Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαντωνόπουλος Μιχαήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαντωνόπουλος Μιχαήλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Δ (απόσπασμα)




Άνοιγε κόκκινο στη μνήμη:
μία ρωγμή στο τρυφερό
κουφάρι ενός κορυδαλλού.


α'

Δεν ήθελα να ξέρω τ' όνομά της-
χαμογελούσε κ' έπεφταν
στο πάτωμα τα δόντια
μιλούσε και το στόμα της μάτωνε λάθη.

Ένα κορίτσι στην κόλαση,
κάποτε μού συστήθηκε. Φορούσε
κάτασπρη τη γλώσσα και κρατούσε
το χέρι μου στο χέρι.

Έψαχνα στα τυφλά
τον δρόμο για την επομένη.


β'

Λίγο τα πριν μεσάνυχτα
και πίσω απ' την κουρτίνα
ντυνότανε χοντρό κόκκινο δέρμα,
χτένιζε τα μαλλιά
κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτι
κ' έτρεχε νύχτα.
"Τίποτα δεν είναι τυχαίο", μονολογούσα,
"τίποτα", και σηκωνόμουν το πρωί
με πόνους στο σαγόνι.


γ'

Τραβιόταν η Δ. στη γωνία
-τα πόδια της ως τον μηρό στην πίσσα-
γονάτιζε και σήκωνε τα μαλλιά
και τίναζε τ' άστρα απ' τον αυχένα.

Σαν να 'νιωθα τι είχε συμβεί-
ξερίζωνα τ' άσπρα κυκλάμινα
που είχαν προλάβει να φανούν
κάτω απ' τη γλώσσα μου.


δ'

Φυσούσε μια πίσω φωνή και ζωντάνευε,
μούδιαζε το χέρι μου. Δεν άκουγα
νέα την απορία και αν αίμα
δικό σου ήταν και μάλιστα
σε φως ημέρας;
Δεν ήταν και ησύχαζα
μια ανάσα ελλείμματα. (Σκεφτόμουν ένα πρόσωπο
μαρτυρικά στο πρόσωπό μου: βιαστικά
βαλμένα αυτιά, κακοραμμένο στόμα
δανεικό μου) και δεν υπήρχαν εγκλήματα: πληγές
υποψία, πάτωμα στρωμένο τη βαριά, την απέριττη

νύχτα.
Και μάζευαν, μάζευαν τα χείλη της: διάβαζα "ρίζα"
και φυσούσε μια πίσω φωνή και διάβολε
Δεν ήταν και το χέρι στο χέρι της
επέμενε την άρνησή μου.

(....Ηλέκτρα: )

Κι αν έκοψες θρήνο ερεβνό μαλλιά από τα μαλλιά σου,
δεν πλήγωσες σιωπή – παρά στην άκρη.
Ξέρω: δεν θα δεχόσουν καν
την ύστερη παράδοση της ομορφιάς στον πόνο.
Κι’ ούτε πως είδες μάτια στον δικό νεκρό μου∙
κι’ ούτε πως ράγισες
δάκρυ φωνή σ’ ένα ψοφίμι στόμα.
Μόνη σου, τώρα! – μια αράχνη μέταλλο από φως
τρέχει στο μέτωπό σου. Τίποτα, τίποτα!
– κάτι βουβά οστό κοιμάται πόρνη αυτή την πολιτεία∙
βαθύ μαχαίρι σπλάχνα ουρανός κι ο Έλληνας: νεκρός σου.

Σκυλιά φυλάτε τ΄αφεντικά σας

Η οφειλή του κτήνους σε άνθρωπο και τη ξεθάβουν
χώμα κόκαλο στο πτώμα Ελλάδα.

Ύστερα πληρώνεις πορφύρα αμέθυστο
για ένα γυαλί σκοτάδι: κανένας δεν εγείρει άρνηση
στον έμπορο παροξυσμό μίας τέτοιας πράξης.

Ας είναι Δεν διατίθεμαι
να σύρω το Κακό από το πνεύμα Του.

Μόνο ποιος χόρτασε βυθό τα πάθη ως την τρέλα
γνωρίζει –φάσμα– τον τυφλό θόρυβο της ψυχής:
γλώσσα κομμένη πυρετός σ’ ένα πηγάδι νύκτα
κι’ έρημος νύχια κοφτερά σπαρακτική.

Στάσου! Ακόμη διεκδικώ το μέρισμα
σε δύο σίδερα καρφί – το λιγότερο, σπορά•
θέλω να πω Κάποτε κι’ ο βωμός
σηκώνει τους νεκρούς στον ουρανό του.

οι δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία



Αν ήμουν ερωτευμένος
δεν θα περίμενα μισόν αιώνα ψέματα
[…]
γυμνός στο δρόμο θα ’βγαινα να διαδηλώσω την καρδιά μου
Ζ. Δ. Αϊναλής


Αλεξάνδρας – η λεωφόρος. Μπαλκόνι: επέκταση πορείας. Πιο πέρα, τ’ όρος: όπου σπηλιά γέρνει βαθύτερα κεφάλι – ζαρωμένο τη γαλήνη στο ύψος μάτια. Κάποιος σκεπάζει βλέφαρα το πλήθος. Ανδρέας:

Εδώ η τρέλα επινοεί μια κόγχη έρημο:
σκοτάδι μαύρο τρωκτικό – και γύρω,
πείνα κόκαλο ως το βαθύ ψοφίμι.

– Αυτή την έξοδο φαντάστηκες Λαό;

Δες: έρχονται από πού το κτήνος μαίνεται
ένδεια και κραυγή την υπερούσια χώρα
– χιλιάδες νύκτες βήματα κατά το χέρι
που υπολείπεται θεό στην προσφορά του.

Κι’ ένας γυρίζει μάτια στη σκιά   Και ξεχωρίζει
σπλάχνα θηλαστικό να τρίζουν άσπρη άσπιλη φωτιά
τα δόντια στην καρδιά του   Κι’ άλλος
υψώνει δώδεκα δάχτυλα φωνή στον πυρετό ουρανό
– και κάτι ξένο ματώνει ο λόγος ακατάληπτα.

Πώς επιμένεις βράχους; Ότι πληθαίνουν άνθρωποι
στα χάσματά τους   Ότι προφέρουν –Κύριος– τ’ άθροισμά σου
και γονατίζουν και συμφέρονται ένα μέρισμα κοινό;

Κι’ αν χρεωθείς την ύστερη απαντοχή του πνεύματος:
δεν θα σημαίνεις του θανάτου; Ιδού: ασάλευτος
βουβός   μετέωρος   στην έκσταση του ζώου ανάμεσα
και τον φρικτό σπασμό – εσύ: πέτρα και σάρκα και σπαθί•
εσύ: ο χαλκός απ’ τις πληγές και η απότομη στροφή
του αγέρα και η παραφορά
που κομματιάζει ρίγη σκοτεινό το μέτωπο – δεν βλέπεις;

Πέντε άζυμα ψωμί και δυο αγκίστρια λέπι   Τώρα
ποιο πλάσμα ζωντανό ποια ζάλη εντός
δεν σέρνει δαίμονα βοή τα πέλματα στην άμμο;

– καν δεν γνωρίζεις τι σφαγή είν’ ένας λάκκος άνδρες.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.