Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάνατος (Ποιήματα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάνατος (Ποιήματα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, τοφως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω.

Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
-- πρώτη φορά -- σε τέσσερων τον ώμο.


Υστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

του Κ. Καρυωτάκη

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ' αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..
 του Κ. Καρυωτάκη

Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ

Έχει πια δύσι ο ήλιος του χιεμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Άλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει
μόνο τ' αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ' όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το' χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό που σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.
(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.)
 Κ. Καρυωτάκης

Δημόσιοι Υπάλληλοι

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα 'ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)

Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.

Και μονάχα η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,
το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι

Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
σκέπτονται το συνάλλαγμα, του ώμους
σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.
 του Κ. Καρυωτάκη

Οταν άνθη εδένατε

Οταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,
και μεσ στην καρδιά σας
αντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώρα
πιο μεγάλη τώρα --
οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,
είχαν όλοι φύγει.

Οταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,
σκύβοντας τον ώμο,
την βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλλους,
στην άκρη του χείλους
ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση --
είχε πια νυχτώσει.

Κι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια
πάνω από τ' αστέρια,
κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,
ο ουρανός εγράφη,
κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι --
είχατε πεθάνει.
 του Κ. Καρυωτάκη

Τάφοι

Ελένη Σ. Λάμαρη, 1878-1912
Ποιήτρια και μουσικός.
Επέθανε με τους φριχτώτερους πόνους στο σώμα
και με τη μεγαλύτερη γαλήνη στην ψυχή.
ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Πόση ησυχία δωπέρα βασιλεύει!
Οι τάφοι λες κι αυτοί χαμογελούνε,
ενώ με κεφαλαία σιγά μιλούνε
οι νεκροί γράμματα, βαθιά στα ερέβη.

Από κει, στην καρδιά μας που ειρηνεύει,
με απλά θέλουνε λόγια ν' ανεβούνε.
Μα το παράπονο, ή ό,τι κι αν πούνε
-- τόσο έφυγαν μακριά -- δε χρησιμεύει.

Είναι όλος, να, διασταυρωμένα δύο
ξύλα ο Μαρτζώκης. Να ο Βασιλειάδης,
ένα μεγάλο πέτρινο βιβλίο.

Και μια πλάκα στη χλόη μισοκρυμμένη
-- έτσι τώρα τη συμβολίζει ο Άδης --
να η Λάμαρη, ποιήτρια ξεχασμένη.
 του Κ. Καρυωτάκη

Θέλω να φύγω πια

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελέυθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να 'ναι τα πρόσπωα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

 του Κ. Καρυωτάκη

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!
 του Κων/νου Καρυωτάκη

Τελευταίο ταξίδι

Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!
του Κων/νου Καρυωτάκη

Υστεροφημία

Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών. 

Το θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ήλιου.
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική, No
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.

Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οιναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός
 του Κώστα Καρυωτάκη

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

ΕΛΑ ΓΛΥΚΕ...

Ἔλα γλυκέ, κι᾿ ἂν φτάνη ἡ νύχτα καὶ τὸ σκοτάδι δὲ σ᾿ ἀρέση, ἀστέρινο θαμπὸ στεφάνι ἡ ἀγάπη μου θὰ σοῦ φορέση. Στὸ ταραγμένο μέτωπό σου ἀργὰ τὰ δάχτυλα θὰ σύρω κι᾿ ὅ,τι εἶνε πάθος στὴν καρδιά σου θ᾿ ἀνθίση δάκρια καὶ μύρο. Θὰ σοῦ καρφώσω ἕνα λουλούδι τ᾿ ὄνειρο πάνω στὴν καρδιά σου, θὰ πλέξω τὰ ξερὰ τὰ φύλλα μὲ τὰ κατάχλωρα μαλλιά σου. Τὸ δέσμιο πόθο μου θ᾿ ἀφήσω, μία πεταλούδα ναρκωμένη, κ᾿ ἔτσι στὰ χείλη σου θὰ νοιώσης κάτι σὰ γύρη νὰ σοῦ μένη. Ἔλα γλυκὲ κι᾿ ἂς φτάση ἡ νύχτα. Θὰ φέγγη ἡ νειότη σου μὲ θλίψη τὸ σκοτεινὸ νὰ ὑφαίνω πέπλο ποὺ ἡδονικὰ θὰ μὲ καλύψη. Της Μαρίας Πολυδούρη

