαβιά της αισιοδοξίας σ’ όλους, άδικους και δίκαιους, άθεους και πιστούς και το φεγγάρι μας φωτίζει ως τα κατάβαθα τα ερωτευμένα όνειρα και η αγάπη λάμπει γνήσιο χρυσάφι πίσω από τις κόρες των ματιών.

Εμείς, όταν μας πνίγουν τα μεράκια μας, πατάμε κάτω τους καημούς  με το βαρύ ζεϊμπέκικο και στο χασαποσέρβικο, σφιχτά αγκαλιασμένοι ανεβαίνουμε σιγά σιγά στον ουρανό σαν φωτοστέφανος αγίου…

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.