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Πεθαίνοντας

Μάταιη ψυχή, στὴν ἀτονία ἑσπέρας ἐαρινῆς,
ἐνῷ θὰ κλείνεις τὰ χρυσὰ φτερά σου πληγωμένη,
τὴν ὥρα ποὺ σὰ λύτρωση κάτι θὰ καρτερεῖς,
φτωχὴ καρδιά, θανάσιμα μὰ αἰώνια λυπημένη·

ὅταν, φτασμένη ἀπάνω στὸν ὁρίζοντα, θὰ ἰδεῖς
μίση νὰ φεύγουν οἱ ἔρωτες, χολὴ τὰ πάθη σου ὅλα,
ὅταν ἀνέβει ἀπὸ τὰ ἐξαίσια τ᾿ ἄνθη τῆς ζωῆς
μύρον ἡ ἀπογοήτευση, ψυχή μου ὀνειροπόλα

τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη ποὺ θὲ νὰ θυμηθεῖς
μ᾿ ἕνα μόνο χαμόγελο τὰ φίλα καὶ τὰ ἐνάντια --
μάταιη ψυχή, στὸ πέλαγο, στὸ ἀγέρι τί θὰ πεῖς;
ὤ, τί θὰ πεῖς, στενὴ καρδιά, στὴ χλωμὴ δύση ἀγνάντια;

Κώστας Καρυωτάκης 

Στροφές

του Κώστα Καρυωτάκη

(1)

Εἴκοσι χρόνια παίζοντας
ἀντὶ χαρτιὰ βιβλία,
εἴκοσι χρόνια παίζοντας,
ἔχασα τὴ ζωή.
Φτωχὸς τώρα ξαπλώνομαι,
μίαν εὔκολη σοφία
ν᾿ ἀκούσω ἐδῶ ποὺ πλάτανος
γέρος μου τὴ θροεῖ.

(2)

Ἀπ᾿ ὅλα θέλω ἐλεύτερος
νὰ πλέω στὰ χάη τοῦ κόσμου.
Ἂν ἕνας φίλος μοῦ ῾μεινε,
νὰ φύγει, νὰ περάσει.
Κι ὅταν ζητήσει ὁ θάνατος
τὰ πλούτη πὄχω μάσει,
σένα, πικρία μου ἀπέραντη,
μονάχο νά ῾χω βιός μου.

(3)

Γιὰ τὴ ζωή σου μοῦ ῾λεγες,
γιὰ τὸ χαμὸ τῆς νιότης,
γιὰ τὴν ἀγάπη μας ποὺ κλαίει
τὸν ἴδιο θάνατό της,
κι ἐνῷ μία ὀγρὴ στὰ μάτια σου
περνοῦσε ἀναλαμπή,
ἥλιος φαιδρὸς ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὸ
παράθυρο εἶχε μπεῖ.

(4)

Τί χάνω ἐγὼ τὶς μέρες μου
τὴ μία κοντὰ στὴν ἄλλη,
κι ὅπως μοῦ ἀσπρίζουν τὰ μαλλιὰ
ξινίζει τὸ κρασί,
ἀφοῦ μονάχα ὅταν περνῶ
τὸ βλέμμα ἀπὸ κρουστάλλι,
μὲ νέα ρετσίνα ὁλόγεμο
βλέπω τὴ ζωὴ χρυσή;

(5)

Ἡ νύχτα μᾶς ἐχώρισεν
ἀπὸ ὅσους ἀγαπᾶμε
πρὶν μᾶς χωρίσει ἡ ξενιτιά.
(Νά ῾ναι ὅλοι ἐκεῖ στὸ μόλο;)
Σφῦρα, καράβι ἀργήσαμε.
κι ἂν φτάσουμε ὅπου πᾶμε,
στάσου λίγο, μὰ ὕστερα
σφῦρα νὰ φεύγουμε ὅλο.

(6)

Λεῦκες, γιγάντιοι καρφωτοὶ
στὰ πλάγια ἐδῶ τοῦ δρόμου,
δέντρα μου, ἐστέρξατε ὁ βοριὰς
τὰ φύλλα σας νὰ πάρει.
Σκιὲς ἐμείνατε σκιῶν
ποὺ ρέουν στὸ μέτωπό μου,
καθὼς πηγαίνω χάμου ἐγὼ
κι ἀπάνω τὸ φεγγάρι.

(7)

Χαρά! Ἡ χαρά! Στὰ νέα χαρὰ
παιδιά! Τραβοῦνε -- ὡραῖοι
μαῦροι λῃστὲς -- τὴν κόρη ζωὴ
δεμένη ν᾿ ἀγαπήσουν.
Μὰ στὸ βιβλίο σου ὁλάνοιχτο,
στὰ φύλλα του αὔρα πνέει,
τρελέ, τρελέ, ποὺ ἐγέρασες
καὶ νέος ποτὲ δὲν ἤσουν.

(8)

-- Ποιητή, κυλάει τὸ γέλιο μου
μέλι καὶ χλεύη, ἀλλὰ
δὲν παύεις νὰ σφυροκοπᾷς
τῶν ἤχων τὰ στεφάνια
-- Κόρη, δουλεύω ἀνώφελα,
μὰ ἡ στείρα τί ὡφελᾶ
καὶ σιωπηλὴ τοῦ ἀχάτινου
ματιοῦ σου ὑπερηφάνια;

(9)

Ἀντίο! Ἀντίο! Μὲ τὰ οὐράνια
μάτια σας καὶ μὲ βιόλες
στὸ λαιμό, ἐφύγατε, ξανθὲς
ἐρώτων νέων ἐλπίδες.
Ἀντίο, κι ἐσὺ ποὺ στρέφοντας,
ὅταν χαθήκανε ὅλες
πάλι νὰ παίρνω τὸ βαθύ,
σκοτεινὸ δρόμο μ᾿ εἶδες!

(10)

Μπρούτζινος γύφτος -- τράλαλα! --
τρελὰ πηδάει κεῖ πέρα, χαρούμενος ποὺ ἐδούλευε
τὸν μπροῦτζον ὅλη μέρα
καὶ πού ῾χει τὴ γυναῖκα του
χτῆμα του καὶ βασίλειο.
Μπρούτζινος γύφτος -- τράλαλα! --
δίνει κλοτσιὰ στὸν ἥλιο!

Δένδρο

Μὲ ἀδιάφορο τὸ μέτωπο καὶ πρᾶο,
τὰ δείλια, τὶς αὐγὲς θὰ χαιρετάω.

Δέντρο θὰ στέκομαι, ὅμοια νὰ κοιτάζω
τὴ θύελλαν ἢ τὸν οὐρανὸ γαλάζο.

Εἶναι ζωή, θὰ λέω, τὸ φέρετρο ὅπου
λύπη, χαρὰ τελειώνουνε τοῦ ἀνθρώπου.

του Κώστα Καρυωτάκη 

ποιητές

Πῶς σβήνετε, πικροὶ ξενιτεμένοι!
Ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν...
Βιολέτες κι ἀνεμῶνες, ξεχασμένες
στὰ ξένα ποὺ πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, ἀργυρὴ δροσοσταλίδα,
βαθιά σας τὴν ἐλπίδα τῆς πατρίδας...
Χτυπιοῦνται, πληγωμένες πεταλοῦδες,
στὸ χῶμα σας οἱ θύμησες κι οἱ πόθοι.
Τὸ φῶς, ποὺ κατεβαίνει, τῆς ἡμέρας,
κι ἁπλώνεται γλυκύτατο καὶ παίζει
μ᾿ ὅλα τριγύρω τ᾿ ἄλλα λουλουδάκια,
περνάει ἀπὸ κοντά σας καὶ δὲ βλέπει
τὸν πόνο σας ὡραῖο, γιὰ νὰ χαϊδέψει
τὰ πορφυρὰ θρηνητικὰ μαλλιά σας.
Εἰδυλλιακὲς οἱ νύχτες σᾶς σκεπάζουν,
κι ἢ καλωσύνη ἂν χύνεται τῶν ἄστρων,
ταπεινοὶ καθὼς εἶστε, δὲ σᾶς φτάνει.
Ὁλοῦθε πνέει, σὰ λίβας, τῶν ἀνθρώπων
ἡ τόση μοχθηρία καὶ σᾶς μαραίνει,
ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν.

του Κώστα Καρυωτάκη 

Αν μιλούσαν οι νεκροί

Ἄνθρωπε στάσου δύο λεπτά καὶ πρόσεξε καὶ μένα
θὰ σου μιλήσω συμβουλές ποὺ εἶναι καλές γιὰ σένα.
Μὲ βλέπεις κόκκαλο γυμνό καὶ δίχως φαντασία
καὶ λὲς δὲν  ἦμουν τίποτα δὲν δίδεις σημασία.
Μὰ κάποτε στὰ χρόνια μου εἶχα κι εγώ τὸ κάλλος
καὶ βάδιζα περήφανος σὰν φουσκωμένος γάλος.
Κι εἶχα κι εγώ τὴ δόξα μου, σοφία τοῦ Σωκράτη,
τοῦ Ἡρακλή τὴ δύναμη, φήμη πολύ στὰ κράτη.
Εἶχα μαλλιά μεταξωτά καὶ μάγουλα σὰν μῆλο
καὶ φρύδια ποὺ δὲν βρίσκονται σὰν τῆς ἐλιάς τό φύλλο.
Κι εἶχα καρδιά τοῦ λέοντος καὶ μπράτσα σιδερένια,
ακούραστα τὰ πόδια μου καὶ στήθη μαρμαρένια.
Εἶχα τὴ γλώσσα τ’ αηδονιού, μάτια μεγάλα μαύρα
Καὶ μερικοὶ μου λέγανε όλα μαζί που τά ‘βρα.
Γι’αυτό χαιρόμουνα πολύ πῶς ἤμουν τῆς γῆς ὁ φάρος
καὶ μὲ τὸ νοῦ λογάριαζα πὼς δὲν υπάρχει χάρος.
Μὰ πότε δὲν κατάλαβα περάσανε τα χρόνια
καὶ φύγανε τὰ νιάτα μου σὰν τοῦ Μαρτιοῦ τὰ χιόνια.
Τὸ γλέντι κι όλες οι χαρές περνούσαν στὸν αέρα
κι όλη ἡ ζωή μου φάνηκε σὰν νάτανε μια μέρα.
Σὰν ἔνιωσα γεράματα θυμάμαι τὰ παλιά μου
μου φάνηκε παράξενο π’ασπρίσαν τὰ μαλλιά μου.
Tό φῶς από τα μάτια μου μικραίνει, λιγοστεύει,
κι ὸ νοῦς μου πῶς εγήρασα ακόμα δὲν πιστεύει.
Τὰ πόδια μου αδυνάτισαν, τὰ χέρια μου δὲν κινοῦνται
τὰ δόντια μου καλάσανε κι αυτά παραπονοῦνται.
Κατάλαβα τὸν θάνατο σὲ λίγο τελειώνω
Καὶ τότε βάζω μια φωνή μὲ κλάματα καὶ πόνο.
Ποιός μάγος φέρνει τὴ ζωή καὶ ποιό γιατρό νὰ πάρω;
καὶ ποιός μπορεί καὶ δύναται που νὰ νικά τὸ Χάρο;
Θὰ τοῦ χαρίσω κτήματα καὶ λίρες ὅσες θέλει
ἀρκεῖ τοῦ Χάρου τὸ σπαθί νὰ σπάσει καὶ τὰ βέλη.
Κανείς δὲν μ’ἀποκρίθηκε κανείς δὲν μού’πε ξέρει
νὰ μου γλιτώσει τὴ ζωή καὶ νειάτα νὰ μου φέρει.
Λοιπόν μια μέρα τΆπριλιοῦ χωρίς νὰ περιμένω
κάποιος κτυπά τὴν πόρτα μου μὲ τρόπο ἀγριεμένο.
Ήταν ψηλός κατάμαυρος. Φωνάζω. Τί να κάνω;
καὶ μὲ φωνή που ἐτρόμαζε μου λέει «σήκ ‘ ἀπάνω».
Μου ξέσχισε τὰ σπλάχνα μου καὶ πῆρε τὴν ψυχή μου
κι ἀμέσως πᾶν τα πλούτη μου μαζί μὲ τὴν στολή μου.
Καὶ τώρα τὰ χωράφια που πᾶν καὶ τὰ παλάτια;
τὰ ρόδινα τὰ μάγουλα, ἡ γλώσσα καὶ τὰ μάτια;
σκουλήκια φάγαν τὸ κορμί, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα,
ἀφού μὲ λάσπη γίναμε, γένηκαν πάλι χῶμα.
Οἱ φίλοι μου κι οἱ συγγενείς δὲν θέλω νὰ μὲ κλαίνε.
Θέλω κερί, μνημόσυνο , «συγχώρεσε» νὰ λένε.
Όπως μὲ βλέπεις ἄνθρωπε καὶ σύ θὰ καταντήσεις
γι’αυτό στην πρόσκαιρη ζωή μὴ λές θὰ καζαντήσεις.
Όταν γηράσω νὰ μὴ λές, θὰ κάνω καλοσύνες
τότε θὰ πάω στὴν Ἐκκλησία, θὰ κάνω ἐλεημοσύνες.
Ὁ χάρος είναι λαίμαργος, δὲν ἔχει προθεσμία,
δὲν ἔχει φίλους γιὰ χαρές, ἐξαίρεση καμία.
Παίρνει τὶς μάνες τῶν παιδιῶν, λεβέντες που γλεντάνε,
από τὴν κούνια τὰ μωρά, κοπέλες που κεντάνε.
Νὰ σκέπτεσαι τὸ θάνατο ἑπτά φορές τὴν ώρα,
ὑπῆρχαν κι άλλοι στὴ ζωή μὰ δὲν ὑπάρχουν τώρα.
Σὲ κάθε βήμα πρόσεξε τοῦ σατανά τὸ βρόχι
μὴν ἀδικήσεις ὁρφανούς, γυναίκες, χήρες, όχι.
Πιστά τους νόμους φύλανε χωρίς καμιά προσθήκη
τὰς ἑντολάς τοῦ Μωϋσή, τὴ Νέα Διαθήκη.
Νὰ μὴ δουλεύεις Κυριακή καὶ τὶς γιορτές Ἁγίων,
νάχεις ἀμόλυντη ψυχή καὶ καθαρό τὸ βίο.
Νὰ μὴν κοιτάζεις πονηρά , μὴ βλασφημάς τὰ θεία
νὰ δίνεις περιφρόνηση στοῦ σατανά την βία.
Τῆς μέρας τ’ἀμαρτήματα καὶ πρὶν ὁ ἥλιος δύσει
μὲ κάθε τρόπο τοῦ Θεοῦ νὰ τάχεις όλα σβήσει.
Μετάνοια, ἐξομολόγηση, ἀγάπη καὶ νηστεία
αυτά θὰ σώσουν τὴν ψυχή, μὴ λὲς πῶς εἶναι ἀστεῖα.
Ἀγάπα τὸν πλησίον σου, κακό ποτέ μὴν κάνεις
γιατί αργά ἢ γρήνορα θὰ σβήσεις, ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ.
Καὶ τώρα ἀναννώστα μου τὶ σκέπτεσαι νὰ κάνεις;
τὰ λόγια που σου μίλησα στὸ νοῦ σου νὰ τὰ βάνεις
γιατί αυτού που εἶσαι ἤμουνα κι ἐδῶ που εἶμαι θά’ρθεις.

Ασκητής Αγίου Όρους 

Ἡ ζωντανὴ νεκρή


Δὲν πέθανες! Στὴν κάμαρα ἀκόμα τ᾿ ἄρωμά σου
εἶναι ἁπλωμένο ὡς τώρα δὰ νὰ μ᾿ ἄφησες, κι ἀπάνω
στὸν καναπὲ ἀτέλειωτο μένει τὸ κεντημά σου
καὶ τὸ κομμάτι πού ῾παιζες εἶναι ἀνοιχτὸ στὸ πιάνο.

Ἀπάνω στὸ τραπέζι μου πάντα ἡ δική σου εἰκόνα,
ποῦ πάντα μὲ τὴν ἥμερη ματιά της μὲ κοιτάζει,
καὶ δὲν εἶναι ὁ ἄνεμος, μὰ εἶσαι ἐσύ, τὴν πόρτα
ποὺ μισανοίγεις γιὰ νὰ μπεῖς τὴν ὥρα ποὺ βραδυάζει.

Δὲν πέθανες. Εἶσαι παντοῦ καὶ εἶσαι μέσα σὲ ὅλα:
στῶν ρόδων τὸ ξεφύλλισμα, στὸ στεναγμὸ τοῦ ἀγέρα,
στὰ νέφη ποὺ χρυσίζουνε σὰν πάει νὰ σβήσει ἡ μέρα
κι ὡς καὶ τὶς νύχτες δίπλα μου σὲ νοιώθω ξαπλωμένη...

Δὲν πέθανες. Ἀδιάφορο οἱ μῆνες κι ἂν περνᾶνε:
τότε οἱ νεκροὶ πεθαίνουνε, ὅταν τοὺς λησμονᾶνε!

του Κώστα Ουράνη 

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο...

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.

Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «-Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!...»
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «-Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».

Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».

Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Κίττυ θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα -καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.

του Κώστα Ουράνη 

Ο ΝΕΚΡΟΣ

Μανόλης Αναγνωστάκης


Ήρθαν τα πρώτα τηλεγραφήματα
Σταμάτησαν τα πιεστήρια και περίμεναν
Έγιναν οι παραγγελίες στις αρμόδιες αρχές.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
Όλοι φόρεσαν τις μαύρες γραβάτες
Δοκίμασαν στον καθρέφτη τις συντριμμένες πόζες
Ακούστηκαν οι πρώτοι λυγμοί τα θλιβερά εγκώμια.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
Στο τέλος οι ώρες γινήκαν μέρες
Εκείνες οι φριχτές μέρες της αναμονής
Οι φίλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται
Έκλεισαν τα γραφεία τους σταμάτησαν τις πληρωμές
Γυρνούσαν τα παιδιά τους αδέσποτα στους δρόμους.
Έβλεπαν τα λουλούδια να μαραίνονται.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
(Τόσα και τόσα πράγματα πού δεν προβλέπονται
Τόσες συνέπειες ανυπολόγιστες, τόσες θυσίες,
Σε ποιους υπεύθυνους να διαμαρτυρηθείς, που να φωνάξεις;)
Και ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Παυλίνα Παμπούδη



Κι αυτό το κάτι
Γρατσουνά τον ύπνο μου
Τώρα που ξαφνικά όλα τα εννοώ
Και τ’αντέχω -
(Αμέσως, ξημερώνει.
Γίνονται σωροί στάχτης τα βουνά
Ένας αναίτιος άνεμος σηκώνεται)
Τό θά
του θανάτου θάλλει
Στο βάθος καθώς
Ένα χι
Από ψυχή
Βήχει απαρηγόρητα -

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.